16/10/17

Ρίξε το βλέμμα σου



Ρίξε την ματιά σου. Έχουμε ανάγκη να μας επισκεφτείς. Δεν μπορούμε να είμαστε μόνοι μας. Έλα κι εσύ. Ρίξε την ματιά σου και κατανόησε, Θεέ μου, ότι είμαστε όλοι ένα τραύμα, μία πληγή. Αυτή η πληγή δεν μπορεί να θεραπευτεί με ανθρώπινα φάρμακα, δεν γίνεται. Εσύ πρέπει να έρθεις και να την θεραπεύσεις. Μόνο εσύ μπορείς να την κλείσεις. Γιατί αυτή η πληγή είναι η έλλειψή σου. Δεν μπορεί να την καλύψει τίποτα, κανένας. Μόνο εσύ αν έρθεις. Αυτό είναι το μεγάλο μας τραύμα. Από αυτό υποφέρουμε, ότι μπορεί να έχουμε τα πάντα αλλά αυτό το κενό της παρουσίας σου είναι συγκλονιστικό, είναι διαλυτικό. Είναι ένα κενό που μπορεί να μας οδηγήσει στον θάνατο. Αυτό το τραύμα μόνο εσύ μπορείς να το θεραπεύσεις. Ρίξε το βλέμμα σου Θεέ μου και δες ότι αυτό το σπασμένο δοχείο. Το σώμα μου. Είναι δικό σου. Εσύ το έχεις φτιάξει. Εγώ κατοικώ μέσα του αλλά είναι δικό σου, σε σένα ανήκει. Μέσα από αυτό θα έρθω σε σένα. Τα πάντα ανήκουν σε σένα. Είναι ραγισμένο, αυτό το αγγείο το οποίο με φέρει μέσα του, φέρει την ύπαρξη μου, την καρδιά μου, την ψυχή μου. Αυτό το αγγείο που φέρει αυτόν τον πολύτιμο θησαυρό είναι τόσο πολύ ταλαιπωρημένο, συντετριμμένο το σώμα μου αλλά αναγνωρίζω ότι είναι δικό σου. Αναγνώρισε το κι εσύ Θεέ μου. Εφόσον Θεέ μου τα καταλάβεις όλα αυτά, τότε ρίξε ένα βλέμμα στο πρόσωπο του αγαπημένου σου. Εγώ είμαι ο αγαπημένος σου. Επίβλεψον μέσα στο πρόσωπο του Υιού σου, του Χριστού, γιατί είναι πλέον σαρκωμένος, είναι άνθρωπος.

Αββάς Ησύχιος



10/10/17

Μια βόλτα στην Σχολή ανάμεσα στους πρωτοετείς...





Αναστασία Χατζηπαύλου-εκπαιδευτικός

Είναι κάποιες φορές που ένας τόπος, ένα πρόσωπο, μια αίσθηση, μια μυρωδιά ακόμα μπορούν να ξυπνήσουν μέσα σου έναν ολόκληρο κόσμο που έχει παρέλθει. Έτσι συνέβη και σ' εκείνον, σε μια βόλτα στην σχολή των φοιτητικών του χρόνων, με αφορμή μια έρευνα ή ίσως - ποιός ξέρει;- μια κρυφή επιθυμία να βουτήξει στο παρελθόν του. Είκοσι χρόνια πίσω, παιδάκι θα 'λεγες ακόμη, άνοιγε τα φτερά του για το δικό του προσωπικό ταξίδι. Η πρώτη μεγάλη έξοδος απ' την ασφάλεια της οικογένειάς του, προς αναζήτηση του εαυτού του. Με την όψη στο μεταίχμιο της ενηλικίωσης κι έναν αέρα στην περπατησιά του που ένιωθε ότι θα κατακτήσει τον κόσμο. Με σκέψεις που τότε ήταν σημαντικές, όνειρα που σήμερα μοιάζουν υπερφίαλα, συναισθήματα μπερδεμένα, έγνοιες ανούσιες


2/10/17

Ερωτική σχέση


Γιατί όταν δεν αναγνωρίζουμε την ανάγκη να ρίξουμε ρίζες μέσα στο αιώνιο, είτε όταν αρνιόμα­στε πώς είμαστε ικανοί για τούτο, αυτό πού πραγ­ματικά κάνουμε είναι να καταδικάζουμε τους εαυ­τούς μας και τις πράξεις μας αργά ή γρήγορα στην αποσύνθεση. Είναι η αρμονία κι ο ρυθμός της αιω­νιότητας πού κρατούν το κάθε τι στη θέση του, και επιτρέπουν το μέστωμά του· κι ο,τιδήποτε αντι­στέκεται σ' αυτή την αρμονία και σ' αυτό το ρυθμό ή αποκόβεται απ’ αυτά, στο τέλος θα αποσαθρω­θεί από μόνο του. Θα αποσαθρωθεί γιατί του λεί­πει εσωτερική πραγματικότητα. [...]

Ο άνθρωπος δεν έχει χάσει την «κατ’ εικόνα» δυ­νατότητά του, ακόμη κι αν δεν ζει και δεν ενεργεί σύμφωνα μ’ αυτή τη δυνατότητα. Μπορεί να απο­τινάξει τη νάρκη του. Μπορεί να αντιστρέψει τηδιαδικασία με την οποία έχει περιορίσει τη συνεί­δησή του στο επίπεδο της ανοσιότητας. Όμως για να το πετύχει θα πρέπει ν’ αναγνωρίσει ότι στην ουσία είναι ένα πνευματικό ον που οι πιο βαθειές α­νάγκες κι επιδιώξεις του μπορούν μονάχα να εκ­πληρωθούν μέσα απ’ την προσωπική του ολοκλή­ρωση στο Θεό. Αλλ’ εφόσον ο Θεός είναι αγάπη, αυτή η ολοκλήρωση μπορεί να κατορθωθεί μονάχα μέσα απ' την αναγέννηση της θείας αγάπης στη ψυχή του.

Από δω ξεκινά η αποφασιστική σημα­σία πού μπορεί και πρέπει να έχει η ερωτική σχέση ανάμεσα στον άντρα και στη γυναίκα, σ’ όλο το δρό­μο πού φέρνει στο ξανάνοιωμα και στη λύτρωση. Γιατί η αγάπη τους, κι η επιθυμία για ένωση που ξυπνά τούτη η αγάπη, είναι η έκφραση και της α­νάγκης και της ικανότητάς τους να ξανακερδίσουν τέλεια συνείδηση της μακαριότητας πού τους ανή­κει στον παράδεισο πού υπάρχει μέσα τους: εκείνο τον παράδεισο οπού ο ένας βλέπει το Θεό στον άλλο και πού τέλεια φανερώνεται μονάχα σ’ εκεί­νους στους οποίους η ομορφιά πού βλέπουν έχει μεταμορφώσει την ανθρώπινη αγάπη σε μια αγά­πη πού είναι η ίδια θεία.

Philip Sherrard


30/9/17

Πολύ μας αγαπάει ο Κύριος


Του Οσίου Σιλουανού του Αθωνίτου

Πολύ μας αγαπάει ο Κύριος- αυτό το έμαθα από το Άγιο Πνεύμα, που μου έδωσε Εκείνος κατά το μέγα Του έλεος.
Γέρασα και ετοιμάζομαι για το θάνατο και γράφω την αλήθεια από αγάπη για τους ανθρώπους.
Το Άγιο Πνεύμα, που μου έδωσε ο Κύριος, θέλει να σωθούν όλοι, να γνωρίσουν όλοι το Θεό.
Ήμουνα χειρότερος κι από έναν βρωμερό σκύλο, εξαιτίας των αμαρτιών μου- σαν άρχισα όμως να ζητώ συγχώρηση από το Θεό, Αυτός μου έδωσε όχι μόνο τη συγχώρηση αλλά και το Άγιο Πνεύμα. Έτσι, εν Πνεύματι Αγίω, γνώρισα το Θεό.
Βλέπεις αγάπη που έχει ο Θεός για μας; Ποιος, αλήθεια, θα μπορούσε να περιγράψει την ευσπλαχνία Του;
Αδελφοί μου, πέφτω στα γόνατα και σας παρακαλώ, πιστεύετε στο Θεό, πιστεύετε πως υπάρχει το Άγιο Πνεύμα, που μαρτυρεί για το Θεό σ' όλες τις εκκλησίες μας, αλλά και στην ψυχή μου.
Το Άγιο Πνεύμα είναι αγάπη. Και η αγάπη αυτή πλημμυρίζει όλες τις ψυχές των ουρανοπολιτών αγίων.
Και το ίδιο Άγιο Πνεύμα είναι στη γη, στις ψυχές όσων αγαπούν το Θεό. Εν Πνεύματι Αγίω οι ουρανοί βλέπουν τη γη, ακούνε τις προσευχές μας και τις προσκομίζουν στο Θεό.
Ζούμε στη γη και δεν βλέπουμε το Θεό, δεν μπορούμε να Τον δούμε. Αλλά σαν έρθει το Άγιο Πνεύμα στην ψυχή, τότε θα δούμε το Θεό, όπως Τον είδε ο Άγιος Στέφανος (Πράξ. 7:55-56).
Η ψυχή και ο νους αναγνωρίζουν αμέσως με το Άγιο Πνεύμα ότι Αυτός είναι ο Κύριος.
Έτσι ο άγιος Συμεών ο Θεοδόχος, με το Άγιο Πνεύμα, αναγνώρισε στο μικρό Βρέφος τον Κύριο (Λουκ. 2:25-32).
Έτσι και ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής, με το Άγιο Πνεύμα επίσης, αναγνώρισε τον Κύριο και Τον υπέδειξε στους ανθρώπους.
Και στον ουρανό και στη γη ο Θεός γνωρίζεται μόνο με το Άγιο Πνεύμα, όχι με την επιστήμη.
Και τα παιδιά που δεν σπούδασαν καθόλου, γνωρίζουν τον Κύριο με το Άγιο Πνεύμα. Χωρίς το Άγιο Πνεύμα κανείς δεν μπορεί να γνωρίσει το Θεό και πό σο πολύ μας αγαπάει.
Ακόμα κι αν διαβάζουμε ότι μας αγάπησε και έπαθε από αγάπη για μας, σκεφτόμαστε γι' αυτά μόνο με το νου, αλλά δεν καταλαβαίνουμε όπως πρέπει, με την ψυχή, την αγάπη του Χριστού.
-->
Όταν όμως μας διδάξει, τότε γνωρίζουμε με ενάργεια και αισθητά την αγάπη- τότε γινόμαστε όμοιοι με τον Κύριο.

28/9/17

Ο Θεός θέλει την αμφιβολία!



Το γεγονός της αμφιβολίας για την ανυπαρξία ή την ύπαρξη του Θεού, ανεξάρτητα από την μορφή που έπαιρνε και την ποιότητα που είχε όταν εκφραζόταν από άπιστο ή πιστό, κράτησε και κρατά ζωντανή τη συζήτηση για το ερώτημα της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας του Θεού.
Η πιο συνηθισμένη άποψη πάνω στο πολυσύνθετο αυτό πρόβλημα, που ακούγεται συχνά και από τις δύο παρατάξεις είναι η απαίτηση για μια απόδειξη της ύπαρξης του Θεού. Ο «αμφισβητίας» βάζει ως προϋπόθεση για να πιστέψει στο Θεό την απόδειξη της ύπαρξής Του. Από την άλλη μεριά ο πιστός, παλεύοντας με το «πρόσθες ημίν πίστιν», ζητεί με τον τρόπο του μια μεγαλύτερη βεβαίωση για την πίστη του.
Ταυτόχρονα, μπλεγμένος στο πρόβλημά του, κατανοεί ως ορθό το αίτημα του «αμφισβητία» και, παρασυρόμενος από το δικό του προβληματισμό, προσπαθεί να φέρει «αποδείξεις» για την ύπαρξη του Θεού. Συχνά η προσπάθειά του αυτή, ψυχολογικά βλεπόμενη, δεν γίνεται για τον «αμφισβητία», αλλά για τον ίδιο του τον εαυτό.
Ξεχνούν όμως και οι δύο παρατάξεις την λογική ανακολουθία, στην οποία εμπλέκονται, με το να θέλουν να συνδυάσουν την πίστη με την απόδειξη. Να συνδυάσουν δηλ. δύο καταστάσεις που είναι ασυμβίβαστες και που ωστόσο είναι και οι δύο τους από μόνες τους δόκιμες και απαραίτητες για τη ζωή του ανθρώπου.
Το κυριότερο σφάλμα και των δύο είναι η τραγική παραγνώριση του κινδύνου που θα συνεπαγόταν μια ενδεχόμενη απόδειξη του Θεού. Γιατί αν ο Θεός αποδεικνυόταν, η βεβαιότητα της παρουσίας Του θα αποτελούσε μια τόσο καθοριστική δέσμευση του ανθρώπου, που θα είχε ως επακόλουθο, την άρση της ελευθερίας του. Το γεγονός ότι ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε να ρυθμίσει τη μοίρα του διαφορετικά από το θέλημα του Θεού και το Νόμο Του, γιατί θα γνώριζε πια ότι θα επακολουθούσε νομοτελειακά η τρομερή ανταπόδοση, θα οδηγούσε σε μια τέτοιας μορφής και έκτασης αναγκαστική «συμμόρφωση» και υποταγή στο Θεό, που θα ξεπερνούσε και την αρχαιοελληνική «ειμαρμένη».
Το γεγονός αυτό με τη σειρά του θα αποπροσωποποιούσε τον άνθρωπο, εφ’ όσον προϋπόθεση για τη διαμόρφωση του προσώπου είναι η ελευθερία. Τελικό αποτέλεσμα θα ήταν η υπαγωγή του ανθρώπου σε χειρότερη μοίρα από τα ζώα. Και τούτο γιατί η βιολογικής μορφής ελευθερία που υπάρχει στα ζώα είναι σύμμετρη με την ύπαρξή τους, ενώ στην περίπτωση του ανθρώπου θα ήταν κατώτερη από τις δομικές του δυνατότητες που του ενέθεσε ο Θεός κατά τη δημιουργία του.
Συμπέρασμα των παραπάνω είναι ότι ο Θεός, αντίθετα προς την απαίτηση του «απίστου» και την επιθυμία του πιστού, δεν θέλει να «αποδεικνύεται». Και η «άρνησή» Του αυτή αποτελεί μια ύψιστης μορφής σωτηριολογική ενέργεια. Όσο κι αν ο ισχυρισμός αυτός, δηλ. το «αρνούμαι» να αποδειχθώ για να σώσω», φαίνεται από πρώτη ματιά αντιφατικός είναι απόλυτα συμβατός με τη «λογική» της αγάπης του Θεού.
Ο Θεός δεν χρειάζεται οπαδούς, θαυμαστές και χειροκροτητές, πολύ δε λιγότερο δούλους, αλλά συνομιλητές και φίλους. Κι αυτούς όχι του τύπου του αυλικού παρατρεχάμενου, που είναι γεμάτος από υποκρισία, υπεροψία και ιδιοτέλεια. Ο «φίλος» του Θεού είναι ο ολοκληρωμένος εκείνος άνθρωπος που, πέρα από κάθε καταναγκασμό και μόνο μέσα στην ελευθερία, δηλ. με πλήρη συνείδηση και αδέσμευτη θέληση, διαπλάθει την ύπαρξή του με τρόπο ώστε να μορφώνει και να τελειοποιεί το δικό του χαρακτηριστικό ανθρώπινο τύπο.

 Από Το Βιβλίο: «Ο Θεός Και Η Ελευθερία Του Ανθρώπου»


25/9/17

Πίστη και αμφβολία


Θεέ μου, Θεέ μου, κράτησε μέσα μου ορθή την πίστη. Σαλεύεται. Λυγίζει. Η αμφιβολία, τανάλια σιδερένια, σφίγγει ολοένα τον νου μου. Φοβούμαι πως θα μου θρυμματίσει το κρανίο.
Ανεξιχνίαστε, Μεγάλε Θεέ μου, συνθλίβομαι μέσα στη δραματικότερη αντίφαση. Ενώ Σε παρακαλώ να με στηρίξεις στην πίστη, το κάνω χωρίς πίστη, με κλονισμένη διάθεση.
Άραγε θα μ' ακούσεις; Υπάρχεις; Μήπως η φωνή μου πέφτει στο κενό, στο απόλυτο μηδέν; Φρίττω!
Η αμφιβολία μου τρώει τα σωθικά. Ο άνεμος πάει να σβήσει τη φλόγα, Θεέ μου, κράτησε με. Μη σβήσει το φως. Πώς θα ζήσω χωρίς Εσένα;
Ω, πόσα χέρια βέβηλα σπέρνουν στην καρδιά μου το σπόρο του δισταγμού και θέτουν σε δοκιμασία την πίστη μου! Προπαντός, Θεέ μου, με κλονίζει ο πόνος, πού δυναστεύει αλύπητα εκατομμύρια υπάρξεις.
Έπειτα είναι και τα πάθη μου, ο υπάνθρωπος πού ενεδρεύει εντός μου και πού θα ‘θελε να μην υπάρχεις.
Κι οι κατακτήσεις της επιστήμης, η λατρεία της, η μέθη που φέρνει στο νου τραντάζουν το οικοδόμημα της πίστης μου.
Κύριε, «πρόσθες ημίν πίστιν». Αν αυτό το έλεγαν οι Απόστολοι πού Σε είχαν κοντά τους, Σ' έβλεπαν και Σ' άκουγαν, τί να πω εγώ; Εγώ πού ζω σ' έναν κόσμο αλλοπρόσαλλο, Θεέ μου, όπου τα ένστικτα σκότωσαν τη λογική, ο ρυθμός της ζωής έσπασε τα νεύρα και τα είδωλα έκρυψαν τη θέα Σου από τα κουρασμένα μάτια μας;
«Πιστεύω, Κύριε, βοήθει μου τη απιστία». Ιησού μου, «πρόσθες μοι πίστιν». Διάλυσε την ομίχλη της αμφιβολίας. Εξαφάνισε τους δισταγμούς.
Δώσε μου τη βεβαιότητα της παρουσίας Σου.
Μίλησε μου. Λύσε τη σιωπή.
Δείξε μου ένα σημάδι πού να πείθει το ανήσυχο πνεύμα μου για την ύπαρξή Σου.
«Εισάκουσαν της φωνής μου». «Και η κραυγή μου προς Σε ελθέτω».
«Πιστεύω. Κύριε, βοήθει μου τη απιστία».

Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Δημήτριος