16/4/10

ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟΝ (συνέχεια)



Έξω ο αέρας φυσομανάει απ’ τη μεριά της καλντέρας. Ανοιξιάτικος βοριάς, βαθύ σκοτάδι κι η θύμηση τόση ώρα σε πρόσωπα αγαπημένα, σε καιρούς αλλοτινούς κι αλλιώτικους κάθε φορά στο βαθύτερο είναι μα και στο γύρω κόσμο. Κάπου γραμμένο το όνομα της μάνας με το χέρι του πατέρα. Τα γράμματα έμειναν ανεξίτηλα. Το χέρι θα ‘χει λιώσει πια, πλησιάζει ο χρόνος. Ω, έργα σπουδαίων ζωγράφων που μείνατε στο χρόνο χωρίς το δημιουργό σας. Το ίδιο εκστατική θα σας κοίταζα όπως και τούτα τα σχήματα που χάραξε κάποτε τυπικά το χέρι του πατέρα μου. Λόγια επιφανών συγγραφέων, γεννήματα βαθιάς οδύνης, σκέψεις και συναισθήματα ανθρώπων που σωματικά δεν ζουν πια, που εμείς τα διαβάζουμε, τα νοιώθουμε δικά μας σαν να μοιραζόμαστε τα κατάβαθά μας με έναν κοντινό μας φίλο. Μα αλίμονο, στον κόσμο αυτό δεν ζούνε πια…


Όλη η ζωή ένα ταξίδι. Σήμερα εδώ κι αύριο άγνωστο το που. Μια μέρα θ’ αφήσω αυτό τον τόπο κατοικίας πίσω μου, μαζί με τους ανθρώπους του, με τις συνήθειές του και τη δική του μοναδική πορεία στο χωροχρόνο της ιστορίας. Πρόσωπα που με συντροφεύουν σήμερα και μπορεί να μην τα ξαναδώ ποτέ ως την ώρα που θ’ ανταμώσω με τον Άδη. Όλη η ζωή ένα ταξίδι. Για πού; Φθορά, θάνατος, οδύνη παντού γύρω μου….δεν μπορεί η ζωή να προορίζεται για εκεί, δεν μπορεί η ζωή να τελματώνει εκεί.


Στην κηδεία του πατέρα μου είπα στη γιαγιά μου πως ο Χριστός Ανέστη. Κι εκείνη μου είπε «ναι, μα ο γιος μου δεν ανέστη». Και της είπα πως και ο γιος της ανέστη. Που το ‘ξερα; Ελπίζω, προσδοκώ… Για πού έβαλε ρότα η ζωή και πάει; Αυτή η ζωή που μπορεί να ‘ναι λίγη και για κάποιους από εμάς που δεν το ξέρουν και το απεύχονται ακόμα πιο λίγη. Αυτή η ζωή που σπαταλιέται αδιάκοπα σε τετριμμένα, ανούσια και τιποτένια γεγονότα και σκέψεις. Γκρίνιες, μιζέριες, τσιγκούνικα συναισθήματα, καρδιές σφαλισμένες, μάτια στραμμένα μόνο στα ίδια κατορθώματα, στα ίδια οφέλη. Ούτε γι’ αυτό μοιάζει να ‘ναι προορισμένη η ζωή. Αυτή η υπέροχη, μοναδική κι ανεπανάληπτη ζωή του καθενός μας, με τα ξεχωριστά χαρίσματα, τις ιδιαίτερες ψυχοσυνθέσεις… γιατί δωρίστηκαν αλήθεια όλα αυτά; Για να γίνουν μια μέρα ανάμνηση για κάποιους που μπορεί να μας αγάπησαν κι ύστερα να σβήσουν στο βάθος του χρόνου;


Ψάχνω το φως. Γιατί είμαι σίγουρη πια πως η ζωή δεν είναι μαύρο σκοτάδι χωρίς διέξοδο από πουθενά. Κάθε στιγμή απόλυτης παράδοσης στη στιγμή μοιάζει φωτεινή. Κάθε πόνος που έγινε μια μικρή γνώση, κάθε στιγμή ύπαρξης καθαρμένη από λογισμούς, κάθε συναίσθημα ελπίδας πως τα πράγματα μπορούν ν’ αλλάξουν με τη δική μας μετάνοια, κάθε φορά που για λίγο εξαφανίζεται ο φόβος, όλα στιγμές φωτός. Την ώρα που η ζωή συνεχίζει το ταξίδι της με άγνωστο ακόμα προορισμό για τον καθένα μας, νοιώθω πάλι την ανάγκη να το πω: ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ ΑΔΕΛΦΟΙ ΜΟΥ!

Αναστασία