29/9/10

Τα θαύματα του Αρχαγγέλου

Κάθε μέρα συμβαίνουν στη ζωή μας μικρά θαύματα και είναι τόσο συνηθισμένο αυτό, που λέμε μόνο «για δες μια σύμπτωση!» ή «δόξα σοι ο Θεός!» και σύντομα ξεχνούμε. Υπάρχουν βέβαια και άλλα θαύματα στη ζωή, που είναι ανεξήγητα, υπερφυσικά, αδιανόητα για τα μέτρα του μυαλού μας, που δέχεται μόνο τη λογική των αισθήσεων. Όποιος έχει ζήσει ένα τέτοιο θαύμα, φέρει την ανάμνηση του σαν σφραγίδα στην ψυχή του και σε κατάλληλες ευκαιρίες το ομολογεί, όποιος πάλι ακούει γι’ αυτό χωρίς να το έχει ζήσει ο ίδιος, το δέχεται ή όχι, ανάλογα με  την καλή προαίρεση που διαθέτει. 


Την 1η Σεπτεμβρίου 2009, βρεθήκαμε με τη γυναίκα μου για λίγες μέρες στον Αρχάγγελο, ένα μικρό παραθαλάσσιο χωριό της Λακωνίας, στη μέση περίπου της διαδρομής Μολάοι – Νεάπολη. Όλα ήταν ωραία, το χωριό πολύ ήσυχο, η θάλασσα γαλήνια, τα κοντινά χωριά είχαν αρκετά μαγαζιά για φρούτα και άλλα απαραίτητα και ωραίες, μεγάλες Εκκλησίες.
Το Εκκλησάκι στον Αρχάγγελο ήταν μικρό, γραφικό και κάτασπρο, όμως όσες φορές περνούσαμε από μπροστά κάθε μέρα το βρίσκαμε κλειστό. Οι μέρες περνούσαν και την Κυριακή στις 6 του μηνός ήταν η εορτή της ανάμνησης του  «εν Χώναις θαύματος» του Αρχιστράτηγου Μιχαήλ. Θα ερχόταν πιστεύαμε κάποιος ιερέας από τα γειτονικά χωριά για να λειτουργήσει στο εκκλησάκι του Αρχαγγέλου. Όμως το εκκλησάκι παρέμεινε κλειστό την Κυριακή, όπως και την Τρίτη που εορταζόταν η Γέννηση της Παναγίας. Και τις δύο αυτές μέρες πήγαμε αναγκαστικά στις Εκκλησίες των γειτονικών χωριών. Δεν είχαμε πια ελπίδα ότι θα προσκυνούσαμε την εικόνα του Αρχαγγέλου στο εκκλησάκι του και είχαμε μείνει με το παράπονο.

 
Την επόμενη μέρα το απόγευμα, λίγο προτού δύσει ο ήλιος, νοιώσαμε την παρόρμηση να πάμε πάλι μια βόλτα στο εκκλησάκι, μήπως το βρούμε ανοικτό.
Πραγματικά είδαμε από μακριά την πόρτα ανοικτή και βρήκαμε μέσα μια γυναίκα που θύμιαζε και έναν άντρα που διάβαζε την Παράκληση στον Αρχάγγελο. Φιλήσαμε την εικόνα του Άρχοντα Μιχαήλ και όταν τελείωσε η Παράκληση, άρχισε η γυναίκα να μας διηγείται την ιστορία της εικόνας. Η εικόνα λοιπόν αυτή ανήκε στον κ. Γιάννη Ρουβέλα , πλοιοκτήτη και την είχε παραγγείλει στο Άγιο Όρος για να την τοποθετήσει στο πλοίο του. Συνέχισε να μας διηγείται την ιστορία της εικόνας. Όταν ο κ. Γιάννης πούλησε το πλοίο του δεν του την έδιναν οι νέοι ιδιοκτήτες και μας έλεγε πως όλα αυτά τα άκουσε από την εξαδέλφη του κ. Γιάννη, όταν ακούστηκαν φωνές έξω από την εκκλησία και μπήκε μέσα η εξαδέλφη, οπότε ανέλαβε αυτή να μας συνεχίσει την ιστορία. Μας έλεγε πως ο Αρχάγγελος παρουσιάστηκε στους ιδιοκτήτες και τους ζήτησε να πάνε την εικόνα στο χωριό και πως ο κ. Γιάννης είχε γλιτώσει  από βέβαιο πνιγμό με την επίκληση του Άρχοντα Μιχαήλ όταν ήταν νέος. Την ώρα εκείνη ακούστηκαν πάλι συζητήσεις απ’ έξω και μπαίνει ο ίδιος ο κ. Γιάννης, ξαφνιασμένος που βρήκε ολόκληρη παρέα να διηγούνται τις ιστορίες του και χαρούμενος παρακολούθησε τη συνέχεια και συμπλήρωνε κάποιες λεπτομέρειες από τα γεγονότα που είχε ζήσει.
Η ατμόσφαιρα ήταν πολύ φιλική και εγκάρδια. Όταν τελείωσαν οι διηγήσεις για τα θαύματα και άρχισαν να μιλούν για άλλα θέματα, προσκυνήσαμε και πάλι την εικόνα, χαιρετήσαμε και φύγαμε με βαθιά την αίσθηση ότι ο Αρχάγγελος ήταν παρών ανάμεσα μας και μας είχε δεχθεί στο σπίτι του, έχοντας ανταποκριθεί με τρόπο αναμφισβήτητο στο παράπονο μας. Όμως απέμενε ακόμα μία «σύμπτωση» για να ολοκληρωθεί η φιλοξενία του Αρχαγγέλου. Είπαμε «Κρίμα, να μην έχουμε πάρει τη φωτογραφική μαζί μας, να έχουμε τη φωτογραφία της εικόνας. Κρίμα.»


Την επομένη την ίδια ώρα, πήγαμε και πάλι στο εκκλησάκι. Είχε ανοίξει μια γυναίκα, σαν να μας περίμενε και κάτι τακτοποιούσε. Φωτογραφίσαμε την εικόνα και το ιστορικό των θαυμάτων, γραμμένο από τον κ. Γιάννη και ενσωματωμένο πίσω από την Παράκληση του Αρχαγγέλου. Χαιρετίσαμε τη γυναίκα και φύγαμε.
Πίσω μας βγήκε κι’ εκείνη και κλείδωσε. Το εκκλησάκι δεν ξανάνοιξε τις επόμενες μέρες.

Αντέγραψα από τις φωτογραφίες τη διήγηση του κ  Γιάννη και την παραθέτω αμέσως.

Κείμενο κ. Γιάννη Ρουβέλα (πιστή αντιγραφή από φωτογραφία του κειμένου):

Τα θαύματα του Μιχαήλ Αρχαγγέλου


Στην Πρέβεζα όπου υπηρετούσα το 1947 η μονάδα μου ήτο κοντά στη θάλασσα, πήγα μια ημέρα μ’ ένα φίλο μου να κάνουμε μπάνιο (Γιώργος Παππάς το όνομα του).
Πήραμε μια βάρκα ανοιχτήκαμε βαθιά, φουντάραμε την άγκυρα και κάναμε ηλιοθεραπεία. Κάποια στιγμή ο φίλος μου ήθελε να κολυμπήσει, όταν έπεσε δεν ήξερε καλά κολύμπι και ζήτησε βοήθεια, εγώ νέος και καλός κολυμβητής δεν πήρα τη βάρκα, αλλά έπεσα να τον βγάλω μη γνωρίζοντας ότι σ’ αυτό το σημείο έκανε ρεύμα. Προσπαθώντας να φτάσω τη βάρκα, μας έπαιρνε το ρεύμα στην αντίθετη κατεύθυνση. Κάποια στιγμή, 200 μέτρα από τη βάρκα, οι δυνάμεις μας εγκατέλειπαν, ο φίλος μου δεν με άφηνε, αρχίσαμε να βουλιάζουμε, σκέφτηκα να μην πνιγούμε και οι δύο και τον ρώτησα αν μ’ αφήνει να φύγω και να φέρω τη βάρκα, μη γνωρίζοντας τον κίνδυνο με άφησε (δεν είχε επίγνωση του κινδύνου), προσπάθησα να πλησιάσω τη βάρκα αλλά ήτο αδύνατον, η απόσταση ήτο μεγάλη και οι δυνάμεις ολίγες, με τη σκέψη ότι ο φίλος μου πνίγεται οι δυνάμεις μου με εγκατέλειψαν, έκανα τον σταυρό μου φωνάζοντας το όνομα του Μιχαήλ Αρχάγγελου.
- Άγιε μου Αρχάγγελε! Σώσε με! (άφησα το φίλο μου να πνιγεί!).
Αυτή τη στιγμή νιώθω ένα χέρι να μ’ αρπάζει και να με ρίχνει μέσα στη βάρκα στην οποία ήτο ήδη μέσα ο φίλος μου. Λιποθύμησα και μέχρι σήμερα δεν γνωρίζω πώς σώθηκα. Το αποδίδω σε θαύμα του Μεγάλου Αγίου που δεν με εγκατέλειψε ποτέ.



Όταν αγοράσαμε τον “Ταξιάρχη” παραγγείλαμε στο Άγιο Όρος και μας αγιογράφησαν την εικόνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, την οποία και τοποθετήσαμε στον αγιασμό για το πρώτο ταξίδι. Μετά από χρόνια και όταν πουλήσαμε το καράβι, ζητήσαμε πίσω την εικόνα να την βάλουμε στην εκκλησία του χωριού μας.
Παρ’ όλες τις προσπάθειες να πάρουμε την εικόνα πίσω, αυτοί επέμεναν να την κρατήσουν.
Πέρασαν χρόνια από τότε και κάποια μέρα σε ένα από τα ταξίδια του “Ταξιάρχη” με μεγάλη θαλασσοταραχή, έπεσε κεραυνός στο καράβι. Ο κεραυνός πέρασε από την εικόνα και άφησε ένα κάψιμο κατά μήκος της αριστερής πλευράς της.
Έπεσε η εικόνα πάνω στον καπετάνιο αλλά πού να καταλάβει αυτός και συνέχισαν να την κρατούν.
Ένα βράδυ παρουσιάστηκε ο Άγιος στον ύπνο των νέων ιδιοκτητών και τους είπε:
- Θέλω να με πάτε εκεί όπου ανήκω, στο σπίτι μου, στην οικογένεια μου, στον Αρχάγγελο!
Πήραν ταξί τα μεσάνυχτα από την Αθήνα και ήλθαν στη Δαιμονιά, βρήκαν τον εφημέριο παπα-Θωμά Λεκκάκη, του είπαν την ιστορία και παρέδωσαν την εικόνα σ’ αυτόν για να τη λειτουργήσει.
Πρωί-πρωί την άλλη μέρα με πήρε τηλέφωνο ο παπάς και μου είπε να πάω στην εκκλησία για τη λειτουργία. Δεν μπορείτε να φανταστείτε την αγαλλίαση μου, η εικόνα επέστρεψε στον τόπο μας, ο Άγιος Προστάτης μου ευρίσκεται εις την μικρή μας εκκλησία με τα σημάδια όπου επαληθεύουν την ιστορία της. Ένα δάκρυ όπου εμφανίσθηκε μια στιγμή κι όταν ο καπετάνιος το είδε, φώναξε τους άλλους να το δουν, και μετά από μία ώρα επήραν σήμα ότι βυθίστηκε το “Ηράκλειο”.
Και τώρα όπου γράφουμε το βιβλίο αυτό για την οικογένεια μας, βλέπω έκτακτο δελτίο στην τηλεόραση για το ναυάγιο του “Sea Diamond”, ω Θεέ μου, δεν είναι αυτό το πλοίο όπου ευρίσκεται ο ανιψιός μου ο Σπύρος, ο γιος της ανιψούλας μου; Της τηλεφωνώ αμέσως, τη βρίσκω στην Εκκλησία μας όπου βλέποντας την είδηση έτρεξε ήδη στον Άγιο ζητώντας τη βοήθεια του, και εκείνος ο Παντοδύναμος Αρχάγγελος προστάτευσε κάτω από τις πελώριες θαυματουργές φτερούγες του όλους. Και αυτό το μονάκριβο παιδί της μανούλας του, όχι μόνο το προστάτευσε αλλά του έδωσε δύναμη και θάρρος να βοηθήσει και άλλους ανθρώπους. Σε ευχαριστούμε, Σε δοξάζουμε, Σε ευλογούμε, γλυκύτατε προστάτη μας. Προστάτευε πάντοτε όλα τα παιδιά του κόσμου, και τα δικά μας.»

Με τις αναβολές και την αμέλεια μου πέρασε ένας ολόκληρος χρόνος. Ωστόσο σήμερα καταθέτω τη μαρτυρία αυτή, με έντονη την αίσθηση της παρουσίας του Αρχαγγέλου στη ζωή μας και με ευγνωμοσύνη για την απτή και πλούσια φιλοξενία Του.

Μιχάλης Ψαράς