14/4/14

Ο ΚΥΡ-ΜΑΝΩΛΑΚΗΣ (1891)




Έ­να υ­πέ­ρο­χο η­θο­γρα­φι­κό Πα­σχα­λι­νό δι­ή­γη­μα του Α­λέ­ξαν­δρου Μω­ρα­ϊ­τί­δη, εύ­θυ­μο και συ­νά­μα πε­ρι­γρα­φι­κό της Πα­σχα­λι­νής α­τμό­σφαι­ρας στην Σκιά­θο στα τέλη του 19ου αιώνα, αλ­λά και των εκ­κλη­σι­α­στι­κών συ­νη­θει­ών τα χρό­νια ε­κεί­να (και ό­χι μό­νο!). 

Για ό­σους (α­κό­μα δι­α­βά­ζουν)!

Ή­το πε­ρα­σμέ­νη η ώ­ρα. Το χω­ρί­ον ε­κοι­μά­το βα­θύν ύ­πνον παι­δί­ου, το ο­ποί­ον ύ­στε­ρον α­πό τό­σα τρε­ξί­μα­τα και παι­γνί­δια και γέ­λοι­α, α­πο­στα­μέ­νον, γέρ­νει εγ­γύς της ε­στί­ας του και α­πο­κοι­μά­ται. Τα νυ­κτο­πού­λια της α­νοί­ξε­ως, τα ο­ποί­α ε­στέ­να­ζον υ­πό τας κα­μά­ρας του κω­δω­νο­στα­σί­ου, θαρ­ρείς και συ­νε­πλή­ρουν τον α­να­σα­σμόν της κοι­μω­μέ­νης λευ­κής πο­λί­χνης. Και μό­νον είς θό­ρυ­βος η­κού­ε­το κα­τά μα­κρά δι­α­λείμ­μα­τα. Ο κρε­ο­πώ­λης, ο ά­γριος και εις την χα­ράν του, ο ο­ποί­ος σφά­ζων α­μνούς μέ­χρι της δύ­σε­ως του η­λί­ου δεν α­πηύ­δη­σε να φω­νά­ζη: «Α και να πά­με ς' τον μπαρ­μπέ­ρη!» κα­τά λά­θος, φαί­νε­ται, α­φού ε­ξε­πού­λη­σεν, ει­σελ­θών εις το γει­το­νι­κόν κα­πη­λεί­ον ά­να­ψε τα καν­τή­λια — Πά­σχα ξη­μέ­ρω­νε, βλέ­πε­τε, — και γε­μί­ζων μί­αν παμ­πά­λαι­αν κ' ε­σκω­ρι­α­σμέ­νην πι­στό­λαν, α­πό τον και­ρόν του Κα­ρα­τά­σου, ή­νοι­γε κρυ­φά-κρυ­φά την θύ­ραν του κα­πη­λεί­ου και προ­ε­ώρ­τα­ζε την Α­νά­στα­σιν, πυ­ρο­βο­λών κρα­τε­ρώς και ε­πι­μό­νως. Και πά­λιν α­στρα­πια­ίως έ­κλει­ε την θύ­ραν προς με­γά­λην α­πο­ρί­αν του γέ­ρον­τος δη­μαρ­χι­κού κλη­τή­ρος, ό­στις α­πό μα­κράν κά­τω α­κού­ων τον βα­ρύν πι­στο­λι­σμόν έ­σπευ­δε μέ­χρι του κα­πη­λεί­ου υ­πό­πτως, πλην βλέ­πων την θύ­ραν κε­κλει­σμέ­νην υ­πέ­στρε­φε, κά­μνων τον σταυ­ρόν του και θαυ­μά­ζων το γε­γο­νός.

— Να μπο­δί­σου­με, ε­μο­νο­λό­γει με την έρ­ρι­νον φω­νήν του, τους πι­στο­λι­σμούς και τους πυ­ρο­βο­λι­σμούς. Ά­ιν­τε τώ­ρα εμ­πό­δι­σέ τους, κυρ δή­μαρ­χε! Ο­ρί­στε! Αυ­τά εί­νε γραμ­μέ­να να γί­νουν­ται, έ­τσι αν­τάμ- πα­παν­τάμ, εξ αρ­χής και έκ­πα­λαι. Ο­ρί­στε! Οι πυ­ρο­βο­λι­σμοί πέ­φτουν μο­νά­χοι τους, κυρ-Δή­μαρ­χε! Εί­νε ο α­έ­ρας της Α­να­στά­σε­ως.