8/10/07

ΜΟΝΟΣ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ

Ἀργά τή νύχτα στό σκοτεινό δωμάτιο, ἔξω ἡ πόλη βρυχᾶται μέ τούς θορύβους τῶν μηχανῶν, καί ἡ ὀθόνη φεγγίζει τίς διαστάσεις τοῦ δωματίου. Τά δάχτυλα κουράστηκαν ἀπό τό χτύπημα τῶν πλήκτρων, πρῶτα στό φόρουμ, ὕστερα στό Antiterror, τό νέο διαδικτυακό παιχνίδι πού μέ μανία ἀφιερώθηκε τίς τελευταῖες μέρες. Ἐκατοντάδες Μουτζαχεντίν πέφτουν νεκροί ἀπό τό Glock 17 καί τό AW Super Magnum του. Πίνει ἕνα ἀκόμη καφέ γιά νά ἀντέξει. Εἵκοσι ὥρες πέρασαν.

Παλιότερα περιπλανιόταν ἀστάματητα σέ διάφορα sites, μάζευε ἔλεγε γνώσεις, μά κουράστηκε, πού νά τίς θυμᾶσαι τόσες πληροφορίες. Βαρέθηκε. Κατέβασε χιλιάδες τραγούδια, δεκάδες ταινίες, πού νά τά ἀκούσει ὅλα αὐτά, ὅλο κατεβάζει καινούργια.

Τώρα πιά δέν πολυβγαίνει. Μετά τήν σχολή κάποια ἀστεῖα μέ τούς συμφοιτητές καί πίσω στό σπίτι. Δύσκολη ἡ ἐπικοινωνία, δύσκολες οἱ σχέσεις, πολλές οἱ ἀπογοητεύσεις. Στό διαδίκτυο τά πράγματα γίνονται πιό εὔκολα. Μιλάει μέ ὅποιον θέλει, ὅσο θέλει, δέν ἔχει καμμιά δέσμευση, καμμιά ἀποτυχία. Κι ὕστερα ἡ χαρά τῶν παιχνιδιῶν, ὥρες ἀτέλειωτες, ἔνταση ἐξασφαλισμένη, ἡ δίψα γιά τή νίκη, ὁ χρόνος νά περνᾶ ἀνέμελα.

Ἀπό τήν χλωμή πραγματικότητα προτιμᾶ νά ζεῖ τήν εἰκονική. Ἀπό τόν γκρίζο κόσμο τῶν μεγάλων, στό πολύχρωμο σύμπαν τοῦ παγκόσμιου χωριοῦ. Ξεχνιέται, δέν χρειάζεται ἄλλο νά λυπᾶται γιά τόν παραλογισμό τοῦ κόσμου. Ἄς φωνάζει ὁ κολλητός του πού δέν βλέπονται πιά. Καλά εἶναι καί τά e-mail. Κάποιος παλιός φίλος τοῦ εἶπε, ὅτι ὅλα αὐτά πού κάνει εἶναι σά ναρκωτικό, πώς πρέπει νά βγεῖ στήν ἀληθινή ζωή, νά σχετιστεῖ, νά μιλήσει πρόσωπο μέ πρόσωπο, νά μάθει ἀπό τίς ἀποτυχίες. Πώς τό νά σκοτώνει ἠλεκτρονικά μέ τίς ὥρες τοῦ διαστρέφει τήν προσωπικότητα, τόν γεμίζει ἐπιθετικότητα, τόν κάνει ἀναίσθητο στόν ἀνθρώπινο πόνο, ἀδιάφορο γιά τόν θάνατο. Κουταμάρες εἶπε, παιχνίδια εἶναι μόνο.

Νωρίς τό πρωῒ στό σκοτεινό δωμάτιο, ἔξω ἡ πόλη ξυπνᾶ κι ἡ ὀθόνη φωτίζει τά ἀδρά χαρακτηριστικά τοῦ προσώπου του. Εἶναι μόνος, νοιώθει μόνος, εἶναι νέος, μά νοιώθει πολύ κουρασμένος. Τά βλέφαρα βαραίνουν κι ἀποκoιμιέται μέ τά ροῦχα στό κρεββάτι. Στό βαρύ του ὕπνο του θά δεῖ μάχες καί σκοτωμούς, τρομοκράτες καί ὄπλα. Κι ἴσως κάποια στιγμή νά ὀνειρευτεῖ πώς ἔχει φίλους πού τόν ἀγαποῦν καί τούς ἀγαπᾶ, πώς δέν εἶναι πιά μόνος καί πώς εἶναι ἡ ζωή του λουσμένη στό φῶς...