26/2/10

Μέρες Οργής


Vredens Dag  -  Μέρες Οργής 

Carl Th. Dreyer  ( 1943)
 

Η αριστουργηματική ταινία «Μέρες Οργής» του Carl Dreyer γυρίστηκε στη Γερμανοκρατούμενη Δανία του 1943. Σε μια ιδιαίτερα δύσκολη εποχή που επικρατούσε η επιφυλακτικότητα, η δυσπιστία και ο φόβος της σκληρής ναζιστικής αλαζονείας, ο Dreyer τροποποιώντας ένα θεατρικό έργο, επιστρέφει σε μια παλαιότερη δύσκολη εποχή σκληρότητας και υποκρισίας, όπου το δημόσιο κάψιμο των μαγισσών συνιστούσε την κύρια εκδήλωση κοινωνικής αρετής, στο ημίφως της Δανίας του 1623.



 
Το βασικό θέμα της ταινίας είναι ο έρωτας μεταξύ μιας νεαρής παντρεμένης γυναίκας και του γιου, του πολύ μεγαλύτερου σε ηλικία και ιερωμένου συζύγου της, όμως δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η ταινία σαν αισθηματική. Η πλοκή του έργου, με έντονες ψυχολογικές συγκρούσεις των κεντρικών προσώπων, εκτυλίσσεται σε μια ατμόσφαιρα που κυμαίνεται η μαγεία και οι ανεξέλεγκτες δυνάμεις της, αλλά η ταινία δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ούτε σαν μεταφυσική. Οι προβληματισμοί που προκύπτουν και τα θέματα που θίγονται μέσα στο αυστηρό και λιτό περιβάλλον, από τη συναισθηματική εκφραστικότητα που φορτίζει το φαινομενικά διαυγές ύφος της ταινίας, δεν θα μπορούσαν επίσης να την προσδιορίσουν σαν κοινωνική. Η ταινία τελικά είναι σε όλα τα επίπεδα της βαθιά δραματική, γιατί ξεδιπλώνει πολυδιάστατα τις δραματικές αλήθειες ενός τρόπου ζωής, προσαρμοσμένου από τον άνθρωπο στα μέτρα του εγωισμού και της υπεροψίας του, της ανευθυνότητας και των ποικίλων συμβιβασμών του, μιας ζωής χωρίς πνευματική ανάταση, με τυφλή θρησκευτικότητα χωρίς θεϊκή παρουσία.

 

Ο Ντράγιερ αντλώντας στοιχεία από βιώματα πικρίας, απόρριψης και μοναξιάς στην προσωπική του ζωή, διεισδύει με ευελιξία και αναλύει πειστικά τη ζωή των ηρώων του, ώστε να αποδίδει την αλήθεια δημιουργώντας τέχνη με ωριμότητα, πληρότητα και μέτρο. Ισορροπεί θαυμαστά τους χαρακτήρες του έργου του ανάμεσα στο πάθος και στο όνειρο, στην προδοσία και το καθήκον, στην απωθημένη ενοχή και στην αναζήτηση του Θεού. Όμως «η Μέρα της Οργής πλησιάζει, ημέρα θρήνου και φρικτής τιμωρίας», διαβάζουμε στον ύμνο της εισαγωγής της ταινίας με τη συνοδεία της κατάλληλης υποβλητικής μουσικής.  Το έργο αρχίζει.


Η μάγισσα Marthe Herlof [Anna Svierkier] ακούει στο σπίτι της το σήμαντρο που αναγγέλλει ότι οι κυνηγοί μαγισσών εντόπισαν το νέο θήραμα τους και έντρομη αντιλαμβάνεται πως τη φωνάζουν και να της χτυπούν την πόρτα. Το σήμαντρο αυτή τη φορά ηχεί για κείνη. Απομακρύνεται κρυφά χωρίς να την αντιληφθούν.

 

Στο σπίτι του πάστορα Absalon Pedersson [Thorkild Roose] βλέπουμε τη νεαρή σύζυγο του Anne [Lisbeth Movin] και τη μητέρα του Meret [Sigrid Neiiendam]. Είναι τόσο διαφορετικές οι εικόνες τους! Η Άννε, διστακτική και ακαθόριστη, προσπαθεί να ενταχθεί αρμονικά στη νέα της οικογένεια. Η γιαγιά Μέρετ βλοσυρή και μονολιθική, παρακολουθεί σαν άγρυπνος δεσμοφύλακας τις κινήσεις της Άννε, έτοιμη να τεκμηριώσει την αντιπάθεια της γι’ αυτήν και να την καταδώσει στον σύζυγο της. Πλησιάζει την πόρτα του γραφείου του γιου της και τον προτρέπει να βιαστεί, γιατί το πλοίο που φέρνει τον εγγονό της από τον πρώτο γάμο του Άμπσαλον, έχει ήδη φτάσει. Εκείνος λιτός, σοβαρός και συγκεντρωμένος στον εαυτό του, πηγαίνει να προϋπαντήσει τον γιο του Martin [Preben Lerdorff]. Ο Μάρτιν όμως που βρισκόταν ήδη στον δρόμο για το σπίτι, φθάνει και βρίσκει την Άννε μόνη της. Είναι το ίδιο νέος με κείνη, το ίδιο απλός με τον πατέρα του. Με καλή θέληση, ευγένεια και ειλικρίνεια, ανταλλάσσουν τις πρώτες εντυπώσεις της γνωριμίας τους. Η ευγένεια προδιαθέτει θετικά και η ειλικρίνεια αφοπλίζει. Όταν έρχεται ο Άμπσαλον, έχουν συνάψει την πρώτη συμμαχία τους. Ο Μάρτιν κρύβεται, για να έχει ο πατέρας του μια ευχάριστη έκπληξη. Η ατμόσφαιρα είναι ακόμα ανάλαφρη με τον ερχομό του Μάρτιν, όμως οι συμμαχίες που αναπτύσσονται σε ένα βαρύ, σοβαρό και πιεστικό περιβάλλον ανάμεσα σε ένα νεαρό και μια κοπέλα συνομήλικη του, εύκολα μπορούν να ξεφύγουν από τα προκαθορισμένα όρια.


Η μάγισσα Μάρτε έχει καταφύγει εν τω μεταξύ στο σπίτι του Άμπσαλον και ζήτησε από την Άννε να την κρύψει. Οι διώκτες της την εντόπισαν και την συλλαμβάνουν. Η Μάρτε γνωρίζει πως η μητέρα της Άννε ήταν μάγισσα και ο Άμπσαλον την απάλλαξε από την κατηγορία, για να μπορέσει να παντρευτεί την κόρη της. Όταν εκείνος την εξομολογεί στο γραφείο του, η Μάρτε τον κατηγορεί και τον εκβιάζει, απαιτώντας να ελευθερώσει και την ίδια.   
  

Ο φόβος, η αγωνία και οι απελπισμένες προσπάθειες της Μάρτε, αποτελούν το προοίμιο μόνο μιας θλιβερής «ελεγείας της σκληρότητας», που ο Ντράγιερ με μοναδικό τρόπο μας παρουσιάζει στη συνέχεια σε δύο μέρη. Στο πρώτο, οι ειδικοί ανακριτές με μεθόδους βασανισμού που στερεότυπα εφαρμόζονται από κάθε μορφή ανεξέλεγκτης εξουσίας και ενώ οι κραυγές της γριάς μάγισσας αντανακλούν στους άδειους πέτρινους τοίχους και συγκρούονται με τις τεράστιες μαύρες σκιές που γεμίζουν τον χώρο και τις ψυχές όσων μετέχουν στην ανάκριση, αποσπούν από την εξουθενωμένη Μάρτε την ομολογία που θέλουν. Η φρίκη ωστόσο δεν αγγίζει τους ανακριτές, αντίθετα με την Άννε και τον Μάρτιν που με συγκλονισμένες τις ευαίσθητες και ευάλωτες καρδιές τους, προχώρησαν σε μια συμμαχία τρυφερότητας και κατέφυγαν στην προστατευτική γαλήνη της εξοχής.
Η ηρεμία της φύσης, η βλάστηση της γης, η χαρά που νιώθουν να βρίσκονται μαζί, είναι μια βαθιά ανάσα για τον θεατή.

Η ώρα της απάνθρωπης τιμωρίας του κακού, φθάνει. Η πυρά είναι έτοιμη. Η Μάρτε προετοιμάστηκε για τον θάνατο της από τον Άμπσαλον. Του ζήτησε και πάλι να τη σώσει και αποκαλώντας τον ψεύτη, τον έδιωξε από κοντά της φορτωμένο με τις ενοχές του. Τον προειδοποίησε πως αν την αφήσει να καεί στην πυρά, το ίδιο θα συμβεί και στην Άννε. Εκείνος δεν έδωσε σημασία. Το τυπικό όμως της επίσημης διαδικασίας συνεχίζεται. Ενώ δένουν τη γριά μάγισσα, ομάδα παιδιών ψάλλει τον ύμνο «Ημέρα οργής, ημέρα θρήνου». Η επόμενη γενιά αναλγησίας, ακολουθεί και προετοιμάζεται στα πρότυπα της κοινωνίας. Η φριχτή κραυγή της Μάρτε τη στιγμή που τη ρίχνουν στη φωτιά, δονεί την ατμόσφαιρα και σφραγίζει ένα ακόμα έγκλημα διεστραμμένης  πίστης στο όνομα του Θεού.
 

Οι κατηγορίες της Μάρτε δεν φεύγουν από το μυαλό του Άμπσαλον. Αποκαλύπτει στην Άννε ότι η μητέρα της ήταν μάγισσα. «Είχε τη δύναμη της επίκλησης. Αν καλούσε κάποιον, ζωντανό ή νεκρό, έπρεπε να φανεί. Αν επιθυμούσε τον θάνατο κάποιου, αυτός πέθαινε!» Την έσωσε για χάρη της. «Όμως δεν με ρώτησες ποτέ αν σ’ αγαπώ!» του λέει εκείνη και τον αγκαλιάζει. Εκείνος την απωθεί απαλά, κοιτώντας την σαν κάτι αγαπητό μα μακρινό. «Τα υπέροχα μάτια σου» της λέει, «τόσο παιδικά, αγνά και καθαρά!»

Η Άννε μόνη, σβήνει τον λύχνο, βλέπει τη νύχτα από το παράθυρο και δοκιμάζει τις δυνάμεις της. Καλεί τον Μάρτιν νοερά και πραγματικά εκείνος εμφανίζεται! «Κανείς δεν έχει τα μάτια σου!» της λέει. «Είναι παιδικά, αγνά και καθαρά;» τον ρωτά εκείνη.
«Όχι, είναι βαθιά, γεμάτα μυστήριο!» της απαντά. Τι καθρεφτίζουν λοιπόν τώρα τα μάτια της Άννε; Την καρδιά της, βλέποντας τον Μάρτιν που δίνει υπόσταση στα όνειρα της ή μήπως την επιβεβαίωση πως έχει κληρονομήσει τις μαγικές δυνάμεις της μητέρας της και μπορεί να κατευθύνει τη ζωή της;
«Σε βλέπω μέσα από τα δάκρυα μου» του λέει, «Κι’ εγώ σου τα σκουπίζω!» απαντά εκείνος. Μέσα στη νύχτα, φεύγουν στο δάσος.

 

Σε κάθε σκηνή που παρουσιάζει ο Ντράγιερ, διευθύνει «μαγικά» την ορχήστρα του και κατευθύνει τα θέματα της σύνθεσης του παράλληλα, τονίζοντας περισσότερο κάθε φορά κάποιο απ’ αυτά, σε μια συνεχή πλοκή της μαγείας με την σκληρότητα, της σκληρότητας με τον έρωτα, του έρωτα με τη μαγεία.
Η παρουσίαση του έρωτα της Άννε δίνει την αίσθηση ότι ολοκληρώνει και εξαντλεί το θέμα, ένα θέμα από τη φύση του ανεξάντλητο. Από το πέρασμα της τρυφερότητας στην οικειότητα και από κει στον έρωτα, η Άννε μεταμορφώνεται κυριολεκτικά. Οι πλαστικές νεανικές της κινήσεις, δείχνουν τώρα ανάερες, χορευτικές. Το δροσερό της πρόσωπο αποκτά λάμψη και ακτινοβολία. Το γέλιο της γεμίζει και στολίζει το σπίτι. Ο Άμπσαλον είναι ευχάριστα έκπληκτος από την αλλαγή της, αλλά η γιαγιά Μέρετ είναι γεμάτη ανησυχία και βλέπει την καταιγίδα να πλησιάζει. Προειδοποιεί όσο ανοιχτά μπορεί, όμως στον έρωτα δεν λειτουργεί η λογική. Είναι τόσο έντονος και απόλυτος ο αιφνιδιασμός της Βούλησης, που όλη η ενέργεια της κινείται προς το Συναίσθημα όπου γεννά τον έρωτα, αφήνοντας τη Σκέψη να υπολειτουργεί χωρίς σύνεση, χωρίς λογική. 

Η Άννε απολαμβάνει την ευτυχία της με τον Μάρτιν στο δάσος, στο ποτάμι, ακόμα και στο σπίτι, όπου αρχίζει να φέρεται με αναίδεια. Θέλει να το φωνάξει, θέλει να μάθουν όλοι πως είναι ερωτευμένη. Ο Μάρτιν συνεπαρμένος από το αίσθημα αυτό, συμμετέχει και ο ίδιος στο μέτρο που του επιτρέπουν οι ενοχές του.



 
 Όμως ο έρωτας έχει θεϊκή υφή, γι’ αυτό και μακριά από τον Θεό είναι επικίνδυνος και  καταστροφικός. Ο Άμπσαλον επιστρέφει τη νύχτα από το σπίτι του κύριου ανακριτή της Μάρτε, που αρρώστησε ξαφνικά και πέθανε όπως εκείνη τον είχε προειδοποιήσει. Πριν από λίγο ένιωσε και ο ίδιος μια πνοή θανάτου να τον τυλίγει. Μόλις μένει μόνος με την Άννε, της ζητά να τον συγχωρήσει που την παντρεύτηκε τόσο νέα και τη ρωτά αν ευχήθηκε ποτέ τον θάνατο του. Για κείνη, ο Άμπσαλον είναι το μόνο εμπόδιο στη χαρά της. Πλημμυρισμένη από το αδηφάγο αίσθημα της και με τη σιγουριά της μαγικής δύναμης της, χωρίς δεύτερη σκέψη, του φανερώνει πως ναι, εύχεται τον θάνατο του και περισσότερο τώρα που αυτή και ο Μάρτιν…  «Εσύ και ο Μάρτιν;» Η φοβερή αλήθεια αποκαλύφθηκε. Ο Άμπσαλον με φρίκη αρχίζει να τρέμει, σηκώνεται να φύγει μακριά της, φωνάζει τον Μάρτιν, μα πριν εκείνος φανεί, σωριάζεται νεκρός. Τον σκότωσε άραγε η ανίερη αλήθεια που έμαθε ή η δύναμη της ευχής της; 

Σε κάθε θέμα που παρουσιάζει ο Ντράγιερ, μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια του, εντυπωσιάζει με τη σαφήνεια και τη βαθιά γνώση του. Το θέμα της μαγείας δεν είναι καθόλου εύκολο, όμως το επεξεργάζεται και το παρουσιάζει απλά και καθαρά, πέρα από βότανα και μυστηριώδη υλικά που καμιά δύναμη δεν έχουν από μόνα τους, πέρα από τις τελετουργικές διαδικασίες που ο κύριος σκοπός τους είναι να κρατήσουν τη βούληση επικεντρωμένη, αδιάσπαστη στον επιδιωκόμενο στόχο. Η μόνη δύναμη της μαγείας είναι η βούληση, η βαθιά επιθυμία, η ευχή του ανθρώπου για κάτι. Είναι μια δύναμη σαν τον έρωτα, θεϊκής υφής, δώρα του Θεού, κατ’ εικόνα Θεού και επομένως οφειλόμενα στον Θεό.
Μακριά από τον Θεό και όταν ακόμα δεν γίνεται επίκληση του κακού, οι δαιμονικές δυνάμεις πρόθυμα συνεπικουρούν στο να εκπληρωθούν κάποιες σκοτεινές επιθυμίες, μέχρι να επιτύχουν τον δικό τους στόχο, να επιφέρουν την πλήρη καταστροφή.

 
Ο Άμπσαλον είναι νεκρός. Ο Μάρτιν κυνηγημένος από τις ερινύες της απερισκεψίας του, κλαίει και θρηνεί. Πριν από την κηδεία, μπροστά στο φέρετρο και τους συγκεντρωμένους ιερείς, αποχαιρετά τον πατέρα του με λίγα επικήδεια λόγια και σύμφωνα με το έθιμο συμπληρώνει πως ο θάνατος αυτός δεν βαρύνει κανέναν, άντρα ή γυναίκα.
Η γιαγιά Μέρετ ξαφνιασμένη τον κοιτάζει, σηκώνεται και παίρνει τον λόγο: «Εγώ, θα πω την αλήθεια. Ο γιος μου είναι εδώ δολοφονημένος κι’ εκείνη που τον σκότωσε, είναι εκεί. Την καταγγέλλω για μαγεία. Με τη βοήθεια του κακού σε μάγεψε Μάρτιν, με τη βοήθεια του κακού σκότωσε τον άντρα της!»
«Με τη βοήθεια του κακού;» Ο Μάρτιν σαστισμένος και έντρομος απομακρύνεται από κοντά της και πηγαίνει να σταθεί δίπλα στη γιαγιά του.  Η Άννε νιώθει ξαφνικά τον έρωτα της μετέωρο, τα όνειρα της να καταρρέουν, αισθάνεται βαθιά προδομένη και την καρδιά της να κατακλύζεται από ένα κύμα ψυχρής μοναξιάς.
Ο επικεφαλής των παρισταμένων της ζητά να ακουμπήσει το χέρι της στον νεκρό και να ορκιστεί. Εκείνη σαν υπνωτισμένη, πλησιάζει το φέρετρο. «Ορκίζομαι…»
Θα ορκιστεί πως είναι αθώα, θα προσπαθήσει να περισώσει ό, τι μπορεί;
Μα είναι μάταιο. Όλα πια χάθηκαν. Τι νόημα έχει το τι θα επακολουθήσει; Κοιτάζει τον νεκρό άντρα της και συνεχίζει «Ομολογώ…ομολογώ, με τη βοήθεια του κακού σε σκότωσα, με τη βοήθεια του κακού πλάνεψα τον γιο σου. Τώρα, ξέρεις!»

Η δραματική κορύφωση με την ομολογία της Άννε, αποτελεί το απρόβλεπτο επιστέγασμα σε ένα έργο χωρίς διακριτούς ρόλους ακραίων χαρακτήρων, σε ένα έργο όπου όλοι έχουν κάποιο δίκιο, αλλά δεν είναι αρκετά καλοί ώστε να αναμένουμε τη δικαίωση τους και όλοι είναι αμαρτωλοί, αλλά όχι τόσο κακοί για να  δεχθούμε σαν επιβεβλημένη τη σκληρή τιμωρία τους.




Ωστόσο η Άννε είναι το κεντρικό πρόσωπο του έργου και η αυτοκαταδίκη της που προκαθόρισε η γριά Μάρτε, συνιστά και την κάθαρση μιας τραγωδίας, που σε καλεί και σε ωθεί να την επεξεργαστείς σε αυστηρά προσωπικό επίπεδο, χωρίς σχολιασμό των γεγονότων και καθοδήγηση από τα χορικά κάποιας κοινωνικής ομάδας, κατά τα πρότυπα της αρχαίας τραγωδίας.
Αντί χορού εδώ, μας συνοδεύει ο απόηχος του ύμνου της Κρίσεως:
                                 «Οργής ημέρα, άκου το κάλεσμα μας
                                   λυπητερό ξέσπασμα δακρύων,
                                   με το αίμα σου, σώσε μας Ιησού...»

Η Άννε, σταθερή και σοβαρή, ολοκλήρωσε τη λιγόλογη συγκλονιστική ομολογία της στον Άμπσαλον, σαν να βρίσκονταν μόνοι οι δυο τους στο παγωμένο δωμάτιο. «Βλέπω μέσα από τα δάκρυα μου» μονολογεί, «αλλά κανείς δεν έρχεται να τα σκουπίσει»… Και έχοντας επιδιώξει  και αποδεχτεί το αντίτιμο της παράνομης ευτυχίας που έζησε, άδεια από κάθε γήινη προσδοκία, στρέφει αργά το βλέμμα της στον Ουρανό, στη μόνη ειλικρινή επίκληση του Θεού σε όλο το έργο, τη μόνη αχτίδα ελπίδας.   

Μ. Ψ.

21/2/10

ΑΝΤΙΣΤΑΘΕΙΤΕ !



Κάψτε την, σπάστε την, κλειδώστε την. Ξεφορτωθείτε όλο τον θίασο των ομιλούντων κεφαλών, όλων αυτών που νομίζουν ότι είμαστε ηλίθιοι, αυτών που μας αποκοιμίζουν. Ξεγνοιάστε μια και καλή από τους τηλεοπτικούς μας τηλεσωτήρες, τηλε-εισαγγελείς, τηλεπολιτικούς, τηλεΐεροκήρυκες, τηλεδιασκεδαστές, διαφημιστές. Πείτε όχι στην υπερπληροφόρηση - παραπληροφόρηση. Τελειώνετε πια με τα κουτσομπολιά, με τις σταρλετίτσες, με τους ασήμαντους δήθεν " επώνυμους", με τους πάσης φύσεως αιρετικούς. Πείτε όχι σ' αυτό το άθλιο τηλεκαφενείο των παραθύρων, της χυδαιότητας και της διαστρέβλωσης.



Όχι στα σκουπίδια ! Έχουμε ευθύνη όλοι μας. Εμείς τους επιτρέψαμε να έχουν αυτά τα προγράμματα, ας μην κοροϊδευόμαστε! Εμείς αγοράζουμε τα αντίστοιχα σκανδαλοθηρικά έντυπα, εμείς δεν διαβάζουμε βιβλία, εμείς χαιρόμαστε βλέποντας στις διαφημίσεις τα αντικείμενα του καταναλωτικού μας πόθου, εμείς βλέπουμε άθλιες χολυγουντιανές ταινίες, εμείς με την φτηνή αισθητική μας και την χαμηλή μας πνευματική καλλιέργεια, τους δείξαμε τι προγράμματα θέλουμε. Η ευθύνη είναι πάντα δική μας, κι όχι των άλλων. Έχουμε την τηλεόραση που μας αξίζει !




Αντισταθείτε σημαίνει, κλείστε την η διαλέξτε τα προγράμματα που αξίζουν. Η τηλεόραση δεν είναι μπέϊμπυ-σίτερ των παιδιών (παρ' ότι η σωστή χρήση της μπορεί να τα βοηθήσει), δεν είναι ναρκωτικό αποχαυνωτικό (έτσι την χρησιμοποιούμε), δεν είναι τρόπος να καλύψουμε τα κενά των κοινωνικών μας συναναστροφών. Μην επιτρέπετε να σας καθορίζουν άλλοι τις αντιλήψεις. Δεν έχει νόημα να ακούμε και να βλέπουμε ο,τι δεν μας αφορά.


Η άποψή μας, είναι ότι ο καλός κινηματογράφος, τα καλά ντοκυμαντέρ και τα (ελάχιστα) καλά ενημερωτικά προγράμματα μας βοηθούν στο να καταλάβουμε τι συμβαίνει στον πλανήτη, να εννοήσουμε την αμαρτία του κόσμου τούτου (προϋποτίθεται ότι πρώτα προσπαθούμε να καταλάβουμε την δική μας αμαρτία). Αντισταθείτε λοιπόν με το τηλεκοντρόλ στο χέρι, η αν δεν μπορείτε κλείστε την οριστικά. Μελετήστε, πάρτε βιβλία, πείτε όχι στην ημιμάθεια, όχι στην αποχαύνωση του νου. Νοιώστε πείνα και δίψα για την αλήθεια. Γνώσεσεθε την αλήθειαν, και η αλήθεια ελευθερώσει υ(η)μας...


Μία τηλεβαρεμένη (πλήν τιμία) νέα... 

19/2/10

ΤΗΝ ΕΥΧΗ ΣΑΣ ΝΑ' ΧΟΥΜΕ !


Δόξα τῷ Θεῷ προλάβαμε μερικούς! Εὐλογημένα γεροντάκια, ἄνθρωποι μιᾶς ἄλλης ἐποχῆς, ἑνός ἄλλου ἤθους, πού ἐμεῖς θά πρέπει νά ἰδρώσουμε πολύ γιά νά ἀπόκτήσουμε. Ἄνθρωποι τῆς ὑπακοῆς καί τῆς πλήρους ἀποταγῆς, δέν ἔβγαιναν ἀπό τό περιβόλι τῆς Παναγίας παρά μόνο γιά νά πᾶνε στό νοσοκομεῖο, ἄν τό 'καναν κι αὐτό.

Λεβέντες καί σκληροτράχηλοι, δουλευτάδες καί λιτοδίαιτοι, ζοῦσαν μέ τήν ἄκρα εὐσέβειά τους καί μέ τήν ἀγάπη στήν Παναγία. "Δέν ξέραμε ἀπό πολλά θεωρητικά" μᾶς ἔλεγε ἕνας γέροντας στήν Ἁγία Ἄννα, "ἀλλά κάναμε ὑπακοή, ἄσκηση καί ἐργόχειρο, κι ὅταν πέθαινε κάποιος, λέγανε οἱ ἄλλοι, αὐτός ἀγίασε".

Κάποτε στήν Κερασιά παραπονεθήκαμε (ἐμεῖς ἤ δῆθεν εὐσεβεῖς) σ' ἕνα γεροντάκι γιά κάποιους μοναχούς - ἀμόναχους που' χαμε δεῖ. Καί κεῖνος μᾶς ἀπάντησε: " Μά παιδάκια μου, τό περιβόλι τῆς Παναγίας μας ἔχει ἀπ' ὅλα τά λουλούδια. Ὅλοι ἔχουν τήν θέση τους ἐδῶ. Ἐσεῖς μήν κρίνετε κανέναν, γιατί δέν ξέρετε αὔριο τί μετάνοια θά'χει".

Ἅγια γεροντάκια, λυπόμαστε πού δέν γεννηθήκαμε νωρίτερα νά σᾶς γνωρίσουμε πιό καλά. Ἀρκούμαστε στίς ἱστορίες τῶν μεγαλυτέρων, παρακαλοῦμε τόν Θεό νά μᾶς δώσει τήν πίστη σας καί τήν μετάνοιά σας. Τήν εὐχή σας νά' χουμε...

17/2/10

ΤΟ ΣΤΑΔΙΟΝ ΤΩΝ ΑΡΕΤΩΝ ΗΝΕΩΚΤΑΙ...


Γνώριζε, αδελφέ μου, ότι γι’ αυτό πρέπει να καθόμαστε μέσα στο κελί μας, για να μη μαθαίνουμε τα κακά έργα των ανθρώπων, και τότε τους βλέπουμε όλους ως αγίους· αλλά αν ελέγχουμε και παιδεύουμε και κρίνουμε και εξετάζουμε και αδικούμε και μεμψιμοιρούμε, τότε λοιπόν σε τι διαφέρει η ζωή στην ησυχία από την ζωή στις πόλεις;


(Στις πόλεις, όπου οι άνθρωποι γκρινιάζουν ασταμάτητα, κατηγορούν ο ένας τον άλλον, μιλάνε μόνο για τα στραβά του κόσμου τούτου, δεν βλέπουν τίποτε καλό να υπάρχει πουθενά κι έχουν κάνει την τηλεόραση πνευματικό τους οδηγό σε όλα τα παραπάνω).

Και τι άλλο υπάρχει χειρότερο από τη ζωή στην έρημο, αν δεν απαλλαγούμε από όλα αυτά; Αν δεν ησυχάζεις στην καρδιά σου, ησύχασε τουλάχιστον με την γλώσσα σου· και αν δεν μπορέσεις να τακτοποιήσεις τους λογισμούς σου, τακτοποίησε τουλάχιστον τις σωματικές σου αισθήσεις· και αν δεν είσαι μόνος με τη διάνοιά σου, μείνε τουλάχιστον μόνος με το σώμα σου· και αν δεν θέλεις να εργάζεσαι σωματικά, να λυπάσαι τουλάχιστον με τη διάνοιά σου· και αν δεν μπορείς να αγρυπνάς όρθιος, αγρύπνησε καθιστός ή ξαπλωμένος στο κρεβάτι σου.


(Γιατί το ζητούμενο και για εμάς τους χριστιανούς που ζούμε στην ερημία των πόλεων, είναι να φτάσουμε με την βοήθεια του Θεού να ζούμε σαν να ’μαστε στην έρημο, ώστε να έχουμε την ειρήνη του Αγίου Πνεύματος).



Και αν δεν μπορείς να νηστεύσεις δυό ημέρες, νήστευσε τουλάχιστον ως το απόγευμα· και αν δεν μπορείς πάλι ως το απόγευμα, μη χορταίνεις την κοιλιά σου· και αν δεν είσαι άγιος στην καρδιά, γίνε καθαρός στο σώμα σου· και αν δεν πενθεί η καρδιά σου, ας πενθεί το πρόσωπό σου· και αν δεν μπορείς να ελεήσεις, μίλησε τουλάχιστον ως αμαρτωλός· και αν δεν είσαι ειρηνοποιός, μην γίνεσαι τουλάχιστον φιλοτάραχος.

(Γιατί νηστεία δίχως αγώνα πνευματικό, χωρίς καθαρό νου και καρδιά, μπορεί να είναι απλώς μία συνήθεια – άσε που οι περισσότεροι την καταργήσαμε κι αυτή).


Και αν δεν υπάρχεις ικανός και έμπειρος, γίνε ακούραστος στο φρόνημα· και αν δεν είσαι νικητής, μην υπερηφανεύεσαι μπροστά στους αίτιους και υπεύθυνους· και αν δεν μπορείς να φράξεις το στόμα εκείνου που κατηγορεί τον αδελφό του, φύλαξε τουλάχιστον το δικό σου, και μην συμφωνήσεις μαζί του.


(Γιατί περίσσεψε η κατάκριση, η αργολογία και το κουτσομπολιό, κι όπου σταθείς κι όπου βρεθείς, ο ένας κατηγορεί τον άλλο).


Αγίου Ισαάκ του Σύρου, Λόγος ΝΗ΄
(Σχόλια : π. Χ. Μ.)

14/2/10

ΚΑΛΗ ΚΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ!



Ὥστε, ὅπως ἀκριβῶς νηστεύουμε ἀπό τροφές, ἔτσι νά νηστεύει καί ἡ γλώσσα μας καί νά εἶναι μακριά ἀπό τήν καταλαλιά, ἀπό τό ψέμα, ἀπό τήν ἀργολογία, ἀπό τήν ἀποδοκιμασία τοῦ πλησίον, ἀπό τήν ὀργή καί γενικά ἀπό κάθε ἁμαρτία πού γίνεται μέ τή γλώσσα.
Καί νηστεύοντας ἔτσι, ὅπως λέει ὁ Μ. Βασίλειος, νηστεία δεκτή, ἀπέχοντας ἀπό κάθε κακία, πού διαπράττεται μέ ὅλες τίς αἰσθήσεις, ἄς προσερχόμαστε κατά τήν ἁγία ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως, ὅπως ἤδη εἴπαμε, ἀνανεωμένοι, καθαροί καί ἄξιοι νά μεταλάβουμε τά ἅγια μυστήρια, ἀφοῦ πρῶτα βγοῦμε γιά νά προϋπαντήσουμε τόν Κύριό μας καί νά ὑποδεχτοῦμε μέ βάγια καί κλαδιά ἐλιᾶς, Αὐτόν πού μπαίνει στήν ἁγία πόλη καθισμένος στό γαϊδουράκι.

Ἀββᾶς Δωρόθεος
(περί νηστείας ἀπό τήν ΙΕ΄ διδασκαλία)

12/2/10

ΡΩΤΗΣΑΝ ΚΑΠΟΤΕ ΤΟΝ ΣΩΚΡΑΤΗ...

Ρώτησαν κάποτε τον Σωκράτη να τους δώσει τον ορισμό του μορφωμένου ανθρώπου, μα δεν ανέφερε τίποτα για συσσώρευση γνώσεων. "Η μόρφωση" είπε, "είναι θέμα συμπεριφοράς. Ποιους ανθρώπους λοιπόν θεωρώ μορφωμένους;"

1. Πρώτα όλους αυτούς που ελέγχουν τις δυσάρεστες καταστάσεις, αντί να ελέγχονται από αυτές.

2. Αυτούς που αντιμετωπίζουν όλα τα γεγονότα με γενναιότητα και λογική.

3. Αυτούς που είναι έντιμοι σε όλες τους τις συναλλαγές.

4. Αυτούς που αντιμετωπίζουν γεγονότα δυσάρεστα και ανθρώπους αντιπαθείς καλοπροαίρετα.

5. Αυτούς που ελέγχουν τις απολαύσεις τους.

6. Αυτούς που δεν νικήθηκαν από τις ατυχίες και τις αποτυχίες τους.

7. Αυτούς που δεν έχουν φθαρεί από τις επιτυχίες και την δόξα τους".

Πάντα με κέντριζαν τα λόγια των αρχαίων φιλοσόφων κι ιδιαίτερα του Σωκράτη, κι ονειρευόμουνα κι εγώ να πορευτώ τον δρόμο προς την σοφία. Όμως πάντα διαρκώς απογοητευόμουν γιατί όσο κι αν πάλευα, δεν έβγαινε αποτέλεσμα. Προσπαθούσα, έψαχνα, αλλά δεν ήξερα πως κι από που να φτάσω.

Τώρα μου δόθηκε η ευλογία να ψηλαφώ τον δρόμο και τον τρόπο του Χριστού, όμως και πάλι μου φαίνονται όλα δύσκολα. Δύσκολα μ΄έναν τρόπο που δεν φέρνει απογοήτευση, μα κατά καιρούς μεγάλη στεναχώρια.

Είναι σαν να βλέπω την απόσταση που πρέπει να διανύσω κι άλλοτε να νοιώθω κουρασμένη, άλλοτε απογοητευμένη κι άλλοτε πάλι να διακρίνω πολύ καθαρά το όμορφο τοπίο της χώρας που θέλω να φτάσω, και η δοξολογία να με ανυψώνει. Τώρα ξέρω τον δρόμο έστω και θολά, ενώ πριν καταλάβαινα τον τόπο του προορισμού με την φαντασία μου, αλλά δεν ήξερα πως κι από που θα πάω.

Δόξα τω Θεώ... ἐστω και με ανεπάρκεια!

Άννα.

8/2/10

Το παράδειγμα του παιδαγωγού

Σχολεία κλειστά λόγω κατάληψης˙ μαθητές αδιάφοροι με επίδοση κάτω από τη βάση˙ κοπάνες, ωριαίες αποβολές, απειθαρχία. Όταν οι καθηγητές σε πρόσφατη συνεδρίαση του σχολικού συλλόγου αποποιηθήκαμε κάθε ευθύνη για τα ποικίλα προβλήματα των μαθητών σκέφτηκα ότι τα πράγματα δεν είναι πάντα έτσι όπως φαίνονται και ότι οι μαθητές τελικά μπορεί να είναι τα θύματα στο θέατρο του παραλόγου.

Η ευθύνη των παιδαγωγών είναι μεγάλη καθώς καθίστανται τα ζωντανά πρότυπα για τους νέους! Το σπουδαιότερο μάθημα ζωής για τα παιδιά είναι ο τρόπος που συμπεριφέρονται οι μεγάλοι, γιατί αυτά ως μιμητικά όντα θα απορροφήσουν οτιδήποτε καλό η οτιδήποτε κακό λάβουν από τους μεγαλυτέρους τους. Ο Μ. Βασίλειος θεωρεί ότι η ψυχή του παιδιού είναι εύπλαστη σαν το κερί, το οποίο μπορεί να πάρει τη μορφή που εμείς θέλουμε να του δώσουμε. Συνεπώς, όποιος θέλει να παιδαγωγήσει ορθά και αλάνθαστα τους νέους απαραίτητη προϋπόθεση είναι να παιδαγωγήσει πρώτα τον εαυτό του! Από τη στιγμή που οι δάσκαλοι η οι γονείς δεν μπορούν να αποβάλλουν κάποια πάθη τους δεν έχουν και το δικαίωμα να ζητούν από τα παιδιά να τα αποβάλλουν εκείνα. Σε αυτή την περίπτωση όχι μόνο πειστικοί δεν γίνονται αλλά καταντούν και αξιογέλαστοι!

Η εύκολη λύση είναι να θεωρούμε τα παιδιά κακομαθημένα και κακοαναθρεμμένα για να φύγει άνετα η ευθύνη από πάνω μας. Ποιοί όμως έδωσαν αυτή την κακή ανατροφή; Μήπως εμείς οι ίδιοι; Μήπως γι’ αυτό μας απορρίπτουν οι νέοι; Επειδή δεν τηρούμε αυτά που τους διδάσκουμε; Μήπως υπάρχει ασυνέπεια στα λόγια και στα έργα μας; Η αντίδραση του νέου ανθρώπου μόνο έτσι εξηγείται, όταν βλέπει ότι αυτό που πριν λίγο πολύ όμορφα του διδάξαμε με τα λόγια και την πειθώ μας μέσα σε μία στιγμή το ακυρώσαμε με μία απρεπή συμπεριφορά μας. Ο εκπαιδευτικός αποτελεί πρότυπο πολλών μορφών συμπεριφοράς και ταυτόχρονα καθίσταται παράγοντας που αντιπροσωπεύει στη συνείδηση των μαθητών την κοινωνική πραγματικότητα και συμβολίζει τις αξίες της κοινωνίας στην οποία ζουν. Τα παιδιά από τη φύση τους είναι καλά και αγαθά και διψούν για γνώση, αγάπη, κατανόηση και γαλήνη, όταν όμως αυτές τις αρετές που εμείς διατυμπανίζουμε ότι κατέχουμε, δεν τις εφαρμόζουμε στην πράξη, τότε τα απογοητεύουμε και καταρρακώνουμε την ευαίσθητη ψυχή τους. Το αποτέλεσμα είναι η αντίδρασή τους, η οποία μπορεί να είναι λεκτική, σωματική η και αυτοκαταστροφική. «Ο μη ποιών και διδάσκων αναξιόπιστός εστιν εις ωφέλειαν», σημειώνει ο Μ. Βασίλειος (PG 30, 497).

Η σημαντικότερη διάσταση που δίδoυν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας στην παιδαγωγία των νέων δεν είναι άλλη από τη θεολογική, που δυστυχώς δεν έχει γίνει αντικείμενο μελέτης από τους σύγχρονους παιδαγωγούς. Βέβαια ο προσανατολισμός προς το Θεό στις ημέρες μας χαρακτηρίζεται οπισθοδρομικός και απαρχαιωμένος από τους «εκσυγχρονιστές» της παιδείας μας, καθώς θεωρούν ότι έρχεται σε αντίθεση με τα απαραβίαστα θρησκευτικά δικαιώματα κάθε ανθρώπου. Η προτροπή του Απ. Παύλου: «εκτρέφετε τα τέκνα υμών εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου» (Εφ. 6, 4), προφανώς δεν εισακούγεται από τους σύγχρονους «αναμορφωτές» της παιδείας. Το πιο εύκολο, δηλαδή αυτό που συμβουλεύει ο Απ. Παύλος, δεν τηρείται˙ αντ’ αυτού αναλίσκονται οι παιδαγωγοί σε περίπλοκες, κουραστικές και χρονοβόρες διαδικασίες για να προσπαθήσουν, και πολλές φορές επί ματαίω, να διδάξουν ήθος στους νέους και να αντιμετωπίσουν την παραβατική συμπεριφορά. Εάν όμως δεν διδάξουν τη διδασκαλία του Χριστού που είναι ο απόλυτος παιδαγωγός και κατέχει την τέλεια διδασκαλία τι ήθος θα προσφέρουν;

Το σφάλμα των παιδαγωγών είναι ότι βλέπουν τα παιδιά ως άτομα και όχι ως εικόνες Θεού, βλέπουν τα φαινόμενα και όχι τα κρυπτόμενα, προσπαθούν να μορφώσουν τους νέους και όχι να τους μεταμορφώσουν! Στη σύγχρονη παιδαγωγική όλοι μιλούν για το μαθητοκεντρικό μοντέλο, (σε αντίθεση με το παλαιότερο δασκαλοκεντρικό), σε αυτό η Εκκλησία μας αντιπροτείνει το χριστοκεντρικό μοντέλο, βάσει του οποίου η αγωγή θα τελεσφορήσει ουσιαστικά και μακροπρόθεσμα, προπάντων λυτρωτικά για μαθητές, εκπαιδευτικούς και γονείς!

Σωτήρης Κόλλιας

4/2/10

ΠΕΡΙ ΦΙΛΙΑΣ Β΄

Μια και στο προηγούμενο άρθρο γράψαμε για την εν Χριστώ αγάπη, αναφέροντας ως πρότυπο την φιλία του Αγίου Γρηγορίου με τον Μέγα Βασίλειο, παραθέτουμε σήμερα μερικά αποσπάσματα ακόμα από τους λόγους τού Αγ. Γρηγορίου (μγ΄ «Εις τον Μέγαν Βασίλειον» και ια’ «Εις Γρηγόριον Νύσσης επιστάντα μετά την χειροτονίαν»). Ας διαβάσουμε για να συγκινηθούμε και να παραδειγματιστούμε...

...«Με τίποτε από ο,τι υπάρχει στον κόσμο δεν μπορεί κανείς να συγκρίνει ένα πιστό φίλο, και το κάλλος του δεν έχει όρια». «Ο πιστός φίλος είναι ισχυρά προστασία» (Σοφ. Σολ. ς’ 14-15) και βασίλειο οχυρωμένο. Ο πιστός φίλος είναι έμψυχος θησαυρός. Ο πιστός φίλος είναι πολυτιμότερος από χρυσάφι και από πολλούς πολυτίμους λίθους. Ο πιστός φίλος είναι κήπος περιφραγμένος και πηγή σφραγισμένη, τα οποία ανοίγουν πότε-πότε για να τα επισκεφθεί και να τα απολαύσει κανείς. Ο πιστός φίλος είναι λιμάνι αναψυχής. Αν δε είναι και πιο συνετός, πόσον καλύτερο είναι αυτό; Εάν δε είναι και πολύ μορφωμένος και διαθέτει παντοειδή μόρφωση, την δική μας λέω και εκείνη η οποία ήταν κάποτε δική μας, πόσο καλύτερο είναι αυτό; Εάν δε και υιός του φωτός (Ιωάν. ιβ’ 36, Εφεσ. ε’ 8), η άνθρωπος του Θεού (Δ’ Βασιλ. α’ 9), η άνθρωπος ο οποίος προσεγγίζει τον Θεό (Ιεζεκιήλ μγ’ 19), η έχει ανώτερες, πνευματικές επιθυμίες (Δαν. θ’ 23), η είναι άξιος να φέρει ένα χαρακτηρισμό από εκείνους με τους οποίους τιμά η Γραφή τους ενθέους και υψηλούς, οι οποίοι ανήκουν σε ανώτερη τάξη, γεγονός που αποτελεί ήδη δώρο του Θεού και είναι σαφώς ανώτερο από την δικήν μας αξία».

«Εφαίνετο να έχουμε οι δύο μας μία ψυχή που κατοικούσε σε δύο σώματα. Τότε πλέον γίναμε τα πάντα ο ένας για τον άλλο, ομόστεγοι, ομοτράπεζοι, συμφυείς, αποβλέποντες στο ίδιο και πάντοτε αυξάνοντας ο ένας τον πόθο του άλλου, ώστε να γίνη θερμότερος και μόνιμος».

...«Οι σωματικοί έρωτες, καθώς αφορούν τα πράγματα που περνούν, περνούν κι εκείνοι όπως τα εαρινά λουλούδια. Ούτε η φλόγα μένει, όταν τα ξύλα τελειώσουν, αλλά χάνεται μαζί με αυτά που την τρέφουν, ούτε ο πόθος υπάρχει, όταν το προσάναμμα σβήση. Οι θείοι όμως και φρόνιμοι έρωτες, επειδή αναφέρονται σε κάτι σταθερό, γι αυτό ακριβώς είναι μονιμώτεροι και όσο περισσότερο παρουσιάζεται το κάλλος τους, τόσον περισσότερο συνδέουν τους εραστές με αυτό και μεταξύ τους. Αυτός είναι ο νόμος του ιδικού μας έρωτος».

...«Κοινή επιδίωξη και των δύο η αρετή και η συμμόρφωση της ζωής μας προς τις μελλοντικές ελπίδες... Την επιδίωξη αυτή έχοντας μπροστά μας κατευθήναμε την ζωή μας ολόκληρη και κάθε ενέργειά μας· μας οδηγούσε η εντολή και ακονίζαμε ο ένας στον άλλον την αρετή μας και είμαστε, αν δεν είναι υπερβολικό να το πω, ο ένας για τον άλλο κανόνας και μέτρο, με τα οποία διακρίνεται το ορθό και το μη ορθό».

...«Από τους σπουδαστές μας συναναστρεφόμαστε, όχι βέβαια τους πιο ανήθικους αλλά τους πιο φρόνιμους· ούτε τους πιο εριστικούς αλλά τους πιο ειρηνικούς και εκείνους που η συναναστροφή τους ήταν πιο ωφέλιμη. Διότι γνωρίζαμε ότι είναι ευκολώτερο να λάβεις την ασθένεια παρά να χαρίσεις την υγεία. Και στα μαθήματα φθάσαμε να χαιρόμαστε όχι με τα πιο ευχάριστα αλλά με τα πιο ωφέλιμα. Επειδή και από αυτά οι νέοι συμμορφώνονται προς την αρετή η την κακία».

...«Αγωνιζόμαστε και οι δυό, όχι ποιός να έχει ο ίδιος το πρωτείο, αλλά πως να το παραχωρήσει στον άλλο· την πρόοδο ο ένας του άλλου την θεωρούσαμε δικήν μας… πρέπει να πεισθήτε ότι ζούσαμε ο ένας μέσα στο είναι του άλλου και δίπλα στον άλλο»....«Το ωραιότερο είναι ότι σχηματίσθηκε από εμάς μία αδελφότητα που εκείνος διαμόρφωνε και κατηύθυνε ως αρχηγός με κοινές ικανοποήσεις, μολονότι εγώ έτρεχα πεζός δίπλα σε άρμα Λυδικόν, όπου και όπως πήγαινε εκείνος».

...«Φαινόταν να έχουμε οι δύο μας μία ψυχή που κατοικούσε σε δύο σώματα. Τότε πλέον γίναμε τα πάντα ο ένας για τον άλλο, ομόστεγοι, ομοτράπεζοι, συμφυείς, αποβλέποντες στο ίδιο, και πάντοτε αυξάνοντας ο ένας τον πόθο του άλλου, ώστε να γίνει θερμότερος και μόνιμος».

... «Έτσι άρχισε η φιλία μας, καθώς με το πέρασμα του καιρού ομολογήσαμε τον πόθον μας ο ένας εις τον άλλον και ότι αυτό που μας ενδιέφερε ήταν η φιλοσοφία, τότε πλέον γίναμεν τα πάντα ο ένας για τον άλλο».

...«Τίποτε, νομίζω δεν αξίζει, αν δεν οδηγεί στην αρετή και δεν κάνει καλύτερους όσους ασχολούνται με αυτό. Για τους άλλους υπάρχουν διάφορες ονομασίες η από τον πατέρα η από την οικογένεια η από το επάγγελμα και τις πράξεις τους. Εμείς όμως έχουμε το μεγάλο προσόν και όνομα να είμαστε και να λεγόμαστε χριστιανοί. Αυτή ήταν η μεγαλύτερη καύχηση για μας».

...«Αυτά μας έκαναν να γίνουμε γνωστοί στους δασκάλους και τους συναδέλφους μας, γνωστοί σε όλη την Ελλάδα, και μάλιστα στους πιο επιφανείς Έλληνες. Είχαμεν πλέον ξεπεράσει τα σύνορα της Ελλάδας, όπως έγινε σαφές από διηγήσεις πολλών».