4/6/10

ΞΕΡΩ ΠΩΣ ΤΟ ΜΠΟΡΩ ΚΙ ΕΓΩ...



            Κρυώνει. Ρίγη την διαπερνούν. Προσπαθεί να ζεσταθεί μα η παγωνιά την έχει καθηλώσει. Σταματημένο νιώθει το αίμα της στις φλέβες. Αυτό είναι άραγε το τέλος; Μα είναι τόσο νέα! Όμως η καρδιά της πώς μαράθηκε τόσο; Αποζητά κάποιον μα δεν υπάρχει κανείς. Είναι τόσο ανήμπορη και μόνη!
            Προσπαθεί να περπατήσει, μα τα πόδια της βαριά. Βαριά ήταν άλλωστε, σκέφτεται, και κάθε φορά που φίλος την καλούσε στην ανάγκη του. Ένωσε άραγε, αναρωτιέται, ποτέ τα βήματά της ως συνοδοιπόρος των άλλων; Κι αυτά τα χέρια, που τώρα κοιτά σαν ξένα, δεν τα θυμάται ποτέ να έδωσαν από το περίσσευμα που πάντα είχε. Τούτη τη δύσκολη στιγμή θέλει ανθρώπους κοντά της, όμως υπήρχε στιγμή που αυτή μ’ ένα πλατύ χαμόγελο ή ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη έδωσε κουράγιο κι ενίσχυση σε κάποιον; Πώς να ξεχάσει την αδιαφορία της για τα προβλήματα που της εκμυστηρεύονταν, για τις αγωνίες που ποτέ δεν έκανε δικές της; Είχε, βλέπεις, τη σιγουριά του εγωισμού πως αυτή δε χρειάζεται τίποτα από κανέναν.

 
            Πάλι αυτό το μούδιασμα που την ηλεκτρίζει ολόκληρη. Μυρμηγκιάζει μονομιάς. Μυρμηγκιάζει κι ο νους της από τα τόσα θέλω της, θέλω υλικά, που θα οικοδομούσαν ψηλότερα το μνήμα της αυταρέσκειας, της ωραιοπάθειας, της έπαρσης. Τώρα το νιώθει όμως, πως μνήμα δικό της έγινε η απληστία της στην ύλη.
            Τρέμει και σκιρτά. Μα τόσο κρύο κάνει; Τα πανωφόρια της, διαμπερείς χιτώνες μοιάζουν. Κι έχει τόσα πολλά στην ντουλάπα της. Να προλάβαινε μόνο να φτάσει εκεί. Να προλάβαινε...

 
            Απότομα ξυπνά λουσμένη στον ιδρώτα. Το βλέμμα της πέφτει στο ρολόι, 3.20 π.μ. Το κλιματιστικό λειτουργεί κανονικά σε πείσμα των 39⁰ C της θερινής νύχτας. Ησυχία επικρατεί στο σπίτι. Ανησυχία όμως κατέλαβε την ψυχή της, ότι έχασε ήδη πολύτιμο χρόνο. Θέλει να επανορθώσει και να χαράξει εκ νέου τη ρότα της ζωής της. Κι η σκέψη της αυτή τη γαληνεύει. Και μια φλόγα ελπίδας ξεπηδά από μέσα της, γιατί ξέρει ότι τίποτα δε χάθηκε, αφού μπορεί ακόμα να ανασαίνει και να αισθάνεται. Μια ζεστασιά την κατακλύζει για τους πάντες και τα πάντα. Κι ένα θερμό ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς της. Ένα ευχαριστώ που ποτέ δεν είχε αφεθεί να πει.
            Καίγεται πια από τη λαχτάρα να ζήσει αληθινά. Και το ξέρει πως το μπορεί! Και το ξέρω πως το μπορώ κι εγώ!
 
Δέσποινα Κόλλια