25/7/16

Η ΕΛΠΙΔΑ ΤΗΣ ΛΙΝΕΤ





                                             Μια παρουσίαση βιβλίου από τήν Ειρήνη Ζαμάνη

 Ήταν πριν τρία χρόνια  που ανέγνωσα το βιβλίο «Η ΕΛΠΙΔΑ ΤΗΣ ΛΙΝΕΤ» (εκδ. Ακρίτας), όταν διαβάζοντας και την τελευταία του σελίδα αυτοδεσμεύθηκα να δώσω συνέχεια , να διαδώσω τη μαρτυρία ζωής και θανάτου αυτής της φωτεινής ύπαρξης. Μια ελάχιστη οφειλή για μια γυναίκα που έζησε μια πλήρη ζωή από αγάπη για την όντως Ζωή. Με συγκλόνισε  η απόλυτη αγάπη που ένιωσε και την μοιράστηκε.   Μα ποια ήταν η Λινέτ;


Μια χαριτωμένη Αμερικάνα που από τα παιδικά της χρόνια έμαθε να διακονεί ούσα ένα από τα πέντε παιδιά των ιεραποστόλων γονιών της. Μαζί τους παιδί δέκα χρόνια στην ιεραποστολή της Ουγκάντα  κι όλη της η ζωή μαθητεύουσα στο λόγο του Θεού φλόγισαν την ψυχή της με το πόθο να «μαθητεύση πάντα τα έθνη». Η ιεραποστολική της κλίση συνάντησε την καλλιτεχνική, καθώς νωρίς  ανακάλυψε το  τάλαντό της  στα εικαστικά και σε κάθε δημιουργική έκφανση: χειροτεχνία, τραγούδι, μουσική. Πολλαπλασίασε αυτά τα τάλαντα με ειδίκευση στη γραφιστική και παράλληλες  θεολογικές σπουδές , μια γερή αρματωσιά για την αποστολή που ακόμη αγνοούσε...




22/7/16

Ἐνα ποιήμα...



  


    Οφειλή
 
Θέλω ένα κεφάλι παιδιού να σκύψω να φιλήσω…
Μπρος στο φως του για  τα σκοτάδια να λογοδοτήσω αλλά…
τι μου φταίει η αθωότητα με του κόσμου το ζόφο να την  μαγαρίσω;
Τις τρυφερές πατούσες τους
κόκκινα ρυάκια βάλαμε
να διασχίσουν,
τις τρυφερές παλάμες τους
όπλο βάλαμε να κρατήσουν.
Το κοχύλι στο αυτί τους
σπάσαμε
με φανατισμό και μίσος,
σαν φωνάξαμε.
Και των ματιών τους το γαλαξία
θαμπώσαμε
κάθε φορά που την απύθμενη ασχήμια
να δουν
αναγκάσαμε.

Κι όμως…
Έχουν ακόμη πάνω τους
την αστερόσκονη της αιωνιότητας,
του Παραδείσου  τη νοσταλγία
κι ακόμα περισσότερο,
αυτό που είναι πολύ
για το λίγο του κόσμου.

Πρέπει ένα κεφάλι παιδιού να σκύψω  να φιλήσω
κι ένα «συγνώμη»
να ψιθυρίσω.
                                                                                                                          

Ειρήνη Ζαμάνη,
 2016,  απάνθρωπος  Ιούλης



30/6/16

Εξομολόγηση, το λησμονημένο μυστήριο...


π. Χριστοδούλου Μπίθα, από το περιοδικό ΑΡΧΑΓΓΕΛΩΝ ΛΟΓΟΣ, Καλοκαίρι 2016






Τι είναι η εξομολόγηση; Γιατί να λέω τα μυστικά μου σε έναν άγνωστο, αντί σε έναν φίλο μου; Εγώ τα λέω στην εικόνα, δεν χρειάζεται να τα πω στον παπά! Τι όφελος θα έχω να λέω γεγονότα που θέλω να ξεχάσω; Εγώ πηγαίνω Χριστούγεννα και Πάσχα, γιατί να πηγαίνω πιο συχνά; Η εξομολόγηση είναι για τις γυναίκες (!). Εγώ σταμάτησα την εξομολόγηση γιατί την τελευταία φορά που πήγα, αισθάνθηκα πολύ άσχημα, επειδή ο ιερέας με μάλωσε για όσα του αποκάλυψα...


Αυτές είναι μερικές από τις απόψεις που θα ακούσουμε αν ρωτήσουμε τον μέσο πιστό σχετικά με την εξομολόγηση, το λησμονημένο από τους πολλούς Μυστήριο της μετανοίας. Μέσα στο γενικότερο κλίμα της ακατηχησίας που επικρατεί στην εποχή μας, οι περισσότεροι προσέρχονται περιστασιακά στην εξομολόγηση και επίσης σπάνια μετέχουν στην Θεία Κοινωνία. Μάλλον αγνοούν πως για τον Ορθόδοξο Χριστιανό η Εκκλησία "σημαίνεται εν τοις μυστηρίοις", όπως λέει ο όσιος Νικόλαος Καβάσιλας, πως η ενεργή και συνειδητή μυστηριακή ζωή μας οδηγεί προς τον Θεό, δηλαδή η έμπρακτη μετάνοια και κοινωνία με το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, συμμετοχή στα μυστήρια, κατήχηση, γνώση του Λόγου του Θεού και  εφαρμογή του...

Πανάρχαιη αντιδικία


Θέλω  να  πω  ότι  κάθε  νύχτα  έπρεπε  να  τα  παίζω
όλα,  και  μάλιστα  χωρίς  να  ’ναι  κανείς  στην  άλλη
πλευρά του τραπεζιού - κανείς; αστείοι που είμαστε
– αντίκρυ μου εκεί, κάθε νύχτα, στέκεται ο Θεός,
εγώ  προσπαθώ  να  του  ξεφύγω,  εφευρίσκω
πανουργίες,  θανάσιμα  αμαρτήματα,  κάνω
αποτρόπαιες  σκέψεις,  αλλά  Εκείνος  με  διεκδικεί
ολόκληρο,  λυσσάω  που  δεν  μπορώ  να  βρω  μια
υπεκφυγή, μια διέξοδο...
   Ώσπου αρχίζει να ξημερώνει. Ανοίγω τότε το
παράθυρο  και  άθελά  μου  χαμογελώ.  Ο  Θεός,  για
μια ακόμα φορά, με κέρδιζε με την καινούργια μέρα
του.

Τάσος Λειβαδίτης


29/6/16

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΚΑΙ Η ΕΥΠΕΡΙΣΤΑΤΟΣ ΑΜΑΡΤΙΑ






Όταν ένας άνθρωπος φέρει στους ώμους του ένα βαρύ φορτίο, μία δοκιμασία, έναν σταυρό, οι υπόλοιποι συνηθίζουμε να λέμε ότι αυτός «αγίασε». Έχουμε ταυτίσει τους αγίους με εκείνους του ανθρώπους που κουβαλάνε φορτία και μάλιστα δυσβάσταχτα. Η αγιότητα θεωρείται σταυρός. Θεωρείται επιλογή των λίγων. Αυτών που δε θέλουν να ζήσουν τη χαρά της κοσμικής ζωής, αλλά οραματίζονται έναν κόσμο εκτός χρόνου και μετά θάνατον, στον οποίο ο Θεός που πιστεύουν θα τους δώσει ανάπαυση. Έτσι εμείς οι άνθρωποι τους τιμούμε ακριβώς διότι δε χάρηκαν σ’  αυτή τη ζωή, αλλά άφησαν τα πάντα για τον ουρανό.

25/6/16

Τα παιδιά της τελειότητας


Tης Κλαίρης Τζωρτζάκη

Κάνουν μπαλέτο ή πολεμικές τέχνες δυο-τρεις φορές την εβδομάδα. Ενδιάμεσα τένις, μαθήματα υπολογιστών, κολυμβητήριο. Στο νηπιαγωγείο είναι ήδη παιδιά θαύματα. Μαθαίνουν γραφή κι ανάγνωση στους πρώτους δύο μήνες. Γιατί οι δάσκαλοι είναι πολλοί. Κι όχι μόνο πρωινοί. Το μεσημέρι αναλαμβάνουν μαμάδες και μπαμπάδες και τα απογεύματα γιαγιάδες και παππούδες. »Έλα να δω τι έμαθες σήμερα».
Με τα πρώτα Α στους ελέγχους του δημοτικού γίνεται γιορτή. Φιλιά. Μπράβο. Αγκαλιές. Τηλέφωνα σε όλους τους συγγενείς, εσωτερικού κι εξωτερικού. »Σκίζει». Κι όσο σκίζει τόσο ξεσκίζεται. Να και η δεύτερη ξένη γλώσσα. Να και κανα ιδιαίτερο στην αριθμητική. »Γιατί τεμπελιάζεις; Τέλειωσες το διάβασμα; Τι θα πει βαριέσαι να πας για πιάνο;»
Το δράμα ξεκινά όταν μέσα στον έλεγχο τρυπώσει κανά Β. Και ήδη από τα σκαλιά του σχολείου, ακούγεται η ερώτηση – εφιάλτης για κάθε μαθητή: »Τ’ άλλα παιδάκια τι πήραν; Η Αδαμαντία γιατί είχε σε όλα Α; Είναι πιο έξυπνη από σένα;» Φυσικά, αυτός ο έλεγχος τριμήνου εξαφανίζεται. Η τηλεόραση κλειδώνει.
Το πάρκο απαγορεύεται. Όπως και τα τηλεφωνήματα στην απέναντι κολλητή μικρούλα. Σε ακραίες (ή όχι τόσο;) περιπτώσεις εμφανίζονται και οι άσπρες, κίτρινες και κόκκινες πεταλουδίτσες  της Αλίκης μετά το χαστούκι του Παπαμιχαήλ.


Τα παιδιά της τελειότητας δεν πηγαίνουν στις σχολικές εκδρομές. Κάθονται να διαβάσουν. Αν τυχόν γράψουν σε κάποιο διαγώνισμα του γυμνασίου κάτω από… 20 βάζουν τα κλάματα. Ντρέπονται να κοιτάξουν τους καθηγητές στα μάτια και κοκκινίζουν όταν τους μιλάνε άλλα παιδιά. Δεν κάνουν μεγάλες παρέες.
Και πολλά στα διαλείμματα είναι συνήθως μόνα τους. Σκυφτά. Τα καταλαβαίνεις ακόμα κι απ’ τον τρόπο που ντύνονται. Ή χτενίζονται. Τα παιδιά της τελειότητας δεν βγαίνουν τα Σάββατα. Ούτε μία βόλτα.
Κι είναι ήδη 14, 15, 16 χρόνων. Αυτά τα παιδιά σε λίγα χρόνια θα μπουν σε πανεπιστήμια. Κι όπως είναι το σύστημα κατά πάσα πιθανότητα θα φύγουν από το σπίτι. Θ’ αλλάξουν πόλη. Θ’ αλλάξουν ζωή. Τι όπλα θα κρατάνε στα χέρια τους; Βιβλία; Πουέντ; Ή μήπως το πυθαγόρειο θεώρημα;
Και κάποια απ’ αυτά, πριν από το τέλος θα κουραστούν. Θα κλατάρουν. Μόνο και μόνο επειδή δεν έχουν μάθει πώς να διαχειρίζονται το άγχος των εξετάσεων. Ή το ενδεχόμενο μιας αποτυχίας. Ή απλώς θα βαρεθούν, βρε αδελφέ. Παιδιά είναι.
Μαμά. Απέναντί σου βρίσκονται άνθρωποι. Μικροί. Αλλά άνθρωποι….
Ναι. Να μάθεις το παιδί σου να αγωνίζεται. Να το απομακρύνεις από την τεμπελιά. Να το εφοδιάζεις με τα απαραίτητα. Τα απαραίτητα όμως. Μόνο. Για όλα τ’ άλλα θα ‘χει όλη τη ζωή μπροστά του, να επιλέξει τι θα μάθει και τι όχι. Βγάλτο απ’το δωμάτιό του. Πιάσε το χέρι του. Δείξτου τον κόσμο. Μάθε το να παίζει. Με άλλα παιδιά. Πολλά παιδιά. Αγόρια. Κορίτσια. Μάθε το να είναι ξένοιαστο.
Το θυμάσαι αυτό; Δείξ’του εμπιστοσύνη. Το πιο σημαντικά πράγματα θα τα μάθει έξω από το σχολείο. Οι προσωπικότητες θέλουν πεζοδρόμια για να θωρακιστούν.
Και κάτι ακόμα.
Μάθε το να χάνει. Πώς; Άστο να χάνει. Να τρώει τα μούτρα του. Η ήττα είναι απαραίτητο σκαλοπάτι της νίκης. Μην ζητάς, από το παιδί σου την τελειότητα. Να εύχεσαι μόνο (κι εκεί να του κάνεις πολλά -πολλά ιδιαίτερα) να μπορεί να ξεπεράσει στη ζωή του, το γεγονός ότι ποτέ δεν θα είναι τέλειο.

Υ.Γ.: Θέλει κότσια αυτό. Κι εγώ δεν τα έχω πάντα.



18/6/16

ΕΣΧΑΤΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΚΑΤΑΡΓΕΙΤΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ...






                                                                   Πρόλογος


 Οι άνθρωποι έχουμε το εξαιρετικά μοναδικό προνόμιο να γνωρίζουμε, οτι οπωσδήποτε κάποτε πρόκειται να πεθάνουμε.
Συνήθως όμως στις ενέργειές μας άλλοτε το ξεχνάμε,  και άλλοτε συνειδητά ή ασυνείδητα το απωθούμε.
Μερικοί μάλιστα αν αναγκαστούμε να μιλήσουμε για θέματα, που έχουν σχέση με τον θάνατό μας      “ κτυπάμε... ξύλο! “
Η αποδοχή του δικού μας μελλοντικού θανάτου δεν είναι καθόλου εύκολη, χρειάζεται ωρίμανση με μεγάλη εσωτερική διεργασία.
Κάποιοι άνθρωποι (όχι τυχαία)  είχαν την ξεχωριστή ευλογία να πληροφορηθούν, εκ θεϊκής αποκαλύψεως, την ημέρα της αναχωρήσεώς τους από αυτή την ζωή.
Είναι πάντα συγκλονιστική η περίπτωση ενός οσιακού τέλους.
Πάντως στην εκκλησία, σε κάθε θεία λειτουργία, παρακαλούμε, να είναι τα στερνά μας  ανώδυνα, ανεπαίσχυντα  και  ειρηνικά.



Αυτό το “ ειρηνικά ” θα αποπειραθούμε να το προσεγγίσουμε σκαλοπατιαστά
 με  4  ποιήματα/μελωδίες, σε  4  σκηνές,  
 παρμένες σπονδυλωτά, από 4 τελείως διαφορετικές οπτικές γωνίες.



 
Σκηνή πρώτη:  Παρμένη από ένα spiritual νέγρικο τραγούδι.


                        

  
  Ο γέρος νέγρο Τζο αναπολεί... το διάβα της ζωής που πέρασε... πάνω στη γη.                  
 Οι εικόνες που έζησε, προβάλλουν ζωντανές μπροστά του, η μία μετά την άλλη.
 
 Ας αφουγκραστούμε τον γαλήνιο μονόλογό του τώρα που νιώθει, πως πλησιάζει το τέλος.
 Ας σταθούμε δίπλα του, στον οραματισμό του για το πέρασμα... προς την αντίπερα όχθη…
 Ας ψηλαφίσουμε την ανταπόκρισή του στο κάλεσμα...

Απολαύστε το κείμενο στο πρωτότυπο, αλλά και στην ελεύθερη μεταφραστική προσέγγιση από τον φίλο και φιλόλογο Ανδρέα Α. μακαριστό πλέον.






Σκηνή δεύτερη: Σε μιά πλαγιά του Παρνασού, σε μιά κατασκήνωση, πριν πολλά χρόνια.




                          
Μιά ομάδα νεαρών κατασκηνωτών, με προσευχητική διάθεση, αποπειράται να βάλει, σε μιά ρωσική μελωδία, στίχους σχετικούς με το θέμα μας, φωτίζοντας απαλά και γαλήνια την διαδρομή προς την Ουράνια Πατρίδα.
                            
Στο λεκτικό μωσαϊκό που δημιουργήθηκε, πολλές ψηφίδες τοποθετήθηκαν με την επιλογή ενός πολυτάλαντου εφήβου (τότε)  Σταμάτη Σ. , ιατρού (κατόπιν), καταξιωμένου κληρικού  και αγιογράφου (σήμερα).
                            

Περπατώ μες στην νύχτα

Περπατώ μες στην νύχτα χαμένος
στο σκοτάδι,  αχ πού’ναι ο Θεός μου;
το χέρι σου, Κύριε, δος μου
τη χαρά, δες πως είμαι θλιμμένος.

Στων ματιών μου τα βάθη φαντάζει
υποψία μιας θείας γαλήνης,
του ναού σου τη θύρα μην κλείνεις,
θείο μύρο σου πάνω μου ας στάξει.

Νοσταλγός του γλυκού ουρανού σου
είμαι πρόσφυγας σ’ αυτή την χώρα
σε υμνώ που αγγίζει η ώρα
του γλυκού ερχομού σου Ιησού.


Σκηνή τρίτη:    Ο ποιητής Γεώργιος Δροσίνης με το βαθυστόχαστο και αθάνατο ποιημά του 
Τι λοιπόν;”  έχει την δική του οπτική θέα.




Τι λοιπόν;/ Γ. Δροσίνη 

Τι λοιπόν; Της ζωής μας το σύνορο
θα το δείχνει ένα ορθό κυπαρίσσι;
Κι απ' ό,τι είδαμε, ακούσαμε, αγγίξαμε
τάφου γη θα μας έχει χωρίσει;

Ό,τι αγγίζουμε, ακούμε και βλέπουμε,
τούτο
 μόνο Ζωή μας το λέμε;
Κι αυτό τρέμουμε μήπως το χάσουμε
και χαμένο στους τάφους το κλαίμε;

Σ' ό,τι αγγίζουμε, ακούμε και βλέπουμε
της ζωής μας ο κόσμος τελειώνει;
Τίποτε άλλο; Στερνό μας απόρριμα
το κορμί που σκορπιέται και λιώνει;

Κάτι ανέγγιχτο, ανάκουστο, αθώρητο
μήπως κάτω απ' τους τάφους ανθίζει
κι ό,τι μέσα μας κρύβεται αγνώριστο
μήπως πέρ' απ' το θάνατο αρχίζει;

Μήπως ό,τι θαρρούμε βασίλεμα
γλυκοχάραμ' αυγής είναι πέρα
κι αντί να 'ρθει μια νύχτ' αξημέρωτη
ξημερώνει μι' αβράδιαστη μέρα;

Μήπως είν' η αλήθεια στο θάνατο
κι η ζωή μήπως κρύβει την πλάνη;
¨Ο,τι λέμε πως ζει μήπως πέθανε
κι είν'
 αθάνατο ό,τι έχει πεθάνει;



Σκηνή τέταρτη:    Ο ποιητής Γ. Βερίτης (Αλέξανδρος Γκιάλας)  ξεκάθαρα και αταλάντευτα
                                   ομολογητικός, μας ξεπροβοδίζει στην θέα της Αναστάσιμης διάστασης 

  
 

Πασχαλινό  /  Γ. Βερίτη

Στο  στερνό  το  ξεψύχημα 
δειλινού  μυρωμένου
Κάποια  ρόδα  μαραίνονται, 
κάποια  ρόδα  πεθαίνουν.

Κι΄ένα  ρόδο  σκορπίζοντας 
τ' ανοιχτά  πέταλά  του
Κάποιο  φύλο  που  τούμεινε 
για  στερνό  στολισμά  του

το  τινάζει  και  κείνο 
και  το  ρίχνει  μπροστά  του
στο  κρυστάλλινο  φλοίσβισμα 
τ' αρυακιού του  δροσάτου.

-Που  τραβάς  ανθοπέταλο 
τη  ζωή  σου  να  σβήσεις;
-Πάω  να  φέρω  την  άνοιξη 
σ'ένα  κόσμο  άλλης  ζήσης

Μεσ' στης  γης  τα  κατάβαθα 
τον  Απρίλη  θα  φέρω,
θα  σκορπίσω  το  μήνυμα 
μιας  αλήθειας  που  ξέρω.

Μιας  αλήθειας  το  κήρυγμα 
το  τρανό  θα  κηρύξω
και  θα  πω  την  Ανάσταση 
στους  νεκρούς  που  θα  σμίξω.


Ε π ί λ ο γ ο ς

 



Η γέννηση και ο θάνατος,   διαγράφουν  γύρω μας αδιάκοπα,  κύκλους απανωτούς.

Η ειρήνη/γαλήνη του Χριστιανού μπροστά στον θάνατο πηγάζει από την βεβαιότητα 
της Εκκλησίας, που εκφράζεται θαυμάσια, απλά, λιτά, μεστά και απέριττα με την προσέγγιση του Αγίου Πορφυρίου, που όταν τον ρωτούσαν για τον θάνατο έλεγε ξεκάθαρα και αφοπλιστικά : 
Μα δεν υπάρχει θάνατος,  για όποιον είναι μέσα στην εκκλησία του Χριστού!
 
Έτσι όμως μας προκαλεί και συγχρόνως μας προσκαλεί στην ουράνια θέαση του κόσμου,  υπό το πρίσμα της αιωνιότητος (sub specie aeternitatis), και έτσι τελικά μας έφερε,

 με τον δικό του τρόπο (με μονοκοντυλιά) στην αρχή που ξεκινήσαμε : 

 ΕΣΧΑΤΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΚΑΤΑΡΓΕΙΤΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ!

        Σπύρος Παυλίδης, Αναγνώστης