10/5/11

Η ιδιαιτερότητα του ιερού βιβλίου της Αποκάλυψης...


Γεωργίου Πατρώνου, Η Αποκάλυψη του Ιωάννη,
εκδ. Αποστολικής Διακονίας 2009, σελ. 56-62

Διαβάστε με προσοχή...
 
Η Αποκάλυψη, δεν μπορεί να είναι προϊόν δραματικών και εκστατικών παθολογικών καταστάσεων, αλλά έργο μιας υψηλής σύλληψης, ποιητικής και συγχρόνως ρεαλιστικής θεολογίας, με βαθιά αίσθηση της ιστορικής πραγματικότητας και ελπιδοφόρας εσχατολογικής προοπτικής. Είναι γνωστό ότι το εσχατολογικό στοιχείο είναι έκδηλο και ισχυρό στο κείμενο αυτό. Αλλ' όχι με την έννοια μιας στατικής πραγματοποιηθείσης εσχατολογίας ή με την έννοια μιας μελλοντολογικής προσέγγισης και προφητικής καταγραφής των γεγονότων του μέλλοντος, αλλά με τη βαθιά σημασία μιας δυναμικής και «λειτουργικής εσχατολογίας» μέσα στο παρόν.



Κεντρικό πρόσωπο κι εδώ στην Αποκάλυψη, όπως και στο Δ ' Ευαγγέλιο, είναι ο Ιησούς Χριστός και μάλιστα ως « μνός το Θεο» και ως « αρων τήν μαρτίαν το κόσμου» (Ίωάν. 1,29. 36). Μια θυσιαστική θεολογία που διαπερνά όλα τα στάδια της θείας Οικονομίας από την πρώτη ως τη δεύτερη και εσχάτη έλευση του Χριστού), που είναι και το αντικείμενο του Ευαγγελίου αλλά και της Αποκάλυψης του Ιωάννη. 
Δίχως μερικές βασικές ερμηνευτικές προϋποθέσεις, θα μας πει επιπρόσθετα η έρευνα, δεν είναι δυνατή η πλήρης και ορθή κατανόηση της Αποκάλυψης παρά μόνο υπό το φως των τριών Επιστολών του Ιωάννη, του Δ' Ευαγγελίου και της «μικράς αποκάλυψης», που όπως μνημονεύσαμε βρίσκεται στο Ευαγγέλιο του Μάρκου (κεφ. 13). Εδώ ακριβώς έγκειται και η ερμηνευτική δυσκολία για την κατανόηση του ιστορικού και θεολογικού περιεχομένου της Αποκάλυψης. Προϋποθέτει μια βαθιά και πλατιά γνώση της «αποκαλυπτικής» της Κ. Διαθήκης αλλά και της ευρύτερης αποκαλυπτικής φιλολογίας της Π. Διαθήκης και των χρόνων της μεσοδιαθηκικής περιόδου, όπως ήδη έχουμε μνημονεύσει και πιο πάνω. 

 
Γι' αυτό τον λόγο κι εμείς ακόμη οι βιβλικοί μελετητές, με ειδικές γνώσεις της θεματολογίας της ερμηνευτικής θεολογίας και της αποκαλυπτικής φιλολογίας, είμαστε πολύ διστακτικοί και προσεκτικοί όταν καταπιανόμαστε με τα δυσχερέστατα προβλήματα της Αποκάλυψης του Ιωάννη. Κι ενώ αυτό συμβαίνει μ' εμάς τους ειδήμονες, έρχονται από την άλλη πλευρά ένα πλήθος ιεροκηρύκων και «λογίων», υποτίθεται ευσεβών, χριστιανών, χωρίς συγκεκριμένη γνώση και χωρίς τις δέουσες θεολογικές και ερμηνευτικές προϋποθέσεις, και ασχολούνται με σοβαροφάνεια και γράφουν εκτεταμένα πολλές φορές βιβλία για την Αποκάλυψη. Και μάλιστα αυτά τα κείμενα είναι φορτισμένα με έντονες ενθουσιαστικές τάσεις και μ' ένα πνεύμα άκρατου αποκαλυπτισμού που θυμίζουν νοσηρές καταστάσεις ψυχοπαθολογικής μελλοντολογίας. 

Η Αποκάλυψη του Ιωάννη, επαναλαμβάνουμε για άλλη μια φορά, δεν είναι ούτε ένα «προφητικό» κείμενο για κάποια υποτιθέμενη ιστορία του μέλλοντος ούτε και μια αρχαία ερμηνευτική προσπάθεια μελλοντολογικής και εσχατολογικής κατανόησης της ιστορίας. Χωρίς αμφιβολία είναι ένα καταπληκτικό κείμενο και διεισδυτικό έργο που ανατέμνει προφητικά την ιστορία και διερευνά εσχατολογικά το παρόν. Το έργο της Αποκάλυψης φανερώνει μεγάλη αίσθηση ποιμαντικής ευθύνης και θεολογικής ωριμότητας εκ μέρους του ιερού συγγραφέα αλλά και προϋποθέτει βαθύτατη ιστορική γνώση και παιδευτική σοφία εκ μέρους του μελετητή.

 
Τα ιστορικά προβλήματα και τα ποιμαντικά θέματα που ο απόστολος Ιωάννης αντιμετωπίζει με πραγματική υπευθυνότητα στις Επιστολές του και στο Δ΄ Ευαγγέλιο, με τον ίδιο ρεαλισμό τ' αντιμετωπίζει και στην Αποκάλυψη, με τη διαφορά ότι χρησιμοποιεί σ' αυτήν μιαν περισσότερο ποιητική, αλληγορική και συμβολική γλώσσα, ιδιαίτερα οικεία στη σύγχρονη του αποκαλυπτική φιλολογία. Θα τολμούσαμε μάλιστα να πούμε, πως η Αποκάλυψη του Ιωάννη παρά την ποιητική και συμβολική της μορφή είναι τελικά το ρεαλιστικότερο ποιμαντικό έργο της Κ. Διαθήκης, αφού δεν εξωραΐζει την ιστορία, δεν κινείται στον χώρο των ψευδαισθήσεων, και είναι παντελώς ελεύθερη από τις υπάρχουσες ενθουσιαστικές εσχατολογικές τάσεις της εποχής. Προβάλλει δε με παρρησία τη θυσιαστική μορφή του Ιησού Χριστού ως «τύπο ζως» για τους πιστούς, μέσα μάλιστα σ' έναν κόσμο έντονων πειρασμών, μεγάλων δυσχερειών και φρικιαστικών διωγμών. 

Η Αποκάλυψη του Ιωάννη, κατά συνέπεια, αν και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως το μοναδικό προφητικό κείμενο της Κ. Διαθήκης - και ο ιερός συγγραφέας Ιωάννης ως ο προφήτης του Χριστιανισμού με την τρέχουσα έννοια- διαθέτει στις σελίδες της έντονο και πλούσιο το «προφητικό» στοιχείο αλλά με μια έννοια εκκλησιολογικής λειτουργίας ζωής, αφού στα υπάρχοντα αδιέξοδα προβάλλεται μια νέα δημιουργική προοπτική. Η προφητική έμπνευση και ο ιστορικός ρεαλισμός δεν είναι δύο μεγέθη αντίθετα. Γι' αυτό στην Αποκάλυψη προβάλλεται με έμφαση αυτός ο σαφής προφητικός ρεαλισμός για μια αποτελεσματική αντιμετώπιση των άμεσων και ποικίλων προβλημάτων του παρόντος, έστω και δια μέσου μιας γριφώδους συμβολικής και «αποκαλυπτικής» γραφής, για τους λόγους που ήδη έχουμε αναφέρει. 

Όταν, για παράδειγμα, ο Ιωάννης ομιλεί για την «πόρνην τήν μεγάλην τήν καθημένην πί δάτων πολλν , μεθ' ς πόρνευσαν ο βασιλες τς γς» (Αποκ. 17,1-2), ασφαλώς και δεν εννοεί κάποια πόρνη γυναίκα που θα έρθει στο μέλλον για να γεννήσει τον αντίχριστο, όπως υποστηρίζουν σήμερα πολλοί, αλλά ομιλεί για τη σύγχρονη του Ρώμη, την ανδροκτόνο και ανθρωποκτόνο εκείνη ειδωλολατρική πρόκληση, «τις διέφθειρε τήν γν ν τ πορεί ατς» (12,2). Όπως η παλιά Βαβυλώνα, « μήτηρ τν πορνν καί τν βδελυγμάτων τς γς» (17,5), προκαλούσε με τα πλούτη και τα θέλγητρα της και καλούσε σε αποστασία τον παλιό Ισραήλ κατά την αρχαιότητα, έτσι και τώρα η Ρώμη επιζητεί να εκπορνεύσει και να εκμαυλίσει τον νέο Ισραήλ. 

Και πάλι, όταν ομιλεί για «τόν ριθμόν το θηρίου» που είναι χξστ', δηλ. 666, ασφαλώς και δεν εννοεί κάποιον αποκαλυπτικό αριθμό του αντίχριστου που μέλλει να έρθει στο μέλλον, όπως επίσης διατείνονται πολλοί αφελώς σήμερα, αλλά κάτω από τη συμβολική αυτή διατύπωση υποκρύπτεται πιθανώς ο αυτοκράτορας, αφού ο αριθμός αυτός «νθρώπου γάρ στιν» (Αποκ. 13,18), κατά την χαρακτηριστική διασάφηση του ιερού συγγραφέα. Στην εξουσία του τελευταίου αποδίδεται η ειδωλοποίηση της δύναμης και κατ' επέκταση κάθε αντίχριστη πολεμική επιθετικότητα κατά των χριστιανών και της Εκκλησίας του Χριστού. 

Με αυτά και μόνο τα δύο απλά παραδείγματα παρουσιάζεται ο ιερός συγγραφέας της Αποκάλυψης να είναι ιδιαίτερα ρεαλιστής, αφού γνωρίζει καλά την παρούσα ιστορική και συνάμα τραγική πραγματικότητα, δεν την αποκρύπτει αλλά είναι πολύ προσεκτικός στις διατυπώσεις του για λόγους ποιμαντικής σκοπιμότητας, ώστε να μην προκαλέσει περισσότερο την κοσμική εξουσία και ξεσπάσουν χειρότεροι διωγμοί εναντίον των πιστών. Έτσι, η αποκαλυπτική γλώσσα των εικόνων, των συμβόλων και των ποιητικών εκφράσεων, γίνεται το κατάλληλο εργαλείο στα χέρια του «προφήτη» και «αποκαλυπτή» Ιωάννη για τη συνέχιση του κατηχητικού και ποιμαντικού του έργου και απ' αυτόν ακόμη τον τόπο της εξορίας του. 
Ίσως το ευρύ αναγνωστικό κοινό να μη γνωρίζει, πως με τον τίτλο αυτό υπάρχουν πολλά κείμενα που καλύπτουν θεολογικά ενδιαφέροντα επηρεασμένα από τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης καθώς και της Καινής και είναι γραμμένα από αγνώστους σε μας συγγραφείς την ίδια περίπου περίοδο και επενδυμένα με τον ίδιο φιλολογικό μανδύα. Τέτοια έργα είναι, ως παράδειγμα, από τον χώρο της Παλαιάς Διαθήκης, η ποκάλυψις Μωϋσέως, η ποκάλυψις Βαρούχ και η ποκάλνψις νώχ , έργα ψευδεπίγραφα αλλά μεγάλου θεολογικού ενδιαφέροντος, που αποδόθηκαν σε ιερές μορφές της ιστορίας και της θεολογικής παράδοσης του Ιουδαϊσμού. Έργα επηρεασμένα από τη θεματολογία της Καινής Διαθήκης, ψευδεπίγραφα και αυτά και με τον ίδιο εμφαντικό τίτλο, αναφέρουμε και πάλι ενδεικτικά, την ποκάλυψη Πέτρου, την ποκάλυψη Παύλου, καθώς και τις Αποκαλύψεις Α' και Β' ακώβου, γνωστικής προέλευσης και γι' αυτό δεν περιλήφθηκαν στον κανόνα της Καινής Διαθήκης, αλλά με ενδιαφέρουσες για την επιστήμη θεολογικές προσεγγίσεις. 

Όλα αυτά τα έργα χρησιμοποιούν κοινά φιλολογικά μοτίβα, κάνουν εκτεταμένη χρήση των συμβόλων και των εικόνων και η αποκαλυπτική σημειολογία, μαζί με την ιουδαϊκή τυπολογία, είναι διάσπαρτη κατά μήκος των κειμένων. Στην εξέλιξη του διηγηματικού και μυθοπλαστικού χαρακτήρα των έργων παρουσιάζονται κάθε λίγο αποκαλυπτικές φιγούρες, που μας παραπέμπουν σε πρότυπα φιλολογικά του παρελθόντος, όπως η συμβολική παράσταση της «μεγάλης πόρνης» (Αποκ. 17,1) που συμβόλιζε για τον προφήτη Ιερεμία τη Βαβυλώνα (Ιερ . 51,13· Αποκ . 17,15) και για άλλους προφήτες τη Νινευή, ενώ για τον Ιωάννη της Αποκάλυψης «μεγάλη πόρνη» είναι η κραταιά Ρώμη. Και ονομάζονται οι πόλεις αυτές «πόρνες», διότι εκεί πραγματοποιείται ο ηθικός και πνευματικός ευτελισμός των ανθρώπων και ο κίνδυνος αλλοτρίωσης για τους πιστούς, όπως ακριβώς συμβαίνει με μια κοινή πόρνη που ουσιαστικά ευτελίζει τους άνδρες. 

Είναι ενδεικτικό, επίσης, ότι στο έργο αυτό συχνά προτάσσονται εκφράσεις του τύπου «καί εδον...», « βλέπεις τοτο γράψον...», η «γράψον ον εδες... καί μέλλει γενέσθαι μετά τατα» κ.λπ. (Αποκ. 1,11.19), για να δοθεί έμφαση στην ακολουθούσα πρόταση και να πάρει «οράνιο κύρος» η διδαχή του κειμένου. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που ο γραμματικός αυτός τύπος «καί εδον» επαναλαμβάνεται κατά κόρον στην Αποκάλυψη, πάνω από είκοσι επτά φορές και κυρίως πριν από οραματικές συμβολικές παραστάσεις. Το δραματικό και εκστατικό στοιχείο προβάλλεται, ως εκ τούτου, έντονα στα έργα αυτού του είδους για λόγους εντυπωσιασμού κυρίως των λαϊκών στρωμάτων της κοινωνίας. Κατά συνέπεια, τα αποκαλυπτικά έργα δεν μας μυούν σε κάποια άρρητα και ουράνια μυστικά, και πολύ περισσότερο δεν μας αποκαλύπτουν κατά έναν προφητικό τρόπο κάποια μελλοντικά γεγονότα ή μελλοντικά μυστηριώδη φαινόμενα, και τα οποία για τους πιο πολλούς θεωρούνται «σφραγισμένα σφραγσιν πτά»! 

Στο σημείο αυτό, πρέπει να διευκρινισθεί επιπλέον, ότι οι αναφερόμενες συχνά «εκστατικές» καταστάσεις, που μπορεί να συμβούν στη ζωή κάποιων ανθρώπων είναι πολύ σπάνιες και βιολογικά επικίνδυνες, διότι αδρανοποιούν κάποιες βασικές βιολογικές λειτουργίες του οργανισμού, όπως την αναπνοή και το κυκλοφορικό, και γι' αυτό η διάρκεια τους είναι υπόθεση δευτερολέπτων και ασφαλώς όχι μακρόχρονη ώστε να συλλάβει κανείς και να γράψει ένα ολόκληρο βιβλίο, της έκτασης μάλιστα της Αποκάλυψης τον Ιωάννη! Εκτός εάν αντιλαμβανόμαστε τα «οράματα» αυτά ως καταστάσεις κάποιας υποτιθέμενης «εκστατικής» εμπειρίας, με μια έννοια θρησκευτικής παθολογίας που μας παραπέμπει πλέον σε καθαρά ψυχονευρωτική παθογένεια. Οι χαρισματικές πνευματικές εμπειρίες των ’γιων της Εκκλησίας είναι άλλης φύσεως και άλλης ποιότητας, κοινωνίας με το ’Aγιο Πνεύμα εν προσευχή και σιωπή και δεν πρέπει να γίνεται σύγχυση με τις προηγούμενες κραυγαλέες καταστάσεις προς χάριν εντυπωσιασμού. Στον χώρο της Εκκλησίας και υπό την παρουσία του Αγίου Πνεύματος λειτουργεί κανείς με «σώας τάς φρένας» και όχι «χοντα πνεμα λαλον» (Μαρκ. 9,17) και βρίσκεται ασφαλώς σε κατάσταση σωματικής άσκησης και πνευματικής εγρήγορσης.