15/4/14

Τα τραύματα που μας θεράπευσαν...



«Τις δι­κές μας α­μαρ­τί­ες φορ­τώ­θη­κε, για χά­ρη δι­κή μας υ­πο­φέ­ρει. Κι’ ε­μείς εί­χα­με πι­στέ­ψει πως ο Θε­ός του ‘στει­λε τις πλη­γές και τους πό­νους. Αυ­τός ό­μως για τις δι­κές μας α­μαρ­τί­ες τραυ­μα­τί­στη­κε και για τις δι­κές μας α­νο­μί­ες βα­σα­νί­στη­κε. Αυ­τά που ε­μείς έ­πρε­πε να υ­πο­στού­με τα ‘πα­θε αυ­τός. Με τα δι­κά του τραύ­μα­τα ε­μείς θε­ρα­πευ­τή­κα­με. Σαν τα πρό­βα­τα ε­μείς οι άν­θρω­ποι πλα­νη­θή­κα­με κι ε­χά­σα­με το δρό­μο μας. Κι έ­τσι ο Κύ­ριος τον έ­στει­λε στο θά­να­το για τις δι­κές μας α­μαρ­τί­ες. Κι’ αυ­τός ε­νώ βα­σα­νι­ζό­ταν, δεν ά­νοι­γε το στό­μα του να δι­α­μαρ­τυ­ρη­θεί…. Σταυ­ρώ­θη­κε κι ο­δη­γή­θη­κε στον θά­να­το για τις α­νο­μί­ες του λα­ού, λέ­γει ο Κύ­ριος.»


Ησαΐας 53: 4-6, 10

14/4/14

Ο ΚΥΡ-ΜΑΝΩΛΑΚΗΣ (1891)




Έ­να υ­πέ­ρο­χο η­θο­γρα­φι­κό Πα­σχα­λι­νό δι­ή­γη­μα του Α­λέ­ξαν­δρου Μω­ρα­ϊ­τί­δη, εύ­θυ­μο και συ­νά­μα πε­ρι­γρα­φι­κό της Πα­σχα­λι­νής α­τμό­σφαι­ρας στην Σκιά­θο στα τέλη του 19ου αιώνα, αλ­λά και των εκ­κλη­σι­α­στι­κών συ­νη­θει­ών τα χρό­νια ε­κεί­να (και ό­χι μό­νο!). 

Για ό­σους (α­κό­μα δι­α­βά­ζουν)!

Ή­το πε­ρα­σμέ­νη η ώ­ρα. Το χω­ρί­ον ε­κοι­μά­το βα­θύν ύ­πνον παι­δί­ου, το ο­ποί­ον ύ­στε­ρον α­πό τό­σα τρε­ξί­μα­τα και παι­γνί­δια και γέ­λοι­α, α­πο­στα­μέ­νον, γέρ­νει εγ­γύς της ε­στί­ας του και α­πο­κοι­μά­ται. Τα νυ­κτο­πού­λια της α­νοί­ξε­ως, τα ο­ποί­α ε­στέ­να­ζον υ­πό τας κα­μά­ρας του κω­δω­νο­στα­σί­ου, θαρ­ρείς και συ­νε­πλή­ρουν τον α­να­σα­σμόν της κοι­μω­μέ­νης λευ­κής πο­λί­χνης. Και μό­νον είς θό­ρυ­βος η­κού­ε­το κα­τά μα­κρά δι­α­λείμ­μα­τα. Ο κρε­ο­πώ­λης, ο ά­γριος και εις την χα­ράν του, ο ο­ποί­ος σφά­ζων α­μνούς μέ­χρι της δύ­σε­ως του η­λί­ου δεν α­πηύ­δη­σε να φω­νά­ζη: «Α και να πά­με ς' τον μπαρ­μπέ­ρη!» κα­τά λά­θος, φαί­νε­ται, α­φού ε­ξε­πού­λη­σεν, ει­σελ­θών εις το γει­το­νι­κόν κα­πη­λεί­ον ά­να­ψε τα καν­τή­λια — Πά­σχα ξη­μέ­ρω­νε, βλέ­πε­τε, — και γε­μί­ζων μί­αν παμ­πά­λαι­αν κ' ε­σκω­ρι­α­σμέ­νην πι­στό­λαν, α­πό τον και­ρόν του Κα­ρα­τά­σου, ή­νοι­γε κρυ­φά-κρυ­φά την θύ­ραν του κα­πη­λεί­ου και προ­ε­ώρ­τα­ζε την Α­νά­στα­σιν, πυ­ρο­βο­λών κρα­τε­ρώς και ε­πι­μό­νως. Και πά­λιν α­στρα­πια­ίως έ­κλει­ε την θύ­ραν προς με­γά­λην α­πο­ρί­αν του γέ­ρον­τος δη­μαρ­χι­κού κλη­τή­ρος, ό­στις α­πό μα­κράν κά­τω α­κού­ων τον βα­ρύν πι­στο­λι­σμόν έ­σπευ­δε μέ­χρι του κα­πη­λεί­ου υ­πό­πτως, πλην βλέ­πων την θύ­ραν κε­κλει­σμέ­νην υ­πέ­στρε­φε, κά­μνων τον σταυ­ρόν του και θαυ­μά­ζων το γε­γο­νός.

— Να μπο­δί­σου­με, ε­μο­νο­λό­γει με την έρ­ρι­νον φω­νήν του, τους πι­στο­λι­σμούς και τους πυ­ρο­βο­λι­σμούς. Ά­ιν­τε τώ­ρα εμ­πό­δι­σέ τους, κυρ δή­μαρ­χε! Ο­ρί­στε! Αυ­τά εί­νε γραμ­μέ­να να γί­νουν­ται, έ­τσι αν­τάμ- πα­παν­τάμ, εξ αρ­χής και έκ­πα­λαι. Ο­ρί­στε! Οι πυ­ρο­βο­λι­σμοί πέ­φτουν μο­νά­χοι τους, κυρ-Δή­μαρ­χε! Εί­νε ο α­έ­ρας της Α­να­στά­σε­ως.





8/4/14

Κ ο ι ν ω ν ί α



                        Διψά η ψυχή και κορεσμό δεν έχει…
                        Σαν περιστέρι  βυζαντινού ψηφιδωτού,
                        «ὡς ἒλαφος διψῶσα ἐπί τάς πηγάς τῶν ὑδάτων» σκύβω
                        γουλιά γουλιά δρόσο να μαζέψω.
                        Σε βάθη φωτεινά πολύτιμο Μαργαρίτη βρίσκω
                        μα τη χαρά δεν ξέρω ακόμη χάρη να ονομάσω.
                        Ο Λόγος καταδέχεται να τον ψηλαφήσω
                        μα είναι κίνημα ψυχής
                        Δέσποτα της ζωής μου να τον αναγνωρίσω.

                                                        

                        Έναν ήλιο ανακαλύπτω στον πυρήνα μου
                        κάθε  που απεκδύομαι το χιτώνα της ψυχής μου,
                        το ρυπαρό.
                        Μα πόσο γρήγορα το λησμονώ… και τον ξαναφορώ.
                        Σε στιγμές ατίμητες ολόκληρη  με βλέπω,
                        και το ’νιωσα!                         
                        Γι’ αυτήν την αρτιότητα πάλαι ποτέ ήμουν πλασμένη…

                                                      

                        Κρατιέμαι ψυχή ψυχή με αυτούς που αδελφούς μου κράζω
                        κι είναι το «εσύ» ένα κυνήγι θησαυρού
                        εμένα να ονομάζω.
                        Το πλήθος στα μάτια μου έχει χρώματα,
                        κάμπος… που μοσχοβολά αρώματα.
                        Κοινή η τράπεζα που μοιραζόμαστε,                          
                        δείπνος και συμπόσιο και βασιλεία…
                       
                                                       

                        Νεουργείται ο παλαιός μου εαυτός,
                        ζω στο νυν, το αεί, στο χρόνο τον εκτός.
                        Κάθε φορά για πάντα…
                       

                       Ειρήνη Ζαμάνη
                           Άνοιξη 2014
                       
                       

6/4/14

Πολιτιστικό Κέντρο της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών - "Κουκκίτσα" του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη


Δείτε εδώ σε βίντεο 
όλη την εκδήλωση της ενορίας μας:

http://www.intv.gr/index.php?option=com_zoo&task=item&item_id=612&Itemid=82&category_id=4

Εκδήλωση του Ναού μας για τον λογοτέχνη Αλέξανδρο Μωραϊτίδη




Το Σάββατο 5 Απριλίου 2014 στο Πολιτιστικό Κέντρο της Αρχιεπισκοπής στο Ρουφ πραγματοποιήθηκε εκδήλωση αφιερωμένη στον λογοτέχνη Αλέξανδρο Μωραϊτίδη και περιελάμβανε δραματοποιημένη multimedia αφήγηση του διηγήματος του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη «Κουκκίτσα», από μέλη της ενοριακής συντροφιάς του Ι. Ν. Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μοσχάτου.

5/4/14

Red Dust (2004)


Red Dust (2004)  - ΝΑφρική, 106' 
Σκη­νο­θε­σί­α: Tom Hooper
Παί­ζουν: Hilary Swank, Chiwetel Ejiofor

Με αφορμή τον θάνατο του μεγάλου Νοτιοαφρικανού ηγέτη Nelson Mandela, ξεκινάμε ένα μικρό αφιέρωμα σε ταινίες σχετικές με το Appartheid και την προσπάθεια συμφιλίωσης λευκών και μαύρων στην Ν. Αφρική.

4/4/14

Coffee with Sister Vassa, Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως


1/4/14

Παρουσίαση βιβλίου: Το μυστήριο της χαράς και της ευχαριστίας (Φωτογραφίες)



Tην Κυριακή 30 Μαρτίου 2014 στο πνευματικό κέντρο του Ιερού Ναού Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μοσχάτου έγινε η επίσημη παρουσίαση του βιβλίου του π. Χριστοδούλου Μπίθα, με τίτλο "Το μυστήριο της χαράς και της ευχαριστίας. Αναζητώντας μία ορθόδοξη πορεία με πλοηγό το Ευαγγέλιο"

30/3/14

Κυριακή Σταυροπροσκυνήσεως


Ομιλία του π. Χριστοδούλου Μπίθα την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως:

https://www.youtube.com/watch?v=6TzqQgbcuGQ

26/3/14

Παρουσίαση Βιβλίου


Οι δύο Σταυροί



Σα να υπάρχουν δύο τελείως διαφορετικοί θάνατοι: αυτός που εμπεριέχει την ελπίδα της Ανάστασης και αυτός που δεν μπορεί να χωρέσει καμιά έννοια ελπίδας. Σαν δυο σταυροί και οι δυο κοντά στον Σταυρό του Χριστού. Ο ένας αντλεί κουράγιο και αποκτά προσμονή βλέποντας τον Εσταυρωμένο και ο άλλος ενισχύει την προσωπική του πεποίθηση ότι «τίποτα δεν αλλάζει».


Πόσους τέτοιους ανέλπιδους μικρούς θανάτους ζούμε καθημερινά! Και αρκετές φορές δεν τους συνειδητοποιούμε, γιατί ήδη έχουμε θάψει και θρηνήσει τον εαυτό μας. Η πιο συνηθισμένη «ασθένεια» του σύγχρονου ανθρώπου: η κατάθλιψη. Να βλέπεις μόνο αδιέξοδα. Κατά τη γνώμη μου - και τη γνώμη κάποιων επαγγελματιών ψυχικής υγείας – δεν είναι ότι σου λείπουν τα όνειρα και η δύναμη να τα ακολουθήσεις. Απλά η δύναμη αυτή έχει πάρει λάθος κατεύθυνση.

Σας θυμίζω μερικά στοιχεία φυσικής από το Γυμνάσιο και αφήστε το νου να κάνει παραλληλισμούς με την ψυχική μας ζωή:
«Στη φύση, οι δυνάμεις εμφανίζονται πάντα ανά ζεύγη.
Δεν υπάρχουν κάποια σώματα που μόνο ασκούν δυνάμεις και κάποια άλλα που μόνο δέχονται δυνάμεις. Οι δυνάμεις εμφανίζονται πάντοτε ανά δύο μεταξύ δύο σωμάτων.
Το σώμα Α ασκεί δύναμη στο σώμα Β και ταυτόχρονα

Το σώμα Β ασκεί δύναμη στο σώμα Α

Θα λέμε ότι τα σώματα αλληλεπιδρούν.

Κατηγορίες δυνάμεων: οι δυνάμεις επαφής (οι οποίες ασκούνται όταν ένα σώμα βρίσκεται σε επαφή με κάποιο άλλο) και οι δυνάμεις από απόσταση».

Στη φύση, λοιπόν, δεν μπορεί κανείς να πει «αχ! Τι έχω πάθει!» λες και είναι αμέτοχος σε αυτό που του συμβαίνει. Το έχει αφήσει να συμβεί, το έχει δεχτεί, για κάποιο λόγο δεν μπορεί να κινηθεί προς άλλη κατεύθυνση. Ποιες δυνάμεις επαφής ή από απόσταση τον επηρεάζουν; Συχνά χάνεται στο «γιατί;» μου συμβαίνει αυτό και «ποιος;» φταίει.  Μια πιο χρήσιμη διαπίστωση θα ήταν ίσως, κατά τους στίχους και του ποιητή, «νιώθω τόση πίεση από έξω και από μέσα που μόνο κάτω ή πάνω μπορώ να στραφώ»... και αν το κάτω σημαίνει θάνατος χωρίς ελπίδα, μια κατεύθυνση μου μένει μονάχα... να θέλω να ζήσω!


«Ο γρ χομεν ρχιερέα μ δυνάμενον συμπαθσαι τας σθενείαις μν» ακούμε δια στόματος Αποστόλου Παύλου, ακριβώς την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως. Σα να μας λέει διαλέξτε ποιο σταυρό θα σηκώσετε, αυτόν που οδηγεί στο θάνατο ή αυτόν που οδηγεί στην ΟΝΤΩΣ ΖΩΗ!

Ν. Α.

24/3/14

Η Προσευχή του Διάκου την παραμονή της μάχης της Αλαμάνας


                        Αριστοτέλης Βαλαωρίτης


                   

Ήτανε νύχτα. Τα βουνά, οι λαγκαδιές, τα δένδρα,
οι βρύσες, τ' αγριολούλουδα, ο ουρανός, τ' αγέρι,
στέκουν βουβά ν' ακούσουνε την προσευχή του Διάκου.
« Όταν η μαύρ' η μάνα μου, εμπρός σε μιαν εικόνα,
Πλάστη μου, μ' εγονάτιζε με σταυρωτά τα χέρια
καί μώλεγε να δεηθώ για κειούς, που το χειμώνα
σα λύκοι ετρέχαν στα βουνά με χιόνια, μ' αγριοκαίρια,
για να μη ζούνε στο ζυγό, ένιωθα τη φωνή μου
να ξεψυχάη στα χείλη μου, εσπάραζε η καρδιά μου,
μου ετρέμανε τα γόνατα, σα νά 'θελε η ψυχή μου
να φύγη με τη δέηση από τα σωθικά μου.
Ύστερα μούλεγε κρυφά να Σου ζητώ τη χάρη
και να μ'αξιώσης μια φορά ένα σπαθί να ζώσω
και να μην έρθη ο θάνατος να μ'εύρη να με πάρη,
πρίν πολεμήσω ελεύθερος, για Σέ πριν το ματώσω.
Πατέρα παντοδύναμε, άκουσες την ευχή μου•
μου φύτεψες μέσ' στην καρδιά αγάπη, πίστη, ελπίδα,
έδωκες μια αχτίδα Σου αθέρα στο σπαθί μου
και μού'πες: Τώρα πέθανε για Με, για την Πατρίδα.
Έτοιμος είμαι, Πλάστη μου! Λίγες στιγμές ακόμα
και σβηώνται τ' άστρα Σου για με. Για με θα σκοτειδιάση
τ' όμορφο γλυκοχάραμα. Θα μου κλειστή το στόμα,
που εκελαηδούσε στα βουνά, στη ρεματιά, στη βρύση•  

                             

θα μαραθούν τα πεύκα μου. Αραχνιασμέν' η λύρα,
που μου ήταν αδερφοποιητή κι όπου μ' εμέ στη φτέρη
αγκαλιασμένη επλάγιαζε, τώρα θα μείνη στείρα
καί στ' άψυχο κουφάρι της θα να βογγάη τ' αγέρι.
Όλα τ' αφήνω με χαρά, χωρίς ν' αναστενάξω.
Και τό'χω περηφάνεια μου, που εδιάλεξες εμένα
αυτήν την έρμη την ποριά με το κορμί να φράξω.
Ευχαριστώ Σε, Πλάστη μου! Δε θα χαθούν σπαρμένα
και δε θα μείνουν άκαρπα τ' άχαρα κόκκαλά μου.
Ευλόγησέ τηνε τη γη, οπού θα μ' αγκαλιάση
και στοίχειωσε κάθε σπειρί από τα χώματα μου,
να γένη αδιάβατο βουνό το μνήμα του Θανάση.
Θέ μου! ξημέρωσέ τηνε την αυριανή τη μέρα!
Θα μας θυμάτ' η Αρβανιτιά και θα την τρώ' η ζήλεια.
Θα χλιμιντράνε τ' άλογα, θα καίνε τον αγέρα
με τ' άγρια τα χνώτα τους γκέκικα καριοφίλια,
θα γίνουν πάλι τα Θερμιά λαίμαργη καταβόθρα.
Χιλιάδες ήρθαν θερισταί και Χάρος οργοτόμος,
μουγκρίζουν, φοβερίζουνε, πως δε θα μείνη λώθρα
σ' αυτήν τη δύστυχη τη γη, φωτιά, δρεπάνι, τρόμος.
Κι εμείς θα πάμε με χαρά σ' αυτόν τον καταρράχτη.
Επάνωθέ μας θά'σαι Σύ, και τα πατήματα μας
θα νά'χουνε για στήριγμα τη φοβερή τη στάχτη,
πώμεινε σπίθ'ακοίμητη βαθιά στα σωθικά μας.
Δυνάμωσέ μας, Πλάστη μου! Για ν' ακουστή στη Δύση,
πως δεν απονεκρώθηκε και πως θ' ανθοβολήση
τώρα με τα Μαγιάπριλα ή δουλωμένη χώρα.
Ευλογημέν' η ώρα!»
Έσκυψ' ο Διάκος ως τη γη, έσφιξε με τα χείλη
κι εφίλησε γλυκά γλυκά το πατρικό του χώμα.
Έβραζε μέσα του η καρδιά και στα ματόκλαδά του
καθάριο, φωτοστόλουστο, ξεφύτρωσ' ένα δάκρυ...
Χαρά στο χόρτο πώλαχε να πιη σε τέτοια βρύση.
Πλαγιάζει ο λεονταρόψυχος! Τα νιάτα, η θωριά του,
τ' αστέρια βλέπουν με χαρά και κάπου κάπου αφήνουν
κρυφά το θόλο τ' ουρανού για να διαβούν σιμά του.
Μοσχοβολάει τριγύρω του και τον σφιχταγκαλιάζει
στον κόρφο της η άνοιξη, σα νά'τανε παιδί της•
Χαρούμενα τα λούλουδα φιλούν το μέτωπο του.
χάνει με μιας την ασχημιά και την ταπεινοσύνη
ο έρμος ο αζώηρος, η ποταπή η λαψάνα,
γλυκαίνει το χαμαίδρυο, στου χαμαιλειού τη ρίζα
αποκοιμιέται ο θάνατος και το περιπλοκάδι,
που πάντα κρύβεται δειλό και τ' άπλερο κορμί του
αλλού στυλώνει το φτωχό, δυναμωμένο τώρα
τρελλό, περηφανεύεται και θέλει να κλαρώση
στ'ανδρειωμένο μέτωπο για ν' ακουστή πως ήταν
στη φοβερή παραμονή μια τρίχ' απ' τα μαλλιά του.

Πλαγιάζει ο λιονταρόψυχος! Του ύπνου του οι ώραις
όσο κι'αν φύγουν γρήγορα, μεσότοιχο θα γένουν
ν'αποστομώσουν το θολό, τ' αγριωμένο κύμα
του χρόνου που μας έπνιξε. Μ' εκείνην την ρανίδα
πώσταξ' από τα μάτια του θα ξεπλυθή η μαυράδα,
που ελέρωνε της μοίρας μας το νεκρικό δεφτέρι.
Ο Διάκος στο κρεββάτι του, ζωσμένος τη φλοκάτη,
σαν αητός μες στη φωλιά, ολάκερο ένα γένος
έκλωθ' εκείνην την βραδιά. Όταν προβάλ'η μέρα,
θα νάβγουν τ' αητόπουλα με τροχισμένα νύχια,
με θεριεμμένα τα φτερά, ν'αρχίσουν το κυνήγι...
Πλάστη μεγαλοδύναμε! Αξίωσέ μας όλους,
πριν μας σκεπάση η μαύρη γη, στα δουλωμένα πλάγια
να κοιμηθούμε μια νυχτιά τον ύπνο του Θανάση!