4/5/11

Ο '' Άπιστος " Θωμάς κι εμείς...


 
Απομαγνητοφωνημενη ομιλία του π. Χριστοδούλου, 
στην Κυριακή του Θωμα.

Επικράτησε στην προφορική παράδοση να ονομάζεται ο Απόστολος Θωμάς άπιστος, εξαιτίας αυτής της φράσης που είπε ο Χριστός «να μην γίνεσαι άπιστος αλλά πιστός». Στην πραγματικότητα όμως, ο Θωμάς δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να επαναλάβει με τον δικό του τρόπο αυτό που έκαναν και οι άλλοι μαθητές. Θυμόμαστε όλοι, ότι όταν οι γυναίκες, παρακινούμενες από τον συναισθηματισμό τους έτρεξαν στο μνήμα για να περιποιηθούν τον νεκρό Ιησού και βρήκαν άδειο το μνήμα κι όταν επέστρεψαν είπαν στους μαθητές τι έγινε κι εκείνοι δεν τις πίστεψαν.

Χρειάστηκε και αυτοί να δουν τον Χριστό μπροστά τους για να μπορέσουν να αποδεχτούν την Ανάσταση. Ο Θωμάς, ο οποίος έλειπε εκείνες τις μέρες, δεν έκανε τίποτα διαφορετικό. Είπε, αν δεν δω δεν θα πιστέψω. Και βρέθηκε μπροστά στον Χριστό. Κι όταν του ζήτησε ν’ ακουμπήσει το χέρι του στις πληγές κι ο Κύριος τού είπε αυτά που του είπε, εκείνος απάντησε «Ο Κύριός μου κι ο Θεός μου». Μέχρι εδώ ο Θωμάς δεν συμπεριφέρεται διαφορετικά από τους άλλους μαθητές, αλλά ούτε και έξω από την ανθρώπινη λογική. Δηλαδή, μπροστά στο θαύμα να ζητάει την λογική απόδειξη. Αυτό δεν είναι από πρώτη άποψη κακό.

Ο Απόστολος Θωμάς είχε την ίδια παρορμητικότητα με τον Πέτρο. Ἦταν ἰδιαίτερα ἀφοσιωμένος στον Χριστό - θυμόμαστε την απάντηση «πάμε να πεθάνουμε μαζί του», όταν ο Κύριος λέει στους μαθητές πώς πέθανε ο Λάζαρος και πως πρέπει να πάνε προς εκείνον».


 Καθένας από εμάς, επειδή ακριβώς του ’χει δοθεί νους απ’ τον Θεό ζητάει να δει για να μπορέσει να καταλάβει, να πιστέψει κάτι. Έχουμε ανάγκη, ειδικά οι άνθρωποι της εποχής μας, το να χρησιμοποιήσουμε τον νου μας, για να μπορέσουμε να απαντήσουμε σ’ ένα σωρό αμφιβολίες, σ’ ένα σωρό προβλήματα, στην απελπισία που μας πιάνει, στην στενοχώρια που μας καταλαμβάνει. Να μπορέσουμε να τοποθετηθούμε λογικά απέναντι σ’ όλα αυτά τα φοβερά ζητήματα που συνεχώς, κάθε μέρα και κάθε χρόνο προκύπτουν. Μέχρις εδώ όλα καλά. Όμως υπάρχει ένα μεγάλο πρόβλημα που ίσως το προσπερνάμε.

 Γιατί ο Κύριος, όταν ο Θωμάς του πει αυτά τα λόγια, απαντά: «Επειδή με είδες πίστεψες. Μακάριοι οι μη ειδόντες και πιστεύσαντες». Το ίδιο στην ουσία λέει και στους άλλους μαθητές. «Επειδή με είδατε πιστεύσατε. Αλλά είναι ευλογημένοι εκείνοι που θα πιστέψουν χωρίς να έχουν λογικές αποδείξεις».

Και εδώ είναι κάτι που μας ενδιαφέρει πάρα πολύ. Συνήθως, οι σύγχρονοι άνθρωποι ταυτιζόμαστε με τον Θωμά. Έχουμε ανάγκη, όπως είπα και πριν, να αποκτήσουμε αποδείξεις και λογικά επιχειρήματα για να μπορέσουμε να καταλάβουμε τι ακριβώς συμβαίνει στον κόσμο τούτο. Όμως, ξεχνάμε διαβάζοντας αυτό το χωρίο, ότι την ώρα που ο Κύριος έρχεται μπροστά στον Θωμά και τους μαθητές, λέει κάποιες κουβέντες που προσδιορίζουν εντελώς διαφορετικά το περιστατικό. Λέει: «Ειρήνη σ’ εσάς και Λάβετε Πνεύμα Άγιον». Ο Χριστός μιλά για την χάρη του Αγίου Πνεύματος κι οι μαθητές απαντούν «:Θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε την λογική μας, έχουμε ανάγκη από λογικά επιχειρήματα». Και το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε πολύ συχνά, είναι ότι θέλουμε αποδείξεις κι αφήνουμε το μυστήριο έξω από την ζωή μας.

Το «Μακάριοι οι μη ειδόντες και πιστεύσαντες» είναι μια φράση που περιέχει όλο το μυστήριο της ανθρώπινης μετανοίας. «Μακάριοι οι μη ειδόντες και πιστεύσαντες», σημαίνει ότι προσπαθώ να προσεγγίσω την σχέση μου με το Θείο μ’ έναν άλλο τρόπο. Όχι μέσα από την λογική μου, αλλά μέσα από μία σχέση προσωπική, όπου το ένα πρόσωπο έχω αποδεκτεί πως είναι ο Θεός της αγάπης και το άλλο πρόσωπο είμαι εγώ, ο αδύναμος, που όμως έφτασα σ’ ένα σημείο επιτέλους στην ζωή μου και είδα την ματαιότητα των πραγμάτων. Και θέλω κι εγώ να αγαπήσω και να αγαπηθώ επιτέλους. Γιατί σ’ ολόκληρη την ζωή μου στην πραγματικότητα, έζησα μέσα στην σκιά του φόβου και του θανάτου, της καχυποψίας προς τον απέναντι, προς τον πλησίον.

Σχέση προσωπική με τον Θεό σημαίνει κάτι πέρα από τα λογικά επιχειρήματα. Και εκεί βρίσκεται και το πρόβλημά μας. Προσπαθούμε να καταλάβουμε τι είναι ο Θεός από τότε που εννοούμε τον εαυτό μας, από την εφηβεία. Σκεφτόμαστε, ψάχνουμε απαντήσεις. Πότε συμφωνούμε, πότε διαφωνούμε. Αλλά αυτό δεν αλλάζει την ζωή μας. Ακόμη κι όταν παραμένουμε στην εκκλησία, κάποια στιγμή, αν είμαστε ειλικρινείς, συνειδητοποιούμε ότι η πίστη μας είναι χλιαρότατη. Είτε επειδή προερχόμαστε από μια χριστιανική οικογένεια, είτε επειδή διαβάσαμε πέντε πράγματα και τα καταλάβαμε, είτε επειδή ασκούμε κάποιο τύπο με ευλάβεια. Όμως αυτή η σχέση δεν μας συγκλονίζει. Δεν μας κάνει ν’ αλλάξουμε την ζωή μας. Δεν μας κάνει να αγαπήσουμε τον άλλο. Και το χειρότερο, δεν μας κάνει να αγαπήσουμε ούτε τον εαυτό μας. Γιατί ο άνθρωπος που δεν ένιωσε αγάπη ο ίδιος, δύσκολα μπορεί να αγαπήσει. Άνθρωπος που δεν ανοίχτηκε να βγει έξω από τον εαυτό του, να τον υπερβεί, να ανοιχτεί στους άλλους, να γίνει άνθρωπος προσφοράς, δύσκολα θα αγαπήσει τον εαυτό του. Θα τα ’χει και με τον ίδιο, θα τα ’χει και με τους άλλους.

 
Ο Χριστός μας καλεί σ’ ένα θαύμα κι εμείς του απαντάμε με λογικά επιχειρήματα. Πολλοί από εμάς μάλιστα θέλουν να δουν θαύματα για να πιστέψουν. Κι ο Θωμάς τι κάνει; Να βάλω, λέει, το χέρι μου στις πληγές, να δω το θαύμα, να το συνειδητοποιήσω κι ύστερα να το δεχτώ. Ανθρώπινο είναι, αποδεκτό. Όμως μην ξεχνάμε ότι ο Θωμάς και οι άλλοι μαθητές, δεν έχουν ακόμα ζήσει την Πεντηκοστή. Δέν έχουν λάβει το Άγιο Πνεύμα. Κι εμείς πολλές φορές είμαστε στην εκκλησία και θέλουμε να δούμε ένα θαύμα. Και συμβαίνει να μας γίνει το θαύμα - συνεχώς γίνονται θαύματα στην ζωή μας - και είτε δεν τα καταλαβαίνουμε, είτε τα ευτελίζουμε στον βωμό της λογικής, μα κι ακόμα αν πιστέψουμε πως μας έγινε κάποιο θαύμα, ύστερα από λίγο, ξεχνάμε τον Δωρητή και επιστρέφουμε στα ίδια. 
Διατυμπανίζουμε παντού ότι μας έγινε θαύμα. Μόνο που οι άλλοι δεν το βλέπουν. Γιατί το θαύμα όντως συμβαίνει, αλλά το ζητούμενο είναι να αλλοιώσει την ζωή μας, έτσι που η χάρις του Θεού και η ειρήνη και το Πνεύμα το Άγιο να εισβάλει επιτέλους στον κλειστό μας κόσμο και να μας αλλοιώσει. 

 

Βεβαίως ο πιστός άνθρωπος χρειάζεται συνεχώς να ασκεί την λογική του. Ειδικά στην εποχή μας. Αλλά αφού πιστέψει. Χρειάζεται την λογική για να μην πέσει σε αίρεση. Αλλά αφού νοιώσει το θαύμα. Αφού το αφήσει να τον ελεήσει. Αφού αρχίσει να αγαπά. Με τα λόγια κανείς δεν άλλαξε την ζωή του. Θα ανορθωθούμε και θα αποκαταστήσουμε το κατ’ εικόνα με ό,τι δώρα μας έδωσε ο Θεός, πρώτ’ απ’ όλα βέβαια με τον νου μας. Αλλά πρέπει πρώτα να πιστέψουμε. Πρέπει πρώτα να ακολουθήσουμε τον δρόμο της προσωπικής μας Πεντηκοστής. Ας μην κοροϊδευόμαστε. Δεν σημαίνει ότι όποιος έρχεται στην εκκλησία έχει ζήσει την Πεντηκοστή.

Γιατί η πραγματική Πεντηκοστή του ανθρώπου είναι η μέρα που θα συγκλονιστεί από την αμαρτία του, από την αποτυχία του, από την αστοχία του και θα πει: «Θέλω να βάλω επιτέλους τον Χριστό στην ζωή μου». Όχι, τάχα μου επειδή είμαι Έλληνας πιστεύω. Όχι τάχα μου επειδή πίστευαν κι οι γονείς μου, πιστεύω. Ούτε επειδή θέλω να γίνω καλύτερος άνθρωπος πιστεύω.
Χριστιανός είανι αυτός που θέλει να βάλει ως κέντρο της ζωής του τον Χριστό. Αυτός που αναζητά μέσα του με αγωνία και συντριβή, να έρθει η προσωπική του πεντηκοστή. Στον Θωμά δεν είχε έρθει ακόμα. Δικαίως ήθελε να ακουμπήσει τα χέρια του εκεί. Δεν άκουσε τι είπε ο Χριστός. «Θα λάβεις Πνεύμα Άγιο». Κι αυτός απάντησε «Ναι, εγώ θέλω αποδείξεις».

Είναι σαν να μας λέει κάποιος «σ’ αγαπάω» κι εμείς να λέμε «ναι, πρέπει να καθίσω και να το σκεφτώ». Είναι σαν να λέει κάποιος «άνοιξε την ψυχή σου κι αγάπησε». Και να λέω εγώ, πρέπει να μελετήσω τα δεδομένα και να δω αν με συμφέρει, αν είναι σωστό κλπ. Αυτή είναι η ζωή μας πριν να έρθει η καταιγίδα του Αγίου Πνεύματος και η χαρά του Θεού στην ζωή μας. Αυτή ήταν και για τους μαθητές. Φοβισμένα ανθρωπάκια ήταν όλοι αυτοί οι χαρισματικοί άνθρωποι όταν ο Χριστός σταυρώθηκε. Φοβισμένοι και έκπληκτοι ήταν όταν φανερώθηκε μπροστά τους. Χαρούμενοι και έκπληκτοι ήταν όταν ο Χριστός έφυγε από ανάμεσά τους. Χρειάστηκε να έρθει η χάρη της Πεντηκοστής, ο φωτισμός του Αγίου Πνεύματος για να μεταμορφωθούν στους αποστόλους της οικουμένης.

Βαπτιζόμαστε, παίρνουμε την χάρη του Αγίου Πνεύματος με το Χρίσμα, αλλά καλούμεθα να το ενεργοποιήσουμε το Χρίσμα, την χάρη του Αγίου Πνεύματος στην ζωή μας. Όμως αυτό κάτι απαιτεί. Απαιτεί κάποια στιγμή να αφήσουμε την αυτοδικαίωσή μας στην άκρη. Να αφήσουμε τα λογικά μας επιχειρήματα. Να καταλάβουμε ότι σχέση με τον Θεό θα πει έρωτας με την όντως Ζωή. Αλλιώς θα μείνουμε χλιαροί. Και στην Αποκάλυψη λέει πως «όποιος είναι χλιαρός, θα τον εμέσω». Και βέβαια δεν είναι ότι ο Θεός θα μας διώξει, είναι που εμείς θα φύγουμε από κοντά Του. Και δεν καταλάβαμε. Και θέλουμε πάντα θαύματα, αποδείξεις, επιχειρήματα.  

Βλέπεουμε πολλές φορές σε κάποια μοναστήρια που είναι μεγάλα προσκυνήματα, ότι υπάρχουν ατέλειωτες σειρές βιβλίων με θαύματα που έκανε ο τάδε άγιος. Μα έτσι θα πιστέψουμε; Σε ποιον απευθύνονται άραγε; Σε έναν πιστό άνθρωπο,  μετανοούντα, όλα αυτά είναι δεδομένα. Δεν χρειάζεται κανένα βιβλίο για να μου αποδείξει ότι γίνονται θαύματα, γιατί το έχω νιώσει στην ίδιά μου την ζωή. Όλη η ζωή του μετανοούντος ανθρώπου είναι ένα θαύμα. Το να διαβάζω για θαύματα δεν με κάνει να πιστέψω, αλλά το να εμπιστευτώ τον Λόγο του Θεού, να αγαπήσω, να πολεμήσω τον εγωϊσμό μου, να παρακαλέσω τον θεό, να άφεθώ να ζήσω το μυστήριο της μετανοίας.
Το παράδειγμα του Θωμά μας αφορά. Και για το ότι ζήτησε αποδείξεις μας αφορά γιατί και εμείς ζητάμε. Και το ότι δεν κατάλαβε τίποτα από αυτά που του είπε ο Χριστός, μας αφορά, γιατί κι εμείς δεν καταλαβαίνουμε. Όμως μην ξεχνάμε. Αυτός ο Θωμάς είναι ο μαθητής που λίγο καιρό αργότερα θα φωτιστεί από το Άγιο Πνεύμα και θα γίνει κι αυτός ένας Απόστολος των εθνών. Για να φτάσει στα πέρατα της γης και να μαρτυρήσει για την αγάπη του Χριστού. Κι αυτό τον έρωτα που είχε για τον Κύριο, να γίνει έρωτας Θεού, ν’ αφήσει την χάρη του Αγίου Πνεύματος και να κάνει κι άλλους πολλούς να τον ακολουθήσουν. Ας διδαχτούμε από το παράδειγμά του κι ας τον ακολουθήσουμε στην βασιλεία του Θεού. Αμήν.