30/3/13

Η Χαρά των Χριστιανών...


Εικόνα: Χριστίνα Παπαθέου - Δουληγέρη

Ομίλία του π. Χριστόδουλου Μπίθα στους β΄ Χαιρετισμούς


Σ’ αυτον τον κό­σμο υ­πάρ­χουν δι­α­φό­ρων ει­δών χα­ρές. Εί­ναι ε­κεί­νες που προ­κύ­πτουν α­πό τις ε­πι­τυ­χί­ες μας, την ευ­η­με­ρί­α μας, τα ε­πι­τεύγ­μα­τά μας. Εί­ναι η χα­ρά που νι­ώ­θου­με α­πό τις σχέ­σεις μας, α­πό την αί­σθη­ση ό­τι μας α­γα­πούν κι ό­τι α­γα­πά­με. Εί­ναι η χα­ρά α­πό την δι­α­σκέ­δα­ση της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας, α­πό την α­πό­λαυ­ση της ύ­λης.


Εί­ναι και οι χα­ρές που ε­πι­δι­ώ­κου­με μέ­σα α­πό την ι­κα­νο­ποί­η­ση των πα­θών μας, την ε­ξου­σί­α, το χρή­μα, την κα­το­χή α­γα­θών, α­πό τις δι­ά­φο­ρες κα­τα­χρή­σεις.


Ό­μως, ζού­με σε έ­να κό­σμο φθαρ­τό, σε έ­να κό­σμο ό­που κυ­ρια­ρχεί ο πό­νος, η θλί­ψη, η α­δι­κί­α, η βί­α. Εύ­κο­λα η χα­ρά μας μπο­ρεί να χα­θεί και να αι­σθαν­θού­με αυ­τό που α­να­κρά­ζει ο Εκ­κλη­σια­στής: Μα­ται­ό­της μα­ται­ο­τή­των, τα πάν­τα μα­ται­ό­της.


Βλέ­που­με στις μέ­ρες μας να υ­πο­χω­ρεί η ψευ­δαί­σθη­ση της ευ­δαι­μο­νί­ας μας, κα­θώς πα­ρα­τη­ρού­με την πνευ­μα­τι­κή και πο­λι­τι­σμι­κή πα­ρακ­μή που μας πνί­γει, τους ι­σχυ­ρούς της γης που παί­ζουν πά­λι τα παι­χνί­δια ε­ξου­σί­ας, την οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση που ρί­χνει πολ­λούς αν­θρώ­πους στην α­πελ­πι­σί­α.


Κι ό­λο α­κού­με για πο­λέ­μους και α­πει­λές πο­λέ­μων, α­κού­με για εμ­φύ­λιους και στυ­γνές δι­κτα­το­ρί­ες­ και πεί­να κι αρ­ρώ­στι­ες φο­βε­ρές...


27/3/13

Εί­ναι μύ­θος η ά­πο­ψη ό­τι η ι­δε­ο­λο­γί­α της Χρυ­σής Αυ­γής αν­τί­κει­ται στον Χρι­στι­α­νι­σμό;


Ένα σχόλιο δικό μας και αναδημοσίευση α­πό ένα άρ­θρο του Βα­σί­λη Αρ­γυ­ριά­δη, που δη­μο­σι­εύ­τη­κε στο πε­ρι­ο­δι­κό ΣΥΝΑΞΗ (Μάρ­τιος 2013) με τί­τλο, «Τέσ­σε­ρις πλά­νες κι έ­να βι­βλί­ο».

25/3/13

Η ΑΘΗΝΑ ΚΑΚΟΥΡΗ ΣΤΟΥΣ ΤΑΞΙΑΡΧΕΣ!

Τήν Κυριακή 24 Μαρτίου, η συγγραφέας Αθηνά Κακούρη*
ήταν καλεσμένη στον Ναό μας, με αφορμή το νέο της βιβλίο 
"1821, Η ΑΡΧΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΗΚΕ"





Εδώ το πρώτο μέρος. Η παρουσίαση του βιβλίου.
https://www.youtube.com/watch?v=52KCKIUX9Uo




Εδώ ο ενδιαφέρων διάλογος που ακολούθησε.
https://www.youtube.com/watch?v=zLjxW3TshgQ




24/3/13

ΠΟΙΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ;




 


Κήρυγμα (ἀπόσπασμα)
π. Χριστόδουλου Μπίθα 
την Κυριακή της Ορθοδοξίας



 ...Δεν εί­ναι Χρι­στια­νός Ορ­θό­δο­ξος:


Ό­ποι­ος δεν δέ­χε­ται το Ευ­αγ­γέ­λιο και την Πα­λαι­ά Δι­α­θή­κη έτσι ό­πως ερ­μη­νεύ­ε­ται α­πό την Και­νή δι­α­θή­κη.


Ό­ποι­ος αρ­νεί­ται την πα­ρά­δο­ση αυ­τή των Α­πο­στό­λων, των Πα­τέ­ρων και των Α­γί­ων που μαρ­τύ­ρη­σαν με την ζω­ή της και πέ­θα­ναν α­πό α­γά­πη στον πλη­σί­ον και τον θε­ό.


Δεν εί­ναι Ορ­θό­δο­ξος ό­ποι­ος α­δι­α­φο­ρεί για την δι­δα­σκα­λί­α του Κυ­ρί­ου και των α­πο­στό­λων, δεν δέ­χε­ται την Εκ­κλη­σί­α ως κι­βω­τό της α­λή­θειας, μι­λά­ει για μια α­νώ­τε­ρη δύ­να­μη και δεν πι­στεύ­ει στην Α­νά­στα­ση. Εί­ναι σαν να α­κυ­ρώ­νει την εν­σάρ­κω­ση του Κυ­ρί­ου και την δι­δα­σκα­λί­α του. Πως μπο­ρείς να πι­στεύ­εις σε έ­να Θε­ό που δεν ξέ­ρεις τι δί­δα­ξε; Πως μπο­ρείς να προ­σκυ­νάς Α­γί­ους αν δεν ξέ­ρεις τι δί­δα­ξαν και για­τί μαρ­τύ­ρη­σαν; Αν δεν κα­τα­λα­βαί­νεις ό­τι η μο­να­δι­κή τι­μή στον ά­γιο εί­ναι η μί­μη­σή του.


Ό­ποι­ος δεν πι­στεύ­ει ό­τι ο Θε­ός «α­γά­πη ε­στί», ό­πως α­να­γρά­φει ο Ευ­αγ­γε­λι­στής Ι­ω­άν­νης. Ά­ρα ό­ποι­ος πι­στεύ­ει στην βί­α, στην αδικία, το μί­σος, τον δι­χα­σμό, στην βα­ναυ­σό­τη­τα, στον ρα­τσι­σμό, στην πε­ρι­φρό­νη­ση του δι­πλα­νού.


 Ο Θεός της α­γά­πης ζή­τη­σε: ΝΑ ΑΓΑΠΑΤΕ τον πλη­σί­ον, να α­γα­πά­τε τους ε­χθρούς σας, κά­νε­τε κα­λό σ’ αυ­τούς που σας μι­σούν,  ευ­λο­γεί­τε αυ­τούς που σας κα­τα­ρι­ούν­ται, προ­σεύ­χε­στε γι’ αυ­τούς που σας βλά­πτουν. Σ’ ό­ποι­ον σε χτυ­πά στη μια πλευ­ρά του σα­γο­νιού σου πά­ρε­χε και την άλ­λη, και α­πό αυ­τόν που σου παίρ­νει το πα­νω­φό­ρι μην τον εμ­πο­δί­σεις να πά­ρει και το που­κά­μι­σο. (Λουκ. 6,28)


Ά­ρα δεν εί­ναι Ορ­θό­δο­ξος Χρι­στια­νός ό­ποι­ος θε­ω­ρεί ό­τι «ο σκο­πός α­γιά­ζει τα μέ­σα», για λό­γους οι­κο­νο­μι­κούς, για λό­γους φυ­λε­τι­κούς, για λό­γους πο­λι­τι­κούς και θέ­λει να ε­ξο­λο­θρεύ­σει τους άλ­λους. Κα­νέ­να κόμ­μα δεν έ­χει δι­καί­ω­μα να μι­λά­ει για Χρι­στι­α­νι­σμό αν πι­στεύ­ει στην βί­α και στο μί­σος, αν δεν δέ­χε­ται τον Α­να­στη­μέ­νο Χρι­στό.


Δεν εί­ναι Ορ­θό­δο­ξος ό­ποι­ος στο ό­νο­μα ο­ποι­ασ­δή­πο­τε κοι­νω­νι­κής δι­και­ο­σύ­νης θέ­λει να ξε­πα­στρέ­ψει τους αν­τί­πα­λους του για να φέ­ρει τον δι­κό του ψευ­το­πα­ρά­δει­σο. Ο ει­κο­στός αι­ώ­νας φέ­ρει το φρι­κτό στίγ­μα των ε­κα­τον­τά­δων ε­κα­τομ­μυ­ρί­ων νε­κρών, ε­πει­δή οι μά­ζες σα­γη­νεύ­τη­καν α­πό δι­α­φό­ρων λο­γι­ών πα­ρα­δεί­σους που έ­τα­ζαν ψω­μί και ε­ξου­σί­α.


Δεν εί­ναι ορ­θό­δο­ξος, δεν έ­χει ορ­θή πί­στη, ό­ποι­ος στο ό­νο­μα του Χρι­στού, βρί­ζει ό­λους τους πα­ρα­πά­νω, τους μι­σεί και θέ­λει να τους ε­ξο­λο­θρεύ­σει. Δεν έ­χει ορ­θή πι­στη ό­ποι­ος χρη­σι­μο­ποι­εί την Ορ­θο­δο­ξί­α ως ι­δε­ο­λο­γί­α για να κη­ρύτ­τει θρη­σκευ­τι­κό φα­να­τι­σμό, να αυ­το­δι­και­ώ­νε­ται Φα­ρι­σα­ϊ­κά α­πέ­ναν­τι στον αμα­ρτω­λό, ό­ποι­ος αν­τί να βλέ­πει τους άλ­λους ως ει­κό­νες Χρι­στού τους βλέ­πει σαν ε­χθρούς.


Δεν εί­μαι Ορ­θό­δο­ξος, α­κό­μα κι αν εί­μαι κλη­ρι­κός ή α­σκη­τής, α­κό­μα κι  αν ξέ­ρω να μι­λώ ό­λες τις γλώσ­σες των αν­θρώ­πων και των αγ­γέ­λων, αλ­λά δεν έ­χω α­γά­πη, τό­τε εί­μαι έ­νας ά­ψυ­χος χαλ­κός που βου­ί­ζει ή κύμ­βα­λο που ξε­κου­φαί­νει με τους κρό­τους του. Α­κό­μα κι αν έ­χω το χά­ρι­σμα να προ­φη­τεύ­ω και να γνω­ρί­ζω ό­λα τα μυ­στή­ρια και ό­λη τη γνώ­ση, και αν έ­χω ό­λη την πί­στη, ώ­στε να με­τα­κι­νώ με τη δύ­να­μη της α­κό­μη και βου­νά, αλ­λά δεν έ­χω α­γά­πη, τό­τε δεν εί­μαι τί­πο­τε α­πο­λύ­τως, όπως λέει ο Μέγας Παύλος.


Και αν που­λή­σω ό­λη την πε­ρι­ου­σί­α μου για να χορ­τά­σω με ψω­μί ό­λους τους φτω­χούς, και αv πα­ρα­δώ­σω το σώ­μα μου για να κα­εί, αλ­λά α­γά­πη δεν έ­χω, τό­τε σε τί­πο­τε δεν ω­φε­λού­μαι.


Βε­βαί­ως, ε­πει­δή εί­μα­στε α­δύ­να­μοι, μπο­ρεί να μην έ­χου­με πα­ρά λί­γα α­π’­ό­λα αυ­τά που χα­ρα­κτη­ρί­ζουν την ορ­θή πί­στη. Αν ό­μως α­να­γνω­ρί­ζου­με την α­δυ­να­μί­α μας, κα­τα­λα­βαί­νου­με τα λά­θη μας, κλαί­με για τις α­μαρ­τί­ες μας, προ­σπα­θού­με να στα­μα­τά­με το μί­σος και την κα­τά­κρι­ση, αν δη­λα­δή πα­ρά την α­σθε­νειά μας, με­τα­νο­ού­με και αγαπάμε και ευ­χα­ρι­στού­με, χαι­ρό­μα­στε και ευ­χό­μα­στε, τό­τε τα α­δύ­να­τα στους αν­θρώ­πους γί­νον­ται δυ­να­τά με την χά­ρη του Θε­ού. 






21/3/13

ΚΥΡΙΕ ΚΑΙ ΔΕΣΠΟΤΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ...

   


Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Χριστόδουλου Μπίθα, στον εσπερινό της Συγγνώμης

 Για να ε­ξη­γή­σου­με το νό­η­μα της Μ. Τεσ­σα­ρα­κο­στής σε κά­ποι­ον που δεν έ­χει α­κού­σει πο­τέ ξα­νά γι' αυ­τήν, θα ή­ταν λά­θος να μι­λή­σου­με πρώ­τα για την νη­στεί­α. Ε­κεί­νο που θα έ­πρε­πε να του πού­με και να του ερ­μη­νεύ­σου­με πρώ­τα α­π’­ό­λα, εί­ναι την ευ­χή του Α­γί­ου Ε­φραίμ του Σύ­ρου. Για­τί αυ­τή πε­ρι­λαμ­βά­νει ό­λο το μυ­στή­ριο της με­τα­νοί­ας του αν­θρώ­που, ό­λη την προ­σπά­θεια της υ­πέρ­βα­σης, που κά­θε χρι­στια­νός που θέ­λει πραγ­μα­τι­κά να προ­χω­ρή­σει στην πνευ­μα­τι­κή ζω­ή, θα πρε­πει να πα­σχί­σει να βά­λει στη ζω­ή του. 


Ο­μο­λο­γού­με ό­τι ο Θε­ός εί­ναι Κύ­ριος και Δε­σπό­της της ζω­ή μας. Δη­λα­δή Αυ­τός που δε­σπό­ζει στα πάν­τα, Ε­κεί­νος τον ο­ποί­ο έ­χου­με Κύ­ριό μας, σ' Αυ­τόν που α­πευ­θυ­νό­μα­στε, που ελ­πί­ζου­με, που Του έ­χου­με τό­ση εμ­πι­στο­σύ­νη, ό­πως έ­να μι­κρό παι­δί στην αγ­κα­λί­α της μά­νας του. Κύ­ρι­ε και Δέ­σπο­τα της ζω­ής μου, λέ­ει. Ε­σύ που έ­χεις την ζω­ή μου στα χέ­ρια Σου. Ε­σύ που μου την έ­χεις χα­ρί­σει. Ε­σύ που μου δω­ρί­ζεις ο­ποι­α­δή­πο­τε α­ρε­τή μπο­ρεί να υ­πάρ­χει στον κό­σμο, για­τί τί­πο­τα δεν μπο­ρώ να κά­νω με τις δι­κές μου δυ­νά­μεις. Ε­σύ θέ­λεις να σε πλη­σιά­σω και να πράτ­τω το α­γα­θό αλ­λά Ε­σύ με τη σει­ρά Σου στέλ­νεις το Ά­γιο Πνεύ­μα κά­θε φο­ρά που προ­σπα­θώ με τον τρό­πο που Ε­σύ λες και μου ζη­τάς, στέλ­νεις τον Πα­ρά­κλη­το να μου δί­νει αυ­τές τις α­ρε­τές.

Κύ­ρι­ε και Δέ­σπο­τα της ζω­ής μου, πνεύ­μα αρ­γί­ας, πε­ρι­ερ­γεί­ας και αρ­γο­λο­γί­ας μη μοι δως. Ού­τε φι­λαρ­χί­α να μου δώ­σεις, για­τί η πε­πτω­κυί­α μου φύ­ση με α­ναγ­κά­ζει, με πι­έ­ζει να θέ­λω να ε­ξου­σιά­σω τους άλ­λους, τον πιο μι­κρό και α­ναγ­κε­μέ­νο που θα συ­ναν­τή­σω μπρο­στά μου, την οι­κο­γέ­νειά μου, τους φί­λους μου, τους συ­νερ­γά­τες μου. Εί­ναι αυ­τή η πτώ­ση που με κά­νει να θέ­λω να ε­ξου­σιά­σω τους πάν­τες. Και ταυ­τό­χρο­να, να αρ­γο­λο­γώ και να έ­χω πε­ρι­έρ­γεια, ως α­πο­τέ­λε­σμα μιας ζω­ής που εί­ναι κε­νή, α­κό­μα κι αν πή­ρα πολ­λά πτυ­χί­α, α­κό­μα κι αν δι­ά­βα­σα πολ­λά βι­βλί­α, α­κό­μα κι αν έ­χω πολ­λές ε­πι­δε­ξι­ό­τη­τες και πολ­λά χα­ρί­σμα­τα.  Για­τί ό­λα αυ­τά Θε­έ μου μα­κριά Σου, δεν εί­ναι τί­πο­τε άλ­λο πα­ρά κε­νά κα­τορ­θώ­μα­τα, που με χωρίζουν από τον αδελφό μου κι από Σένα. Βοήθησέ με όλα να τα αρνηθώ. Για­τί δεν πραττω το αγαθό, το οποίο θέλω, αλλά το κακό, που δεν το θέλω, αυτό πράττω, όπως λέει κι ο Απόστολος Παύλος...
  




Η ΧΑΜΕΝΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ



π. Χριστόδουλος Μπίθας 

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία



Ο Λό­γος του Ευ­αγ­γε­λί­ου ή­ταν και εί­ναι μο­νά­κρι­βος και λαμ­πρός θη­σαυ­ρός για τους χρι­στια­νούς. Η σύγ­χρο­νη ελ­λη­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ό­μως, πο­λύ α­πέ­χει α­πό τον ευ­αγ­γε­λι­κό λό­γο, ο ο­ποί­ος φαί­νε­ται να μην έ­χει κα­μί­α ε­πί­δρα­ση πλέ­ον στην ζω­ή μας. Α­στα­μά­τη­τα γύ­ρω μας α­κού­γε­ται έ­νας κο­σμι­κός λό­γος, δί­και­ος η ά­δι­κος, ο ο­ποί­ος δεν έ­χει κα­μί­α σχέ­ση με το ήθος της Καινής Διαθήκης. 

Για οσους ό­μως θέ­λουμε να λε­γόμαστε Ορθόδοξοι χρι­στια­νοί, δεν γίνεται να υ­πάρ­χουν δύ­ο στά­σεις ζω­ής, μί­α κο­σμι­κή και μί­α πνευ­μα­τι­κή, δι­ό­τι θα ή­ταν σαν να α­πορ­ρί­πτου­με το κή­ρυγ­μα του Χρι­στού η να το ε­πι­κα­λού­με­θα μό­νο ό­ταν μας εί­ναι βο­λι­κό. Ο Ί­διος ο Κύ­ριος μας δή­λω­σε: “Ου­δείς οι­κέ­της δύ­να­ται δυ­σί κυ­ρί­οις δου­λεύ­ειν” (Λουκ. 16, 13).



Αν δού­με ι­στο­ρι­κά τον χρι­στι­α­νι­σμό σε ε­πί­πε­δο κρα­τών, θε­σμών και κοι­νω­νι­ών, θα δι­α­πι­στώ­σου­με μί­α πα­τα­γώ­δη α­πο­τυ­χί­α, μια μεγάλη δυσκολία των αν­θρώ­πων να το προσ­λά­βουν. Ο ευ­αγ­γε­λι­κός λό­γος δεν ευ­θύ­νε­ται κα­θό­λου για το γε­γο­νός ό­τι οι λεγόμενοι "Χριστιανικοί" λαοί έ­φτια­ξαν τυ­ραν­νι­κές ε­ξου­σί­ες και προ­σπά­θη­σαν, βά­ζον­τας μπρο­στά μί­α ση­μαί­α με σταυ­ρό, να νι­κή­σουν τους άλ­λους λα­ούς. Δεν ευ­θύ­νε­ται το Ευ­αγ­γέ­λιο για το γε­γο­νός ό­τι οι άν­θρω­ποι σκο­τώ­νουν ο έ­νας τον άλ­λο στο ό­νο­μα του Χρι­στού και της δή­θεν δι­και­ο­σύ­νης Του. Αυ­τό ο­φεί­λε­ται στην α­δυ­να­μί­α των αν­θρώ­πων να προσ­λά­βουν το Ευ­αγ­γέ­λιο. Ο­φεί­λε­ται στο ό­τι δεν σχε­τί­στη­καν τε­λι­κά με τον Κύριο και με το λό­γο της α­γά­πης Του. Όσοι όμως στο διάβα του χρόνου θέλησαν να συνταχθούν με το «εσφαγμένον αρνίον», πόθησαν να ανήκουν πραγματικά στο σώμα του Χριστού, γεύτηκαν την Βασιλεία Του και έγιναν Άγιοι, δίκαιοι, όσιοι της διπλανής πόρτας.


16/3/13

ΚΑΛΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ ΝΑ'ΧΟΥΜΕ!




 Ο Χριστός είναι νέα ζωή. Ο Χριστός είναι το Παν. Είναι η χαρά, είναι η ζωή, είναι το φως, το φως το αληθινό, που κάνει τον άνθρωπο να χαίρεται, να πετάει, να βλέπει όλα, να βλέπει όλους, να πονάει για όλους, να θέλει όλους μαζί του, όλους κοντά στο Χριστό...

... Αγαπήσατε το Χριστόν και μηδέν προτιμήσατε της αγάπης Αυτού. Ο Χριστός είναι το παν, είναι η πηγή της ζωής, είναι το άκρον των εφετών, είναι το Παν. Όλα στο Χριστό υπάρχουν τα ωραία.

                                        Άγιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης

8/3/13

Διαβάστε στο Αρχαγγέλων Ταινιόραμα για δύο ακόμα ταινίες: 
Παρουσίαση στo "Silver Linings notebook" 
και μια εκτεταμένη ανάλυση 
για το "Πίσω από τους Λόφους".

7/3/13

ΠΡΟΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΕΣ...





 
Για­τί κο­πιά­ζεις για τον κό­σμο;


Ε­γώ εί­μαι πα­τέ­ρας, ε­γώ α­δελ­φός, ε­γώ νυμ­φί­ος, ε­γώ οι­κί­α, ε­γώ τρο­φή, ε­γώ έν­δυ­μα, ε­γώ ρί­ζα, ε­γώ θε­μέ­λιο, κά­θε τι που θέ­λεις ε­γώ· να μην έ­χεις α­νάγ­κη α­πό τί­πο­τε.


Ε­γώ και θα σε υ­πη­ρε­τή­σω· γιατί ήλ­θα να υ­πη­ρε­τή­σω, ό­χι να υ­πη­ρε­τη­θώ.

Ε­γώ εί­μαι και φί­λος, και μέ­λος του σώ­μα­τος και κε­φα­λή και α­δελ­φός, και α­δελ­φή και μη­τέ­ρα, ό­λα ε­γώ· αρ­κεί να δι­ά­κει­σαι φι­λι­κά προ ε­μένα.

Ε­γώ έ­γι­να φτω­χός για σένα· έ­γι­να και ε­παί­της
για σένα· α­νέ­βη­κα ε­πά­νω στον Σταυ­ρό για σένα· ­εντα­φιάστηκα για σένα· στον ου­ρα­νό πά­νω για σένα πα­ρα­κα­λώ τον Πα­τέ­ρα· κά­τω στην γη στά­λθηκα α­πό τον Πα­τέ­ρα ως με­σο­λα­βη­τής για σένα.

Ό­λα για μὲνα εί­σαι συ· και α­δελ­φός και συγ­κλη­ρο­νό­μος και φί­λος και μέ­λος του σώ­μα­τος. Τι πε­ρισ­σό­τε­ρο θέ­λεις;


Για­τί α­πο­στρέ­φε­σαι αυ­τόν που σε α­γα­πά;


Για­τί κο­πιά­ζεις για τον κό­σμο;


Για­τί αν­τλείς νε­ρό με τρυ­πη­μέ­νο πι­θά­ρι;


Γιατί αυ­τό ση­μαί­νει να κα­τα­πο­νή­σαι στην ζω­ήν αυ­τή.


Για­τί υποδαυλίζεις την φω­τιά;


Για­τί πυγ­μα­χείς εις τον α­έ­ρα;



Για­τί τρέ­χεις ά­δι­κα;


Κά­θε τέ­χνη δεν έ­χει και έ­να σκο­πό;


Στον κα­θέ­να εί­ναι ο­πωσ­δή­πο­τε φα­νε­ρό.


Δεί­ξε μου και συ τον σκο­πό της σπου­δής στην ζω­ή.

 Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος