30/12/07

Ο ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΗ - ΒΑΣΙΛΗΣ


Σεβ. Μη­τρο­πο­λίτου Ναυ­πά­κτου καὶ Ἁ­γί­ου Βλα­σί­ου Ἱε­ρο­θέου

Ἐ­νῶ ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μὲ τὴν λα­τρε­ί­α της, τὴν θε­ο­λο­γί­α της, τὴν εἰ­κο­νο­γρα­φί­α της καὶ τὸ συ­να­ξά­ριο της, τι­μᾶ τὴν με­γά­λη προ­σω­πι­κό­τη­τα τοῦ ἐν Ἁ­γί­οις πα­τρός καί Οἰ­κου­με­νι­κοῦ δι­δα­σκά­λου Βα­σι­λε­ί­ου, ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που Και­σα­ρεί­ας Καπ­πα­δο­κί­ας τοῦ Με­γά­λου, ἐν το­ύ­τοις ἡ λα­ϊ­κὴ πα­ρά­δο­ση καὶ κυ­ρί­ως ἡ δυ­τι­κὴ νο­ο­τρο­πί­α, τὸν πα­ρου­σι­ά­ζει κα­τὰ ἰ­δι­α­ί­τε­ρο τρό­πο, δη­λα­δὴ ἀ­πὸ Μέ­γα Βα­σί­λει­ο τὸν ἔ­κα­νε “ἁ­ϊ - Βα­σί­λη”, μὲ πολ­λὲς πα­ραλ­λα­γές.

Ὁ κα­θη­γη­τὴς τῆς λα­ο­γρα­φί­ας Δ. Λου­κά­τος, στὸ βι­βλί­ο του Χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα καὶ τῶν γι­ορ­τῶν γρά­φει, ὅ­τι ὁ δι­κός μας Ἅ­γιος Βα­σί­λης, «ἦ­ταν ἕ­νας κα­θα­ρὰ πρω­το­χρο­νι­ά­τι­κος Ἅ­γιος, κά­τι ἀ­νά­με­σα στὸν πραγ­μα­τι­κὸ Ἱ­ε­ράρ­χη τῆς Και­σά­ρειας καὶ σ' ἕ­να πρό­σω­πο συμ­βο­λι­κὸ τοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ, ποὺ ξε­κι­νοῦ­σε ἀ­πὸ τὰ βά­θη τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἀ­σί­ας, κι ἔ­φτα­νε τὴν ἴ­δια μέ­ρα σ’ ὅ­λα τὰ πλά­τη, ἀ­πὸ τὸν Πό­ντο ὡς τὴν Ἑ­πτά­νη­σο κι ἀ­πὸ τὴν Ή­πει­ρο ὡς τὴν Κύ­προ.

»Δὲν κρα­τοῦ­σε κο­φί­νι στὴν πλά­τη του, οὔ­τε σακ­κὶ φορ­τω­μέ­νο μὲ δῶ­ρα. Ἐ­κεῖ­νο ποὺ ἔ­φερ­νε στοὺς ἀν­θρώ­πους ἦ­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο συμ­βο­λι­κό: ἡ κα­λὴ τύ­χη κι ἡ ἱ­ε­ρα­τι­κὴ εὐ­λο­γί­α του. Τὸ μό­νο κά­πως συγ­κε­κρι­μέ­νο ἦ­ταν τὸ μα­γι­κὸ ρα­βδί του, ἀ­π’ ὅ­που μὲ θαυ­μα­στὸν τρό­πο βλά­σται­ναν ἢ ζων­τά­νευ­αν κλα­διά καὶ πέρ­δι­κες, σύμ­βο­λα τῶν ἀν­τί­στοι­χων δώ­ρων, ποὺ θὰ μπο­ρο­ύ­σε νὰ μοι­ρά­σει στοὺς εὐ­νο­ου­μέ­νο­ύς του.­.. Δὲν ἔ­φερ­νε τί­πο­τα ὁ Ἅ­γιος Βα­σί­λης. Ἀν­τί­θε­τα λὲς καὶ ζη­τοῦ­σαν τὴν εὐ­λο­γί­α του, μὲ τὸ νὰ μοι­ρά­ζουν ἀ­πὸ δι­κὴ τους πρό­θε­ση οἱ ἄν­θρω­ποι δῶ­ρα καὶ λε­φτά» δη­λα­δὴ, «γο­νεῖς καὶ συγ­γε­νεῖς ἔ­δι­ναν στὰ παι­διὰ τους μπου­να­μά­δες ἢ καὶ με­τα­ξύ τους τὰ δῶ­ρα». Στὴν δι­κή μας πα­ρά­δο­ση, ὁ Ἅ­γιος - Βα­σί­λης ἦ­ταν «μι­κρα­σι­ά­της, με­λα­χρι­νός, ἀ­δύ­να­τος, γε­λα­στός, μὲ μα­ύ­ρα γέ­νια καὶ κα­μα­ρω­τὰ φρύ­δια.

Ντυ­μέ­νος σὰν βυ­ζαν­τι­νὸς πε­ζο­πό­ρος, μὲ σκου­φὶ καὶ πέ­δι­λα, στὸ χέ­ρι του κρα­το­ύ­σε ἕ­να ρα­βδί». Ἡ πα­τρί­δα τοῦ ἀ­να­το­λι­κοῦ Ἅ­γιου Βα­σί­λη εἶ­ναι ἡ Μι­κρὰ Α­σί­α, καὶ εἶ­ναι γραμ­μα­τι­σμέ­νος, κα­τά­γε­ται ἀ­πὸ τὴν Και­σά­ρεια καὶ «βα­στά­ει κόλ­λα καὶ χαρ­τί, χαρ­τὶ καὶ κα­λα­μά­ρι» καὶ προ­σφέ­ρει ὡς δῶ­ρο «τὴν χα­ρὰ τῆς γνώ­σης».

Στὴν Δύ­ση ὑ­πῆρ­χε ἄλ­λος τύ­πος τοῦ δι­κοῦ μας “ἁ­ϊ -Βα­σί­λη”. Στὴν Εὐ­ρώ­πη καὶ ἰ­δί­ως στὴν Ὀλ­λαν­δί­α ἦ­ταν ὁ S­i­n­t­er K­l­a­as, ὁ ὁ­πο­ῖ­ος ἦ­ταν «ὁ προ­στά­της τῶν ναυ­τι­κῶν, τῶν ἐμ­πό­ρων καὶ τῶν παι­δι­ῶν, ἔ­τσι ὅ­πως αὐ­τὸς λα­τρε­ύ­τη­κε στὶς κά­τω Χῶ­ρες, κυ­ρί­ως ἀ­πὸ τὸν 12ο αἰ­ώ­να καὶ με­τά». Τὸν 17ο αἰ­ώ­να, Ὀλ­λαν­δοὶ Καλ­βι­νι­στὲς «με­τα­να­στε­ύ­ον­τας στὴν Ἀ­με­ρι­κή ἔ­παιρ­ναν μα­ζί τους καὶ τὴν εἰ­κό­να τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου», καὶ ἔτσι ἔ­γι­νε ὁ Sa­i­nt N­i­ck καὶ ὁ S­a­n­ta C­l­a­us. Με­τα­κι­νή­θη­κε ὅ­μως με­ρι­κὲς ἑ­βδο­μά­δες ἀρ­γό­τε­ρα, γιὰ νὰ ἐ­πι­σκε­φθῆ τὰ παι­διὰ τὴν πα­ρα­μο­νὴ τῶν Χρι­στου­γέν­νων. Ὁ τύ­πος αὐ­τὸς τα­ξί­δευ­σε καὶ σὲ ἄλ­λες Χῶ­ρες. «Γύ­ρω στὰ 1870 στὴν Βρε­ταν­νί­α, συγ­χω­νε­ύ­τη­κε μὲ τὸν σκαν­δι­ναυ­ϊ­κῆς προ­έ­λευ­σης, πα­τέ­ρα τῶν Χρι­στου­γέν­νων καὶ γέν­νη­σε μύ­θους, θρύ­λους, καὶ τρα­γου­δά­κια".

Ταυ­τι­ζό­με­νος ὁ S­a­i­nt N­i­ck, μὲ τὸν S­a­n­ta C­l­a­us καὶ τὸν F­a­t­h­er C­h­r­i­s­t­m­as με­τα­φέρ­θη­κε στὴν Ἀ­με­ρι­κή ἀ­πὸ τοὺς Εὐ­ρω­πα­ί­ους με­τα­νά­στες καὶ ὅ­πως ἦ­ταν ἑ­πό­με­νο, ἐ­κεῖ ἀλ­λά­ζει μορ­φή, ἀ­πο­κτᾶ τὴν μορ­φὴ «τοῦ κα­λο­θρεμ­μέ­νου καὶ ὁ­λο­πόρ­φυ­ρου ἁ­γί­ου, ποὺ μέ­νει κά­που στὸν Βό­ρει­ο Πό­λο». Βε­βα­ί­ως, ἐ­δῶ πρέ­πει νὰ ση­μει­ω­θῆ ὄ­τι αὐ­τὸς ὁ “τύ­πος”, ποὺ στὴν Εὐ­ρώ­πη καὶ τὴν Α­με­ρι­κή ὀ­νο­μά­σθη­κε S­a­i­nt N­i­ck, S­a­n­ta C­l­a­us καὶ F­a­t­h­er C­r­i­s­t­m­as, ἀ­πό μᾶς λαν­θα­σμέ­να ὀ­νο­μά­ζε­ται “ἁ­ϊ -Βα­σί­λης”. Οἱ δυ­τι­κοὶ δὲν τὸν ὀ­νο­μά­ζουν “ἁ­ϊ -Βα­σί­λη”, ἀλ­λὰ S­a­i­nt N­i­ck, S­a­n­ta C­l­a­us καὶ F­a­t­h­er C­r­i­s­t­m­as. Ἐ­μείς ταυ­τί­σα­με τὸν δυ­τι­κὸ αὐ­τὸν “τύ­πο” μὲ τὸν “ἁ­ϊ -Βα­σί­λη”, ἀ­φοῦ ἐ­ξο­βε­λί­σα­με τὸν δι­κό μας Ἅ­γιο Βα­σί­λει­ο! Αὐ­τὸς ὁ δυ­τι­κὸς τύ­πος ἦρ­θε σέ μᾶς «μὲ πρω­το­βου­λί­α τῶν ἀ­στι­κῶν τά­ξε­ων» καὶ ὀ­νο­μά­σθη­κε “ἁ­ϊ -Βα­σί­λης”.

Ὁ ση­με­ρι­νὸς “αἱ-Βα­σί­λης” εἶ­ναι δη­μι­ο­ύρ­γη­μα τοῦ ἀγ­γλο­σα­ξω­νι­κοῦ κό­σμου καὶ ἀ­πη­χεῖ τὴν νο­ο­τρο­πί­α του. Ὁ “ἁ­ϊ- Βα­σί­λης” αὐ­τὸς γεν­νή­θη­κε στίς ἀρ­χὲς τοῦ 19ου αἰ­ώ­να ἀ­πὸ τὸν Κλὰρκ Μοὺρ ποὺ ἔ­γρα­ψε γιὰ τὰ παι­διὰ του μιὰ ἱ­στο­ρί­α μέ τίτ­λο T­he N­i­g­ht B­e­f­o­re C­h­r­i­s­t­m­as, μὲ ἥ­ρω­α ἕ­ναν “ἁ­ϊ -Βα­σί­λη”, πού δη­μο­σι­ε­ύ­θη­κε τό 1823. Ὁ “ἁ­ϊ- Βα­σί­λης” εἰ­κο­νο­γρα­φή­θη­κε ἀ­πὸ τὸν γερ­μα­νι­κῆς κα­τα­γω­γῆς σκιτσογράφο Τό­μας Νά­στ, μέ κόκ­κι­νο κου­στο­ύ­μι, λευ­κὰ γου νά­κια, ἄ­σπρη γε­νι­ά­δα καὶ τὰ παι­χνί­δια του, ὁ ὁ­ποῖ­ος δα­νε­ί­στη­κε στοι­χε­ί­α ἀ­πὸ τὴν γερ­μα­νι­κὴ λα­ϊ­κὴ πα­ρά­δο­ση τῶν Χρι­στου­γέν­νων, ἀλ­λά καὶ τὴν πα­ρα­δο­μέ­νη μορ­φὴ τοῦ πλα­νό­διου γερ­μα­νοῦ ἐμ­πό­ρου.

Ἡ πιὸ δι­ά­ση­μη ἀ­πει­κό­νι­ση τοῦ “ἁ­ϊ Βα­σί­λη”, κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ 1866 καὶ ἐ­δρα­ί­ω­σε τὴν εἰ­κο­νο­γρα­φί­α τοῦ χα­ρα­κτῆ­ρα. Τὸν βλέ­που­με νὰ δι­α­κο­σμεῖ ἕ­να ἔ­λα­το, νὰ φτι­ά­χνει παι­χνί­δια, νὰ δι­α­βά­ζει τὸ βι­βλί­ο του μὲ τὰ πα­ρα­μύ­θια, νὰ ρά­βει τὰ ροῦ­χα του καὶ τέ­λος νὰ ἐ­ξε­ρευ­νᾶ τὸν κό­σμο μὲ τὸ τη­λε­σκό­πιό του, «πρὸς ἀ­να­ζή­τη­ση σο­φῶν παι­δι­ῶν». Ἴ­σως αὐ­τὸ ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ το πιὸ συμ­πα­θη­τι­κὸ στοι­χε­ῖ­ο στὸν “ἁ­ϊ Βα­σί­λη” τοῦ Νά­στ, νά εἶ­ναι ἡ τρυ­φε­ρό­τη­τα ποὺ δε­ί­χνει ἀ­πέ­ναν­τι στὰ παι­διά. Εἶ­ναι φα­νε­ρὸ ὅ­τι ὁ “ἁ­ϊ -Βα­σί­λης” δε­ί­χνει τὸ ὄ­νει­ρο τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς κοι­νω­νί­ας, ποὺ στη­ρί­ζε­ται στὴν εὐ­η­με­ρί­α, τὴν εὐ­δαι­μο­νί­α, τὴν κα­λο­πέ­ρα­ση, τὴν ἀ­γα­θοσύ­νη καὶ τὴν μα­κρο­η­μέ­ρευ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που.

Στὶς ἀρ­χὲς τοῦ αἰ­ώ­να, ὁ ἁ­ϊ -Βα­σί­λης ἄλ­λα­ξε κά­πως μορ­φή, καὶ ἔ­γι­νε ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς τὸν γνω­ρί­ζου­με σή­με­ρα. Στὰ 1931, ποὺ ἡ Κό­κα Κό­λα ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τὸν Σά­ντα Κλά­ους στὴ χει­μω­νι­ά­τι­κη δι­α­φη­μι­στι­κὴ της ἐκ­στρα­τε­ί­α, σχε­δι­ά­στη­κε ἡ μορ­φή πού ὅ­λοι γνω­ρί­ζου­με σή­με­ρα καί ἐ­πι­κρά­τη­σε σέ ὅ­λο τόν κό­σμο.

Ἡ πο­ρε­ί­α τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­πὸ τὸν Μ. Βα­σί­λει­ο τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Πα­ρα­δό­σε­ως στὸν “ἁ­ϊ - Βα­σί­λη” ἀγ­γλο­σα­ξω­νι­κοῦ τύ­που, δε­ί­χνει τὴν ὑ­πο­βάθ­μι­ση τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ, τὴν πο­ρε­ί­α ἀ­πὸ τὴν πνευ­μα­τι­κό­τη­τα στὸν εὐ­δαι­μο­νι­σμό, τὸν ὠ­φε­λι­μι­σμὸ καὶ τὴν χρη­σι­μο­θη­ρί­α. Οἱ Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἀ­σχο­λή­θη­καν μὲ τὸ νό­η­μα τοῦ κό­σμου, ἀλ­λά κυ­ρί­ως ἀ­παν­το­ῦ­σαν στὸ ἐ­ρώ­τη­μα ποι­ὸς ἔ­κα­νε τὸν κό­σμο καὶ ποι­ὸς εἶ­ναι ὁ σκο­πός του. Οἱ δυ­τι­κοὶ ὄ­μως, ἀν­τί­θε­τα ἀ­πὸ τὶς προ­η­γού­με­νες πα­ρα­δό­σεις, ἐ­ρω­τοῦν τί μᾶς χρη­σι­με­ύ­ει ὁ κό­σμος, δη­λα­δὴ ἀ­να­πτύ­χθη­κε ἡ χρη­σι­μο­θη­ρί­α καὶ ὁ ὠ­φε­λι­μισμός. Ἐ­άν ἡ πο­ρε­ί­α ἀ­πὸ τὸν Μ. Βα­σί­λει­ο στὸν “ἁ­ϊ -Βα­σί­λη” δε­ί­χνει τὴν ἐ­πι­πε­δο­πο­ί­η­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀλ­λά καὶ τὴν ὑ­πο­βάθ­μι­σή του, ἡ ἀν­τί­στρο­φη πο­ρε­ί­α ἀ­πὸ τὸν “ἁ­ϊ -Βα­σί­λη” τοῦ κα­τα­να­λω­τι­σμοῦ καὶ τοῦ εὐ­δαι­μο­νι­σμοῦ στὸν Μ. Βα­σί­λει­ο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, δε­ί­χνει τὴν ἀ­να­βάθ­μι­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, τὴν ἀ­νύ­ψω­σή του, τὴν πο­ρε­ί­α του δη­λα­δή ἀ­πὸ τὸ ἄ­το­μο στὸ πρό­σω­πο. Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ νό­η­μα τῶν ἑορ­τῶν. Αὐ­τὸ ἂς εὐ­χη­θο­ύ­με γιὰ ἑ­αυ­τοὺς καὶ ἀλ­λή­λους τὸν νέ­ο χρό­νο.

(Ἀπόσπασμα)