20/4/10

Έστησ’ η άνοιξη χορό με τα γλυκά παιδιά μας… (1)



 Πρωί και λιοπερίχυτη και λιόχαρη είν’ η μέρα (2) μεσούντος του Απριλίου. Κιόσκι ευάερο μες στα λουλούδια, τους κελαϊδισμούς και τα ζωύφια, μπροστά απ’ τον ήλιο. Ένα κοτσύφι πέταξε κι έκατσε λίγο αντίκρυ μου. Ένας μήνας απόμεινε για να τελειώσει και τούτη η χρονιά. Το κοτσύφι στάθηκε λίγο στο δοκάρι, με κοίταξε κι έφυγε. Έτσι και τα γυμνασιόπαιδα περνούν σποραδικά από μπροστά μου. Επιτηρώ την ετήσια «ειδική διαδρομή» στην ύπαιθρο. Στο παραμελημένο από τους ανθρώπους άλσος, λοιπόν, είδαμε σήμερα την φύση να φορά τα καλά της. Χαλάλι οι χαμένες διδακτικές ώρες πιεζούσης της ύλης! Με το άρωμα των χαμομηλιών αναπέμπω μόνο μια ευχή: Θεέ μου, έχε καλά και τούτα τα παιδιά, τα εφηβάκια της πολυκατοικίας και του διαδικτύου!


 Τα κορίτσια της Πρώτης με προσπέρασαν ώσπου να βολευτώ στο παρατηρητήριό μου και να βγάλω το σημειωματάριο. «Έλεος, κυρία, κι εδώ διορθώνετε;» μου είπε η Αναστασία παρακαλώντας αμέσως μετά να τις βγάλω μια φωτογραφία. Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη (3). Μα πώς να απαθανατιστεί τέτοια ποίηση στο φιλμ ή στο χαρτί; Συλλογίζομαι. «Για σάς, κυρία» με επαναφέρει η φωνή του Χρήστου απ’ το Α3. Ξέπνοος μα περιχαρής μού πετά μια μαργαρίτα. Πάει ένα δίλεπτο που πέρασαν οι ταχύτεροι συμμαθητές του, αποφασισμένοι να τερματίσουν πρώτοι κι απερίσπαστοι. Λίγο πιο πίσω να και το πειραχτήρι, ο Κωστής. Ζεματισμένος από τις φετινές αποβολές ο «άγριος» καλός μου, ρωτά μ’ αγωνία δείχνοντας το μπουκέτο με τ’ αγριολούλουδα που κρατά: «Κυρία, θα πάρουμε ποινολόγιο;»

Ευτυχώς αυτά τα μπουκέτα δεν τα ποινικοποιήσαμε ακόμα. Ο Χάρης με τα ακουστικά προσπερνά τα κορίτσια που ξέμειναν από τον προηγούμενο γύρο. «Θα φτάσουμε, δεν θέλω ηττοπάθειες» στηρίζει η μια λαχανιασμένη τις άλλες. Πιο πίσω, η Σοφία μ’ ένα κομμάτι της κορδέλας που όριζε την διαδρομή στα μαλλιά «Ρε, Μαρία,», φωνάζει, «μην τρέχετε!» 

Την σκυτάλη στο οπτικό μου πεδίο παίρνουν για λίγο κάτι σποράκια που προφανώς με τις νηπιαγωγούς τους βγήκαν για περίπατο. Ψάχνουν με το βλέμμα για  φωλιές πάνω στα δέντρα κι δασκάλα πασχίζει να τους μάθει να διακρίνουν το οριζοντιόκλαδο από το ορθόκλαδο κυπαρίσσι. Εκείνα διασπώνται, κοιτούν μαγεμένα γύρω τις παλιές ράγες του τρένου και τις φωλιές των μυρμηγκιών, μου χαμογελούν. Ανυπομονούν να ταΐσουν τις πάπιες στη λίμνη και καταβροχθίζουν μεγάλες μπουκιές από το τόστ τους.


Δεν αργούν να τα προσπεράσουν τα γιγαντόσωμα - αναλογικά -Δευτεράκια μας. Οι πρώτοι στη σειρά της Δευτέρας μου θυμίζουν τους «λαγούς» που καίγονται χάριν μιας γρήγορης κούρσας. Κάποιοι από αυτούς έχουν στα αθλήματα εναποθέσει την ελπίδα για αναγνώριση και διάκριση μες στο σχολείο, άλλοι, πιεζόμενοι απ’ το σπίτι γενικά, έχουν «κεκτημένη ταχύτητα». «Κυρία, την Έκθεση την έφερα μα δεν σας έβρισκα να σας την δώσω», απολογείται ο κάθιδρος Σωτήρης. Ο Ζήσης κοιτάζει πίσω του καθώς με προσπερνά μονολογώντας ασθμαίνων: «αφού δεν είμαι τελευταίος…».


Άνθρωποι με ακουστικά, σκυλιά ή μαγκούρα κάνουν την αντίθετη διαδρομή, διασταυρώνονται με τα Τριτάκια που άρχισαν να καταφθάνουν. Διασταυρώνονται και χωρίζουν όπως καθημερινά καθένας μας με άλλους στη ζωή του. Καθένας μονάχος του πορεύεται και δεν ακούει τον καημό του άλλου (4)... Μα αρκετές απ’ τις εφήβους μας πηγαίνουν χαλαρά, φιλοσοφούν και ανοίγονται, αφήνουν στην ανοιξιάτικη αύρα τα άγχη και τους έρωτές τους. Κόβουν τον καημό στα δυο έτσι που άλλοτε κόβανε στο γόνατο το κριθαρένιο καρβέλι (5)...

 Το θρόισμα των δέντρων ανακατεύεται με το κρώξιμο των χηνών, οι ιστοί της αράχνης πάλλονται στο ελαφρύ καθαρό αεράκι σαν τα πνευμόνια των τζιτζικιών που έστησαν χορό καθώς δειλά δειλά αρχινούν το τραγούδι τους. Ο χορός των παιδιών φτάνει στο τέλος του. 
   

Η δροσιά της φύσης κaι τα δροσερά νιάτα. Η πορεία προς τον τερματισμό του καθενός. Κι ο ήλιος ο ηλιάτορας που όλα στο φως τα λούζει. Ο νους τρέχει στην ειδική διαδρομή των αναμνήσεων… Αυγινό φως στο Λουτράκι, πυρωμένο καταμεσήμερο στη Σίφνο, ηλιοβασίλεμα στην Πόλη και τον Φλοίσβο,  δείλι στη λίμνη Φενεού και αυγουστιάτικο απόβραδο στον Ταΰγετο και την Σαμοθράκη. Πορείες ειδυλλιακές πλάι σε πρόσωπα αγαπημένα, ανέσπερο φως. Tο φως παντού, κι όλο το φως, κι όλα το φως τα δείχνει (6)… Χριστέ μου, πόσο φως σκορπάς για να σε δοξάζουμε(7)… Θεέ μου, πόση ομορφιά χωρά ο κόσμος σου! 
Χριστός Ανέστη! 

Συγχωρήστε μου τις παραπομπές, μα καθώς έγραφα το κειμενάκι μου, στιχάκια ποιητών έρχονταν στο μυαλό μου. Παραθέτω τους δημιουργούς...

 1 Διον. Σολωμός, παράφραση από τους Ελεύθερους πολιορκημένους
2 Κωστής Παλαμάς, από την Φλογέρα του Βασιλιά
3 Διον. Σολωμός, από τους Ελεύθερους πολιορκημένους
4 Οδ. Ελύτης, παράφραση
5 Γ. Ρίτσος, από τη Ρωμιοσύνη
6 Κ. Παλαμάς, από τη Φλογέρα του Βασιλιά
7 Οδ. Ελύτης, παράφραση 
 E. K.