30/7/07

ΔΕΝ ΜΕ ΤΡΟΜΑΖΕΙ ΤΟΣΟ Η ΦΩΤΙΑ, ΟΣΟ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ...

Δεν με τρομάζει τόσο η φωτιά όσο ο άνθρωπος. Η κτηνωδία και η διαστροφή του κινούνται ανεξέλεγκτα και τίποτα δεν φαίνεται ικανό να μπορεί να σταματήσει την φρενήρη πορεία του στην αυτοκαταστροφή.

Πιο απογοητευτική όμως και απελπιστική είναι η διαπίστωση της αδυναμίας, ακόμα και τώρα, του ανθρώπου να κατανοήσει την αιτία της καταστροφής, η οποία κατά την ταπεινή μου γνώμη δεν είναι τεχνολογική ή πολιτισμική ούτε βέβαια πολιτική ή διαχειριστική, αλλά βαθύτατα ανθρωπολογική και θ ε ο λ ο γ ι κ ή!!

Ο άνθρωπος πλασμένος από τον Θεό για την ομορφιά και το κάλλος, δεν αντέχει την ομορφιά έχοντας επιλέξει την πιο φριχτή παραμόρφωση .... τον εγωισμό του!

Παραποιεί δαιμονικά ό,τι του έχει δωρηθεί από τον Θεό. Το καταχράται σαν αρπάχτης δυνάστης. Βλέπει όλη την κτίση σαν κάτι που μπορεί να αρπάξει και όχι να προσφέρει.

Αιτία είναι η βίαιη εκρίζωση των σχέσεών μας τόσο με την κτίση όσο και με τους συνανθρώπους μας από το Μυστήριο της παρουσίας του μανικά ερωτευμένου με εμάς Θεού και η ένταξή τους σε μια νέα αυθαίρετη προοπτική, χρησιμοθηρική, με βάση τη λατρεία ενός νέου Θεού, του «εγώ».

Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από mail που κυκλοφορεί στην blogόσφαιρα, σχετικά με την πυρκαγιά της Πάρνηθας και που δημοσίευσε, μάλιστα επαινώντας το, η κ. Μαριλή Μαργωμένου σε άρθρο της στην «Καθημερινή της Κυριακής», της 8.7.07, σ.36, με τον πιασάρικο τίτλο: «Αφήστε τα pc-ιά και ελάτε στα βουνά» : «Είμαι θυμωμένος. Πενθώ, όχι για τις επόμενες γενιές που θα ζήσουν στα πλημμυρισμένα βαλτοτόπια του Μοσχάτου, αλλά για τις χαμένες ανοιξιάτικες βόλτες μου, που θα έκαναν ανεκτή την μιζέρια του καθημερινού τσιμέντου. Μαζί μου πενθούν και οι φίλοι μου. Και είναι κι εκείνοι οργισμένοι. Και κάθε φορά που θα μιζεριάζουν στο τσιμεντένιο τους γραφείο, θα θυμώνουν ξανά, που δεν μπορούν να ξεφύγουν. Κι αυτό θα γίνεται κάθε Παρασκευή για το υπόλοιπο της ζωής του».

Ο θυμός και το πένθος του συντάκτη δεν είναι για τον βιασμό της ομορφιάς, για την απώλεια ενός κομματιού από την σάρκα μας, για την αδυναμία μας να συνοδοιπορήσουμε με το κοσμικό κάλλος και την συμπαντική ομορφιά αλλά για ..... «τις χαμένες ανοιξιάτικες βόλτες μου» !!!

Θυμώνω δηλαδή, γιατί ενοχλείται η ξεκούραση και η απόλαυσή μου. Η καταστροφή του περιβάλλοντος δεν θα με ενοχλούσε καθόλου, αν γινόταν να μην με άγγιζε, να μην μου χαλούσε το διάλειμμα και την ανάπαυλά μου από την μίζερη και ανέραστη καθημερινότητα, στην οποία ΕΓΩ έχω βουλιάξει τη ζωή μου.

Είναι σαν κι αυτό που καμιά φορά ασυναίσθητα εκστομίζουμε προς την αγαπημένη μας: «...μα αν πεθάνεις, εγώ τι θα κάνω...;». Νομίζοντάς το σαν έκφραση αγάπης ουσιαστικά ομολογούμε, ότι το «εγώ» μας είναι το πρόβλημα και όχι η απώλεια της ανεπανάληπτης ερώμενης προσωπικής παρουσίας.

Τα πάντα και οι πάντες κρίνονται μέσα από την χρησιμότητα και την ωφελιμότητά τους για την δική μας, την ατομική, εγωιστική και ακόρεστη ζωή και αυτό συνιστά την απώλεια της ομορφιάς τους, τον θάνατό τους !

Η λύση του προβλήματς νομίζω πως βρίσκεται στην επώδυνη μ ε τ ά ν ο ι α. Στο κατόρθωμα εκείνο που σε ωθεί να εξέρχεσαι του εαυτούλη σου και να αγαπάς για να αγαπάς. Να ερωτεύεσαι γιατί έτσι μόνο ζεις. Να προσλαμβάνεις δοξολογικά την κτίση και τον συνάνθρωπο και ως σχέση ευχαριστιακή να τα αναφέρεις προς τον Θεό.

Αυτή την αλήθεια νομίζω ότι μαρτυρά και η τετρωμένη αγάπης καρδιά του μέγιστου Ντοστογιέφσκι: «Πουλάκια του Θεού, χαρούμενα πουλάκια συγχωρέστε με και σεις γιατί κι απέναντί σας είμαι αμαρτωλός. Όλη η δόξα του Θεού είναι τριγύρω μου, τα πουλάκια, τα δένδρα, τα λιβάδια, οι ουρανοί. Μονάχα εγώ τα ατίμασα όλα και δεν μπόρεσα να δω την ομορφιά και την δόξα..... ο Λόγος είναι για όλους, όλη τη δημιουργία, όλα τα πλάσματα, κάθε φυλλαράκι στρέφεται προς τον Λόγο, υμνεί τον Κύριο, κλαίει στον Χριστό, εκτελώντας όλα αυτά με το μυστήριο της αναμάρτητης ύπαρξής του......Κοιτάχτε τριγύρω τα δώρα του Θεού: το φωτεινό ουρανό, τον καθαρό αέρα, το απαλό χορτάρι, τα πουλάκια, όλη την πανώρια και αθώα φύση και μονάχα εμείς είμαστε άθεοι κι ανόητοι και δεν καταλαβαίνουμε πως η ζωή είναι παράδεισος....»

π. Β. Χ.