30/11/09

ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ...

ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ - ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ!

Τελειώνει το πρώτο τρίμηνο και τα παιδιά του Γυμνασίου κατάκοπα από τα πολλαπλά διαγωνίσματα και περικυκλωμένα από ιώσεις και γρίπες ετοιμάζονται για τις πρώτες εκπαιδευτικές εκδρομές. Πρώτη φορά εφέτος δεν συνοδεύω τα πρωτάκια στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Η εκδρομή κρίθηκε τετριμμένη. Θα τους πάνε σε μύλους γνωστής αλευροποιίας αντ’ αυτού. Κονιορτοποίηση.

Πολλή γκρίνια θα διοχετεύσω αν ασχοληθώ με την προχειρότητα και την ακαταλληλότητα της επιλογής των προορισμών, μα προτιμώ να αναφερθώ σε κάτι ωραίο. Η ομορφιά, έλεγε ο Ντοστογιέφσκι, θα σώσει τον κόσμο.

Αλήθεια, πού ιχνηλατείται η ομορφιά σήμερα γύρω μας; Πού μπορεί να την αναγνωρίσει ένα δωδεκάχρονο παιδί ή ένας τριαντάρης δάσκαλος; Οι γκρίζες πολυκατοικίες που κρύβουν τον ουρανό, οι σοβαντισμένες προσόψεις ανθρώπων, τα αφρόντιστα πάρκα, οι ανούσιες και κενές μεσημεριανές εκπομπές και τα τραγούδια του συρμού δεν διακρίνονται γι’ αυτήν. Το σχολείο διασώζει το γόητρό μας; Πόσο ευεργετεί με τις απρόσωπες αίθουσες, τα στενά όρια των ωρών που τέμνουν χειρουργικά τη γνώση και την σερβίρουν αδιάφορη σε ανόρεχτους μαθητές; Πόσο τα έξω πρότυπα αναπαράγονται και έσω; Οι εκπαιδευτικές εκδρομές ίσως ήταν μια κάποια λύση…

Θα μου λείψει η ετήσια εξερεύνηση με τα παιδιά, ένδον ανασκαφή και ανακάλυψη των θησαυρών του Αρχαιολογικού Μουσείου. Ό,τι δεν μπορώ να τους μεταδώσω στο πεντάωρο εβδομαδιαίο μάθημα των αρχαίων για το κλέος των προγόνων, εκεί νιώθω πως συμπυκνώνεται. Μια ψηφίδα από τη μαγεία του ψηφιδωτού της ανθρωπότητας. Και το ομολογώ άνευ στείρας προγονολατρίας, μα με συνείδηση της ανεκτίμητης – με τη διπλή σημασία της λέξης- πολιτισμικής κληρονομιάς μας.

Αλήθεια, τι μου αρέσει στο Εθνικό μας Μουσείο; Δεν διαθέτει αρχαιολόγους πρόθυμους να λύνουν όποια απορία σαν το νέο Μουσείο στην Ακρόπολη, δεν είναι νωτισμένο με την αύρα του Σλήμαν και των χορών του όπως το Νομισματικό, δεν υπήρξε καν κατοικία του Τρελαντώνη όπως το Μπενάκη. Δεν έχει τον ηνίοχο να σε κοιτά με τις καθηλωτικές επίχρυσες ένθετες βλεφαρίδες όπως των Δελφών, δεν διαθέτει καν υποβλητικό φωτισμό και σύγχρονη αντίληψη σαν του Ναυπλίου. Κι όμως είναι κιβωτός του παρελθόντος, κατεξοχήν χώρος των Μουσών.

Τι να πρωτοθαυμάσει κανείς; Τα ολόχρυσα κτερίσματα των θαμμένων στις Μυκήνες και την μαρμάρινη διαφάνεια των κυκλαδικών ειδωλίων, τα χρώματα στις τοιχογραφίες της Τίρυνθας και της Θήρας, τα βλέμματα και τα χτενίσματα στους κούρους, τις φλέβες και τον επιχρωματισμό στα χάλκινα αγάλματα, τη λεπτότητα της πινελιάς στα αγγεία και την πληθωρικότητα των θεμάτων; Αν όλα αυτά, τα προορισμένα για βασιλιάδες αλλά και χρησιμοποιούμενα από απλούς ανθρώπους δεν ξυπνούν την καλαισθησία, τότε τι;

Έπειτα, είναι και οι ιδιαίτερες ιστορίες που ζωντανεύουν την παλιά και πιο πρόσφατη Ιστορία. Στους τοίχους βλέπεις σκόρπιες φωτογραφίες από την ανασκαφή του Σλήμαν στις Μυκήνες, ή την επιχείρηση απομάκρυνσης των εκθεμάτων κατά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο. Μαθαίνεις και για τις περιπέτειες συγκεκριμένων έργων. Προσωπικά ξεχωρίζω τρία. Η γυναίκα ήδη «επέστρεψε» στην ιδιαίτερη πατρίδα μας, ο νέος είναι γηγενής και το παιδί μένει σύμβολο της προσφυγιάς. Εννοώ εκείνη τη μεγάλη χάλκινη για αιώνες βυθισμένη στη θάλασσα «κυρά της Καλύμνου» που τόσο με εξέπληξε με την δουλειά που προϋπέθεσε για να εκτεθεί, τον «κούρο του Αριστόδικου» με το πρόσωπο του σκαμμένο από το αλέτρι του γεωργού στο κτήμα του οποίου βρέθηκε και το μικρό πήλινο βοσκόπουλο, το «άγαλμα που κρύωνε» όταν οι Μικρασιάτες έφεραν μαζί τους το ‘22. Τρία μόνο απ’ τα έργα που μπορούν να μιλήσουν στην ψυχή μας…

Το θέμα, προφανώς, δεν είναι εθνοκεντρικό. Στις αίθουσες των δύο ορόφων βλέπεις στριμωγμένη όλη την ιστορία της ανθρωπότητας. Την ματαιότητα του πλούτου στα ολόχρυσα κτερίσματα, το μεράκι του καλλιτέχνη στα έργα μικροτεχνίας, στα κάτοπτρα και τις πυξίδες, την πολεμοχαρή μανία στα οδοντόφρακτα κράνη και τις επιβλητικές ασπίδες. Παιχνίδια μικρών παιδιών και πινακίδες παραγγελιών στη Γραμμική Β επέζησαν χιλιετίες λόγω μιας πυρκαγιάς. Ποιος το περίμενε; Παραδίπλα στέκει ο μηχανισμός των Αντικυθήρων και τα ρωμαϊκά αντίγραφα χαμένων πρωτοτύπων. Κοινός παρονομαστής: η ασταμάτητη προσπάθεια του ανθρώπου να τιθασεύσει την ατίθαση πρώτη ύλη, να μετουσιώσει τη σκέψη και το αίσθημα σε εργαλείο, σε απτή εικόνα.

Έτσι αρχίζεις να υποψιάζεσαι τα στοιχεία που σε δένουν με τους τόσο προγενέστερούς σου. Ψηλαφείς τον πόνο του αποχωρισμού στις εξαίσιες επιτύμβιες στήλες από τον Κεραμεικό, αφουγκράζεσαι τον παλμό της πίστης στα αναθήματα από τους ναούς ανά την επικράτεια. Σε ποιους άραγε να ανήκαν; Λέτε να ζωντανεύει το παρελθόν και να συναντά το παρόν; Εκείνοι πάντως νοιάζονταν για το τέλειο ακόμα κι εκεί που το ανθρώπινο μάτι δεν έφτανε. Στα αετώματα των ναών επιχρωμάτιζαν και στόλιζαν με ένθετα κοσμήματα τα ολόγλυφα αγάλματα σαν να τα έβλεπαν οι θεοί. Σήμερα ζητούμε έτσι την τελειότητα ή την ομορφιά;

Πού ‘να ξεραν όλοι οι ιδιοκτήτες, οι δημιουργοί, οι εικονιζόμενοι πως θα περνούσαμε μετά τόσους αιώνες να θαυμάζουμε τα αριστουργηματικά πονήματα ή κτήματά τους. Πως όλα θα έστεκαν όντως αγάλματα κατ’ ουσίαν, αιτία δηλαδή αγαλλίασης (αλλά και προβληματισμού). Η εναλλαγή της μόδας και σκυταλοδρομία των νικητών από το 7000 π.Χ. ως το 400 μ.Χ. σε πέντε μόνιμες συλλογές, σε δύο ορόφους. Κάποια προσφάτως επαναπατρίστηκαν σαν εκείνο το ολόχρυσο μακεδονικό στεφάνι. Αντικρίζοντάς το θυμάμαι τον αγνό πολεμιστή, το μεγάλο πατριώτη Μακρυγιάννη: για τούτα, έλεγε στους στρατιώτες που για ένα ξεροκόμματο σκέφτονταν την αρχαιοκαπηλία, πολεμήσαμε. Πόσες λαθρανασκαφές και πόσες καπηλείες (όχι μόνο υλικές) δεν θα ‘χαμε γλιτώσει αν του μοιάζαμε τοσοδά στο φρόνημα.

«Ανέβηκα στους ώμους των πατέρων μου, να δω μακρύτερα το μέλλον», ελεγε ο Καζαντζάκης. Κρίμα που εφέτος αυτήν την πανοραμική θέα δεν θα την ατενίσω με τα πρωτάκια μου…

Ειρήνη Σωτηρίου