15/7/10

ΘΕΡΙΝΟ ΒΙΒΛΙΟΣΤΑΣΙΟ



 «Αν η ζωή μας –των ατόμων και του κράτους μας- είναι σαν ένα καράβι, τότε η Ιστορία δεν είναι η δύναμη που το προωθεί, δεν είναι ούτε τα πανιά ούτε η μηχανή του, δεν είναι η πυξίδα κι ούτε βεβαίως το τιμόνι, είναι όμως η σαβούρα, το έρμα, που δίχως αυτό ούτε ευστάθεια έχει το σκάφος ούτε μπορεί να κυβερνηθεί. Αυτό δε το έρμα δεν μπορεί να έχει απλώς όγκο –να είναι ελαφρόπετρα’ πρέπει να έχει και βάρος. Μ’ άλλα λόγια, πρέπει να αποτελείται από στοιχεία καλά ξεκαθαρισμένα και ουσιώδη και σωστά συσχετισμένα με την ελληνική πραγματικότητα.» 
(Αθηνά Κακούρη, Με τα χέρια σταυρωμένα, εκδ. Πατάκη. Αυτοβιογραφικό κείμενο στη σειρά «Η κουζίνα του συγγραφέα», σύντομο και ενδιαφέρον.)
Την Ιστορία την αγάπησα μέσα από τα ταξίδια και τη λογοτεχνία. Κι αν όλο το χειμώνα η σχέση με την ανάγνωση και τα οδοιπορικά δυσχεραίνεται λόγω της επαχθούς καθημερινότητας, το καλοκαίρι προσφέρεται για ταξίδια και βουτιές στο χωροχρόνο, άρα για συντροφιά από όμορφα βιβλία. Όσα εδώ μνημονεύω δεν είναι όλα τελευταίας εσοδείας, ούτε απαραιτήτως πολυβραβευμένα μα για ’μένα, είτε τα διαβάζω στο δυαράκι των Αθηνών είτε στο μπαλκόνι με θέα το Αιγαίο και συντροφιά τα εκκωφαντικά τζιτζίκια, καταφέρνουν να με συνεπάρουν και να με μεταφέρουν αλλού. Είναι οι περιγραφές των τεχνιτών του λόγου ή η αλήθεια του βιώματος που συγκινούν. Μην τα δείτε συγκριτικά, γιατί καθένα αποτελεί ένα ξεχωριστό σύμπαν, ιδανική θερινή πολυτέλεια πού θεραπεύει την θλίψη την νωχελικότητα και το  άγχος. 


Αν το αιγαιοπελαγίτικο φως της ποίησης του Ελύτη του Αιγαίου φαντάζει -κακώς- ξένο, η τρυφερή περιγραφή του Γιάννη Μακριδάκη στη συγκινητική σύντομη νουβέλλα «η δεξιά τσέπη του ράσου» (Εστία) μεταφέρει κάμποσον από το νοτισμένο αέρα του βορείου Αιγαίου. Από την άλλη, η Καδιώ Κολύμβα με το ογκώδες «Ρότα περ Όστρια» (Αρμός) καταφέρνει να μας καταστήσει συνοδοιπόρους με το δυτικό μοναχό που έρχεται κάπου στο Μεσαίωνα στην Καλντέρα και περιδιαβαίνοντας τα χωριά της Σαντορίνης αφουγκράζεται τους ανθρώπους και ανακαλύπτει την Ορθοδοξία.


Στην Πελοπόννησο των χρόνων μετά την άλωση εκτυλίσσεται και το βιβλίο Οι Αντρειωμένοι (Αρμός) του Μιχαήλ Κοκκινάρη, βασισμένο σε εκτενή έρευνα και με κεντρική μια μυθική σχεδόν μορφή που πιθανώς να θυμάστε από το σχολείο, τον Κροκόδειλο Κλαδά. Αν βρεθείτε εκεί προς το Κυπαρίσσι, θα δείτε και το ομώνυμο χωριό… Ο πρωταγωνιστής του Κωστή Μπαστιά έπειτα, ο Μηνάς ο Ρέμπελος, μπορεί να μην υπήρξε όντως μα στην ιστορία του και τις περιπέτειές του αποτυπώνεται όλη η ταλαιπωρία των Ελλήνων των νησιωτικών περιοχών τότε που δέσποζαν στις θάλασσές μας ο φόβος και ο τρόμος, οι πειρατές.
 

Στις εσχατιές του ελληνισμού με μεταφέρουν τρία τελείως διαφορετικά μεταξύ τους βιβλία. Στην Πόλη και τον εκεί ελληνισμό, ζώντα ή αφήσαντα έκτυπα τα σημάδια του και μεταστάντα, με ταξίδεψε ο Πέτρος Μάρκαρης, μάστορας του ελληνικού αστυνομικού μυθιστορήματος με τον ήρωά του, τον αστυνόμο Χαρίτο, να προσπαθεί να εξιχνιάσει φόνους στις ακτές του Βοσπόρου «Παλιά, πολύ παλιά» (Γαβριηλίδης). Για την μαρτυρική Κύπρο με συγκλόνισε η μαρτυρία του Γιώργου Χαριτωνίδη, καθώς στις «Αναμνήσεις με πολλά κουκούτσια» (Κέδρος) περιγράφει την εμπειρία του ως αιχμάλωτος μετά την εισβολή του ’74. Στην άλλη μεγαλόννησο, τη λεβεντογέννα, και στη σκοτεινή πλευρά της, στις βεντέτες και την αδυσώπητη συλλογική μνήμη μετέφερε αριστοτεχνικά η Ιωάννα Καρυστιάνη, στο «Κουστούμι στο χώμα» (Καστανιώτης), ένα βιβλίο που πείθει σαν να ήταν όντως αληθινά τα περιστατικά του.


Η δεκάδα των επιλογών μου κλείνει με έναν παλιό και μια αεί νέα αγαπημένη. Ο Στράτης Μυριβήλης καταγράφει κάτι από τα απομνημονεύματά του κι ας τα αποδίδει στον λοχία Κωστούλα στο «η Ζωή εν τάφω» (Εστία), ίσως ένα από τα σπουδαιότερα βιβλία της Ελληνικής λογοτεχνίας. Αλήθεια, πόσοι σαν κι αυτόν εκείνα τα χρόνια δεν έκαναν μια δεκαετία να γυρίσουν σπίτια τους, πολεμώντας σε βαλκανικούς, Α’ Παγκόσμιο και Μικρασιατική… Υποκειμενικά ίσως κρίνοντας πάντως τόσο ηχηρό αντιπολεμικό μήνυμα δεν άκουσα ποτέ να αντηχεί από τα οποιαδήποτε χαρακώματα…


Τελευταία με συγκινεί η ογδοντάχρονη πλέον μα ευθαλής Αθηνά Κακούρη που για κάθε της μυθιστόρημα κάνει τέτοια ιστορική έρευνα και ζωντανεύει στη μυθοπλασία τόσο επιτυχώς την εποχή, χωρίς να κουράζει και χωρίς να ακολουθεί την πεπατημένη. Η «Θέκλη» της (Εστία) για τους Βαλκανικούς ήταν το βιβλίο που εγκαινίασε την νέα σχέση μου με το βιβλίο όταν κουρασμένη από το διυλισμό του κώνωπα στη Σχολή και την αποδόμηση της λογοτεχνικής μαγείας είχα απομακρυνθεί για καιρό από την αγαπημένη μου ενασχόληση. Μα και το πρόσφατο «Ξιφίρ Φαλέρ» (Εστία) αποδίδει ανάλαφρα μα και ζοφερά την πραγματικότητα των Αθηνών κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και φωτίζει πτυχές εν πολλοίς άγνωστες… Άξια! Άξιοι! Και αιωνία σας η μνήμη, για τους κεκοιμημένους!  
 Βιβλία που μας συντρόφευσαν σε εύκολες και δύσκολες στιγμές των τελευταίων καλοκαιριών, ένα παράθυρο στον έξω και τον μέσα κόσμο μας, αφορμή ανάτασης και στοχασμού. Πόσα μπορείτε να απαριθμήσετε; Επέλεξα κάποια. Δεν έχω την ψευδαίσθηση πως μετέφερα ίχνος από τη μαγεία τους. Απλώς ήθελα να μοιραστώ έστω τον απόηχό τους και να σας κεντρίσω, αν ήδη δεν το έχετε κάνει, να ανακαλύψετε την ατμόσφαιρά τους… Πάντως, έστω και μ’ αυτήν την απλή καταγραφή, εγώ ξανασυγκινήθηκα.
Ειρήνη Κ.