28/7/14

Welcome, 2009

23/7/14

ΑΠΟ ΤΟ ΙΣΡΑΗΛ ΜΕ ΑΓΑΠΗ


                              

                                      Η άκρη της κοτσίδας σου
                                      ακουμπούσε στη ρουκέτα
                                      την ώρα που έγραφες
                                      «από το Ισραήλ με αγάπη».

                                     Αν ήταν τόπι που περνούσε
                                     το φράκτη,
                                     παιχνίδι θα’ ταν η γραφή
                                     και πρόσκληση
                                     η πρόκληση.


                                     Μα…
                                     η μύτη της ρουκέτας θα γίνει
                                     μολύβι
                                     που κόκκινα θα γράψει
                                     «από το Ισραήλ με αγάπη».


                                     Κι από απέναντι
                                     κάποιο άλλο παιδί
                                     τις πέτρες θα σηκώσει,
                                     στο χέρι θα τις σφίγξει και
                                     « στο Ισραήλ με αγάπη!»
                                     θα φωνάξει.


                                    Αχ…αυτοί οι μεγάλοι
                                    πάντα να σας χαλάνε το παιχνίδι!
                                    Το μολύβι θα σκάρωνε
                                    ζωάκια, δεντράκια και σπιτάκια
                                    κι οι πέτρες θα φτιάχνανε
                                    καστράκια
                                    και στης λωρίδας τη θάλασσα
                                    ψαράκια.

                                                                                          Ειρήνη Ζαμάνη, 23-7-2014

                          

21/7/14

Μνήμες από τη μαρτυρική Νήσο





Διαβάστε μία συγκλονιστική μαρτυρία ενός Τούρκου αξιωματούχου κατά τη διάρκεια της εισβολής του τουρκικού στρατού στην Κύπρο το 1974


20/7/14

Ὅ­ταν ὁ χρό­νος στα­μα­τᾶ καί ὁ Θε­ός χα­μο­γε­λᾶ μέ­σα ἀ­π' τά σύν­νε­φα


Πρω­ι­νό Ἰ­ου­νί­ου. Μιά ὥ­ρα σχε­δόν ἡ κα­τά­βα­ση ἀ­πό τήν δυ­τι­κή ἄ­κρη τοῦ νη­σιοῦ στήν ἀ­να­τολι­κή, στίς ἀ­κτές μέ τίς ὄ­μορ­φες πα­ρα­λί­ες, τίς χρυ­σω­μέ­νες τήν γλυ­κύ­τα­τη ὥ­ρα τῆς αὐ­γῆς ἀ­π’ τό φῶς τοῦ ἥ­λιου. Τά βή­μα­τα πιό γορ­γά ὅ­σο πλη­σιά­ζω, σέ λί­γο θά τήν αἰ­σθαν­θῶ ὑ­γρή καί κα­θά­ρια στά κου­ρα­σμέ­να μου μέ­λη. Ὤ Αἰ­γαῖ­ο ἀ­πέ­ραν­το, τό­σο πο­λύ τρα­γου­δι­σμέ­νο! Θυ­μᾶ­μαι τόν δύ­σμοι­ρο ἐ­κεῖ­νο πα­τέ­ρα πού στήν ὑ­πο­ψί­α καί μό­νο γιά τό χα­μό τοῦ παι­διοῦ του σοῦ πα­ρέ­δω­σε τό σῶ­μα, τό πνεῦ­μα καί τό ὄ­νο­μά του νά τό φυ­λᾶς στήν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα. Τσα­λα­βου­τά­ω στά ρη­χά. Βρά­χια σμι­λε­μέ­να τό­σο λεί­α ἀ­π’ τήν ἁλ­μύ­ρα σου ἑ­κα­τομ­μύ­ρια χρό­νια τώ­ρα.


Στιγ­μές χα­ρᾶς, ἀ­νε­με­λιᾶς, ἡ­συ­χί­ας. Στιγ­μές φω­τει­νές τῆς ζω­ῆς μας, αἰ­ώ­νι­ες. Στιγ­μές πού ἄλ­λο­τε τίς χρω­μα­τί­ζει ἡ μο­να­ξιά κι ἄλ­λο­τε τίς συ­νο­δεύ­ουν τά χα­μό­γε­λα τῶν ἀ­γα­πη­μέ­νων μας. Ὅ­ταν ἡ ψυ­χή δει­λά ψη­λα­φεῖ τό ἀ­πό­λυ­το. Ὅ­ταν ἀ­νοί­γει ἡ καρ­διά στήν θέ­α τοῦ Θεί­ου. Ὅ­ταν ἡ κτι­στή μα­τιά συ­ναν­τᾶ τήν μα­τιά τοῦ Κτί­στη. Στιγ­μές ὑ­παρ­ξια­κῆς ἀ­γω­νί­ας, στιγ­μές ὅ­που ὁ πό­θος γιά τήν συ­νάντη­ση μα­ζί Του ἐκ­πλη­ρώ­νε­ται καί πα­ρέ­χε­ται ὡς δῶ­ρο σ' αὐ­τόν πού δί­ψα­σε. Στιγ­μές ὅ­που μέ­σα ἀ­πό πό­νο σάν μπουμ­πού­κι ἀν­θί­ζει ἡ ἐλ­πί­δα, μέ­σα ἀ­π' τήν ἀ­πο­κε­κα­λυμ­μέ­νη ἀ­λή­θεια ἀ­να­βλύ­ζει ἡ πί­στη. Στιγ­μές ὄ­μορ­φες τῆς ζω­ῆς μας. Ὅ­ταν ὁ χρό­νος στα­μα­τᾶ καί ὁ Θε­ός χα­μο­γε­λᾶ μέ­σα ἀ­π' τά σύν­νε­φα…


Στιγ­μές πού τό "Δό­ξα σοι" ξε­χει­λί­ζει αὐ­θόρ­μη­τα, πού ἡ κραυγή τῆς εὐ­χα­ρι­στί­ας σου ἑ­νώ­νε­ται μέ τίς φω­νές ὅ­λων τῶν πλα­σμά­των πού Τόν ὑ­μνοῦν. Εἶ­ναι ἡ χα­ρά τοῦ νά ἀ­φή­νε­σαι στήν στιγ­μή, τοῦ νά μπο­ρεῖς νά πα­ρα­δο­θεῖς ἄ­νευ ὅ­ρων στήν ἀγ­κα­λιά τῆς ἀ­γά­πης Του. Εἶ­ναι ἡ χα­ρά τῆς ἀ­πό­λυ­της ἐμ­πι­στο­σύ­νης πού κα­τα­θέ­τεις στά πό­δια Του. Εἶ­ναι ἡ χα­ρά τοῦ νά μπο­ρεῖς νά ἀν­τι­κρί­ζεις μέ εὐ­θύ­τη­τα τά μά­τια τῶν ἀ­δελ­φῶν σου. Εἶ­ναι ἡ χα­ρά τῆς ἑ­νό­τη­τας τοῦ κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νου ἑ­αυ­τοῦ σου. Εἶ­ναι ἡ χα­ρά τῆς ἑ­νό­τη­τας ἐν Κυ­ρί­ῳ Ἰ­η­σοῦ.

Δο­ξο­λο­γί­α καί πα­ρά­κλη­ση μα­ζί! Νά μήν ἀ­πω­λέ­σεις τήν χα­ρά, νά μήν χά­σεις τήν κοι­νω­νί­α μέ τόν Θε­ό. Οἱ μι­κρές φω­τει­νές στιγ­μές τῆς ζω­ῆς σου πού σάν ὁ­δο­δεῖ­κτες σέ κρα­τᾶ­νε στόν δρό­μο, νά πλημ­μυ­ρί­σουν τήν ὕ­παρ­ξή σου, ἔ­τσι πού ὅ­λη ἡ ζω­ή σου νά γί­νει μιά φω­τει­νή στιγ­μή στήν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα. Νά πλη­ρω­θεῖ ἡ χα­ρά, νά ἑ­νω­θεῖ ἡ ψυ­χή πού τό­σο τό ἐ­πι­θυ­μεῖ μέ τό ἀ­πό­λυ­το. 



Σοῦ χα­μο­γε­λῶ, Θε­έ μου, γιά τήν κά­θε μέ­ρα πού μοῦ χα­ρί­ζεις νά εὐ­φραί­νο­μαι μέ τίς θά­λασ­σες καί τούς ἥ­λιους καί τίς ἄ­πει­ρες κι ἀ­νεί­πω­τες ὀ­μορ­φι­ές Σου. Ἀ­πο­λύ­τως μό­νη σ’ αὐ­τή τήν ἔ­ρη­μη πα­ρα­λί­α, ἐ­λα­χι­στό­τα­τη κουκ­κί­δα στό ἄ­πει­ρο, μό­νη σέ μιά μο­να­δι­κή στιγ­μή τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας. Θε­έ μου, ὅ­σα ἔ­χω, ὅ­σα εἶ­μαι, λέ­ω, αἰ­σθά­νο­μαι, σκέ­φτο­μαι εἶ­ναι πο­τι­σμέ­να ἀ­πό τόν λό­γο Σου, δο­σμέ­να ἀ­πό Σέ­να.

Μά πές μου, ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι σή­με­ρα ἀ­πό τό πρω­ί, τίς ἀ­τε­λεί­ω­τες ὧ­ρες πού δέν σοῦ ἀ­πευ­θύ­νω τόν λό­γο καί πού κα­μώ­νο­μαι ὅτι τάχα δέν εἶ­σαι ἐ­δῶ γύ­ρω μά κά­που στό μα­κρι­νό «ὑ­περ­πέ­ραν», ἔ­χου­με ἀ­λή­θεια σχέ­ση; Νοι­ώ­θω νά μοῦ ψι­θυ­ρί­ζεις κά­θε φο­ρά μο­να­δι­κή πού φῶς λού­ζει τήν ὕ­παρ­ξή μου πώς εἶ­σαι πάν­τα ἐ­δῶ. Κι ὕ­στε­ρα θυ­μᾶ­μαι λό­για ἐμ­ψυ­χω­τι­κά, πώς κά­θε φο­ρά πού ἀ­φή­νω στήν ἄ­κρη τίς βε­βαι­ό­τη­τες τοῦ κό­σμου τού­του, μό­νο τό­τε μπο­ρεῖ νά σέ συ­ναν­τή­σω.



Κι ἔρ­χον­ται στόν νοῦ μορ­φές ἀν­θρώ­πων, ἀ­γα­πη­μέ­νων ἀ­δελ­φῶν νά μέ συγ­κι­νοῦν βα­θιά για­τί μοῦ θυ­μί­ζουν τόν κοι­νό λό­γο ὕ­παρ­ξης, τόν κοι­νό σκο­πό τῆς ζω­ῆς μας στόν δρό­μο γιά τήν ἀ­να­ζή­τη­σή Σου. Καί βγαί­νει αὐ­θόρ­μη­τα ἡ πα­ρά­κλη­ση «βόηθα με νά ἔ­χω τούς ἀν­θρώ­πους αὐ­τούς μέ­χρι τό τέ­λος καί ν’ ἀ­κού­ω τίς φω­νές καί νά βλέ­πω τά πρό­σω­πά τους, πάν­τα μέ τήν ἴ­δια συγ­κί­νη­ση». Κι ὕ­στε­ρα πά­λι κάνε τήν σχέ­ση μας πιό δυ­να­τή, ἔ­τσι πού κά­πο­τε νά εἶ­μαι ἀ­λη­θι­νά σί­γου­ρη, μα­κριά ἀ­πό συ­ναι­σθη­μα­τι­σμούς γιά τήν ὕ­παρ­ξή της. Θα­λασ­σι­νό βο­ρι­α­δά­κι μοῦ χα­ϊ­δεύ­ει τά μά­γου­λα, κλεί­νω τά μά­τια καί βυ­θί­ζο­μαι στήν στιγ­μή. Δό­ξα Σοι, Θεέ μου, δόξα σοι»!

Ἀναστασία Χατζηπαύλου

17/7/14

Μandariniid, 2013, 87΄



  


 
Τα "Μανταρίνια" είναι μια συγκλονιστι­κή ται­νί­α α­πό την Γε­ωρ­γί­α, μια ι­στο­ρί­α για την πα­ρά­νοι­α του πο­λέ­μου και την συγ­χώ­ρε­ση. Η ται­νί­α του Zaza Urushadze, που έ­γρα­ψε και το σε­νά­ριο, πή­ρε 9 βρα­βεί­α σε δι­ά­φο­ρα φε­στι­βάλ.

Κα­τά την διά­ρκεια του πο­λέ­μου Αμ­πχα­ζί­ας - Γε­ωρ­γί­ας το 1992, σε έ­να εγ­κα­τα­λε­λει­μέ­νο χω­ριό, δύ­ο Ε­σθο­νοί ... 



16/7/14

Διασταυρούμενες ζωές (Krugovi), 112’, 2013





Έ­τος πα­ρα­γω­γής: 2013. Η ται­νί­α έ­χει πά­ρει 8 βρα­βεί­α: Bari International Film Festival,  Berlin International Film Festival, Sarajevo Film Festival, Sofia International Film Festival  ,  Sundance Film Festival, Tallinn Black Nights Film Festival, Wiesbaden goEast, Yerevan Film Festival    



Σκη­νο­θε­σί­α, Σρντιάν Γκο­λούμ­πο­βιτς.
Παί­ζουν: Νεμ­πό­ι­σα Γκλόγ­κο­βατς, Χρι­στί­να Πό­πο­βιτς, Μπό­ρις Ι­σά­κο­βιτς, Λέ­ον Λού­σεφ



 
Κα­τά την διά­ρκεια του πο­λέ­μου στην Βοσ­νί­α το 1993, ο Marko, έ­νας Σέρ­βος στρα­τι­ώ­της, γί­νε­ται μάρ­τυ­ρας της βί­αι­ης ε­πί­θε­σης τρι­ών συμ­πο­λε­μι­στών του ε­ναν­τί­ον ε­νός μου­σουλ­μά­νου πε­ρι­πτε­ρά. Ο Marko ε­πεμ­βαί­νει και σώ­ζει τον Haris, αλ­λά ο ί­διος ξυ­λο­κο­πεί­ται α­πό τους ε­ξα­γρι­ω­μέ­νους στρα­τι­ώ­τες.



 Δε­κα­πέν­τε χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, οι πρω­τα­γω­νι­στές του ε­πει­σο­δί­ου ζουν τις πλη­γω­μέ­νες α­πό τον πό­λε­μο ζω­ές τους σε δι­α­φο­ρε­τι­κά μέ­ρη. Στο χω­ριό, ο πα­τέ­ρας του Marko χτί­ζει έ­να εκ­κλη­σά­κι και τό­τε εμ­φα­νί­ζε­ται ο γιος ε­νός α­πό ε­κεί­νους που ξυ­λο­κό­πη­σαν τον γιο του. Στο Βε­λι­γρά­δι έ­νας α­πό τους τρεις φο­νιά­δες χα­ρο­πα­λεύ­ει στο νο­σο­κο­μεί­ο και έ­νας φί­λος του Marko, δι­ά­ση­μος χει­ρουρ­γός πλέ­ον και αυ­τό­πτυς μάρ­τυς του εγ­κλή­μα­τος, πρέ­πει να α­πο­φα­σί­σει αν θα τον α­να­λά­βει. Κι ο μου­σουλ­μά­νος Haris, ζει στην Γερ­μα­νί­α και του δί­νε­ται μί­α μο­να­δι­κή ευ­και­ρί­α να αν­τα­πο­δώ­σει το χρέ­ος του στον σω­τή­ρα του. Ό­λα τα πρό­σω­πα θα ζή­σουν πα­ράλ­λη­λα τις συ­νέ­πει­ες ε­κεί­νου του εγ­κλή­μα­τος.



 Η­θι­κά δι­λήμ­μα­τα, προσωπική ευθύνη, μί­σος, εκ­δί­κη­ση, η έννοια του χρέους, οι ενοχές, η εκδίκηση, η συγ­χώ­ρε­ση, α­πο­τε­λούν τον καμ­βά πά­νω στον ο­ποί­ο κεν­τι­έ­ται το σε­νά­ριο αυ­τής της πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νης Σέρ­βι­κης ται­νί­ας.






12/7/14

Ἡ ζωή ὡς Θεία Εὐχαριστία

πρωτ. Χριστόδουλος Μπίθας 
ταν κά­ποι­ος προ­σκυ­νη­τής ρω­τοῦ­σε τόν ὅ­σιο γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο, για­τί δέν μπο­ρεῖ νά χα­ρεῖ μέ τί­πο­τα, ἐ­κεῖ­νος τοῦ ἀ­παν­τοῦ­σε: "Ἐ­πει­δή δέν δο­ξο­λο­γεῖς τόν Θε­ό. Ὅ­ταν ὁ ἄν­θρω­πος κι­νεῖ­ται στόν χῶ­ρο τῆς δο­ξο­λο­γί­ας, χαί­ρε­ται μέ ὅ­λα... Ἄν θέ­λεις νά ζεῖς ζω­ή πα­ρα­δει­σέ­νια ἀ­πό αὐ­τήν τήν ζω­ή, δές κι ἐ­σύ τίς εὐ­ερ­γε­σί­ες καί τίς πλού­σι­ες δω­ρε­ές πού σοῦ δί­νει ὁ Θε­ός καί ἄρ­χι­σε τό «δό­ξα σοί ὁ Θε­ός». Νά δο­ξά­ζε­τε τόν Θε­ό, για­τί σᾶς βο­ή­θη­σε καί προ­ο­δεύ­σα­τε ἔ­στω καί λί­γο, εἴ­τε ἐ­πει­δή ἐ­σεῖς κο­πι­ά­σα­τε, εἴ­τε ἐ­πει­δή σᾶς βο­ή­θη­σαν οἱ ἄλ­λοι." Μά καί ὁ Ὅ­σιος Πορ­φύ­ριος ὁ Καυ­σο­κα­λυ­βί­της, τό­νι­ζε μέ κά­θε εὐ­και­ρί­α: "Νά προ­χω­ρεῖ­τε σέ δο­ξο­λο­γί­α γιά ὅ­λα τά ὡ­ραῖ­α, γιά νά ζεῖ­τε Τόν μό­νον Ὡ­ραῖ­ον".

8/7/14

Την Ζάκυνθο ξέρετε πώς τη λένε στο Ισραήλ; Το νησί των δικαίων...




Υπόδειγμα Ορθοδόξου ήθους: Πως ο Μητροπολίτης Ζακύνθου Χρυσόστομος 
και οι Χριστιανοί έσωσαν την Εβραϊκή κοινότητα του νησιού στην Γερμανική κατοχή.

Χαΐμ Κωνσταντινίδης : «Την Ζάκυνθο ξέρετε πώς τη λένε στο Ισραήλ; Το νησί των δικαίων...»

(Τασούλα Επτακοίλη, Καθημερινή, 7/7/14)

 
 

 

Με τη Μίριαμ γνωρίστηκαν στον στρατό. Για να τη... ρίξει, της τραγουδούσε ζακυνθινές καντάδες. Φωτογραφία: Κλαίρη Μουσταφέλλου.Στα τέλη της άνοιξης του 1944, τα «πλοία του θανάτου» των Ες-Ες έπλεαν στο Ιόνιο. Στοίβαξαν στα αμπάρια τους 2.000 Εβραίους από την Κέρκυρα, άλλους 400 από την Κεφαλονιά και έβαλαν πλώρη για τη Ζάκυνθο. Αποστολή των Γερμανών ήταν να συγκεντρώσουν όλα τα μέλη της εκεί εβραϊκής κοινότητας, στη συνέχεια να τους αποβιβάσουν στην Πάτρα και να τους φορτώσουν σε τρένα, με προορισμό το Αουσβιτς. Μια-δυο μέρες πριν φτάσουν στη Ζάκυνθο, ο φρούραρχος Πάουλ Μπέρεντς κάλεσε στο γραφείο του τον μητροπολίτη Χρυσόστομο και τον δήμαρχο Λουκά Καρρέρ. «Εχετε 24 ώρες να μου παραδώσετε μια λίστα με τα ονόματα όλων των Εβραίων που ζουν εδώ και με τα περιουσιακά τους στοιχεία», τους προειδοποίησε. Εκείνοι, πράγματι, επέστρεψαν πριν λήξει η διορία με ένα φάκελο. Ο Μπέρεντς τον άνοιξε, αλλά στο χαρτί που περιείχε ήταν γραμμένα μόνο δύο ονόματα: τα δικά τους. «Αν πειράξετε αυτούς τους ανθρώπους, θα πάω μαζί τους και θα μοιραστώ τη μοίρα τους», του είπε στα Γερμανικά ο Χρυσόστομος, ο οποίος είχε σπουδάσει στο Μόναχο.
Ο Γερμανός έμεινε άναυδος. Εστειλε επείγον σήμα στο Βερολίνο, ζητώντας νέες οδηγίες. Οι δύο άνδρες είχαν στο μεταξύ ενημερώσει τον πρόεδρο της εβραϊκής κοινότητας, Μωυσή Γανή, και μια τεράστια επιχείρηση είχε στηθεί: οι εβραϊκές οικογένειες διασκορπίστηκαν στο νησί, σε χωριά και αγροικίες, σε σπίτια Χριστιανών. Στους μήνες που ακολούθησαν μέχρι την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων, κανείς δεν βρέθηκε να μιλήσει, να προδώσει το παραμικρό. Και κάπως έτσι η Ζάκυνθος έγινε ο μοναδικός τόπος σε όλη την κατεχόμενη Ευρώπη απ’ όπου ούτε ένας από τους 275 Εβραίους κατοίκους δεν στάλθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης.

Ο Χαΐμ Κωνσταντινίδης ήταν τότε 11 ετών. Εμενε στην πόλη της Ζακύνθου -«στον αριθμό 34 της οδού Μαρτινέγκου»- με τους γονείς και τους τέσσερις αδελφούς του. Ο πατέρας του ήταν έμπορος υφασμάτων και τα μεγαλύτερα αδέλφια του τενεκετζήδες. Σήμερα είναι από τους ελάχιστους επιζώντες εκείνης της περιπέτειας. Και σε λίγους μήνες θα δει την ιστορία του να ζωντανεύει στη μεγάλη οθόνη, μέσα από δύο αμερικανικές παραγωγές: ένα ντοκιμαντέρ σε σκηνοθεσία του Γιάννη Σακαρίδη και μια ταινία μικρού μήκους που θα σκηνοθετήσει ο Θοδωρής Παπαδουλάκης. Εμπνευστές και «ενορχηστρωτές» του πρότζεκτ είναι δύο Ελληνοαμερικανοί, ο Γκρέγκορι Πάππας και ο Στίβεν Πριόβολος. Εκείνοι συσπείρωσαν γύρω τους επιφανή μέλη της Ομογένειας των ΗΠΑ και, φυσικά, του Χόλιγουντ. Ετσι, executive producer είναι ο διάσημος Σιντ Γκάνις, πρώην πρόεδρος της 20th Century Fox και της Ακαδημίας των Οσκαρ - με καταγωγή από εβραϊκή οικογένεια των Ιωαννίνων.

Συναντήσαμε στην Αθήνα τον 81χρονο Χαΐμ Κωνσταντινίδη. Ζει εδώ και δεκαετίες στο Ισραήλ, αλλά είναι Ρωμανιώτης Εβραίος, δηλαδή με ελληνική καταγωγή και με μητρική γλώσσα τα Ελληνικά. Χαμογελαστός και πολύ χαρούμενος που βρισκόταν στη χώρα μας, μου μίλησε για τα παλιά, συγκινήθηκε όταν η κουβέντα ήρθε στους γονείς του, μου τραγούδησε ζακυνθινές καντάδες. Μόνο που με την τελευταία μου ερώτηση τον έκανα να θυμώσει. Αθελά μου...

Ξέρατε ότι τα γερμανικά πλοία έρχονταν να σας πάρουν;
Ναι, αλλά δεν θέλαμε να το πιστέψουμε. Λέγαμε πως δεν είναι δυνατόν άνθρωπος να προκαλέσει σε άνθρωπο τέτοιο πόνο. Δεν είχαμε πειράξει ποτέ κανέναν. Γιατί να μας βλάψουν; Μόλις πήραν τους τελευταίους Εβραίους από την Κέρκυρα, συνειδητοποιήσαμε ότι έφτανε η σειρά μας. Αλλά και πάλι ήμασταν τόσο μονοιασμένοι και δεμένοι με τους Χριστιανούς, που λέγαμε: εκείνοι θα μας πουν τι πρέπει να κάνουμε, θα μας προστατεύσουν.

Ποιος ενημέρωσε την οικογένειά σας;
Ηρθε ο Γανής στο σπίτι μας, αργά το βράδυ. «Πάρτε από ένα μπογαλάκι ο καθένας και φύγετε αμέσως», μας είπε. Κι εμείς βάλαμε τα πόδια στους ώμους...

Πού πήγατε;
Είχε κανονιστεί να μας κρύψει μια οικογένεια -Σακή, αν δεν κάνω λάθος, η μνήμη μου δεν με βοηθά πάντα- στο Χαλικερό, μια περιοχή έξω από την πόλη. Μας παραχώρησαν ένα δωμάτιο. Επτά άτομα εμείς και μαζί μας ένας ξάδελφος του πατέρα μου με τη γυναίκα και το παιδί του. Δέκα νοματαίοι μείναμε πέντε μήνες κλεισμένοι εκεί. Βλέπαμε τους Γερμανούς από τις γρίλιες των παραθύρων να περνούν έξω από το σπίτι. Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτούς τους ανθρώπους που ρίσκαραν τη ζωή τους για να μας σώσουν.

Τους συναντήσατε ξανά από τότε;
Το 1971. Πήγα χωρίς να τους έχω ειδοποιήσει. Χτύπησα την πόρτα του σπιτιού. Μου άνοιξε η Σοφία Σακή. ο άνδρας της, ο Σπύρος, είχε πεθάνει. Οταν κατάλαβε ποιος ήμουν, ξέσπασε σε λυγμούς, δεν έλεγε να με αφήσει από την αγκαλιά της.

Ας γυρίσουμε στο τέλος του πολέμου. Οταν έφυγαν οι Γερμανοί, επιστρέψατε στο σπίτι σας;
Ναι, και όπως το είχαμε αφήσει, έτσι το βρήκαμε. Αλλά δεν έμελλε να ζήσουμε πολύ ακόμα στο νησί.

Πώς αποφασίσατε να φύγετε;
Το 1946, όταν η ίδρυση του κράτους του Ισραήλ ήταν στα σκαριά, ήρθαν άνθρωποι από εκεί. Μας έκαναν προπαγάνδα. «Τώρα που είδατε όσα έγιναν, εδώ θα μείνετε; Πώς ξέρετε ότι κάτι τέτοιο δεν θα επαναληφθεί; Την επόμενη φορά ίσως δεν είστε τόσο τυχεροί», μας έλεγαν. Ο πατέρας μου τους πίστεψε. Μαζευτήκαμε όλη η οικογένεια και κουβεντιάσαμε για ώρες. Αποφασίσαμε να φύγουμε τα πέντε αδέλφια. Οι γονείς μου δεν μπορούσαν να μας ακολουθήσουν ακόμα, γιατί η μητέρα μου ήταν έγκυος, στις μέρες της. Το πρωί που αποχαιρετήσαμε το Τζάντε γεννήθηκε ο έκτος αδελφός μου.

Πώς ήταν η νέα σας ζωή;
Δύσκολη. Από την πρώτη στιγμή, πριν ακόμα πατήσουμε το πόδι μας στο Ισραήλ. Μαζευτήκαμε στο Σούνιο 400 άνθρωποι -ήταν και από άλλα μέρη της Ελλάδας, όχι μόνο Ζακυνθινοί- και είδαμε ένα σαπιοκάραβο να μας περιμένει. «Μ’ αυτό θα πάμε;» ρωτήσαμε. «Οχι βέβαια», μας απάντησαν. «Το δικό σας πλοίο, το μεγάλο, είναι στα ανοιχτά και σας περιμένει». Μπλόφα ήταν, σαν αυτές που κάνουν στο πόκερ. Μ’ εκείνο το καρυδότσουφλο συνεχίσαμε. Σχεδόν τρεις εβδομάδες ταξίδι. Ακουμπούσαν τα χέρια μας στο νερό. Δεν έχεις ιδέα, κορίτσι μου, τι τραβήξαμε...

Συνηθίσατε γρήγορα εκεί;
Εγώ ναι. Με πήγαν σε ένα κιμπούτς. Ολη μέρα δούλευα. Λεφτά δεν έπαιρνα. Μόνο ένα πιάτο φαΐ κι ένα κρεβάτι να κοιμηθώ. Δεν με πείραζε. Αλλά υπήρχαν άλλοι που υπέφεραν. Ενας φίλος μου, ο Ροβέρτος, αυτοκτόνησε. Τόσο βαριά το είχε πάρει που έφυγε από την Ελλάδα. Λίγα χρόνια μετά, που ήρθαν και οι γονείς μου στο Τελ Αβίβ, ξανασμίξαμε όλη η οικογένεια και ήταν κάπως καλύτερα τα πράγματα.

Τη γυναίκα σας πού τη γνωρίσατε;
Στον στρατό. Η Μίριαμ δούλευε στη βιβλιοθήκη, γιατί ήξερε γράμματα, κι εγώ ήμουν οδηγός. Εκανα μεγάλο αγώνα για να τη φέρω στα νερά μου.

Σας έκανε τη δύσκολη;
Ηταν δύσκολη! Αλλά την έριξα, με ελληνικά τραγούδια. Της τραγουδούσα ζακυνθινές καντάδες.

Πώς ζούσατε την οικογένειά σας;
Για χρόνια δούλεψα σε σιδεράδικο, έφτιαχνα κρεβάτια. Μετά ως σοφέρ. Νύχτα έφευγα για τη δουλειά, νύχτα γύριζα για να τα φέρουμε βόλτα. Ενώ στη Ζάκυνθο, χωρίς να είμαστε πλούσιοι, δεν μας έλειπε τίποτα...

Οταν οι κόρες σας ήταν μικρές, τι τους λέγατε για το νησί σας;
Πως είναι το πιο όμορφο μέρος που υπάρχει σε όλο τον κόσμο.

Στο Ισραήλ τι γνώμη έχουν οι άνθρωποι για τη χώρα μας;
Την καλύτερη. Την αγαπούν πολύ. Ελληνικά τραγούδια ακούγονται στα σπίτια και στα καφενεία, μ’ αυτά γλεντάει ο κόσμος. Τη Ζάκυνθο ξέρετε πώς τη λένε; «Το νησί των δικαίων». Και τα παιδιά του Δημοτικού διδάσκονται στο μάθημα της Ιστορίας πώς εκεί οι Χριστιανοί έσωσαν 275 ψυχές Εβραίων...

Ποιες είναι οι πιο έντονες αναμνήσεις σας από τα παιδικά σας χρόνια εκεί;
Θυμάμαι το γέλιο μιας Χριστιανοπούλας στη γειτονιά μου ήταν ο πρώτος μου έρωτας. Μαρία θαρρώ την έλεγαν. Γέρος είμαι τώρα, δεν νομίζω να ζηλέψει η γυναίκα μου που θα το ακούσει. Κι ακόμα τη γεύση της αλιάδας της μάνας μου και τη μυρωδιά του χορταριού στην αλάνα που υπήρχε κοντά στο σπίτι μας. Την άνοιξη ήταν τόσο ψηλό, που ξάπλωνα στο χώμα και κρυβόμουν. Ηθελα να κοιτάω τον ουρανό και να μη με βλέπει κανείς.

Χαίρεστε που ο κόσμος θα μάθει την ιστορία σας;
Πολύ. Πρέπει να μιλάμε στα σημερινά παιδιά για όσα έγιναν, για το ναζισμό, για το Ολοκαύτωμα. Για να μη συμβεί ποτέ ξανά τέτοια συμφορά.

Επειτα από επτά δεκαετίες στο Ισραήλ, πόσο Ελληνας αισθάνεστε σήμερα, κύριε Κωνσταντινίδη;
Τι ερώτηση είναι αυτή; Εγώ πρώτα λέω πως είμαι Ελληνας και μετά Εβραίος! Και θα το λέω μέχρι να κλείσω τα μάτια μου!


Συνειρμοί...


Παρατηρώ το νεογέννητο πώς παραδίνεται άνευ όρων στην αγκαλιά της μητέρας του. Αφήνεται νιώθοντας σιγουριά ότι εκεί μπορεί να μείνει, να τραφεί, να κοιμηθεί, να γεμίσει η ύπαρξή του ασφάλεια και εμπιστοσύνη ότι κάποιος φροντίζει γι’ αυτό και τις ανάγκες του. 


Θα χρειαστεί και ο δικός του κόπος την ώρα του θηλασμού. Μια συνεργία συνεχούς προσφοράς από τη μητέρα και ανα-ζήτησης από το βρέφος. Και μετά ακούγοντας τους χτύπους της καρδιάς θυμάται το ξεκίνημα του στη ζωή, μέσα στη μήτρα, και ό,τι πόνο και αν έχει ηρεμεί.


Τον πρώτο χρόνο της ζωής χτίζεται η βασική εμπιστοσύνη, λένε οι ψυχολόγοι. Και ο λαός λέει "Το μωρό το γεννάει η κοιλιά και τον άνθρωπο η αγκαλιά".


Ο δικός μου συνειρμός από την εικόνα του μωρού στην αγκαλιά είναι...
η επιθυμία έτσι να αφεθώ στα χέρια του Θεού, ξένοιαστη με τη σιγουριά ότι Εκείνος φροντίζει για τα παιδιά Του..
τα ανοιχτά χέρια του Ιησού που χαμογελάει, στο ιερό στο παρεκκλήσι των αγίων Αρσενίου και Πορφυρίου στους Ταξιάρχες..




η αγκαλιά της Πλατυτέρας σε κάθε ιερό..
ο χορός των αγγέλων και των αγίων που αγκαλιάζει όλο το εκκλησίασμα..
η αγκαλιά συνοδοιπόρων αδελφών που δεν εκφράζεται μόνο με το άνοιγμα των χεριών, αλλά και με το βλέμμα, το λόγο, το άγγιγμα, το μοίρασμα από το 'αμπάρι' της ψυχής...




Νεκταρία Α.

4/7/14

Ο ΥΜΝΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ...


... Με εικόνες του μεγάλου Έλληνα ζωγράφου El Greco
 και μουσική του σπουδαίου Πολωνού συνθέτη Zbigniew Preisner



1/7/14

Night Train to Lisbon (2013)

26/6/14

Τα Αρχικά του Θεού


Όλη η φύση μιλά και τραγουδά και είναι μελωδική.  Όλα τα πράγματα ψιθυρίζουν, στενάζουν, γογγύζουν κελαηδούν, σφυρίζουν, μουγκρίζουν, ουρλιάζουν, βρυχώνται, κλαυθμηρίζουν, στριγκλίζουν, θρηνούν ή παραπονιούνται. 


Η φωνή του γρύλου, του τριζονιού και του βατράχου, το κροτάλισμα των σκίουρων καθώς καλεί το ένα το άλλο και όλοι οι ήχοι των ζώων είναι μια προσευχή.  


Αυτό είναι και η ανθρώπινη φωνή. Να γιατί οι μοναχοί είναι στην ενατένισή τους σιωπηλοί. Έχουν αφιερώσει τις φωνές τους να τραγουδούν μόνο εν χορώ, διότι έχουν κατανοήσει πως η φωνή είναι μία προσευχή. 



Όλη η φύση απαρτίζεται από σύμβολα που μας μιλούν για το Θεό.  Η κτίση είναι γραμμένη με τη δική Του γραμματοσειρά και κάθε σύμβολό της έχει νόημα.  


Η τροχιά των μετεωριτών στον ουρανό, το μονοπάτι που στο πέρασμά τους χαράζουν πάνω στην άμμο τα μαλάκια, οι σχηματισμοί των αποδημητικών πουλιών, τα φθινοπωρινά δειλινά, το διάβα του ήλιου μέσα από τον ζωδιακό κύκλο, οι κύκλοι της ζωής του κέδρου που είναι εγκάρσια χαραγμένοι στον κορμό του και σημαδεύουν τις εποχές της άνοιξης και του χειμώνα, οι ακανόνιστες αιχμές που η αστραπή διαγράφει στον ουρανό και οι κορδέλες των ποταμών στις αεροφωτογραφίες – όλα είναι σημεία που κουβαλούν ένα μήνυμα για όσους μπορούν να διαβάσουν.  


Οι άνθρωποι που συγκινούνται κοιτάζοντας αυτά τα σημεία αλλά δεν τα κατανοούν, επειδή δεν γνωρίζουν πως όλη η φύση είναι γραμμένη γι’ αυτούς, είναι σαν τη χωριατοπούλα που της αρέσει να κοιτάζει την καλλίγραμμη γραφή στην επιστολή που έφτασε στα χέρα της, αλλά επειδή δεν ξέρει ανάγνωση, δεν γνωρίζει πως αυτά τα σημάδια πάνω στο χαρτί είναι το ερωτικό γράμμα του αυτοκράτορα προς εκείνη.


Και εμείς είμαστε τα σημάδια του Θεού.  Καθένας μας φέρει το γραφικό Του χαρακτήρα και ολόκληρη η ύπαρξή μας είναι μήνυμα από το Θεό.  Έχουμε γραφεί στη φύση (που ολάκερη μιλά για το Θεό)  σαν λέξεις ιδιαίτερα σημαντικές.  Είμαστε κατ’ εικόνα Θεού.



Ernesto Cardenal