30/3/15

«Εί­μαι στη Συ­ρί­α, ά­πι­στη μά­να»





Ένα εύστοχο άρθρο για τους νέους με Μουσουλμανική καταγωγή που ζουν στην Δύση και γίνονται φανατικοί ισλαμιστές. 



Χρι­στί­να Παυ­λί­δου-Protagon

 

Η Σά­ρα εί­ναι γαλ­λί­δα - στα 15 χρό­νια της έ­πα­ψε να μα­κι­γι­ά­ρε­ται, να πη­γαί­νει στο σι­νε­μά και να φο­ρά τζιν. Άρ­χι­σε να φο­ρά κά­ποι­α φαρ­διά φο­ρέ­μα­τα, να κα­λύ­πτει τα μαλ­λιά της με μαν­τή­λες, ε­νώ μια φο­ρά δο­κί­μα­σε να βά­λει έ­να βέ­λο που κά­λυ­πτε το πρό­σω­πό της. Με­τά, άρ­χι­σε να δι­α­βά­ζει το Κο­ρά­νι, να προ­σεύ­χε­ται -πέν­τε φο­ρές τη μέ­ρα- και να χά­νε­ται για ώ­ρες α­πο­μο­νω­μέ­νη στο κομ­πι­ού­τερ της. Στα 17 της, έ­να πρω­ι­νό τη χαι­ρέ­τι­σε ο πα­τέ­ρας της στον σταθ­μό (ό­πως κά­θε πρω­ί που έ­παιρ­νε το τρέ­νο για το σχο­λεί­ο της) και χά­θη­κε. Δυ­ο μέ­ρες αρ­γό­τε­ρα, έ­νας ά­γνω­στος α­ριθ­μός εμ­φα­νί­στη­κε στο κι­νη­τό της μά­νας της. Ή­ταν η Σά­ρα – «εί­μαι στη Συ­ρί­α, εί­μαι κα­λά, παν­τρεύ­τη­κα έ­ναν συ­να­γω­νι­στή και σας νοι­ά­ζο­μαι, αν και εί­στε ά­πι­στοι» εί­πε κι έ­κλει­σε το τη­λέ­φω­νο. Η μά­να της αυ­το­προσ­δι­ο­ρί­ζε­ται (στο δη­μο­σί­ευ­μα του «Spiegel») ως ά­θε­η, ο πα­τέ­ρας της ή­ταν μου­σουλ­μά­νος, που γεν­νή­θη­κε και με­γά­λω­σε στη Γαλ­λί­α. «Δεν πή­γαι­νε στο τζα­μί, ού­τε α­κο­λου­θού­σε το Ρα­μα­ζά­νι. Με­γα­λώ­σα­με τα παι­διά μας μα­κριά α­π' τις θρη­σκεί­ες, η σύμ­πνοι­α και ό­χι η πί­στη ή­ταν η δι­κή μας α­ξί­α» λέ­ει η μά­να της Σά­ρα.


Χί­λιοι πο­λί­τες της Γαλ­λί­ας βρί­σκον­ται σή­με­ρα στο Ι­ράκ και τη Συ­ρί­α – κά­που 100 γαλ­λί­δες παν­τρεύ­τη­καν «μα­χη­τές». Η αν­θρω­πο­λό­γος Ντ. Μπου­ζάρ εί­ναι ει­δι­κή στα θέ­μα­τα της ρι­ζο­σπα­στι­κο­ποί­η­σης και της θρη­σκεί­ας, σύμ­βου­λος σή­με­ρα του υ­πουρ­γεί­ου Ε­σω­τε­ρι­κών, και το 2006 εί­χε εκ­δώ­σει έ­ναν «ο­δη­γό» για τους γο­νείς. Οι «κυ­νη­γοί» βγαί­νουν στα κοι­νω­νι­κά δί­κτυ­α και α­να­ζη­τούν νέ­ους και νέ­ες που έ­χουν μια τά­ση στην κοι­νω­νι­κή προ­σφο­ρά. Στην αρ­χή ε­πι­χει­ρούν να «α­πο­μο­νώ­σουν» το θύ­μα τους α­πό το πε­ρι­βάλ­λον του – αρ­χί­ζουν να του στέλ­νουν βίν­τε­ο για τις με­ταλ­λαγ­μέ­νες τρο­φές και τις παγ­κό­σμι­ες συ­νω­μο­σί­ες. Ό­ταν το «θύ­μα» αρ­χί­σει να δι­α­πνέ­ε­ται α­π' την κουλ­τού­ρα της «σα­πί­λας» του κό­σμου, στα­δια­κά αρ­χί­ζει να α­πο­κό­βε­ται α­πό τις συ­νή­θει­ες της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τάς του και την ταυ­τό­τη­τά του, δι­α­μορ­φώ­νον­τας μια νέ­α ταυ­τό­τη­τα – αυ­τή «του α­γω­νι­στή για έ­ναν κα­λύ­τε­ρο κό­σμο». Τα κο­ρί­τσια συ­νή­θως προ­σεγ­γί­ζον­ται στην αρ­χή α­πό κο­πέ­λες (που στα­δια­κά αυ­το­προσ­δι­ο­ρί­ζον­ται ως «πνευ­μα­τι­κές α­δελ­φές»), οι ο­ποί­ες α­πο­φεύ­γουν αρ­χι­κά την α­να­φο­ρά σε θρη­σκεί­ες – δη­μι­ουρ­γούν μια συγ­κι­νη­σια­κή φόρ­τι­ση (δεί­χνουν μω­ρά που έ­χουν πνι­γεί α­πό α­έ­ρια σε μια ε­πι­χεί­ρη­ση των συ­ρια­κών δυ­νά­με­ων α­σφα­λεί­ας) και τό­τε αρ­χί­ζει η κα­τή­χη­ση για «υ­ψη­λό­τε­ρες θεί­ες α­ξί­ες» και ο­δη­γί­ες υ­λο­ποί­η­σής τους.


Τα 3/4 ό­σων έ­χουν ρι­ζο­σπα­στι­κο­ποι­η­θεί προ­έρ­χον­ται πια α­πό γο­νείς ά­θε­ους, ε­νώ η με­γά­λη τους πλει­ο­ψη­φί­α α­νή­κει στη με­σαί­α τά­ξη, ε­νί­ο­τε και στην α­νώ­τε­ρη. Για κά­ποι­ους γο­νείς (που τα παι­διά τους πα­ρου­σί­α­ζαν προ­βλή­μα­τα ε­θι­σμού σε αλ­κο­όλ ή ναρ­κω­τι­κά), η ε­να­σχό­λη­ση με το Κο­ρά­νι ή­ταν «θεί­ο δώ­ρο». «Α­φού η θρη­σκεί­α του έ­δω­σε μια ε­σω­τε­ρι­κή ι­σορ­ρο­πί­α, θα πεί πως εί­ναι κα­λό πράγ­μα» δή­λω­σαν πως σκέ­φτον­ταν. Ό­ταν ό­μως τα α­γό­ρια τους άρ­χι­σαν να έ­χουν γε­νειά­δες, να φο­ράν ρά­σα κι έ­να σκού­φο στο κε­φά­λι, να προ­σεύ­χον­ται υ­ψη­λό­φω­να και να κά­νουν πα­ρα­τη­ρή­σεις στις γυ­ναί­κες της οι­κο­γέ­νειάς τους ό­τι ντύ­νον­ται «πρό­στυ­χα», ξε­κί­νη­σαν οι καυ­γά­δες και οι συγ­κρού­σεις. Κι έ­πει­τα έ­γι­νε η φυ­γή και η α­νώ­μα­λη προ­σγεί­ω­ση της οι­κο­γέ­νειας στη σκλη­ρή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Οι γιοι τους φαν­τα­σι­ώ­νον­ται ό­τι εί­ναι «ιπ­πό­τες», ό­τι έ­χουν μια «α­πο­στο­λή», «ζουν μέ­σα στη φαν­τα­σί­ω­ση της παν­το­δυ­να­μί­ας, κα­θώς α­πο­κτούν έ­λεγ­χο στη ζω­ή και τον θά­να­το».


Η Μπου­ζάρ λέ­ει, τέ­λος, ό­τι στη «γραμ­μή βο­ή­θειας» που έ­χει α­νοί­ξει, κά­που 5 νέ­ες οι­κο­γέ­νει­ες τη βδο­μά­δα ε­πι­κοι­νω­νούν μα­ζί της κα­θώς και νέ­α κο­ρί­τσια, που βλέ­πουν φί­λες τους ή α­δελ­φές τους να α­πο­κτούν μιαν αλ­λό­κο­τη συμ­πε­ρι­φο­ρά.



29/3/15

Ηλιοβασίλεμα



Σύ-στοιχα δέντρα
σε πορεία προς το ηλιοβασίλεμα.
Στίχοι προσευχής
ηλιοτρόπια που δοξολογούν
κι άλλα που προσκυνούν.
Να μείνω συνδεδεμένη μαζί Σου,

να μείνω ειρηνική.

Νεκταρία Α.

28/3/15

Οι Ώρες


26/3/15

Τό διατηρητέο χάος

π. Βασίλειος Χριστοδούλου

«Εμαι διατηρητέο, επε τό χάος στούς ργολάβους.
Μέσα, τά πράγματα θά μείνουν πως εναι.
Μικροαλλαγές μόνο στήν πρόσοψη πιτρέπω» (Κική Δημουλ)

Σκεφτήκαμε ποτέ μήπως ατό τό «χάος» εναι σώτερός μας αυτός, χανής καί τακτοποίητος, γνωστος καί πειλητικός; να χάος πού ρχαιολογία τν τν καί τς συνήθειας τό κήρυξε διατηρητέο καί γι’ ατό πείραχτο καί μή πισκέψιμο.
ναλογιστήκαμε ποτέ ς ργολάβους τά μαστόρια τς πνευματικς ζως («γυνακες» καί «νδρες») τήν πακοή δηλαδή καί τήν ταπείνωση, τόν πόνο καί τήν πώλεια, τήν γκράτεια καί προσευχή, στούς ποίους παγορέψαμε τήν εσοδο στά χαοτικά νδότερα καί τούς φήσαμε νά μπογιατίζουν μέ χρώματα φανταχτερά τήν προσόψια συμπεριφορά;
Διερωτηθήκαμε, ν μέ τόν τρόπο μας ατό κυρώνουμε τήν κανότητά τους νά εσέρχονται μέ βαθιές τομές στό χάος, δουλεύοντας χι πισκευαστικά λλά ναγεννητικά τόν σώτερό μας αυτό, πιτρέποντάς τους τήν παραμονή μόνο στήν πιφάνεια, σπατουλάροντας κάθε ρωγμή καί γκρέμισμα, δημιουργώντας τήν ψευδαίσθηση μις ερωστίας;
Τό μεγάλο ταξίδι πρός τόν γνωστο αυτό μας -προϋπόθεση λλωστε παραίτητη τς Θεοενοίκησης- πού ποτέ δέν γινε, καί τσι, γι’ Ατόν τόν Θεό πάντοτε, «οκ ν τόπος ν τ καρδιακ καταλύματι».
σως καί γιά τόν λόγο ατό ο περισσότεροι νθρωποι σήμερα κρατον μία πόσταση πό τόν κκλησιαστικό τρόπο ζως, διότι ποψιάζονται τι κκλησία δέν συστήνει πλς καί μόνο ναν τρόπο συμπεριφορς (νώδυνο στήν πίτευξή του), λλά προκαλε μία πώδυνη κατάδυση στόν σώτερο αυτό μας, πισκέπτεται τό «χάος» μας γιά νά τό γνωρίσουμε, δημιουργε φετηριακά τίς προϋποθέσεις μις ατογνωσίας, ξεμπερδεύοντας νθρωπος μιά καί καλή πό λα τά πιχρίσματα ψευτις καί ποκρισίας, καί ατό σως εναι πού σημερινός νθρωπος φοβται. 
Θεός, πως διος Χριστός μς ποκάλυψε (Λκ. ιζ΄ 20,21), δέν γνωρίζεται «μετά παρατηρήσεως», δηλαδή μέ ντυπωσιακά καί φαντασμαγορικά γεγονότα, οτε «ροσιν δού δε δού κε», οτε δηλαδή συναντται σέ ξωτερικούς χώρους καί σέ συμβάντα πιφανείας, λλά ποκαλύπτεται στόν χρο κενο πού πνέει τά χαρακτηριστικά Του, πού χει κτισθε μέ τίς ζωογόνες νάσες Του, στόν χρο τς καρδις. Χριστός δέν επε: «γώ βρίσκομαι μέσα σας» λλά « βασιλεία το Θεο ντός μν στι», πού σημαίνει, τι καρδιακός τόπος γίνεται χι πλς χρος τς πομόνωσης καί μοναξις το Θεο λλά χρος συνεύρεσης γαπητικς το νθρώπου μέ κενον, φο Βασιλεία Του εναι αώνια κοινωνία το Θεο μέ τόν νθρωπο. Στόν χρο τς καρδις δέν τενίζουμε τόν Θεό, λλά Τόν συναντομε, εσπράττοντας προκαταβολές παραδείσου.
Γιά τήν συνάντηση λοιπόν ατή μέ τόν Θεό παιτεται πό τόν νθρωπο γνώση το αυτο του. Καλομε τόν Θεό νά φιλοξενηθε σέ χρο στόν ποο δέν γνωρίζουμε νά πμε λλά καί πού ο περισσότεροι πό μς γνοομε καί τήν παρξή Του. «Ε βούλει γνναι Θεόν, προλαβών γνθι σ’ ατόν» συστήνει γιος Μάξιμος μολογητής καθιστώντας τήν ατογνωσία ς τήν μόνην δό γιά τήν Θεογνωσία. γνώση το αυτο μας εναι μία πώδυνη κατάδυση στά γκατα τς ψυχς. κε πού βρίσκεται πρωτόπλαστη θωότητα, καθάρια θέα το Θεο. Καθώς καταδύεσαι ντιλαμβάνεσαι λα κενα τά στοιχεα τά ποα χουν συσσωρευθε στόν διάβα τς ζως σου καί μέ τά ποα χεις χάσει τήν θέα το αυτο σου, τς πραγματικότητάς σου, τς λήθειάς σου.
Χάσαμε τόν Θεό γιατί χάσαμε τόν αυτό μας. Τό νά δομε κατάματα τόν αυτό μας εναι ρκετά πώδυνο, γι’ ατό λλωστε καί τό ποφεύγουμε. νδοσκαφή ατή το νθρώπου τόν φέρνει νώπιον κπλήξεων μοναδικν. πιστρέφει σέ χρόνο ρχέγονης δημιουργίας, συναντ τήν καταγωγική του ρχή, ζε τίς πρωτόπλαστες στιγμές το παραδείσου, που νθρώπινη τρυφερότητα σεριάνιζε δειλινά μέ τόν Θεό. ντιλαμβάνεται σταδιακά τήν Θεϊκή ξία του.
πό τήν λλη πλευρά γνωρίζει νθρωπος τό λικό του. Γνωρίζει τίς προϋποθέσεις καί δυνατότητες το αυτο του μέ τίς ποες καλεται νά δουλέψει τήν σχέση του μέ τόν Θεό καί τούς νθρώπους. Νά μήν πιθηκίζει συμπεριφορές, νά μήν μετακενώνει τόν τρόπο τν λλων, νά μήν ζηλεύει, νά μήν ξενοκοιτ, λλά νά χαράζει τήν δική του πορεία. Μία πό τίς μεγαλύτερες, λλωστε, προκλήσεις τν ερέων-πνευματικν εναι νά δηγον τούς νθρώπους χι στήν κατανόηση τν μαρτιν τους λλά στήν συνειδητοποίηση τς θέατης μορφις τους, στήν πίγνωση τν γνωστων διαιτεροτήτων τους.
Μέ τόν τρόπο ατό μπαίνει μπροστά τό ργοτάξιο πού λέγεται «αυτός». Ο πρτες καί σημαντικές λλαγές ρχονται πό τά μικρά καί καθημερινά. κε πού δέν μπορομε νά ποφέρουμε τόν λλο, κε πού κρήγνυνται ο λλείψεις μας, νυπομονησία μας, τό κουτσομπολιό, κατάκριση, ζήλεια. Ο λλαγές δέν ρχονται μέ τό νά νηστέψω περισσότερο, νά προσευχηθ ντονώτερα, νά αξήσω τίς γονυκλισίες μου. λα ατά θά μο θρέφουν τόν γωισμό μου, πως καί στόν Φαρισαο τς παραβολς, ν δέν πάρξει πάλη μέ τήν μικρή δηφάγα καθημερινότητα. Ατή πάλη στό καθημερινό πλαίσιο τν σχέσεών μας εναι πού δημιουργε τίς διόδους, στε τά μαστόρια τς πνευματικς ζως (προσευχή, γκράτεια, ταπείνωση κ..) νά ναλάβουν ργασία νδοσκαφς καί νακαίνισης.
κολουθώντας καί πάλι τήν ποιήτρια στήν εσοδό της τώρα στό σπίτι τό καλοκαιρινό, φαντάζομαι να καλοκαίρι τόν Θεό καί σπίτι τήν καρδιά μου, ναστενάζοντας τόν τελευταο της λυγμό: «Γιά ν’ νέβω τή σκάλα καί νά μπ στό σπίτι το καλοκαιριο πρέπει νά παραμερίσω πυκνά μπόδια: κισσούς, γιασεμιά, κοράλλια, μπιγόνιες, κλαδιά πό τήν κληματαριά, κι λόκληρες γκαλιές βασιλικό. Νά ταν, Θέ μου, λα τά μπόδια λουλούδια». (Κική Δημουλ)