5/1/13

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΙ ΛΟΓΟΙ ΕΝΟΣ ΠΙΑΝΙΣΤΑ




 Βασίλης Τσαμπρόπουλος *


Μου­σι­κή δεν μα­θαί­νεις στο Ω­δεί­ο. Στο Ω­δεί­ο μα­θαί­νεις τον τρό­πο της, την τε­χνι­κή της. Μου­σι­κή μα­θαί­νεις, ό­ταν α­να­κα­λύ­πτεις τον ε­αυ­τό σου.

Η με­λέ­τη στο πιά­νο μοιά­ζει πο­λύ με τη προ­σευ­χή στον Θε­ό Εί­ναι πο­ρεί­α πνευ­μα­τι­κής ε­ξέ­λι­ξης και α­νό­δου του αν­θρώ­που. Ο δρό­μος αυ­τής της ε­ξέ­λι­ξης ό­μως εί­ναι στε­νός, μα έ­τσι πρέ­πει. Μη σε φο­βί­ζει αυ­τό.

Μά­θε να μη χαί­ρε­σαι, ό­ταν τρέ­χουν τα δά­χτυ­λά σου στα πλή­κτρα γρή­γο­ρα. Δεν εί­ναι σπου­δαί­ο. Μά­θε κα­λύ­τε­ρα να τρέ­χει ο νους σου γρή­γο­ρα και τό­τε τα δά­χτυ­λά σου θα υ­πο­τάσ­σον­ται σε αυ­τόν.


Τα χέ­ρια σου δεν παί­ζουν α­πό μό­να τους. Τα ο­δη­γεί το μυα­λό σου. Μα και ε­κεί­νο δεν μπο­ρεί να κά­νει πολ­λό πράγ­μα­τα α­πό μό­νο του, αν δεν α­κού­ει την καρ­διά σου.


Τα χέ­ρια σου να εί­ναι κα­θα­ρά ό­ταν α­κουμ­πάς το πιά­νο σου. Πιο κα­θα­ρή ό­μως να εί­ναι η καρ­διά σου.


Να νι­ώ­θεις πάν­τα πως κα­λεί­σαι να κα­τα­νο­ή­σεις έ­να έρ­γο που δεν έ­γρα­ψες ε­σύ. Πρώ­το σου μέ­λη­μα να εί­ναι η κα­τα­νό­η­ση και ο­τι κρα­τάς στα χέ­ρια σου κά­τι που δεν σου α­νή­κει. Το έρ­γο κά­ποι­ου δη­μι­ουρ­γού. Σε­βά­σου το.
Ό­σο πιο πο­λύ τα­λέν­το έ­χεις, τό­σο να κρα­τάς τη σε­μνό­τη­τα και την τα­πει­νό­τη­τά σου. Το τα­λέν­το εί­ναι πα­ρα­χώ­ρη­ση. Δεν σου α­νή­κει! Προ­σπά­θη­σε να το δι­α­χει­ρι­στείς σω­στά, με σύ­νε­ση, με φό­βο, κά­ποι­ες στιγ­μές, με με­γά­λη χα­ρά κά­ποι­ες αλ­λες, αλ­λά πάν­τα σα να εί­ναι κά­τι που το φι­λο­ξε­νείς στο σπί­τι της καρ­διάς σου. Ε­κεί­νο μπο­ρεί να φύ­γει ό­ταν το θε­λή­σει ο Θε­ός. Δέ­ξου το αυ­τό ή­ρε­μα και με α­γά­πη. Τό­τε, οι στιγ­μές που θα περ­νάς μα­ζί του θα εί­ναι α­νε­πα­νά­λη­πτες.


Ρώ­τα τον ε­αυ­τό σου τον λό­γο που παί­ζεις πιά­νο, που α­σχο­λεί­σαι με τη μου­σι­κή. Πρέ­πει να σου έρ­θει έ­να χα­μό­γε­λο και έ­να αί­σθη­μα α­γά­πης στην καρ­διά σου, πριν ο­ρί­σεις την α­πάν­τη­ση. Να α­νη­συ­χή­σεις αν δεν συμ­βεί...


Εί­ναι πο­λύ δι­α­φο­ρε­τι­κό να παί­ζεις, α­πλά, πιά­νο, α­πό το να εί­σαι στα α­λή­θεια πι­α­νί­στας - ε­κτε­λε­στής. Αυ­τός που παί­ζει, α­πλά, πιά­νο εί­ναι σαν κά­ποι­ον άν­θρω­πο που ξέ­ρει τά­χα τα πάν­τα και μι­λά­ει για ό­λα εύ­κο­λα…, για την α­γά­πη, την α­λή­θεια, τους αν­θρώ­πους… Ο πραγ­μα­τι­κός μου­σι­κός ε­κτε­λε­στής μοιά­ζει με Μο­να­χό. Για­τί; Για­τί ε­χει σκυμ­μέ­νο το κε­φά­λι. Δε μι­λά­ει... Για­τί ξέ­ρει που βρί­σκε­ται.


Μά­θε την α­ξί­α της σι­ω­πής. Μη φλυα­ρείς, ό­ταν παί­ζεις. Μη ναρ­κισ­σεύ­ε­σαι. Μά­θε να α­κούς τις παύ­σεις σα μου­σι­κή. Φαν­τα­σου σε δύ­ο λε­πτά να τα πεις ό­λα…, πως θα σε α­κού­σει ο άλ­λος για μια ώ­ρα… Να εί­σαι εγ­κρα­τής στην προ­σφο­ρά σου, αλ­λά γεν­ναι­ό­δω­ρος στον τρό­πο που τη δί­νεις….


Δί­νεις πνευ­μα­τι­κή τρο­φή στο α­κρο­α­τή­ριό σου! Πρό­σε­ξε λοι­πόν! Έ­χεις ευ­θύ­νη για την υ­γεί­α του. Προ­φύ­λα­ξέ το! Μην προ­σπα­θείς να α­ρέ­σεις. Δώ­σε του αυ­τό που η καρ­διά σου γνω­ρί­ζει σαν α­λή­θεια.  Ά­φη­σέ το μπρο­στά του με α­γά­πη. Μη σε α­πα­σχο­λεί, ε­άν θα γι­νει α­πό­δε­κτή αυ­τή η προ­σφο­ρά. Αρ­κέ­σου στη χα­ρά που παίρ­νεις, μέ­σα α­πό αυ­τήν.


Κά­νε υ­πα­κο­ή με χα­ρά στους δα­σκά­λους σου. Ό­χι με ε­ξα­ναγ­κα­σμό. Ά­φη­σέ τους να σε βο­η­θή­σουν να βρεις τον τρό­πο να α­κού­σεις, μέ­σα α­πό τα δι­κά σου αυ­τιά, τη μου­σι­κή.


Η τε­χνι­κή εί­ναι έ­να κου­τί με ερ­γα­λεί­α. Παίρ­νε μό­νο αυ­τό που χρει­ά­ζε­σαι κά­θε φο­ρά. Μην ε­πι­λέ­γεις κα­τάλ­λη­λες ώ­ρες για να με­λε­τάς. Βρες κα­τάλ­λη­λες στιγ­μές που θα νι­ώ­θεις τον σκο­πό της με­λέ­της. Να χαί­ρε­σαι ό­ταν πο­νά­ει το σώ­μα σου.


Να α­νη­συ­χείς ό­ταν ό­λα έρ­χον­ται εύ­κο­λα…


Και το πιο ση­μαν­τι­κό! Δεν μπο­ρείς να α­γα­πάς τη μου­σι­κή και να μην α­γα­πάς τον Θε­ό. Και δεν μπο­ρεί να α­γα­πάς τον Θε­ό και να μην α­γα­πάς τη μου­σι­κή. Πά­νε μα­ζί…, πάν­τα…, α­πό την αρ­χή! Αν το κα­τα­λά­βεις, τό­τε κά­θε νό­τα που θα παί­ζεις, θα πε­ρι­κλεί­ει έ­ναν κό­σμο α­γά­πης, δο­σμέ­νο α­πό Αυ­τόν.


Ελ­πί­ζω να σε βο­ή­θη­σα… Αυ­τός εί­ναι ο τρό­πος μου που βλέ­πω το πιά­νο και τη μου­σι­κή.


Αυ­τές εί­ναι οι κλί­μα­κες που προ­σπα­θώ να μά­θω και πάν­τα θα προ­σπα­θώ...


 http://vtsabropoulos.blogspot.gr/

* Ο δι­ε­θνούς φή­μης  πι­α­νί­στας και σύν­θε­της Βα­σί­λης Τσαμ­πρό­που­λος έ­χει α­να­γνω­ρι­στεί προ πολ­λού ως έ­νας ε­ξαι­ρε­τι­κά προι­κι­σμέ­νος καλ­λι­τέ­χνης που κα­τα­πι­ά­νε­ται με πο­λυ­ποί­κι­λα μου­σι­κά ι­δι­ώ­μα­τα . Φη­μί­ζε­ται ως κλασ­σι­κός πι­α­νί­στας, ερ­μη­νευ­τής μου­σι­κής του 19ου και 20ου αι­ώ­να, ε­νώ αρ­χί­ζει και δη­μι­ουρ­γεί­ται δι­ε­θνώς έ­να αυ­ξα­νό­με­νο κλί­μα α­να­γνώ­ρι­σης για τις αυ­το­σχε­δι­α­στι­κές και συν­θε­τι­κές του ι­κα­νό­τη­τες.


Ως παι­δί θαύ­μα με ξε­χω­ρι­στές δε­ξι­ό­τη­τες, άρ­χι­σε να κερ­δί­ζει βρα­βεί­α σε δι­ε­θνείς μου­σι­κούς δι­α­γω­νι­σμούς μό­λις σε η­λι­κί­α δέ­κα ε­τών. Α­πο­φοι­τών­τας α­πό το Ε­θνι­κό Ω­δεί­ο Α­θη­νών σε η­λι­κί­α δε­κα­πέν­τε ε­τών, συ­νέ­χι­σε τις σπου­δές του με υ­πο­τρο­φί­α του κοι­νω­φε­λούς ι­δρύ­μα­τος Α­λέ­ξαν­δρος Ω­νά­σης στο Ω­δεί­ο του Πα­ρι­σιού, στη δι­ε­θνή α­κα­δη­μί­α του Ζαλτ­σμπουργ και στη σχο­λή Julliard της Νέ­ας Υ­όρ­κης, με φη­μι­σμέ­νους δά­σκα­λους ό­πως οι Rudolf Serkin και η Tatiana Nikolayeva.


Κεν­τρι­κό ά­ξο­να του ρε­περ­το­ρί­ου του α­πο­τε­λούν έρ­γα του Μπε­τό­βεν, του Μό­τσαρτ, του Σο­πέν και του Μπαχ, αλ­λά και συν­θέ­σεις της Ρω­σι­κής σχο­λής κα­θώς έ­χει ερ­μη­νεύ­σει ε­πα­νει­λημ­μέ­να έρ­γα του Ραχ­μά­νι­νοφ, του Προ­κό­βι­εφ και του Σκρια­μπιν. Ω­στό­σο το τε­ρά­στιο εύ­ρος του ρε­περ­το­ρί­ου του ξε­περ­νά τα ε­κα­τό έρ­γα και ε­κτεί­νε­ται α­πό την προ­κλασ­σι­κή πε­ρί­ο­δο μέ­χρι τις σύγ­χρο­νες μου­σι­κές α­να­ζη­τή­σεις του αι­ώ­να μας, πε­ρι­λαμ­βά­νον­τας αρ­κε­τά κον­τσέρ­τα για πιά­νο και ορ­χή­στρα.


Με­τά τις δι­α­κρί­σεις του σε με­γά­λους δι­ε­θνείς δι­α­γω­νι­σμούς (Το­ρόν­το, Μπου­ζό­νι, Λίν­τς) άρ­χι­σε η δι­ε­θνής στα­δι­ο­δρο­μί­α του με εμ­φα­νί­σεις σε μου­σι­κά κέν­τρα και φε­στι­βάλ σε ό­λη την Ευ­ρώ­πη. Έ­χει α­να­γνω­ρι­στεί α­πό τους κρι­τι­κούς και το κοι­νό ως γνή­σιος αλ­λά ταυ­τό­χρο­να και α­να­νε­ω­τι­κός ερ­μη­νευ­τής της ρο­μαν­τι­κής μου­σι­κής, ε­νώ έ­χει χα­ρα­κτη­ρι­στεί και δι­ε­θνώς ως έ­νας α­πό τους κο­ρυ­φαί­ους Ευ­ρω­παί­ους πι­α­νί­στες της γε­νιάς του.


Ως σο­λί­στ έ­χει συμ­πρά­ξει με τις Ορ­χή­στρες Φι­λαρ­μο­νι­κή της Τσε­χί­ας, Φι­λαρ­μο­νι­κή του Χι­ού­στον, Συμ­φω­νι­κή της Γι­ού­τα, Συμ­φω­νι­κή της Λυ­ών ,Ορ­χή­στρα της Ι­τα­λι­κής Ρα­δι­ο­φω­νί­ας, Ορ­χή­στρα Δω­μα­τί­ου Βου­δα­πέ­στης, Κα­με­ρά­τα, Ορ­χή­στρα των Χρω­μά­των, Συμ­φω­νι­κή Ορ­χή­στρα της ΕΡΤ, Α­λέ­α, και άλ­λες ε­νώ πα­ράλ­λη­λα έ­χει εμ­φα­νι­στεί σε ση­μαν­τι­κά δι­ε­θνή φε­στι­βάλ (Λυ­ών, Σπο­λέ­το, Ρώ­μης, Βαρ­κε­λώ­νης, Α­θη­νών) και πολ­λά αλ­λά. Συ­νερ­γά­στη­κε με κο­ρυ­φαί­ους Έλ­λη­νες και ξέ­νους αρ­χι­μου­σι­κούς ό­πως ο Β. Α­σκε­νά­ζυ, ο Μ. Γιά­νσον, ο ΓΚ. Χέρ­τινγκ, ο Χανς Γκραφ, ο Τσου Χου­ει, ο Μ. Κον­τι, ο Α. Πα­ρί­δης, ο Μ. Χα­τζι­δά­κης, ο Α. Μυ­ράτ, ο Θ. Αν­τω­νί­ου,ο Μ. Λο­γιά­δης κ.α. Έ­χει εμ­φα­νί­σει πολ­λές φο­ρές στο Μέ­γα­ρο Μου­σι­κής Α­θη­νών και Θεσ­σα­λο­νί­κης, και στο Η­ρώ­δει­ο.



Το έρ­γο του 12 Πρε­λού­δια για πιά­νο τα συ­νέ­θε­σε για τον κο­ρυ­φαί­ο πι­α­νί­στα και αρ­χι­μου­σι­κό Vladimir Ashkenazy,o ο­ποί­ος ε­ξέ­φρα­σε το θαυ­μα­σμό του για τον ή­χο και τα δε­ξι­ο­τε­χνι­κά προ­σόν­τα του σύν­θε­τη. Ε­κτός α­πό τα έρ­γα για πιά­νο έ­χει γρά­ψει έρ­γα για βι­ο­λί, τσέ­λο, για ορ­χή­στρα και για δι­ά­φο­ρα ορ­γα­νι­κά σύ­νο­λα. Α­πό το 2000 συ­νερ­γά­ζε­ται με τη δι­ε­θνή δι­σκο­γρα­φι­κή ε­ται­ρί­α ΕCΜ και έ­χει η­χο­γρα­φή­σει τρεις δί­σκους. Το τρί­ο Τσαμ­πρό­που­λος, Andersen, Marshall φέρ­νον­τας νέ­α η­χο­χρώ­μα­τα στη σύγ­χρο­νη αι­σθη­τι­κή του αυ­το­σχε­δια­σμού, α­πο­τε­λεί έ­να α­πό τα κα­λύ­τε­ρα μου­σι­κά σχή­μα­τα. Με το πιά­νο τρί­ο του ο Βα­σί­λης Τσαμ­πρό­που­λος έ­χει κά­νει αρ­κε­τές Ευ­ρω­πα­ϊ­κές πε­ρι­ο­δεί­ες παί­ζον­τας σε με­γά­λα τζαζ φε­στι­βάλ με με­γά­λη ε­πι­τυ­χί­α.



Πα­ράλ­λη­λα με τη στα­δι­ο­δρο­μί­α του ως πι­α­νί­στας της κλασ­σι­κής και τζαζ μου­σι­κής προ­σκα­λεί­ται συ­χνά να δι­δά­ξει α­νώ­τε­ρους κύ­κλους μα­θη­μά­των πιά­νου, κα­θώς και ει­δι­κές σει­ρές σε­μι­να­ρί­ου τζαζ και αυ­το­σχε­δια­σμού. Ο Βα­σί­λης Τσαμ­πρό­που­λος ζει με την οι­κο­γέ­νεια του στην Α­θή­να.