2/2/11

ΜΝΗΜΗ ΘΑΝΑΤΟΥ


«Φοβάσαι τον θάνατο; Γιατί; Και τα λουλούδια ξέρουν ότι θα μαραθούν κι όμως ανθούν». Ξαναδιάβασα τη φράση αυτή, ξεφυλλίζοντας το νεανικό μου λεύκωμα. Την είχε γράψει μια φίλη μου τότε, με αφορμή το θάνατο μιας γνωστής μας, μόλις  δεκαοκτώ χρονών.


 Ποτέ δεν κατάλαβα την ερώτηση. Τι σημαίνει άν φοβάσαι τον θάνατο; Φυσικά και τον φοβόμουν, φυσικά και τον φοβάμαι. Τότε δεν ήξερα. Έλεγα πως όταν κάποιος φεύγει, εκεί και τελειώνει. Περνάει στην ανυπαρξία και μόνο η ανάμνηση μένει.


Τα χρόνια πέρασαν και μέσα από τον φόβο και τις δυσκολίες της ζωής, καποτε ήρθα άκουσα μια άλλη άποψη. Έμαθα πως ο θάνατος «είναι η πόρτα που μας περνάει στην αιωνιότητα», όπως άκουσα από τον άγιο γέροντα Πορφύριο. Αναρωτιέμαι πώς γίνεται αυτό. Πώς μπορείς να περάσεις αυτή την πόρτα, ποιος μπορεί να την περάσει, είναι άραγε για όλους;


 Αν έχει κανείς αναζήτηση για να πάρει απάντηση σ’ όλα αυτά, το μόνο σίγουρο είναι πως θα τη βρει στο ευαγγέλιο, ειπωμένη από τον ίδιο τον Χριστό. «Εάν τις τον λόγον τον εμόν τηρήση, θάνατον ου μη θεωρήση εις τον αιώνα». Μας λέει ο Κύριος, πως αν αγωνιζόμαστε να τηρούμε το Λόγο Του, τότε περνάμε από το θάνατο στη ζωή. 

 
Ακούγεται εύκολο, αλλά εφαρμόζεται τόσο δύσκολα. Καθώς φαίνεται, δεν έχει ανάψει μέσα μας ο πόθος να βιώσουμε αυτά τα μέλλοντα, γιατί  δεν μπορούμε ν’ απαλλαγούμε από τα παρόντα. Οι περισσότεροι, είμαστε προσκολλημένοι στις μέριμνες της καθημερινότητας, απορροφημένοι στην μονομανία της απόκτησης υλικών αγαθών, στη αέναη γκρίνια του ανικανοποίητου κι αναλώνεται η ψυχή μας σε μάταιες προσπάθειες να κάνουμε τη ζωή μας τάχα καλύτερη. 


Δεν καταλαβαίνουμε όμως, πως όλα αυτά δεν είναι τίποτα χωρίς αγάπη για τη ζωή, αγάπη για τον συνάνθρωπο, αγάπη για τον Θεό. Δεν επενδύουμε σ’ αυτόν τον καλό αγώνα, κι έτσι γιγαντώνεται μέσα μας το κενό. Με τίποτα δεν είμαστε ευχαριστημένοι κι η ζωή μας γεμίζει με θλίψη. Θλίψη που προκαλείται από την αμαρτία και δημιουργείται έτσι η αποκοπή από την πηγή ζωής, τον Χριστό.


 Πνευματικό θάνατο ονομάζουν οι πατέρες αυτή την κατάσταση. Φοβόμαστε τον θάνατο, γιατί δεν ζούμε με πλήρη συναίσθηση, δεν έχουμε αγαθή συνείδηση. Η αποδοχή του πνευματικού μας θανάτου μπορεί να μας ωριμάσει ψυχικά. Να κάνει το νου μας να φιλοσοφεί, να μη θεωρεί το μέλλον δεδομένο. Αν αυτό το καταλάβουμε, ίσως να πορευτούμε προς την αγάπη και τη συγνώμη. Ίσως πάψουμε να πιστεύουμε πως είμαστε άτρωτοι. Να μην θυμόμαστε τον Θεό μόνο όταν μας βρίσκει μια δυσκολία ή μια αρρώστια. Να μην είναι ανάγκη να βρεθούμε σε κάποιο νοσοκομείο, δίπλα στο λιωμένο κορμάκι ενός μελλοθάνατου καρκινοπαθούς για να ταραχτούμε,  ν’ αφυπνιστούμε. Μα καθημερινά να πεινάμε και να διψάμε για την αλήθεια, για τη σχέση με τον Θεό και τον συνάνθρωπο,  έχοντας στο νου, όσο είναι δυνατόν για τον καθένα, αυτή τη μνήμη του θανάτου. 

 ΒΟΥΛΑ