11/1/11

Χωρούν δυο εγωισμοί να ταξιδέψουν ;


Χωρούν δυο εγωισμοί να ταξιδέψουν πλάι - πλάι στον δρόμο τον λιγότερο ταξιδεμένο;

Μου το έφερε εχθές ο ξάδερφός μου. Συνήθως είχε φωτογραφίες έγχρωμες, καλλιτεχνικές από παραλίες και καλντερίμια. «Για την ενίσχυση του Συλλόγου του Χωριού», μου είπε. «Εφέτος νομίζω πως εσένα ειδικά πολύ θα σ’ αρέσει». Δεν ξέρω αν το είπε επειδή ήξερε πόσα αντίστοιχα μυστήρια έχω παρακολουθήσει, ή για το ειδικό φιλολογικό ενδιαφέρον. Δεν τον ρώτησα, απέμεινα απλώς να ξεφυλλίζω τις σελίδες με τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες και τα συνοδευτικά δίστιχα πανομοιότυπα τοποθετημένα πάνω από την γνωστή αρίθμηση.



Έχει εξώφυλλο μια ξύλινη στεφανοθήκη με σταυρό το νέο ημερολόγιο του Συλλόγου και φιλοξενεί ανά μήνα κι από έναν γάμο χωριανών των μέσων του περασμένου αιώνα συνοδευμένο από τραγούδια που ειπώθηκαν ειδικά για κάθε ζευγάρι. Δεν έμεινα στα λαογραφικά στοιχεία, παρότι έχουν ενδιαφέρον, είτε αφορούν προξενιά, προίκα ή τελετουργίες και αντιλήψεις. Αστραπιαία σκέφτηκα πως τώρα η φασαρία κι η αδιαφορία κατά την τέλεση του μυστηρίου είναι μεγαλύτερες. Μόνο ο «τελετάρχης» ιερέας αναμένεται να προσευχηθεί κι ας μην ξέρει τους μνηστευόμενους, μάγος της φυλής αλλόγλωσσος που και αυτός όμως παραγκωνίστηκε από τον φωτογράφο και καμέραμαν. Μα και τότε η αμάθεια δεν βεβαίωνε πως τα πράγματα ήταν καλύτερα. Αφήστε που κανένα μυστήριο δεν έχει ουσιαστικά ισχύ αν δεν το ενεργοποιήσουμε με τη βιοτή μας. Κι αυτό είναι που με καίει κυρίως, το μετά την τελετή, όπου σχεδόν ποτέ τα πράγματα δεν ήταν όντως ανθόσπαρτα, ίσως παλιά μόνο πιο κουκουλωμένα ή συμβιβασμένα.



 Παρατηρώντας τις φωτογραφίες, αναγνώρισα πρόσωπα που αλλαγμένα λόγω προσμείξεων DNA ταυτίζονται με παιδιά ή ρυτιδιασμένα με γέροντες σημερινούς, κάποιους που χήρεψαν πια, άλλους που κακόπεσαν ή καλογερνούν χέρι – χέρι. Οι όλο χαμόγελα φωτογραφίες και τα σχετικά δίστιχα αποτυπώνουν τις ελπίδες που θέριευε κι άλλοτε ο γάμος, όπως κάθε ξεκίνημα. Γνωρίζοντας από αφηγήσεις τρίτων το μετά, η θλίψη πέρασε σύννεφο στο ουρανό του μυαλού μου. Πόση δυστυχία για τους περισσότερους που ξεκινούσαν με τόση χαρά... Μπορεί να μη χώριζαν τότε στην κλειστή κοινωνία μα το μαρτύριο υπήρχε. Κι οι άλλοι πώς τα κατάφεραν; Εγώ τι κάνω αντίστοιχα; 

 
Θύμωσα σκεπτόμενη πώς η τόση δυστυχία δεν βοήθησε στην εξέλιξη του είδους μας, αντίθετα μας άφησε ανέγγιχτους στην καθήλωση στο ανούσιο. Παραινέσεις που επαναλαμβάνονταν σαν ηχώ μέσα στα χρόνια: «Ο έρωτας περνά απ’ το στομάχι, πρέπει να του μαγειρεύεις καλά και να προσέχεις πολύ το σπίτι». Μα οικιακή βοηθό ή μαγείρισσα θέλει ο άλλος; «Είδες η ξαδερφή σου που πήρε τόσο καλό παιδί; Ξέρω τους γονείς του κι είναι γιατρός…» Δηλαδή δεν είναι άνθρωπος;  


 Πολύ θα ’θελα να ‘χα μάθει κάτι περισσότερο από το να έχω αόριστα  «κορόνα στο κεφάλι μου τον άντρα μου και την πεθερά μου στα ώπα ώπα». Πόσο πιο ωφελημένη θα ‘μουν αν κάποιος μου έλεγε πως χρειάζονται όρια στις σχέσεις και με τους τέσσερεις γονείς, όρια όχι απομάκρυνσης μα αγάπης. Πως η σχέση δεν είναι κατάσταση αλλά διαρκής κατάκτηση, αφού κανείς δεν είναι δεδομένος… Ή μήπως έπρεπε να πάθω για να μάθω;



    Αυτοί εδώ που στολίζουν τον Ιούνη, και σήμερα ευτυχούν. Πώς τα κατάφεραν; Σίγουρα όχι επειδή τους έριξαν ρύζι και ρίζωσαν, ούτε διότι η γυναίκα πάτησε πόδι κόβοντας του κυρίου τον βήχα εφάπαξ… Δεν αρκούσε εκείνος να μην την δει με το νυφικό πριν το γάμο, όχι δεν ήταν το έτερο ήμισυ ο ένας του άλλου, μοναδικοί στον πλανήτη που ευτυχώς συναντήθηκαν. Με όποιον κι αν βρεθούμε αν το παλέψουμε και δη εν Χριστώ, η σχέση κυλά. Όχι μόνο επειδή είμαστε δυο «καλά παιδιά», ούτε γιατί ερωτευτήκαμε παράφορα.



 Φυλλομετρώντας το χθες, αντίκρισα κρυστάλλινο το σήμερα, αφού η αμαρτία και η αρετή είναι κοινή σε όλες τις εποχές. Η κάθε μορφής καταπίεση των γονιών που απ’ το μεταξύ τους πέρασε στον κανακάρη ή τη μοσχαναθρεμμένη θυγατέρα δεν μας εξέλιξε μα ούτε νουθετεί. Κάποιοι, καμένοι ή παρασυρμένοι από το πνεύμα των καιρών, πάντως σίγουρα μη συνειδητοποιημένοι, μηδενίζουν. Δεν ισχύει ούτε πως «ο γάμος σκοτώνει τον έρωτα» ούτε το «ο παντρεμένος ζει κορόιδο στο κλουβί». «Τα χρόνια μας τα λεύτερα στο γάμο εκάνανε φτερά»; Τουναντίον… 

 
Καταρχάς, ο έρωτας μόνος του αυτοκαταστρέφεται αν δεν αλλοιώνεται σταδιακά σε αγάπη, αν οι γωνίες μας δεν λειαίνονται με τη συμβίωση κι ο καθένας μένει πεισματικά στο θέλημά του. Έπειτα, κάθε περίπτωση όπως και καθένας μας είναι διαφορετική. Άρα μαζικές βελτιώσεις και πανάκειες δεν υφίστανται. Καθένας μοναχός του πορεύεται κι όσο ο ίδιος αλλοιώνεται στην πορεία προς το ομολογημένο ή μη Κέντρο, τόσο πλησιάζει τον άλλο συνοδοιπόρο. Τι κρίμα που παλεύουμε μια ζωή μόνο τον άλλον ν’ αλλάξουμε... 



Έπειτα, πόσο επαναπαυόμαστε… Κωφεύουμε στις έμμεσες καμπάνες κινδύνου που κρούει ο άλλος και εθελοτυφλούμε στην ευθύνη μας… Μόνο τ’ αρνητικά του αναγνωρίζουμε συνήθως εμείς οι αυτοδικαιωμένοι… Κι όμως μπορούσαμε, από εμάς εξαρτιόταν…
Αυτό με ανησυχεί, η διαχείριση της ελευθερίας μας... Οι φίλες που μια ωραία πρωία ξύπνησαν κι ο άντρας τους πήγε για τσιγάρα στο περίπτερο ανεπιστρεπτί. Κανείς τους δεν ήταν κακός. Απλώς ο ένας ένιωσε πρώτος το τέλμα. Η ευθύνη συχνά βαραίνει αυτόν που μένει πίσω κι ας προσπαθεί μανιωδώς να την αποποιηθεί εξ ολοκλήρου. Η απογοήτευση δεν χωρά ηθικολογίες ούτε λογική. Μια γυναίκα που πρώτη παραιτήθηκε από μια σχέση περιοριζόμενη στο ρόλο της καθαρίστριας ή της μάνας, ή ένας άντρας γερασμένος πρόωρα από την ασταμάτητη μετακίνηση απ’ τη δουλειά στην αραχτή θέση απέναντι στην τηλεόραση δεν είναι οι ηθικοί αυτουργοί;


 Ελπίδα υπάρχει κι είναι η μετάνοια ως τρόπος ζωής, η αναζήτηση της προσωπικής ευθύνης, η λεβεντιά μπροστά στις δυσκολίες και την ελευθερία μας, η ευχαριστία και παράκληση σ’ Εκείνον που ευλόγησε πρώτα εκείνο το ζευγάρι στην Κανά…

 Ε.Κ.