Θεέ μου, κάνε με...


Όλα αυτά τα αγαθά πού έχομε κάθε μέρα γύρω μας και τα νομίζομε τίποτα, ένα ζεστό κρεβάτι, ένα καθαρό φαγητό, νερό να πλυθούμε, ρούχα να φορέσαμε, φιλική συντροφιά, τους δικούς μας - Θεέ μου, κάνε με να καταλαβαίνω καθημερινά την αξία τους, να καταλαβαίνω το πόσο εύκολα μπορούν όλα αυτά να γίνουν άφαντα μέσα σε μια μέρα από μπροστά μου και να μεταμορφωθώ σε ένα βρωμερό, πειναλέο, κουρελιασμένο ανθρώπινο πλάσμα, πού άλλα ανθρώπινα (αυτό είναι το απίστευ­το) πλάσματα το σπρώχνουν με τον υποκόπανο ή με κλοτσιές μέσα σε μπουντρούμια ή συρματοπλεγμένα στρατόπεδα, με μια ψωριασμένη κουβέρτα, ωσότου αρρωστήσει, σακατευτεί, ξεψυχήσει, παλαβώσει ή άποσκελετωθεί της πείνας... Θεέ μου, κάνε με να καταλαβαίνω καθη­μερινά και να τιμάω αυτά τα λίγα, ή πολλά, πού τα έχω σήμερα, ένα καθαρό κρεβάτι, μια γωνιά ζεστή, το ψωμί, το κρασί, το τραπέζι ετούτο με το χαρτί και το μολύβι... Θεέ μου, κάνε με.

Ζήσιμος Λορεντζάτος - Σύμμεικτο 558

30/5/11

Τί κά­νεις, άν­θρω­πε μου;


 
 Τί κά­νεις, άν­θρω­πε μου; Ζη­τάς α­πό το Θε­ό να σε σπλα­χνι­στεί, κι ε­σύ κα­τα­ρι­έ­σαι τον άλ­λο; Μη γε­λι­έ­σαι. Αν δεν συγ­χω­ρή­σεις, δεν θα συγ­χω­ρη­θείς. Το ξέρεις!


Και ό­μως, ό­χι μό­νο δεν συγ­χω­ρείς, αλ­λά πα­ρα­κα­λάς και το Θε­ό να μη συγ­χω­ρή­σει! Αν, ό­μως, δεν συγ­χω­ρεί­ται ε­κεί­νος που δεν συγ­χω­ρεί, πώς θα συγ­χω­ρη­θεί ε­κεί­νος, που και τον Κύ­ριο πα­ρα­κα­λά­ει να μη συγ­χω­ρή­σει; Αν εί­ναι κα­κό να έ­χεις ε­χθρούς, σκέ­ψου πό­σο χει­ρό­τε­ρο εί­ναι να τους κα­τη­γο­ρείς και να τους κα­τα­ρι­έ­σαι. Ε­σύ πρέ­πει να δώ­σεις λό­γο για το ό­τι έ­χεις ε­χθρούς, και κα­τη­γο­ρείς ε­κεί­νους; 

 
Πώς θα σου δώ­σει ά­φε­ση ο Θε­ός, ό­ταν Του ζη­τάς να βλά­ψει άλ­λους, την ώ­ρα που Τον πα­ρα­κα­λείς για τα δι­κά σου α­μαρ­τή­μα­τα κι έ­χεις α­νάγ­κη α­πό με­γά­λο έ­λε­ος; Ό­ταν μά­λι­στα, προ­σεύ­χε­σαι για τον ε­αυ­τό σου, γυ­ρί­ζεις τη μα­τιά σου δε­ξιά κι α­ρι­στε­ρά, χα­σμου­ρι­έ­σαι και φέρ­νεις στο νου σου χί­λιους δυ­ο λο­γι­σμούς. Ό­ταν, ό­μως, προ­σεύ­χε­σαι ε­ναν­τί­ον των ε­χθρών σου, το κά­νεις με με­γά­λη αυ­το­συγ­κέν­τρω­ση και δια­ύγεια σκέ­ψε­ως. Γνω­ρί­ζει, βλέ­πεις, ο δι­ά­βο­λος πως, ό­ταν ζη­τά­με το κα­κό των άλ­λων, στρέ­φου­με το ξί­φος ε­ναν­τί­ον μας, γι’ αυ­τό τό­τε δεν δια­σπά την προ­σο­χή μας και δεν τρα­βά­ει το νου μας ε­δώ κι ε­κεί.



 Ξέ­χα­σε, λοι­πόν, τις ξέ­νες α­μαρ­τί­ες, για να ξε­χά­σει και ο Κύ­ριος τις δι­κές σου. Για­τί αν πεις, “Τι­μώ­ρη­σε τον ε­χθρό μου”, έ­κλει­σες το στό­μα σου. Έ­χα­σε πια η γλώσ­σα σου το δι­καί­ω­μα να μι­λά­ει στο Θε­ό. Πρώ­τα-πρώ­τα ε­πει­δή ε­ξαρ­χής Τον πα­ρόρ­γι­σες, κι υ­στέ­ρα ε­πει­δή ζη­τάς πράγ­μα­τα που εί­ναι αν­τί­θε­τα στον ί­διο το χα­ρα­κτή­ρα της προ­σευ­χής. Α­φού, δη­λα­δή, προ­σέρ­χε­σαι για να ζη­τή­σεις συγ­χώ­ρη­ση α­μαρ­τη­μά­των, πώς μι­λάς για τι­μω­ρί­α; Το αν­τί­θε­το έ­πρε­πε να κά­νεις, να πα­ρα­κα­λάς για τους άλ­λους, ώ­στε στη συ­νέ­χεια να πα­ρα­κα­λέ­σεις με παρ­ρη­σί­α και για τον ε­αυ­τό σου.

Αν προ­σευ­χη­θείς για τους συ­ναν­θρώ­πους σου, τα πέ­τυ­χες ό­λα, έ­στω κι αν δεν πεις το πα­ρα­μι­κρό για τις δι­κές σου α­μαρ­τί­ες.

 Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος