12/5/11

ΟΙ ΜΥΡΟΦΟΡΕΣ, ΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ ΚΙ ΕΜΕΙΣ...




 
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Χριστοδούλου Μπίθα,
στην Κυριακή των Μυροφόρων.

Εί­ναι εντυπωσιακό που στις δύ­σκο­λες στιγ­μές της ζω­ής μας οι χα­ρα­κτή­ρες μας και η ψυ­χο­σύν­θε­σή μας τό­σο πο­λύ φα­νε­ρώ­νε­ται, έ­τσι που να εκ­πλησ­σό­με­θα α­πό το πώς μπο­ρεί έ­νας άν­θρω­πος που μέ­χρι χθες φαι­νό­ταν ή­συ­χος ή δυναμικός να εί­ναι τώ­ρα πα­νι­κο­βλη­μέ­νος. Και από την άλλη κά­ποι­ος που φαι­νό­ταν να μην συμ­με­τέ­χει και πο­λύ σε ό­σα γί­νον­ται, να βγαί­νει μπρο­στά και να δο­ξά­ζε­ται. Αυ­τή την συγ­κε­κρι­μέ­νη η­μέ­ρα που ο Χρι­στός βρι­σκό­ταν στον τά­φο, ό­λοι ε­κεί­νοι που Του υ­πο­σχόν­του­σαν ό­τι θα πέ­σουν και στην φω­τιά για Ε­κεί­νον, ο Πέ­τρος, ο Θω­μάς, ο α­γα­πη­μέ­νος Του Ι­ω­άν­νης, κά­θον­ταν μέ­σα σε ένα σπί­τι και κλαί­γα­νε. Ένοιωθαν δι­α­λυ­μέ­νοι και δεν μπο­ρού­σαν να πι­στέ­ψουν ό­τι ό­λα τε­λεί­ω­σαν. Ό­τι ο δά­σκα­λος ή­ταν νε­κρός. Ό­τι ο προ­φή­της που εί­χαν α­κο­λου­θή­σει δεν υ­πήρ­χε πια. Κά­ποι­ες στιγ­μές μάλ­λον εί­χα­νε πι­στέ­ψει ό­τι εί­ναι ο Μεσ­σί­ας, ό­τι εί­ναι ο Θε­ός. Ύ­στε­ρα, αυ­τό που εί­δαν τα μά­τια τους, τον Κύριό τους σταυρωμένο κι άψυχο, τους α­πο­γο­ή­τευ­σε. 


 Και κα­θώς αυ­τοί έκλαιγα­ν, δυ­ο άλ­λοι, α­πό τους κρυ­φούς μα­θη­τές, δύ­ο ε­πι­φα­νή μέ­λη της ε­βρα­ϊ­κής κοι­νω­νί­ας, ο Ι­ω­σήφ ο α­πό Α­ρι­μα­θαί­ας και ο Νι­κό­δη­μος - αυ­τός που ο­νο­μά­στη­κε νυ­χτε­ρι­νός μα­θη­τής του Κυ­ρί­ου για­τί τον συναντούσε κρυ­φά, για τον φό­βο προ­φα­νώς των άλ­λων Φα­ρι­σαί­ων - αυ­τοί οι δύ­ο βγαί­νουν μπρο­στά, γί­νον­ται ρε­ζί­λι θα λέ­γα­με με α­πλά λό­για, μπρο­στά στα μά­τια των ο­μο­ε­θνών τους αυτοί που ή­ταν σπου­δαί­οι και τρα­νοί σε μια κοι­νω­νί­α που εί­χαν ε­ξέ­χου­σες θέ­σεις. Ζητούν α­πό έ­ναν ρω­μαί­ο δι­οι­κη­τή το σώ­μα του νε­κρού δα­σκά­λου τους. Ε­κεί­νη η στιγ­μή γι’ αυ­τούς τους δύ­ο εί­ναι στιγ­μή πα­λι­κα­ριάς. Ο­ρια­κή στιγ­μή, λε­βεν­τιάς. Οι μα­θη­τές οι α­γα­πη­μέ­νοι, κρυμ­μέ­νοι. Κι αυ­τοί ε­κτί­θεν­ται, βγαί­νουν μπρο­στά και δεν τους νοιά­ζει τί­πο­τα.

Κι αυ­τοί δεν έ­χουν κα­τα­λά­βει ό­τι ο δά­σκα­λος ή­ταν ο Μεσ­σί­ας. Ό­μως ε­κεί­νη τη στιγ­μή νι­ώ­θουν την α­νάγ­κη ε­πι­τέ­λους να φα­νε­ρω­θού­ν. Τό­σο και­ρό που ο δά­σκα­λος ή­ταν ζων­τα­νός και δί­δα­σκε κρυ­βόν­του­σαν. Ό­ταν πέ­θα­νε ένοιωσαν ό­τι έ­πρε­πε να κά­νουν το χρέ­ος τους. Α­φού κα­νείς δεν πά­ει, θα πά­με ε­μείς. Α­φού έ­χου­με την δυ­να­τό­τη­τα να χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με την ι­δι­ό­τη­τά μας, θα το κά­νου­με. Δεν μας νοιά­ζει α­πο­λύ­τως τί­πο­τα πια. Ε­μείς Τον α­γα­πή­σα­με πο­λύ.

 
            Α­πό κον­τά και οι γυ­ναί­κες. Ό­λες αυ­τές οι γυ­ναί­κες που Τον α­κο­λου­θού­σαν ως μα­θή­τρι­ες. Αυ­τές που ξέ­ρου­με και οι άλ­λες, οι α­νώ­νυ­μες που δεν θα μά­θου­με πο­τέ, αλ­λά που ζουν σε κοι­νω­νί­α με τον Θε­ό αιώνια. Παίρ­νουν μια α­πό­φα­ση. Να πά­νε στον τά­φο να κά­νουν τα πρέποντα σ’ έ­ναν νε­κρό. Οι μα­θη­τές δεν α­κο­λου­θούν. Θα μπο­ρού­σε κά­ποι­ος να πει: «αυ­τά εί­ναι γυ­ναι­κεί­ες δου­λει­ές, δεν πά­νε οι άν­τρες». Δεν εί­ναι έ­τσι. Όποι­ος έ­χει χά­σει έ­να α­γα­πη­μέ­νο του πρό­σω­πο, ξέ­ρει πο­λύ κα­λά πόσο α­νάγ­κη έχει να πά­ει στο μνή­μα, να κά­τσει δί­πλα, πα­λεύ­ον­τας μέ­σα του με την σκέ­ψη ό­τι αυ­τός που α­γα­πού­σε δεν υ­πάρ­χει πια κι ό­τι πι­θα­νόν να ζει στην Βα­σι­λεί­α των Ου­ρα­νών. Πάν­τως θέ­λει να εί­ναι ε­κεί. Πό­σο μάλ­λον ό­ταν μπο­ρείς να τον αγ­γί­ξεις σα­βα­νω­μέ­νο. Να κλά­ψεις πά­νω α­πό το νε­κρό σώ­μα του. 

Οι μα­θη­τές, λοι­πόν, φο­βι­σμέ­νοι. Οι κρυ­φοί μα­θη­τές φα­νε­ρω­μέ­νοι. Και οι γυ­ναί­κες στο μνη­μεί­ο. Πως φα­νε­ρώ­νον­ται οι χα­ρα­κτή­ρες κι οι ψυ­χο­συν­θέ­σεις! Ο συ­ναι­σθη­μα­τι­σμός των γυ­ναι­κών τις κά­νει ν’ α­φή­σουν τον ορ­θο­λο­γι­σμό στην ά­κρη «πέ­θα­νε πια, πά­ει πια, τώ­ρα μπο­ρεί και να μας πιά­σουν, τώ­ρα χα­θή­κα­με». Και να πού­ν: «Θα πά­με. Ε­μείς Τον α­γα­πή­σα­με. Πρέ­πει να κά­νου­με ό­λα αυ­τά τα χρει­α­ζού­με­να, να α­πο­δώ­σου­με τις τι­μές. Να τον αγ­γί­ξου­με λί­γο, έ­στω και νε­κρό». 

 
Πα­λεύ­ει ο άν­θρω­πος α­νά­με­σα στο συ­ναί­σθη­μα και τον ορ­θο­λο­γι­σμό σ’ ό­λη του την ζω­ή. Δεν εί­ναι μό­νο οι γυ­ναί­κες και οι άν­τρες. Εί­ναι και οι χα­ρα­κτή­ρες. Υ­πάρ­χουν άν­τρες συ­ναι­σθη­μα­τι­κοί και υ­πάρ­χουν και γυ­ναί­κες που έ­χου­νε πο­λύ έν­το­νο ορ­θο­λο­γι­σμό. Κι ο κα­θέ­νας νο­μί­ζει ό­τι η κό­σμος εί­ναι ό­πως ε­κεί­νος τον βλέ­πει. «Το θέαμα κείται κατά τον θεατήν». Ό­μως κά­που αλ­λού εί­ναι η α­λή­θεια. Πάν­τα η α­λή­θεια βρίσκεται στην α­ρε­τή. Στην με­σό­τη­τα. Σ’ αυ­τό που ο­δη­γεί στον Θε­ό. Σ’ αυ­τό που μας φέρ­νει κον­τά στους αν­θρώ­πους.

Ο­χυ­ρώ­νον­ται οι συ­ναι­σθη­μα­τι­κοί άν­θρω­ποι πί­σω α­πό τον συ­ναι­σθη­μα­τι­σμό τους. Πολ­λές φο­ρές πί­σω α­πό τον υ­πέρ-συ­ναι­σθη­μα­τι­σμό τους. Κι όταν παχίζουν ν΄ α­γα­πήσουν, ε­νώ εί­ναι ι­κα­νοί για το κα­λύ­τε­ρο, κά­νουν το χει­ρό­τε­ρο. Μπερ­δεύ­ον­ται, θυ­μώ­νουν, ε­κνευ­ρί­ζον­ται, πειράζονται, πα­ρε­ξη­γούν­ται.
Ο­χυ­ρώ­νον­ται οι πιο λο­γι­κοί άν­θρω­ποι πί­σω α­πό τον ορ­θο­λο­γι­σμό τους: «Δεν χρει­ά­ζον­ται πολ­λά-πολ­λά, ού­τε πολ­λές συγ­κι­νή­σεις. Δεν μπο­ρώ να ε­κτί­θε­μαι, ε­γώ εί­μαι λο­γι­κός άν­θρω­πος». Και τις πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές και αυ­τό το προ­τέ­ρη­μα χά­νε­ται μέ­σα στο ε­λάτ­τω­μά του.

Ού­τε το έ­να, ού­τε το άλ­λο. Το ζη­τού­με­νο εί­ναι η α­ρε­τή, που λένε οι Πατέρες. Το μέ­τρο που έ­λε­γαν οι αρ­χαί­οι. Έ­νας άν­θρω­πος που έ­χει πλού­σιο συ­ναί­σθη­μα θα πρέ­πει να πο­ρευ­τεί εν Χρι­στώ για να μπο­ρέ­σει αυ­τόν τον συ­ναι­σθη­μα­τι­σμό να μην τον έ­χει ως α­πλώς έ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της φύ­σης του, αλ­λά να τον κά­νει πραγ­μα­τι­κά α­ρε­τή. Και να σκέ­φτε­ται λο­γι­κά και να δι­α­τη­ρή­σει έ­να συ­ναι­σθη­μα­τι­κό κό­σμο πλού­σιο.

 Και αυ­τός που εί­ναι εγ­κε­φα­λι­κός να προ­σέ­ξει. Να προ­σέ­ξει πο­λύ. Για­τί μέ­σα σε αυ­τό τον ορ­θο­λο­γι­σμό, πολ­λοί άν­θρω­ποι περ­νά­νε την ζω­ή τους χω­ρίς να νι­ώ­σου­νε συγ­κι­νή­σεις, χω­ρίς να νι­ώ­σου­νε χα­ρές. Ό­λα τα κο­σκι­νί­ζουν, ό­λα τα με­τρά­νε. Και βέ­βαι­α βλέ­πουν τους άλ­λους και λέ­νε «ε­γώ δεν μπο­ρώ να ’­μαι έ­τσι».

Κι ό­μως, α­λί­μο­νο σε αυ­τόν που δεν μπό­ρε­σε να α­φή­σει το συ­ναί­σθη­μά του πλού­σιο. Αλίμονο σ’αυτόν που δεν αγάπησε, όπως λέει το τραγούδι. Να νι­ώ­σει την χα­ρά, να νι­ώ­σει την λύ­πη, να νι­ώ­σει την συμ­με­το­χή στην χα­ρά και τον πό­νο του άλ­λου. Και εί­ναι πε­ρι­χα­ρα­κω­μέ­νος σε ι­δε­ο­λο­γή­μα­τα του τύπου «αυ­τό εί­ναι το σω­στό, ε­κεί­νο το λά­θος».

 Κι α­λί­μο­νο α­π’ την άλ­λη πλευ­ρά, σε ε­κεί­νον που πνιγ­μέ­νος στο συ­ναί­σθη­μά του και δεν μπορεί να το ε­λέγ­χει. Στην εκ­κλη­σι­α­στι­κή ζω­ή, κα­λεί­ται ο άν­θρω­πος ό­λα να τα α­να­μορ­φώ­σει, ό­λα να τα αλ­λοι­ώ­σει, ό­λα να τα κα­θα­γιά­σει. Βε­βαί­ως και δεν αλ­λά­ζου­με οι άν­θρω­ποι. Ί­διοι μέ­νου­με. Ό­μως μπο­ρού­με να κι­νη­θού­με προς την αρετή κι ε­κεί να συ­ναν­τή­σου­με και τους άλ­λους και να ε­πι­κοι­νω­νή­σου­με.

Βλέ­που­με τους μα­θη­τές, λοι­πόν, ό­λους πριν α­πό την εμ­φά­νι­ση του Κυ­ρί­ου, του α­να­στη­μέ­νου Χρι­στού και πριν α­πό την Α­νά­λη­ψη και την Πεν­τη­κο­στή να δι­α­τη­ρούν ό­λα αυ­τά τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά που έ­χου­με κι ε­μείς. Πού εί­ναι ε­κεί­νος Θω­μάς που έ­λε­γε «θα πά­ω να πε­θά­νω μα­ζί Του»; Πού εί­ναι ε­κεί­νος ο Πέ­τρος που έ­λε­γε πως θα θυσιάσει την ζωή του; Τον εί­δα­με λί­γο αρ­γό­τε­ρα να Τον προ­δί­δει τρεις φο­ρές. Πού εί­ναι ε­κεί­νος ο Ι­ού­δας ο ζη­λω­τής, ο έν­θερ­μος; Πρό­δω­σε και αυ­το­κτό­νη­σε. Πού εί­ναι ο Ι­ω­άν­νης, ο α­γα­πη­μέ­νος, που ο Κύριος κά­τω α­πό τον σταυ­ρό τον ξε­χώ­ρι­σε και του εί­πε: «α­πό δω και πέ­ρα η μά­να μου θα εί­ναι μά­να σου». Που ή­τα­νε αυ­τοί; Κλει­σμέ­νοι στα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της φύ­σης τους. Ό­πως εί­μα­στε και ε­μείς.

Και κά­νου­με πολ­λές φο­ρές το με­γά­λο λά­θος, ό­ταν ερ­χό­μα­στε στην εκ­κλη­σί­α, να φορ­τω­νό­μα­στε με ι­δε­ο­λο­γή­μα­τα ή με συ­ναι­σθη­μα­τι­σμούς και να νο­μί­ζου­με ό­τι έ­τσι θα πο­ρευ­τού­με, πως δεν χρει­ά­ζε­ται ν’ αλ­λά­ξου­με τί­πο­τα. Αρ­κεί να μά­θου­με τα τυ­πι­κά, να μά­θου­με λί­γη θε­ο­λο­γί­α, να μά­θου­με τε­λο­σπάν­των τα ε­ξω­τε­ρι­κά της θρη­σκεί­ας και α­πό ’­κει και πέ­ρα να μην α­μαρ­τά­νου­με. Δεν εί­ναι έ­τσι. Νο­μί­ζου­με ό­τι εί­ναι έ­τσι. Δεν χω­ρά­ει στον πα­λιό α­σκό το και­νού­ριο κρα­σί. Για­τί το και­νού­ριο κρα­σί θα σκί­σει τον α­σκό. Και το τρα­γι­κό λά­θος εί­ναι ό­τι ερ­χό­μα­στε στην εκ­κλη­σί­α, προ­τάσ­σου­με ό­λα τα κα­λά μας, τα προ­τε­ρή­μα­τά μας κι ό­σα με νύ­χια και με δόν­τια μέ­σα στην α­να­σφά­λειά μας μπο­ρέ­σα­με να ι­σορ­ρο­πή­σου­με στον χα­ρα­κτή­ρα μας και με­τά α­να­ρω­τι­ό­μα­στε: Μα για­τί δεν πά­ω κα­λά πνευ­μα­τι­κά; Για­τί κα­τα­κρί­νω συ­νε­χώς; Για­τί έ­χω τό­σο πολ­λή λύ­πη; Για­τί έ­χω τό­σα πολ­λά νεύ­ρα; Για­τί μου φταί­νε πάν­τα οι άλ­λοι; Για­τί δεν μπο­ρώ να συγ­χω­ρή­σω; Αυ­το­δι­και­ω­νό­μα­στε και λέ­με «μα οι άλ­λοι φταί­νε, εί­ναι ξε­κά­θα­ρο. Οι άλ­λοι εί­ναι αι­ρε­τι­κοί, προ­βλη­μα­τι­κοί, ε­γώ μια χα­ρά εί­μαι». Και δεν κα­τα­λα­βαί­νου­νε ό­τι α­κρι­βώς το ί­διο πράγ­μα λέ­γα­με και πριν. Μό­νο που τώ­ρα το λέ­με με θρη­σκευ­τι­κά λό­για, ε­νώ πριν το λέ­γα­με με άλ­λα λό­για, με ό,τι πι­στεύ­α­με.

Ακούσαμε σήμερα να λέει στην επιστολή του α­πό­στο­λος
Ι­ω­άν­νης, ο ευ­αγ­γε­λι­στής της α­γά­πης, αυ­τός που συ­νέ­γρα­ψε αυ­τές τις κα­τα­πλη­κτι­κές, συγ­κλο­νι­στι­κές ε­πι­στο­λές της α­γά­πης και αυ­τό το θε­ο­λο­γι­κό­τα­το ευ­αγ­γέ­λιο. Αυ­τός που δυ­στυ­χώς η α­νο­η­σί­α μας και ο φα­να­τι­σμός μας και η α­κα­τη­χη­σί­α μας τον έ­χει κά­νει «τσε­λε­μεν­τέ» της μελ­λον­το­λο­γί­ας. Την «Αποκάλυψη» που έ­γρα­ψε δια της με­γά­λης του α­γά­πης για τον Χρι­στό και μέ­σα α­πό την θε­ο­πτεί­α που εί­χε και που δεν έ­χει δι­α­φο­ρές ού­τε α­πό το ευ­αγ­γέ­λιο του, ού­τε α­πό τις ε­πι­στο­λές της α­γά­πης, μό­νο έ­χει μια άλ­λη γλώσ­σα κι έ­να άλ­λο κέν­τρο αλ­λά λέ­ει τα ί­δια πράγ­μα­τα. Λέει λοιπόν ο Απόστολος Ι­ω­άν­νης  ό­τι ο Χρι­στός ή­ταν ό­λος Φως.  Κι ό­ποι­ος νο­μί­ζει ό­τι έ­χει κοινωνία μα­ζί του, ό­τι έ­χει τον Θε­ό μα­ζί του, αλλά ζει στο σκο­τά­δι, εί­ναι ξε­γε­λα­σμέ­νος, γιατί ζει μέσα στο ψέμμα.

Για­τί το να ζήσει ο άν­θρω­πος στο Φως, ση­μαί­νει ν’ α­φή­σει τον πα­λιό του ε­αυ­τό για να τον ξα­να­βρεί και­νού­ριο. Ση­μαί­νει ό­τι το σκο­τά­δι της ψυ­χής του θα μπο­ρέ­σει επιτέλους να φω­τι­στεί. Και ό­λη αυ­τή η μι­ζέ­ρια που κου­βα­λά­ει, εί­τε εί­ναι μορ­φω­μέ­νος και πα­ρα­μορ­φω­μέ­νος, εί­τε υ­περ­συ­ναι­σθη­μα­τι­κός-δη­λα­δή εύ­θι­κτος, εί­τε εί­ναι δει­λός-εί­τε  άν­θρω­πος με­γά­λης τόλ­μης, το ζη­τού­με­νο εί­ναι να βγει στο φως. Να βγού­με στο φως, να το νι­ώ­σου­με. Δεν το νι­ώ­θου­με. Κλει­σμέ­νοι εί­μα­στε στον ε­αυ­τό μας, μι­κρά φο­βι­σμέ­να αν­θρω­πά­κια που ε­πα­να­λαμ­βά­νου­με ό­,τι ε­πα­να­λαμ­βά­νει ο κό­σμος. Και ξε­χνά­με ό­τι το να ζεις στο Φως εί­ναι κά­τι άλ­λο.

Ας α­νοί­ξου­με το κα­τά Ι­ω­άν­νην ευ­αγ­γέ­λιο. Ας α­νοί­ξου­με τις  ε­πι­στο­λές της α­γά­πης κι ας δι­α­βά­σου­με. Έ­χου­με κα­μί­α σχέ­ση μ’ αυ­τά; Ή μή­πως μοι­ά­ζου­με πε­ρισ­σό­τε­ρο, άλ­λοι με τα­λιμ­πάν, άλ­λοι με βου­δι­στές, άλ­λοι με μαρ­ξι­στές, άλ­λοι με ο,τι­δή­πο­τε εν πά­σει πε­ρι­πτώ­σει πε­ρι­έ­χει την κα­τά­λη­ξη –ι­στές, την κα­τά­λη­ξη –ι­σμός. Μή­πως αυ­τός ο –ι­σμός μας κά­νει να σκεφτόμαστε κι εμεις με την λογική του κόσμου τούτου, όπου ο έ­νας κα­τη­γο­ρεί τον άλ­λο και τε­λι­κά ό­λοι φο­βό­μα­στε και την σκιά μας; Μή­πως φο­βό­μα­στε κά­θε ώ­ρα και κά­θε στιγ­μή τον θά­να­το; Μή­πως εί­μα­στε συ­νε­χώς αγ­χω­μέ­νοι, νευ­ρι­κοί, ε­κνευ­ρι­σμέ­νοι; Και μή­πως δεν έ­χου­με κα­μί­α σχέ­ση με το Φως;

«Νυν πάν­τα πε­πλή­ρω­ται φω­τός», λέ­ει. Κι ε­μείς γι’ αυ­τό το Φως εί­μα­στε στην εκ­κλη­σί­α, δεν υ­πάρ­χει άλ­λος λό­γος να εί­μα­στε. Κι ε­μείς σή­με­ρα κά­νου­με αυ­τά τα μνη­μό­συ­να, για­τί έ­χου­με μια ελ­πί­δα ό­τι η ζω­ή συ­νε­χί­ζε­ται και με­τά α­πό ε­δώ. Αλ­λά για να το καταλάβουμε αυτό θα πρέ­πει το Φως του Χριστού ε­δώ σ’αυτή την ζωή να το νι­ώ­σου­με.

Λέ­νε κά­ποι­οι, εί­ναι σκλη­ρό αυ­τό που λέ­ει η εκ­κλη­σί­α. Δεν εί­ναι σκλη­ρό. Δεν τι­μω­ρεί κα­νέ­να ο Χρι­στός. «Κα­νέ­να δεν κο­λά­ζει» λέ­ει ο ά­γιος Ι­ω­άν­νης ο Δα­μα­σκη­νός «ο Θε­ός στον μέλ­λον­τα αι­ώ­να. Εί­ναι ό­μως η μέ­θε­ξις τρυ­φή, η δε α­με­θε­ξί­α κό­λα­ση». Εί­ναι δη­λα­δή η σχέ­ση με τον Θε­ό και τον συ­νάν­θρω­πο, αυ­τό που δη­μι­ουρ­γεί την κοι­νω­νί­α της χα­ράς με τον Θε­ό. Και αυ­τό συ­νε­χί­ζε­ται και με­τά. Εν πά­σει πε­ρι­πτώ­σει, ε­μείς δεν εί­μα­στε ε­δώ για να κρί­νου­με τι θα γί­νει με­τά. Εί­ναι του Θε­ού το θέ­λη­μα αυ­τό. Ό­μως εί­ναι κρί­μα, γε­νιά με τη γε­νιά, χι­λιά­δες άν­θρω­ποι να φεύ­γουν α­π’ αυ­τό τον κό­σμο και να μην έ­χου­ν νι­ώ­σει την χα­ρά τού να δί­νον­ται στον δι­πλα­νό τους. Να εί­ναι βου­λι­αγ­μέ­νοι στην γκρί­νια, στην μουρ­μού­ρα, στην α­χα­ρι­στί­α, στον θυ­μό.

Λέ­νε κά­ποι­οι, για­τί τα λες συ­χνά αυ­τά, πες και κά­τι άλ­λο. Ό­χι. Θα το λέ­ω, να μου ε­πι­τρέ­ψε­τε, μέ­χρι να πε­θά­νω. Για­τί αν κά­τι εί­ναι που μας δι­α­λύ­ει τις ψυ­χές και τις ζω­ές εί­ναι ό­τι εί­μα­στε βου­τηγ­μέ­νοι σε αυ­τή την μαυ­ρί­λα και δεν υ­πάρ­χει φως στην ζω­ή μας. Για­τί δεν κά­νου­με τί­πο­τα άλ­λο από το να πα­ρε­ξη­γού­με και να πα­ρε­ξη­γού­με­θα, να μουρ­μου­ρά­με και να γκρι­νι­ά­ζου­με. Κι αν κά­ποι­ος δεν εί­ναι έ­τσι και πει «μα για­τί τα λέ­ει, ε­γώ δεν τα κα­τα­λα­βαί­νω», να α­να­ρω­τη­θεί μή­πως έ­τσι εί­ναι.
Ας δού­με την χώρα μας πως εί­ναι, βου­τηγ­μέ­νη στην μαυ­ρί­λα. Κι αν κά­ποι­ος λέ­ει ό­τι ε­γώ δεν εί­μαι κα­κός και δεν πει­ρά­ζω κα­νέ­να, ας κοι­τά­ξει κι ας ε­ξε­τά­σει την ψυ­χή του. Πό­σο φως έ­χει; Πό­ση χα­ρά έ­χει; Πό­σο την με­τα­δί­δει στους γύ­ρω του; Κου­ρα­στή­κα­με με αυ­τά τα πρέ­πει που α­στα­μά­τη­τα ε­κτο­ξεύ­ει ο έ­νας στον άλ­λο.

Αυ­τό που μας λεί­πει εί­ναι λί­γο χα­ρά, λί­γο πραγ­μα­τι­κή χα­ρά. Ό­χι η χα­ρά που δί­νει το αλ­κο­όλ, το ναρ­κω­τι­κό, η έκ­στα­ση μιας στιγμιαίας η­δο­νής που τελικά οδηγούν στην οδύνη και στο ανικανοποίητο. Αλ­λά αυ­τή η έκ­στα­ση που φέρ­νει η ζω­ή κον­τά στον Χρι­στό. Ό­ποι­ος την δο­κί­μα­σε λί­γο, με­τά λυ­πά­ται που δεν την έ­χει και πα­ρα­κα­λεί τον Θε­ό να του την φέ­ρει. Ό­ποι­ος δεν την δο­κί­μα­σε πο­τέ, ας προ­σπα­θή­σει. Ας ζη­τή­σει, ας πα­ρα­κα­λέ­σει. Η ζω­ή περ­νά­ει και χά­νε­ται κι εί­ναι τρα­γι­κό να πε­ρά­σει η ζω­ή μας και να μην πά­ρου­με εί­δη­ση α­πό αυ­τή την γεύ­ση του Φω­τός.

Δεν εί­ναι τα λό­για αυ­τά α­παι­σι­ό­δο­ξα. Σαν κι εμας ήταν οι μα­θη­τές πριν την Πεντηκοστή. Ό­λα τα εί­χαν α­φή­σει α­πο­φα­σι­σμέ­νοι. Εί­χαν έρ­θει σε σύγ­κρου­ση με με τους ο­μο­ε­θνείς, τους συγ­γε­νείς τους. Κι ό­μως εί­χαν ό­λα αυ­τά τα ε­λατ­τώ­μα­τα που έ­χου­με κι ε­μείς. Ε­κεί κα­τα­λή­γου­με. Μό­νο ό­ταν ήρ­θε η Πεν­τη­κο­στή φω­τί­στη­καν και άλ­λα­ξε η ζω­ή τους. Και έγιναν μάρ­τυ­ρες του Κυ­ρί­ου. Και έγινα­ν α­πό­στο­λοι των ε­θνών. Αυ­τούς να α­κο­λου­θή­σου­με. Κι αν μας φαί­νε­ται φο­βε­ρό να αι­σθαν­θού­με τους ε­αυ­τούς μας α­πο­στό­λους, ας το σκε­φτού­με λί­γο να εί­μα­στε μι­κροί α­πό­στο­λοι. Στην οι­κο­γέ­νειά μας, στους γεί­το­νές μας, στους γύ­ρω μας, σ’ ό­ποι­ον μπο­ρού­με τε­λο­σπάν­των. Αλ­λά αυ­τό που λέ­με ό­τι πι­στεύ­ου­με, να το πι­στεύ­ου­με. Για­τί κα­νείς δεν ξέ­ρει πό­τε έρ­χε­ται το τέ­λος. Για­τί ο Νυμ­φί­ος έρ­χε­ται μέ­σα στο μέ­σον της νυ­κτός. Ο Θε­ός να μας δί­νει δύ­να­μη, να μας δί­νει ευ­λο­γί­α να πο­ρευ­ό­μα­στε!  Χριστός Ανέστη!