12/8/07

ΜΟΝΟΣ ΜΟΥ ΧΤΕΣ ...

Μερικοί ἀπό μᾶς νομίζουμε ὅτι οἱ Ἅγιοι εἶναι κάτι σάν supermen τῆς πίστεως, χωρίς θλίψεις καί πειρασμούς, πάντα ἀγέρωχοι καί δυνατοί. Ἔτσι ἀπογοήτευση μᾶς πιάνει κάθε φορά πού άκοῦμε ὅτι "ἡ μόνη πραγματική τιμή στόν Ἅγιο εἶναι ἡ μίμησή του" καί λέμε ὅτι αὐτά εἶναι γιά λίγους καί ὄχι γιά μᾶς τούς ἁπλούς ἀνθρώπους κτλ. Ξεχνᾶμε πώς ὁ Χριστός μᾶς κάλεσε ὅλους νά γίνουμε Ἅγιοι, Θεοί κατά χάριν Του καί πώς οἱ Ἅγιοι ἦταν σάν κι ἐμᾶς, ἄνθρωποι κανονικοί πού πόνεσαν, ἀπογοητεύτηκαν καί ἔκλαψαν, ὅμως ἀκολούθησαν τήν κλήση τοῦ Θεοῦ καί σώθηκαν.
Διαβάστε ἐδῶ ἕνα ποίημα τοῦ ἐκ τῶν μεγίστων, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, μιᾶς ψυχῆς εὐαίσθητης καί χαριτωμένης, για να δεῖτε πώς καί τοῦ Ἁγίου ἡ ψυχή σάν τήν δική μας πονᾶ, μά στήν χάρη τοῦ Θεοῦ βρίσκει τήν παρηγοριά κι ὄχι στοῦ κόσμου τούτου τά ἀδιέξοδα...




Μόνος μου χτές ἀπό τίς πίκρες στραγγισμένος
Σέ δάσος σύσκιο βαρύθυμος καθόμουν.
Μ᾿ ἀρέσει, ἀλήθεια, αὐτό τό φάρμακο στίς θλίψεις,
μέ τήν ψυχή μου ν᾿ ἀναδεύω σκέψεις σιωπηλά.
Αὔρες ψιθύριζαν μ᾿ ἀηδόνια καλλικέλαδα
κι ἀπ΄᾿ τά κλαδιά γλυκό ἀποκάρωμα χυνόταν,
θαρρεῖς καί σου΄ φευγε ἡ ζωή.

Κι ἀπό τά δέντρα τά ὀξύφωνα τζιτζίκια, φίλοι τοῦ ἥλιου,
πλημμύριζαν τό δάσος μέ τίς φλύαρες φωνές τους.
Σιμά ρυάκι δροσερό ἔβρεχε τά πόδια
καί μες στό δάσος ἔτρεχε ἀπαλά.
Πώς μέ συνεῖχε ὡστόσο δυνατή ἡ ὀδύνη
κι ἔτσι δέν μέ τραβοῦσαν διόλου ἐτοῦτα.

Ὁ νοῦς, σάν τόν στομώνει ὁ πόνος, τέρψεις δέν γυρεύει.
Κι ἐγώ μέσα στίς συστροφές τῆς ταραγμένης σκέψης
σ᾿ ἀντίμαχες ἰδέες παραδομένος:
Ποιός στάθηκα, ποιός εἶμαι, τί θά γίνω; Δέν ξέρω καθαρά.
Κι ἄλλος σοφότερός μου οὔτε κι ἐκεῖνος.
. . .
Στάσου. Μπρός στόν Θεό ὅλα δεύτερα. Τόπο στόν Λόγο.

Μάταια δέν σ᾿ ἔπλασε ὁ Θεός,
μά ἐγώ ἀντιστέκομαι, μικρόψυχος, στόν ὕμνο.
Σκοτάδι ἐδώ κι ἐκεῖ τοῦ Λόγου τό βασίλειο κι ὅλα ξάστερα,
γιά τόν Θεό ἀντικρύζοντας, γιά στήν φωτιά νά τυραννιέσαι.
Μόλις μέ γλύκανε ἔτσι ὁ νοῦς, πάει κι ὁ πόνος.
Κι ἀπό τό σύσκιο δάσος χτές γυρίζοντας στό σπίτι,
μια χαμογέλαγα παράξενα
καί μιά σιγόκαιγε ἡ καρδιά μέ σκέψη ἀνταριασμένη.