7/1/11

ΜΝΗΜΗ κυρ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ 2

Συνεχίζουμε το αφιέρωμα στον Άγιο των Ελληνικών Γραμμάτων, με μια γλαφυρή και συγκινητική περιγραφή από τον ευθυμογράφο Σταμάτη Σταματίου (1845 - 1946), γνωστό ως  ΣΤΑΜ ΣΤΑΜ, με τίτλο "Πως τον πρωτογνώρισα".



"... άνοιξε η πόρτα και μπήκε ένας άνθρωπος, μάλλον υψηλός, κακοντυμένος, με υποκάμισο ζουλισμένο στο λαιμό, χωρίς γραβάτα, με ρούχα οπωσδήποτε απεριποίητα και μακρύ επανωφόρι τριμμένο. Παρά τη φτωχική εμφάνιση, τα γένια του και τα απεριποίητα μαλλιά του, το μελαμψό του πρόσωπο, ήταν κόκκινο στα μάγουλα, κι από τα μάτια του έσταζε μια γλύκα. Εμπήκε συνεσταλμένος και δειλός.

- Ο κύριος Σταματίου;
Ενόμισα πως ήταν κανένας απ' τους φτωχούς, που συστημένοι εις εμέ από τη διαχείριση, ήρχοντο να πάρουν σημείωμα για να λάβουν το χριστουγεννιάτικο βοήθημά τους.
-Εγώ είμαι, του απήντησα, αλλά καθίστε μια στιγμή, σας παρακαλώ, να τελειώσω κάτι που γράφω εδώ κι αμέσως θα σας διευκολύνω.
Εκάθισε σκυφτός με γυρισμένο το κεφάλι και κοίταζε διαρκώς το πάτωμα.


-Ο κακομοίρης, σκέφτηκα, φτώχεια μεγάλη θα'χει!
Και τον κοίταζα με βλέμμα πονεμένο και μια συμπάθεια μεγάλη που έφτανε μέχρι συγκινήσεως.
-Ορίστε, του είπα, άμα τελείωσα.
-Με ζητήσατε;
-Όχι, εγώ δε σας ζήτησα, αλλά ξέρω γιατί ήρθατε και θα τελειώσω αμέσως τη δουλειά σας.(...)
Για να κανονίσω το ποσόν όπου θα έπαιρνε, ηθέλησα να μάθω τα μέλη της οικογένειάς του.(...)


Για να τον βοηθήσω περισσότερο, εσκέφθηκα να κάμω μια πλαστογραφία. Να συμπεριλάβω ως συγκατοικούσας εις τας Αθήνας με αυτόν και τας αδελφάς του κι έκαμα μιαν απόδειξη για τριάκοντα δραχμές.
-Λαμβάνεις τον κόπο, του είπα, να περάσεις από το λογιστήριο.
Ευχαρίστησε ψιθυριστά, σαν φοβισμένος και συνεσταλμένος πάντοτε, σηκώθηκε, αλλά σα να κοντοστεκότανε.
-Κι αυτά τι να τα κάμω; Δεν τα θέλετε;
Και μου έδειχνε κάτι χαρτιά. Νόμισα πως ήταν πιστοποιητικά απορίας.
-Κράτησέ τα, του είπα. Εμάς δε μας χρειάζονται.
Εσείστηκε, λυγίστηκε ολίγο, έκανε, σκυφτός να φύγει, ξαναγύρισε.
-Τότε αφού δε σας χρειάζονται αυτά, εγώ με τι δικαίωμα θα πληρωθώ;
-Δεν πειράζει, αρκούμεθα εις τον λόγον σας. Χριστούγεννα είναι τώρα.
-Ναι, αλλά αν δεν πάρετε αυτά, εγώ δεν μπορώ να πάρω χρήματα.
-Μα δεν τα παίρνετε εσείς τα χρήματα. Σας τα δίνουμε εμείς!
-Ε, τότε, πάρτε κι εσείς ετούτα που μου τα ζητήσατε.



Και τα άφησε σιγά και μαλακά πάνω στο τραπέζι. Εσκέφθηκα, μήπως του ζήτησε τίποτα πιστοποιητικά το λογιστήριο.
-Μα τι είναι, επιτέλους αυτά, του λέω, και πρέπει απαραιτήτως να τα πάρουμε;
-Το διήγημα των Χριστουγέννων, που μου εζητήσατε.
-Το διήγημα των Χριστουγέννων...και ποιος είστε εσείς;
-Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης!
-Ο ίδιος;
-Ο ίδιος και ολόκληρος.
Έπεσε το ταβάνι και με πλάκωσε, η πέννα έφυγε απ΄τα χέρια μου, όλα εκεί μέσα, εικόνες, καρέκλες, βιβλία, εφημερίδες, σα να στροβιλίστηκαν γύρω μου κι έκανα ώρα να συνέλθω.






Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης! Αυτός ο πρίγκηψ των Ελλήνων λογογράφων, που τον φανταζόμουνα ακτινοβολούντα, γελαστόν, ωραίον, καλοντυμένον, ευτυχή, γεμάτον εγωϊσμό, αέρα και μεγαλοπρέπεια, αυτός!...
Αυτός ο μαλακός, ο καλός, ο δειλός, ο φοβισμένος, και τσαλακωμένος άνθρωπος, που στεκότανε με συστολή μαθητού επιμελούς, εκεί ενώπιον μου! (...)
Του έσφιξα το χέρι χωρίς να ημπορώ ούτε μια λέξη να προφέρω. Από την ταραχή μου και τη σαστιμάρα μου ούτε το φως δεν άναψα. Αισθάνθηκα ένα τρεμουλιαστό χέρι να σφίγγει το δικό μου και τον έχασα μέσα στο σκοτάδι...
Έμεινε όμως πίσω μια μοσχοβολιά κεριού που λιώνει εμπρός στις άγιες εικόνες, κάτι από του καντηλιού το σβήσιμο, κάτι από θυμιατού πέρασμα μακρινό, μακρινό πολύ...".