11/8/17

Στην Παναγία μας...




   
Γέ­ρον­τας Σω­φρό­νιος Σα­χά­ρωφ


Η Πα­να­γί­α μας , πό­νε­σε πιο πο­λύ απ΄ ό­λες τις γυ­ναί­κες , πιο πο­λύ απ΄ ό­λες τις μα­νά­δες του κό­σμου, για­τί κα­νέ­να δεν έ­βλα­ψε , σε κα­νέ­να δεν έ­κα­νε κα­κό κι΄ ό­μως Της έ­κα­ναν το με­γα­λύ­τε­ρο κα­κό ό­λης της οι­κου­μέ­νης. Σταύ­ρω­σαν Τον Υι­ό Της .

Και αν­τι­κρύ­ζον­τάς Τον πά­νω Στο Σταυ­ρό , πό­νε­σε τό­σο η καρ­διά της… Γι΄ αυ­τό μπο­ρεί να κα­τα­λά­βει την κά­θε πο­νε­μέ­νη ύ­παρ­ξη, και συμ­πά­σχει με τον κά­θε άν­θρω­πο που πο­νά, για­τί α­κρι­βώς , ξέ­ρει τι πά­ει να πει «πό­νος».


Ό­ταν η ψυ­χή κα­τέ­χε­ται α­πό την α­γά­πη του Θε­ού, τό­τε, ω, πώς εί­ναι ό­λα ευ­χά­ρι­στα, α­γα­πη­μέ­να και χαρ­μό­συ­να! Η α­γά­πη, ό­μως, αυ­τή συ­νε­πά­γε­ται θλί­ψη· και ό­σο βα­θύ­τε­ρη εί­ναι η α­γά­πη, τό­σο με­γα­λύ­τε­ρη εί­ναι και η θλί­ψη.


Η Θε­ο­τό­κος δεν α­μάρ­τη­σε πο­τέ, ού­τε καν με το λο­γι­σμό, και δεν έ­χα­σε πο­τέ τη χά­ρη, αλ­λά και Αυ­τή εί­χε με­γά­λες θλί­ψεις. Ό­ταν στε­κό­ταν δί­πλα στο Σταυ­ρό, τό­τε ή­ταν η θλί­ψη Της α­πέ­ραν­τη σαν τον ω­κε­α­νό, και οι πό­νοι της ψυ­χής Της ή­ταν α­σύγ­κρι­τα με­γα­λύ­τε­ροι α­πό τον πό­νο του Α­δάμ με­τά την έ­ξω­ση α­πό τον Πα­ρά­δει­σο, για­τί και η α­γά­πη Της ή­ταν α­σύγ­κρι­τα με­γα­λύ­τε­ρη α­πό την α­γά­πη του Α­δάμ στον Πα­ρά­δει­σο. Και αν ε­πέ­ζη­σε, ε­πέ­ζη­σε μό­νο με τη θεί­α δύ­να­μη, με την ε­νί­σχυ­ση του Κυ­ρί­ου, για­τί το θέ­λη­μά Του ή­ταν να δει η Θε­ο­τό­κος την Α­νά­στα­ση και ύ­στε­ρα, με­τά την Α­νά­λη­ψή Του, να πα­ρα­μεί­νει πα­ρη­γο­ριά και χα­ρά των Α­πο­στό­λων και του νέ­ου χρι­στι­α­νι­κού λα­ού.


Ε­μείς δεν φτά­νου­με στο πλή­ρω­μα της α­γά­πης της Θε­ο­τό­κου, και γι’ αυ­τό δεν μπο­ρού­με να εν­νο­ή­σου­με πλή­ρως το βά­θος της θλί­ψε­ώς Της. Η α­γά­πη Της ή­ταν τέ­λεια. Α­γα­πού­σε ά­πει­ρα τον Θε­ό και Υι­ό Της, αλ­λ’ α­γα­πού­σε και το λα­ό με με­γά­λη α­γά­πη. Και τι αι­σθα­νό­ταν ά­ρα­γε, ό­ταν ε­κεί­νοι, που τό­σο πο­λύ η ί­δια α­γα­πού­σε και που τό­σο πο­λύ πο­θού­σε τη σω­τη­ρί­α τους, σταύ­ρω­ναν τον α­γα­πη­μέ­νο της Υι­ό;
Αυ­τό δεν μπο­ρού­με να το συλ­λά­βου­με, για­τί η α­γά­πη μας για τον Θε­ό και τους αν­θρώ­πους εί­ναι λί­γη. Κι ό­πως η α­γά­πη της Πα­να­γί­ας υ­πήρ­ξε α­πέ­ραν­τη και α­κα­τά­λη­πτη, έ­τσι α­πέ­ραν­τος ή­ταν και ο πό­νος της που πα­ρα­μέ­νει α­κα­τά­λη­πτος για μας.


Η Θε­ο­τό­κος δεν πα­ρέ­δω­σε στη Γρα­φή ού­τε τις σκέ­ψεις T­ης ού­τε την α­γά­πη T­ης για τον Υι­ό και Θε­ό T­ης ού­τε τις θλί­ψεις της ψυ­χής T­ης κα­τά την ώ­ρα της σταυ­ρώ­σε­ως, για­τί ού­τε και τό­τε θα μπο­ρού­σα­με να τα συλ­λά­βου­με. Η α­γά­πη T­ης για τον Θε­ό ή­ταν ι­σχυ­ρό­τε­ρη και φλο­γε­ρό­τε­ρη α­πό την α­γά­πη των Χε­ρου­βείμ και των Σε­ρα­φείμ, και ό­λες οι δυ­νά­μεις των αγ­γέ­λων και αρ­χαγ­γέ­λων εκ­πλήσ­σον­ται με Αυ­τήν.



31/7/17

Στον δρόμο προς την Μεταμόρφωση...





Η Με­τα­μόρ­φω­ση του Κυ­ρί­ου α­πο­τε­λεί στε­ρε­ό θε­μέ­λιο της ελ­πί­δας για την με­τα­μόρ­φω­ση ό­λης της ζω­ής μας  - η οποία τώρα εί­ναι πλή­ρης από κό­πο, από α­σθέ­νει­ες, από φό­βο - σε ζω­ή ά­φθαρ­τη και θε­ο­ει­δή.
  
Εν τού­τοις, η α­νά­βα­ση αυ­τή στο υ­ψη­λό ό­ρος της Με­τα­μορ­φώ­σε­ως συν­δέ­ε­ται με με­γά­λο α­γώ­να. Συχνά ε­ξα­σθε­νού­με από την αρχή σε αυτόν τον αγώνα και α­πελ­πι­σί­α φαί­νε­ται να κυ­ρι­εύ­ει την ψυ­χή.

Σε αυτές τις ώρες της μαρ­τυ­ρι­κής πα­ρα­μο­νής στα όρια με­τα­ξύ του έλ­κον­τος προς το Α­πρό­σι­το Φω­ς της Θε­ό­τη­τας και της α­πει­λη­τι­κής α­βύσ­σου του σκό­τους, ας θυμόμαστε τα δι­δάγ­μα­τα των Πα­τέ­ρων μας, οι οποίοι δι­ή­νυ­σαν αυ­τή την ο­δό  α­κο­λου­θούν­τες τον Χρι­στό, και "ζω­σμέ­νοι τας ο­σφύ­ας η­μών" ας εν­δυ­να­μω­θούμε με την κρα­ται­ά ελ­πί­δα σε  Ε­κείνον,  ο Οποίος στην πα­λά­μη Του βα­στά­ζει δίχως κόπο όλη την κτί­ση.  Ας θυμηθούμε ό­τι στην ζω­ή μας πρέ­πει να ε­πα­να­λη­φθεί ο­μοι­ο­τρό­πως οτιδήποτε ­τε­λέ­σθηκε στην ζω­ή του Υι­ού του Αν­θρώ­που, για να ε­λευ­θε­ρω­θού­με α­πό κάθε φό­βο και ο­λι­γο­ψυ­χί­α.

 Η ο­δός εί­ναι κοι­νή σε όλους μας σύμφωνα με τον λό­γο  του Χρι­στού· « Ε­γώ ει­μί η ο­δός»· ως εκ τού­του δε εί­ναι και μο­να­δι­κή, δι­ό­τι «ου­δείς έρ­χε­ται προς τον Πα­τέ­ρα, ει μη δι' Ε­μού».

 Ε­άν ο Κύ­ριος «ε­πει­ρά­σθη», και η­μείς πρέ­πει να δι­έλ­θου­με δια του πυ­ρός των πει­ρα­σμών.  Ε­άν ο Κύ­ριος κα­τα­δι­ώ­χθηκε, και η­μείς με τον ίδιο τρόπο θα δι­ω­χθούμε­ από τις ί­δι­ες ε­κεί­νες δυ­νά­με­ις, οι ο­ποί­ες ε­δί­ω­ξαν τον Χρι­στό.  Ε­άν ο Κύ­ριος έ­πα­θε και ­σταυ­ρώ­θηκε, και ε­μείς α­να­πό­φευ­κτα ο­φεί­λο­υμε να πά­σχου­με και να σταυ­ρωνόμαστε έ­στω, ί­σως, και ε­πί α­ο­ρά­των σταυ­ρών, εφ'  ό­σον πράγ­μα­τι Τον α­κο­λου­θού­με στις ο­δούς της καρ­διάς μας.  Ε­άν ο Κύ­ριος με­τα­μορ­φώ­θηκε, και ε­μείς θα με­τα­μορ­φω­θού­με και εδώ ακόμα στην γη, αν ο­μοι­ω­θούμε με Αυ­τόν στις ε­σω­τε­ρι­κές μας ε­πι­θυ­μί­ες.

 Ε­άν ο Κύ­ριος ­πέ­θα­νε και α­να­στήθηκε, τό­τε και όλοι όσοι πι­στεύ­ουν σε Αυ­τόν θα δι­έλ­θουν δια του θα­νά­του, θα κα­τα­τε­θούν σε μνη­μεί­α και έ­πει­τα θα α­να­στη­θούν ο­μοί­ως προς Αυ­τόν, εφ΄ ό­σον ομοίως με Αυ­τόν ­πέ­θα­ναν. Θα α­να­στη­θούν πρώ­τα οι ψυ­χές των πι­στών, έ­πει­τα δε, κα­τά την η­μέ­ρα της Κοι­νής Α­να­στά­σε­ως, και τα σώ­μα­τα.  Ε­άν ο Κύ­ριος με­τά την α­νά­στα­σή Του  α­να­λή­φθηκε στον ου­ρα­νό "εν δε­δο­ξα­σμέ­νη σαρ­κί", και κά­θι­σε στα δε­ξιά του Θε­ού, έτσι και ε­μείς θα α­να­λη­φθούμε στους ου­ρα­νούς μέ δο­ξα­σμέ­να σώ­μα­τα, με την δύ­ναμη του  Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος, και θα γίνουμε «συγ­κλη­ρο­νό­μοι Χρι­στού» και «κοι­νω­νοί της Θε­ό­τη­τας». (Α´ Πε­τρ. δ´ 13, Β´ Πε­τρ. α´ 4, Ρωμ. ζ´ 17, Β´ Τιμ. β´ 11-12 κ.α.).


Από τον τελευταίο λόγο (11 Μαρτίου 1993), πριν την κοίμησή του,
 του αγίου γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ .

28/7/17

Αιγαιοπελαγίτικη δοξολογία





Η Παναγιά τα πέλαγα κρατούσε στην ποδιά της,
τη Σίκινο, την Αμοργό και τ' άλλα τα παιδιά της 


 Φως ελληνικό, απέραντο γαλάζιο, ο ήλιος σμιλεύει τον ξερό βράχο, η θάλασσα ποτίζει αρμύρα το κορμί και το μελτέμι δροσίζει την καρδιά του. Πόσο ελεύθερος αιθάνεται ο Παναγιώτης Β. μέσα στην απλότητα του πανέμορφου μικρού νησιώτικου οικισμού, αυτός, που έζησε τόσα χρόνια εγκλωβισμένος στο ραφιναρισμένο  απρόσωπο περιβάλλον ενός κτηρίου από γυαλί και ατσάλι, σε μια δουλειά που ήταν δουλεία, σύγχρονος είλωτας με πανάκριβο κοστούμι και γραβάτα! 

Πόσο ανόητος του φαίνεται ο εκείνος ο καιρός που πέρασε σαν στέλεχος χρηματιστηριακής εταιρείας, περιστοιχισμένος από αγχωμένους και νευρικούς συναδέλφους, με τον νου διαρκώς γεμάτο ένταση και την καρδιά να χτυπά κάθε μέρα με εκατόν είκοσι σφυγμούς! Αντιλαμβάνεται πεντακάθαρα πια πόσο ανήθικο είναι το να παίζεις με τα χρήματα των άλλων, τζογαδόρος σε νόμιμο παίγνιο, αδιάφορος για την δυστυχία που κυοφορούσε αυτό το γεμάτο στρες και σκληροκαρδία σύστημα. 

27/7/17

Ω Αιγαίο απέραντο...


Μια ώρα σχεδόν η κατάβαση από τη δυτική άκρη του νησιού στην ανατολική, από την μεριά της καλντέρας και του ηφαιστείου στις ακτές με τις όμορφες παραλίες, τις χρυσωμένες τη γλυκύτατη ώρα της αυγής απ’ το φως του ήλιου.
Τα βήματα πιο γοργά όσο πλησιάζω, σε λίγο θα την αισθανθώ υγρή και καθάρια στα κουρασμένα μου μέλη. 




 Ω Αιγαίο απέραντο, τόσο πολύ τραγουδισμένο! Θυμάμαι το δύσμοιρο εκείνο πατέρα που στην υποψία και μόνο για το χαμό του παιδιού του, σου παρέδωσε το σώμα, το πνεύμα και το όνομά του να το φυλάς στην αιωνιότητα. Τσαλαβουτάω στα ρηχά. Βράχια σμιλεμένα τόσο λεία απ’ την αλμύρα σου εκατομμύρια χρόνια τώρα. Κι απ’ την απεραντοσύνη του γαλάζιου η ματιά μου παγιδεύεται στα άκρα μου, έτσι όπως τα γλείφει το νερό κάθε φορά που η θάλασσα φουσκώνει από αέρα στα σπλάχνα της. Τι περίεργο. Αυτό το δικό μου σημείο ίδιο κι απαράλλαχτο με του πατέρα μου. Τι μεγάλη ευτυχία! Τα δικά μου μέλη σφύζουν ακόμα από ζωή, το αίμα ρέει ζεστό στις φλέβες, το σώμα υγιές, κατοικητήριο ακόμα της ψυχής μου, της πνοής του Θεού μέσα μου. 





Σου χαμογελώ Θεέ για κάθε μέρα που μου χαρίζεις να ευφραίνομαι με τις θάλασσες και τους ήλιους και τις άπειρες κι ανείπωτες ομορφιές σου. Απολύτως μόνη σ’ αυτή την έρημη παραλία, ελαχιστότατη κουκίδα στο άπειρο, μόνη σε μια μοναδική στιγμή της αιωνιότητας. Θεέ μου, όσα έχω, όσα είμαι, λέω, αισθάνομαι, σκέφτομαι είναι ποτισμένα από το λόγο Σου, δοσμένα από Σένα. Μα πες μου, αναρωτιέμαι σήμερα από το πρωί, τις ατελείωτες ώρες που δεν σου απευθύνω το λόγο και που καμώνομαι πως δεν είσαι εδώ γύρω μα κάπου στο μακρινό υπερπέραν έχουμε αλήθεια σχέση; Νοιώθω να μου ψιθυρίζεις κάθε φορά μοναδική που λούζει φως την ύπαρξή μου πως είσαι πάντα εδώ.



 Κι ύστερα θυμάμαι λόγια εμψυχωτικά, πως μόνο όταν αφήνω στην άκρη τις βεβαιότητες του κόσμου τούτου, μόνο τότε μπορεί να σε συναντήσω. Και έρχονται στο νου μορφές ανθρώπων, αγαπημένων αδελφών, να με συγκινούν βαθιά γιατί μου θυμίζουν τον κοινό λόγο ύπαρξης, τον κοινό σκοπό της ζωής μας στο δρόμο για την αναζήτησή Σου. Και βγαίνει αυθόρμητα η παράκληση «άσε να έχω τους ανθρώπους αυτούς μέχρι το τέλος και ν’ ακούω τις φωνές και να βλέπω τα πρόσωπά τους , πάντα με την ίδια συγκίνηση». Κι ύστερα πάλι κάνε τη σχέση μας πιο δυνατή, έτσι που κάποτε να είμαι αληθινά σίγουρη, μακριά από συναισθηματισμούς για την ύπαρξή της. Θαλασσινό βοριαδάκι μου χαϊδεύει τα μάγουλα, κλείνω τα μάτια και βυθίζομαι στη στιγμή. Δόξα Σοι!


Α. X.

φωτο: pcris


24/7/17

ΧΡΥΣΟ ΤΟ ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ ΤΗΝ ΟΨΗ ΜΑΣ ΠΥΡΩΝΕΙ...

Τι νόημα άραγε να έχουν τα ταξίδια αν είναι μοναχικά; 
Τι ομορφιά να ἔχουν τα τοπία όταν είναι άδεια από αγαπημένα πρόσωπα;


Πόσο ρομαντισμό μπορεῖ νά έχουν οι νύχτες 
αν περιδιαβαίνεις μονάχος στους δρόμους;

Πόσο εντυπωσιακό μπορεί να είναι ένα ηλιοβασίλεμα, 
χωρἰς μάτια αγαπημένα να το μοιράζονται ;

Πόσο μπορείς να απολαύσεις ένα βιβλίο, 
άν δεν μπορείς μετά να το συζητήσεις με κάποιον;

 
Πόσο έρημα φαίνονται ο κάμπος και το πέλαγος, 
χωρίς ψυχές ἀνθρώπων να τα ζωντανεύουν;







 Ερημιά γύρω μας κι εντός μας, 
χωρίς τήν χαρά τῆς συνοδοιπορίας.




Αναζητούμε πρόσωπα για να μοιραστούμε την χαρά της διαδρομής...
 
Μια ματιά, μιά κουβέντα, ένα χαμόγελο αγαπημένου προσώπου...




Χρυσό το ηλιοβασίλεμα την όψη μας πυρώνει, λέει ο ποιητής κι όλα αποκτούν πάλι νόημα και λούζονται στο φως. Έχουμε ανάγκη φίλους κι αδελφούς να μοιραστούμε την χαρά και την λύπη μας, σκέψεις και συναισθήματα, όνειρα και επιθυμίες. Μα πάνω απ' όλα έχουμε ανάγκη Εκείνον που καταλύει κάθε μοναξιά και που ο γλυκός Του λόγος στον πλησίον μας οδηγεί, και προτρέπει να γίνουμε κοινότητες προσώπων κι όχι άτομα που ζουν ιδιωτικά σα νά'ναι εξορισμένα...

φωτό: pcris