18/11/07

ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ (Νο 3)...

MΙΑ ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΕΙΤΑΙ...

Λάβαμε αυτό το κείμενο από μια καθηγήτρια θρησκευτικών (την οποία και ευχαριστούμε), και το δημοσιεύουμε.


Όταν πρωτομπαίνεις στην τάξη θες τουλάχιστον ως αναφαίρετο δικαίωμα σου τη «χαρά του αγνώστου» γύρω απ‘ το πρόσωπο σου. Είναι κάτι που κάθε καθηγητής έχει ως πλεονέκτημα μπαίνοντας για πρώτη φορά στην τάξη. Πάνω στις πρώτες εντυπώσεις καλείσαι να κτίσεις ελεύθερα τις βάσεις για την από ‘κει και πέρα συναναστροφή σου με τους μαθητές σου.. εκτός κι αν είσαι «θρησκευτικός» ή «θρησκευτικού». Εκεί τα πράγματα είναι διαφορετικά. Δεν είσαι καθόλου άγνωστος και κάνείς δεν αγωνιά να σε γνωρίσει. Υπάρχει ήδη μια ευρύτατη γκάμα προκαταλήψεων που περιμένει να πάρει σάρκα και οστά με την πρώτη σου εμφάνιση ..τα ρούχα σου αναμένονται να είναι συντηρητικά το ίδιο και όλο το στυλ σου, ανήκεις στον αναχρονιστικό τρόπο σκέψης και έκφρασης, διαφωνείς με οτιδήποτε προοδευτικό κι «διαφορετικό», είσαι φανατικός κι εθνικιστής - σχεδόν σκοταδιστής που προσπαθεί να το καλύψει κάτω από μια αθώα εμφάνιση .Οι περισσότερες απόψεις που πρόκειται να ξεστομίσεις βασίζονται σε ανυπόστατα ιστορικά γεγονότα – γενικά δε γνωρίζεις ιστορία – και ακόμα και οι πολιτικοκοινωνικές σου απόψεις είναι σαφώς προδιαγεγραμμένες : μισείς οτιδήποτε φιλελεύθερο, κάθε ιδεολογία επανάστασης και οτιδήποτε έχει σχέση με πολιτισμό, εξεγέρσεις και αναγέννηση.. και φυσικά, δεν έχεις κανένα απολύτως δικαίωμα να μιλάς για επιστήμη και φιλοσοφία.. απλώς γιατί ενσαρκώνεις το «αντίπαλον δέος» της επιστημονικής σκέψης και της ελεύθερης υπαρξιακής αναζήτησης. Είσαι σχετικά «αμόρφωτος» αφού δεν είσαι σκεπτικιστής και ανήκεις σε έναν τόσο συντηρητικό οργανισμό όσο η Εκκλησία.


Και σύντομα συνειδητοποιείς πως δεν έχεις χρόνο για συστάσεις: οφείλεις να απολογηθείς για το λόγο της ύπαρξης σου στην τάξη!! Η επόμενη συνειδητοποίηση έρχεται γρήγορα : αντί για πεδίο ανταλλαγής γνώσεων και ανάπτυξης σχέσεων ο επόμενος χρόνος θα’ναι για σένα μια άνιση προσπάθεια να αποδείξεις στα παιδιά ( αν αντέχεις ή θες ) πόσο είσαι ή δεν είσαι κάτι απ ‘τα παραπάνω..

Κανείς δεν περιμένει να μάθει κάτι από σένα . Σε αντίθεση με όλους τους άλλους καθηγητές, εσύ ξαφνικά οφείλεις να αποδείξεις στα παιδιά την ίδια την αξία της προσωπικότητας σου. Ωστόσο τελικά δεν είναι και τόσο ανώμαλη η προσγείωση. Το ήξερες και από πριν πως το μάθημα σου δεν είναι σαν άλλα. Η πίστη κανενός δε διδάσκεται σε κανένα. Και τότε εσύ τι κάνεις στο σχολείο; Αυτό είναι ένα ερώτημα που καλείσαι να απαντάς στον εαυτό σου κάθε μέρα..αν θες να τον σέβεσαι και αυτόν και τους μαθητές σου. Και οι απαντήσεις ποικίλουν ανάλογα με το ποιος είσαι. Προσωπικά έχω δώσει πολλές μέσα στη τάξη.. καταλαβαίνεις όμως κάθε φορά πως τα παιδιά δε ρωτούν γιατί αμφισβητούν το ίδιο το πρόσωπο σου, αλλά όλα όσα περιμένουν πως θα ’σαι. Και το περιμένουν γιατί ήδη απ’ το Δημοτικό η εμπειρία τους τα δίδαξε πως το θρησκευτικά δε «χρησιμεύουν σε τίποτα» κι είναι ένα μάθημα «καταπιεστικής επιβολής ενός θρησκεύματος» πάνω τους.

Καταλάβαινες ήδη πριν τους αντικρίσεις ότι κάτι διαφέρει με το δικό σου μάθημα. Πρόκειται να διδάξεις κάτι το οποίο μόνο βιωματικά έχεις προσεγγίσει ο ίδιος. Κάτι στο οποίο σε οδήγησε η ίδια σου η ζωή, κάτι που ακόμα πολεμάς μέρα με τη μέρα , κάτι που χτίζεται μέσα σου μυστηριακά το θαύμα της ίδιας σου της ζωής και δεν μπορείς, και να‘ θελες, να το διδάξεις..

..Κι όμως θα ήταν το μόνο που θα άξιζε να διδάξεις, ανάμεσα από ατελείωτα κατεβατά ακαταλαβίστικων φράσεων που είσαι υποχρεωμένος να τους επιβάλλεις. Φράσεις που τις κοιτάς κι εσύ και θυμάσαι πως τίποτα δε σου ενέπνεαν παρά μόνο αντίδραση, όταν ήσουν στη ηλικία τους. Αυτή είναι όμως η ύλη σου .Κι επειδή πρόκειται για το Χριστό, το Χριστό σου της αγάπης και της ελευθερίας η ίδια η λέξη ύλη σε ενοχλεί.

Και τι κάνεις; Δεν προλαβαίνεις να το σκεφτείς. Η ύλη παύει να ‘χει σημασία έτσι κι αλλιώς. Το θέμα είναι να απαντάς και το πως απαντάς. Κι ας έρχονται οι ερωτήσεις βροχή. Ερωτήσεις που δεν είναι μόνο ότι απαιτούν τεράστιο φάσμα ιστορικών, επιστημονικών, φιλολογικών, φιλοσοφικών, κοινωνιολογικών, ψυχολογικών, βιολογικών κι εγκυκλοπαιδικών γνώσεων – έστω ότι το οφείλεις στον εαυτό σου το να μαθαίνεις – αλλά και που σε φέρνουν σε αντίθεση με ζωτικά μεγέθη στη ίδια τη ζωή των παιδιών : τις οικογενειακές αντιλήψεις, τα «πιστεύω» των γονιών τους, τις αρχές με τις οποίες γαλουχήθηκαν, τη γνώμη του μπαμπά ή της μαμάς ή των αγαπημένων προσώπων τους. Την ώρα εκείνη αναρωτιέσαι: κι αν αυτή τη στιγμή έρχομαι σε αντιπαράθεση με όλα αυτά; και αν τον/την φέρνω σε δύσκολη θέση; κι αν της / του λένε άλλα στο σπίτι;

Ανάμεσα στον «απολογητή» που καλείται να διορθώσει τη μεγάλη ανοησία της νεοελληνικής οικογένειας, η οποία βάπτισε τα παιδιά της κι ύστερα τα άφησε μετέωρα σε μια πίστη που δεν είναι τίποτα άλλο γι’ αυτά παρά μόνο φολκλόρ και υποχρεώσεις και στον «αποδιοπομπαίο τράγο» που πρέπει να συμμαζέψει την υπόληψη κάποιων εκπροσώπων της ταλαιπωρημένης εξ’ αιτίας μας Εκκλησίας, καλείται ο θεολόγος σήμερα (που αν έχει φιλότιμο θα πρέπει να τον βαραίνει πολύ ο όρος αυτός) να κάνει πράξη το πιο σπουδαίο κομμάτι της διδασκαλίας του Ευαγγελίου: να αγαπήσει τα παιδιά γι’ αυτό που είναι το καθένα, να να τα σεβαστεί και να τα ακούσει υπομονετικά και να δημιουργήσει μαζί τους σχέση, ακόμα κι αν αμφισβητούν όλα όσα είναι εκείνος, ακριβώς επειδή οι συνθήκες που μοιάζουν δύσκολες μπορούν ίσως να είναι και ιδανικές για αληθινή σχέση με τους μαθητές του . Και τέλος να σέβεται τον εαυτό του κι αυτό που πρεσβεύει γιατί μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει μέσα στην τάξη αλλά και στη ζωή...