Θεέ μου, κάνε με...


Όλα αυτά τα αγαθά πού έχομε κάθε μέρα γύρω μας και τα νομίζομε τίποτα, ένα ζεστό κρεβάτι, ένα καθαρό φαγητό, νερό να πλυθούμε, ρούχα να φορέσαμε, φιλική συντροφιά, τους δικούς μας - Θεέ μου, κάνε με να καταλαβαίνω καθημερινά την αξία τους, να καταλαβαίνω το πόσο εύκολα μπορούν όλα αυτά να γίνουν άφαντα μέσα σε μια μέρα από μπροστά μου και να μεταμορφωθώ σε ένα βρωμερό, πειναλέο, κουρελιασμένο ανθρώπινο πλάσμα, πού άλλα ανθρώπινα (αυτό είναι το απίστευ­το) πλάσματα το σπρώχνουν με τον υποκόπανο ή με κλοτσιές μέσα σε μπουντρούμια ή συρματοπλεγμένα στρατόπεδα, με μια ψωριασμένη κουβέρτα, ωσότου αρρωστήσει, σακατευτεί, ξεψυχήσει, παλαβώσει ή άποσκελετωθεί της πείνας... Θεέ μου, κάνε με να καταλαβαίνω καθη­μερινά και να τιμάω αυτά τα λίγα, ή πολλά, πού τα έχω σήμερα, ένα καθαρό κρεβάτι, μια γωνιά ζεστή, το ψωμί, το κρασί, το τραπέζι ετούτο με το χαρτί και το μολύβι... Θεέ μου, κάνε με.

Ζήσιμος Λορεντζάτος - Σύμμεικτο 558

7/11/11

Ο ΑΡΧΙΣΥΝΑΓΩΓΟΣ, Η ΑΙΜΟΡΡΟΟΥΣΑ ΚΙ ΕΜΕΙΣ...


               



(Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Χριστοδούλου)

Στη ση­με­ρι­νή πε­ρι­κο­πή του ευ­αγ­γε­λί­ου α­κού­σα­με δύ­ο δι­η­γή­σεις, οι ο­ποί­ες σχε­τί­ζον­ται με­τα­ξύ τους τό­σο χρο­νι­κά, (συ­νέ­βη­σαν πε­ρί­που το ί­διο δι­ά­στη­μα) ό­σο και α­πό πλευ­ράς νο­ή­μα­τος. Έ­χουν να κά­νουν με τον θά­να­το, την αρ­ρώ­στια και την φθο­ρά.

Στο πρώ­το πε­ρι­στα­τι­κό, έ­νας δι­α­πρε­πής Ι­ου­δαί­ος, έ­νας ε­πι­κε­φα­λής της συ­να­γω­γής, προ­φα­νώς νο­μο­δι­δά­σκα­λος, τα­πει­νω­μέ­νος και συν­τε­τριμ­μέ­νος α­π' την θα­νά­σι­μη αρ­ρώ­στια τού παι­διού του, α­φή­νει στην ά­κρη τα προ­σχή­μα­τα, τις γνώ­σεις του πά­νω στον νό­μο, την «ορ­θο­δο­ξί­α» του αν θέ­λε­τε και πη­γαί­νει να πα­ρα­κα­λέ­σει αυ­τόν τον δι­α­φο­ρε­τι­κό δι­δά­σκα­λο, πα­ρό­τι ή­δη, ό­πως γνω­ρί­ζου­με, για τους πε­ρισ­σό­τε­ρους νο­μο­μα­θείς ο Χρι­στός ή­ταν έ­νας αι­ρε­τι­κός. Πέ­φτει στα πό­δια του και Τον πα­ρα­κα­λεί. Μπρο­στά στον βέ­βαι­ο κίν­δυ­νο να πε­θά­νει το παι­δί του δεν δι­στά­ζει για τί­πο­τα. Κά­τι μέ­σα στην ψυ­χή του, βα­θιά, μυ­στι­κά, φαί­νε­ται να τον πλη­ρο­φο­ρεί ό­τι ό­λα ό­σα κύ­ρητ­τε ο Χρι­στός εί­χαν να κά­νουν με την ου­σί­α κι ό­χι με τον τύ­πο που  ο ί­διος κή­ρυτ­τε και ά­κου­γε μέ­σα στην συ­να­γω­γή του. Κά­τι βα­θιά μέ­σα στην ύ­παρ­ξή του κα­θώς τα­πει­νώ­θη­κε α­κού­σια τον ο­δη­γεί σε μια ε­κού­σια τα­πεί­νω­ση, ού­τως ώ­στε να α­να­γνω­ρί­σει στον λό­γο της α­γά­πης του Κυ­ρί­ου την α­λή­θεια. 

 
Ο άν­θρω­πος αυ­τός λε­γό­ταν Ι­ά­ει­ρος. Κι ό­πως λέ­νε οι ερ­μη­νευ­τές πρό­κει­ται «Ο Θε­ός φω­τί­ζει» ή «ο Θε­ός α­νι­στά». Και γι' αυ­τό οι ερ­μη­νευ­τές ει­κά­ζουν ό­τι το ό­νο­μα αυ­τό του δό­θη­κε αρ­γό­τε­ρα, ό­ταν έ­γι­νε χρι­στια­νός. Για­τί με­τά α­πό μί­α τέ­τοι­α ο­μο­λο­γί­α, με­τά α­πό έ­να τό­σο με­γά­λο θαύ­μα (α­π' τα λι­γο­στά θαύ­μα­τα ό­που έ­χου­με α­νά­στα­ση νε­κρού) σί­γου­ρα η ζω­ή του άλ­λα­ξε.

Στο δεύ­τε­ρο πε­ρι­στα­τι­κό, έ­χου­με μί­α α­πό­κλη­ρο της κοι­νω­νί­ας, μί­α γυ­ναί­κα που ζει σε μια βα­θύ­τα­τη μο­να­ξιά. Κι αυ­τό για­τί μια χρό­νια αρ­ρώ­στια (δώ­δε­κα χρό­νια ή­ταν αι­μορ­ρο­ού­σα), που ό­πως λεν οι ερ­μη­νευ­τές και κά­ποι­οι για­τροί, ή­ταν έ­να σο­βα­ρό­τα­το γυ­ναι­κο­λο­γι­κό πρό­βλη­μα ή έ­νας καρ­κί­νος της μή­τρας, την εί­χε κά­νει ταυ­τό­χρο­να να αι­σθά­νε­ται στο πε­ρι­θώ­ριο της κοι­νω­νί­ας. Δεν εί­ναι η ώ­ρα να α­να­λύ­σου­με το για­τί και το πώς της Πα­λαι­άς Δι­α­θή­κης, να πού­με α­πλώς πως ό­τι δεν μπο­ρού­σε να ε­ξη­γή­σει ο αρ­χαί­ος άν­θρω­πος το δαι­μο­νο­ποι­ού­σε ή το ι­ε­ρο­ποι­ού­σε αν­τί­στοι­χα. Έ­τσι ε­θε­ω­ρεί­το α­κά­θαρ­τη μια γυ­ναί­κα η ο­ποί­α εί­χε ρύ­ση αί­μα­τος-πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο δε ό­ταν αι­μορ­ρο­ού­σε τό­σα πολ­λά χρό­νια-για­τί σύμ­φω­να με τήν δι­ά­τα­ξη του Λευ­ι­τι­κού βρι­σκό­ταν στο πε­ρι­θώ­ριο της κοι­νω­νί­ας ως α­κά­θαρ­τη.

Συν­τε­τριμ­μέ­νη α­πό την α­σθέ­νεια αυ­τή που τό­σα χρό­νια την τα­λαι­πω­ρού­σε, μπαί­νει μέ­σα στο πλή­θος που α­κο­λου­θεί τον Χρι­στό. Ντρέ­πε­ται. Ού­τως ή άλ­λως, η θέ­ση της γυ­ναί­κας στην κοι­νω­νί­α ε­κεί­νη την ε­πο­χή ή­ταν πο­λύ υ­πο­δε­έ­στε­ρη των αν­δρών και ε­ξαι­τί­ας και της αν­τι­με­τώ­πι­σης του νό­μου δεν τολ­μού­σε να δει κα­τά πρό­σω­πο τον Χρι­στό. Πη­γαί­νει, λοι­πόν, να Του αγ­γί­ξει την ά­κρη των ρού­χων Του. Εί­ναι τό­σο συν­τε­τριμ­μέ­νη και αυ­τή. Μέ­σα στην α­πελ­πι­σί­α της δεν σκέ­φτε­ται τί­πο­τε άλ­λο πα­ρά να Τον αγ­γί­ξει. Φαί­νε­ται ό­τι ό­πως και στον Αρ­χι­συ­νά­γω­γο και σ' αυ­τήν κά­τι λει­τουρ­γεί μυ­στι­κά. Κά­τι την πλη­ρο­φο­ρεί. Σί­γου­ρα μέ­σα στον μι­κρό χώ­ρο της Ι­ε­ρου­σα­λήμ έ­χει α­κού­σει τον Κύ­ριο να δι­δά­σκει, να κη­ρύτ­τει. Κι ο λό­γος αυ­τός, ο δι­α­φο­ρε­τι­κός, που βά­ζει την α­γά­πη πά­νω α­πό τον τύ­πο, τον άν­θρω­πο πά­νω α­πό τον νό­μο, την ου­σί­α πά­νω α­πό τα προ­σχή­μα­τα την κά­νει να Τον πλη­σιά­σει.

Κα­νείς δεν παίρ­νει εί­δη­ση ό­τι α­κουμ­πά­ει το ρού­χο του Χρι­στού, ού­τε οι μα­θη­τές. Ο Κύ­ριος γυρ­νά­ει ό­μως. Θέ­λει να α­να­δεί­ξει το γε­γο­νός, θέ­λει να το δουν ό­λοι. Θέ­λει να α­να­δεί­ξει και την πί­στη της γυ­ναί­κας. Θέ­λει να μι­λή­σει για την πί­στη που σώ­ζει. Θέ­λει να δεί­ξει ό­τι εί­ναι ο Κύ­ριος του θα­νά­του και της ζω­ής. Ποι­ος με α­κούμ­πη­σε; λέ­ει. Οι μα­θη­τές δεν έ­χουν πά­ρει εί­δη­ση. Κα­νείς, λέ­νε. Κι ό­μως γυρ­νά­ει προς την γυ­ναί­κα αυ­τή. Της α­πευ­θύ­νει τον λό­γο, σ' αυ­τήν την πε­ρι­θω­ρια­κή. Κι ε­κεί­νη, που δεν χρει­ά­ζε­ται να πει πολ­λά για­τί ο Κύ­ριος τα κα­τα­λα­βαί­νει ό­λα, ε­κεί­νη πέ­φτον­τας στα πό­δια Του σώ­ζε­ται. Έ­χει ή­δη θε­ρα­πευ­τεί. Κι ο Χρι­στός της λέ­ει μί­α φρά­ση, αρ­κεί μό­νο αυ­τή. "Η πί­στη σου σε έ­σω­σε, να έ­χεις θάρ­ρος. Πή­γαι­νε στο κα­λό".

            Η πί­στη σώ­ζει δυ­ο αν­θρώ­πους, που κι οι δυ­ο εί­χαν λό­γους πά­ρα πολ­λούς για να έ­χουν δι­α­λυ­θεί α­πό την θλί­ψη, να έ­χουν βυ­θι­στεί στην α­πελ­πι­σί­α, στην κα­τά­θλι­ψη. Η πί­στη τους σώ­ζει, αλ­λά πώς; Ε­νερ­γά, χει­ρο­πια­στά, ό­χι θε­ω­ρη­τι­κά. Η πί­στη μάς σώ­ζει, για­τί ό­ταν α­πο­φα­σί­σου­με να βά­λου­με στην ά­κρη το ε­γώ μας, να νι­ώ­σου­με συν­τρι­βή και να τα­πει­νω­θού­με ε­κου­σί­ως με­τά την ό­ποι­α α­κού­σια τα­πεί­νω­ση, α­νοί­γει η ψυ­χή μας, α­νοί­γει το μυα­λό μας και βλέ­που­με τα πράγ­μα­τα κα­θα­ρά. Ας το προ­σέ­ξου­με και πά­λι. Ο έ­νας εί­χε κά­θε λό­γο να εί­ναι ε­χθρός τού Χρι­στού, πο­λέ­μιός Του. Και η άλ­λη να μι­σεί κά­θε θρη­σκευ­τι­κό άν­θρω­πο. Την εί­χαν κά­νει πέ­ρα. Κι ό­μως πι­στεύ­ουν και σώ­ζον­ται.

            Και, να, που στε­κό­μα­στε ε­μείς ε­δώ, δυ­ο χι­λιά­δες χρό­νια με­τά, α­πέ­ναν­τι στον θά­να­το, στην φθο­ρά. Ό,τι και να κά­νου­με, ό­σο κι αν φω­νά­ζου­με, ό­σο κι αν πα­ρα­πο­νι­ό­μα­στε και φο­βό­μα­στε για τα οι­κο­νο­μι­κά και για ο,τι­δή­πο­τε άλ­λο, στο βά­θος ο φό­βος εί­ναι έ­νας. Φο­βό­μα­στε την αρ­ρώ­στια και τον θά­να­το. Υ­πάρ­χει γύ­ρω μας σε τε­ρά­στιο βαθ­μό. Κά­θε τό­σο κά­ποι­ος δι­κός μας άν­θρω­πος αρ­ρω­σταί­νει. Αρ­ρω­σταί­νει θα­νά­σι­μα, αρ­ρω­σταί­νει α­πό μα­κρο­χρό­νι­ες α­σθέ­νει­ες. Κά­θε τό­σο κά­ποι­ος άν­θρω­πος δι­κός μας πε­θαί­νει και μά­λι­στα σε νε­α­ρή η­λι­κί­α. Πό­λε­μοι γί­νον­ται παν­τού κι έ­νας φό­βος υ­πάρ­χει μην γί­νει ξα­νά και στον δι­κό μας τό­πο που '­ναι πο­τι­σμέ­νος α­πό αί­μα­τα. Έ­νας φό­βος που στρέ­φει πολ­λούς α­πό ε­μάς στο κε­νό, στο τί­πο­τα. Μας έ­στρε­ψε χρό­νια τώ­ρα να κυ­νη­γά­με τα υ­λι­κά. Άλ­λους μας στρέ­φει στην θρη­σκεί­α αλ­λά δυ­στυ­χώς γε­μί­ζου­με με ψευ­δο­βε­βαι­ό­τη­τες και δεν α­νοί­γου­με την καρ­διά μας. Πα­ρι­στά­νου­με ό­τι έ­χου­με νι­κή­σει τον θά­να­το και μι­λά­με με στόμ­φο για την α­νά­στα­ση, πολ­λές φο­ρές κι ε­μείς οι ι­ε­ρείς. Αλ­λά κά­θε βρά­δυ που πά­με να κοι­μη­θού­με η ψυ­χή μας σφίγ­γε­ται α­π' τον φό­βο του θα­νά­του, μή­πως αύ­ριο έρ­θει η δι­κή μας σει­ρά.

Πώς νι­κι­έ­ται ο θά­να­τος ά­ρα­γε; Ό­χι σί­γου­ρα με βε­βαι­ό­τη­τες. Ού­τως ή άλ­λως η χρι­στι­α­νι­κή μας πί­στη δεν μι­λά­ει για βε­βαι­ό­τη­τες. Στο σύμ­βο­λο της πί­στε­ως λέ­με "προσ­δο­κώ α­νά­στα­ση νε­κρών". Πώς την προσ­δο­κώ; Ό­ταν προ­σα­να­το­λί­ζω ό­λη μου την ζω­ή προς την α­λή­θεια. Ό­ταν θυ­μά­μαι ό­τι υ­πάρ­χει θά­να­τος και δεν τον α­πω­θώ. Δεν τον ξε­χνώ. Δεν κά­νω πως δεν υ­πάρ­χει. Ό­ταν θυ­μά­μαι κά­θε μέ­ρα ό­τι γύ­ρω μου υ­πάρ­χει τό­σο πο­λύ α­δι­κί­α, τό­σο πο­λύ πό­νος, τό­σο πο­λύ μο­να­ξιά σαν την μο­να­ξιά της αι­μορ­ρο­ού­σας. Τό­σοι άν­θρω­ποι στο πε­ρι­θώ­ριο της ζω­ής που συ­νή­θως εύ­κο­λα τους κα­τη­γο­ρώ. Αύ­ριο μπο­ρεί να εί­μαι στην θέ­ση τους, ά­νερ­γος, χω­ρίς χρή­μα­τα, χω­ρίς βο­ή­θεια. Αύ­ριο μπο­ρεί να '­χω κά­νει έ­να τε­ρά­στιο λά­θος και η κοι­νω­νί­α να με βά­λει στο πε­ρι­θώ­ριο. Αύ­ριο μπο­ρεί να σα­πί­ζει το κορ­μί μου κι ε­μέ­να α­πό μια αρ­ρώ­στια. Ποι­α εί­ναι η λύ­ση α­πέ­ναν­τι στον θά­να­το; Ό­χι σί­γου­ρα τα με­γά­λα λό­για.

Προσ­δο­κού­με α­νά­στα­ση νε­κρών, αλ­λά πάν­τα υ­πάρ­χει έ­νας τρό­πος. Έ­νας και μο­να­δι­κός γι’ αυ­τή την α­νά­στα­ση των νε­κρών. Πρώ­τ' α­π' ό­λα να θυ­μό­μα­στε ό­τι θα πε­θά­νου­με και να μην πα­ρι­στά­νου­με τους αι­ώ­νιους. Να έ­χου­με την ε­πί­γνω­ση ό­τι κά­θε μέ­ρα μας εί­ναι ση­μαν­τι­κή και α­νε­πα­νά­λη­πτη και δεν θα 'ρ­θει άλ­λη. Να την ζού­με αυ­τή την μέ­ρα με ευ­χα­ρι­στί­α. Να μην ξε­χνι­ό­μα­στε σαν τον ά­φρο­να πλού­σιο σκε­πτό­με­νοι ό­λη την ώ­ρα τις δι­κές μας α­πο­θή­κες, έ­στω κι αν εί­ναι μι­κρού­λες. Δεν μας σώ­ζει αυ­τό, εί­τε μι­κρές ή με­γά­λες οι α­πο­θή­κες, ό­ταν ξε­χνι­ό­μα­στε και πέ­φτει ο νους κι η ψυ­χή σε μια τεμ­πε­λιά, σε μια α­κη­δί­α πε­ρί­ερ­γη και χά­νε­ται ο χρό­νος και χα­νό­μα­στε κι ε­μείς μα­ζί. Αυ­τό δεν εί­ναι ζω­ή.

Ού­τε να μοι­ά­ζου­με σαν ε­κεί­νο τον άλ­λο πλού­σιο της πα­ρα­βο­λής, που οι Λά­ζα­ροι ή­ταν έ­ξω α­πό την πόρ­τα του, πει­νού­σαν, υ­πέ­φε­ραν, κι ε­κεί­νος κα­θό­ταν ι­κα­νο­ποι­η­μέ­νος μέ­σα με τα κα­λά του ρού­χα. Πολ­λές φο­ρές μοι­ά­ζου­με κι ε­μείς μ' αυ­τόν τον πλού­σιο. Και κά­ποι­οι ι­ε­ρείς με τα πο­λυ­τε­λή μας άμ­φια. Κι οι υ­πό­λοι­ποι με τα πο­λυ­τε­λή μας ρού­χα και σπί­τια και αυ­το­κί­νη­τα, που τώ­ρα φο­βό­μα­στε τό­σο πο­λύ ό­τι θα τα χά­σου­με. Κι ό­μως δεν σκε­φτό­μα­στε ό­τι υ­πάρ­χουν Λά­ζα­ροι, που κα­θώς ε­μείς θα χά­νου­με πα­ρα­πά­νω την βο­λή μας ε­κεί­νοι δεν θα '­χουν ού­τε έ­να πιά­το φα­ΐ να φά­νε.

Και πά­νω α­π' ό­λα μας φο­βί­ζει ο θά­να­τος. Ο θά­να­τος ο ο­ποί­ος βα­σα­νί­ζει την ψυ­χή και το μυα­λό κά­θε αν­θρώ­που. Λέ­νε οι ει­δι­κοί κι εί­ναι με­γά­λη γνώ­ση και της εκ­κλη­σί­ας αυ­τό, ό­τι δεν υ­πάρ­χει άν­θρω­πος στον κό­σμο α­πό την στιγ­μή που θα κα­τα­λά­βει τον ε­αυ­τό του μέ­χρι να φτά­σει στο τέ­λος της ζω­ής του που να μην φο­βά­ται τον θά­να­το έ­στω και α­συ­νεί­δη­τα. Έ­να σω­ρό πρά­ξεις, αν­τι­δρά­σεις προ­κύ­πτουν α­κρι­βώς α­πό έ­ναν φό­βο θα­νά­του που υ­πάρ­χει μέ­σα μας. Το άγ­χος που μας βα­σα­νί­ζει στην ου­σί­α εί­ναι βα­θύ­τε­ρα έ­να άγ­χος μην πά­θου­με κά­τι. Και σί­γου­ρα το άγ­χος για τον α­φα­νι­σμό μας. Ο φό­βος για το σκο­τά­δι που έ­χουν πολ­λοί α­πό ε­μάς κι έ­να σω­ρό φο­βί­ες, μι­κρό­τε­ρες ή με­γα­λύ­τε­ρες που πολ­λές τις κρύ­βου­με. Φό­βος θα­νά­του και α­νυ­παρ­ξί­ας εί­ναι.

            Και να που στε­κό­μα­στε ε­μείς σή­με­ρα ε­δώ και κά­θε φο­ρά και κά­θε μέ­ρα, στε­κό­μα­στε και α­να­ρω­τι­ό­μα­στε. Τι θα κά­νου­με; Θα πε­ρά­σει η ζω­ή μας με το να φω­νά­ζου­με για έ­να σω­ρό άλ­λα πράγ­μα­τα και ν' α­φή­νου­με το έ­να και ου­σι­α­στι­κό; Για να το θυ­μό­μα­στε και να πα­νι­κο­βαλ­λό­μα­στε ό­ταν φύ­γει κα΄ποι­ο κον­τι­νό μας πρό­σω­πο και να πλαν­τά­ζει η ψυ­χή μας στον πό­νο; Τι θα κά­νου­με για να νι­κή­σου­με αυ­τό τον θά­να­το που δεν νι­κι­έ­ται με τί­πο­τα; Για­τί ως έ­σχα­τος ε­χθρός, μας πε­ρι­μέ­νει να μας κερ­δί­σει ο θά­να­τος, αλ­λά δια της Α­να­στά­σε­ως του Ι­η­σού Χρι­στού ό­πως λέ­ει ο Α­πό­στο­λος Παύ­λος, θα κα­ταρ­γη­θεί και θα νι­κη­θεί. Ο πι­στεύ­ων σω­θή­σε­ται.

Οι αρ­χι­συ­νά­γω­γος και η αι­μορ­ρού­σα προ­σεγ­γί­ζουν τον Χρι­στό συν­τε­τριμ­μέ­νοι, τα­πει­νω­μέ­νοι. Ο έ­νας χά­νει το παι­δί του, η άλ­λη έ­χει χά­σει στην ου­σί­α την ζω­ή της. Και οι δυ­ο βρί­σκον­ται σε μί­α κα­τά­στα­ση ό­που ο άν­θρω­πος μπο­ρεί να τρελ­λα­θεί, να αλ­λο­φρο­νή­σει, αλ­λά ταυ­τό­χρο­να μπο­ρεί και να σω­θεί.

Η εμ­πει­ρί­α της εκ­κλη­σί­ας μας εί­ναι σα­φής. Εμ­πει­ρί­α μέ­σα α­π’ τις ζω­ές αν­θρώ­πων κι ό­χι α­πό λό­για. Μέ­σα στη κα­τά­στα­ση της τα­πεί­νω­σης (μα­κά­ρι να '­ναι και ε­κού­σια, συ­νή­θως α­κού­σια εί­ναι) ε­λευ­θε­ρώ­νε­ται ο άν­θρω­πος α­π' ό­λες την φί­λαυ­τία του. Α­π' ό­λα αυ­τά που τον κά­νου­νε να πα­ρι­στά­νει τά­χα ό­τι εί­ναι σπου­δαι­ό­τε­ρος α­πό τους άλ­λους, κα­λύ­τε­ρος, δι­α­φο­ρε­τι­κός. Α­πε­λευ­θε­ρώ­νε­ται α­πό τον φό­βο που μπο­ρεί να έ­χει για τους άλ­λους. Πό­σες φο­ρές δεν νι­ώ­σα­με σ' έ­να νο­σο­κο­μεί­ο κον­τά στους άλ­λους αν­θρπώ­πους, ε­νώ με­ρι­κές μέ­ρες πριν, προ­τού εκ­δη­λω­θεί η α­σθέ­νεια η δι­κή μας ή κά­ποι­ου δι­κού μας, τους φο­βό­μα­σταν κι­ό­λας, ή τους κοι­τού­σα­με κα­χύ­πο­πτα. Πό­σες φο­ρές μπρο­στά σ' έ­να νε­κρο­τα­φεί­ο δεν κοι­τά­ξα­με τους άλ­λους στα δι­πλα­νά μνή­μα­τα και νι­ώ­σα­με τό­σο πο­λύ αλ­λη­λέγ­γυ­οι μα­ζί τους, ε­νώ με­ρι­κές μέ­ρες πριν κλεί­να­με βι­α­στι­κά την πόρ­τα του α­σαν­σέρ ή του δι­α­με­ρί­σμα­τος ξέ­νοι κι α­δι­ά­φο­ροι;

Η ελ­πί­δα του αν­θρώ­που βρί­σκε­ται στην ε­λευ­θε­ρί­α του α­π' τον ε­γω­ι­σμό του. Η ελ­πί­δα του αν­θρώ­που βρί­σκε­ται στην α­νάγ­κη του να α­πε­λευ­θε­ρώ­σει μέ­σα του την πεί­να και την δί­ψα για το ε­πέ­κει­να, την υ­παρ­ξια­κή α­γω­νί­α και να μην την θά­βει μπρο­στά στα με­γά­λα ε­ρω­τή­μα­τα "ποι­ος εί­μαι, α­πό πού προ­έρ­χο­μαι, που θα πά­ω;"

Η ελ­πί­δα μας εί­ναι να θυ­μό­μα­στε κά­θε μέ­ρα τον θά­να­το για να ζού­με κά­θε μέ­ρα την ζω­ή. "Πάν­το­τε χαί­ρε­τε, εν παν­τί ευ­χα­ρι­στεί­τε" λέ­ει ο α­πό­στο­λος Παύ­λος προ­σα­να­το­λί­ζον­τας την ζω­ή σ' έ­ναν άλ­λο τρό­πο ύ­παρ­ξης. Θα πει κά­ποι­ος: "τι θα πει να ευ­χα­ρι­στώ, τι θα πει να χαί­ρο­μαι;" Το λέ­με συ­νε­χώς, θα το λέ­με α­στα­μά­τη­τα και στα χρό­νια τα δύ­σκο­λα που έρ­χον­ται σε κά­θε Θεί­α Λει­τουρ­γί­α. Θα πει να α­να­γνω­ρί­σω πως το με­γά­λο δώ­ρο που μου έ­δω­σε ο Θε­ός, την ζω­ή, πρέ­πει με έ­ναν τρό­πο να Του την αν­τι­προ­σφέ­ρω, να Του την γυ­ρί­σω πί­σω ως ευ­χα­ρι­στί­α. Πώς; Με το να χαί­ρο­μαι και να α­γα­πώ τον Κύ­ριο και τόν πλη­σί­ον κά­θε στιγ­μή.

Κά­θε στιγ­μή, κά­θε λε­πτό, κά­θε ώ­ρα, κά­θε μέ­ρα εί­ναι έ­να δώ­ρο του Θε­ού πο­λύ­τι­μο, που μας το έ­δω­σε ό­χι για να ο­νει­ρευ­ό­μα­στε πλού­τη, τα­ξί­δια, με­γα­λεί­α. Να το χαι­ρό­μα­στε με τους αν­θρώ­πους που α­γα­πά­με, με τον ε­αυ­τό μας. Και να κά­νου­με ό­λη αυ­τή την χα­ρά, προ­σφο­ρά και στους άλ­λους, ό­σο μπο­ρεί ο κα­θέ­νας. Πολ­λές φο­ρές α­πο­γο­η­τευ­ό­μα­στε και λέ­με «ή ό­λα ή τί­πο­τα». Δεν εί­ναι έ­τσι. Α­νοί­γο­μαι λί­γο, έρ­χε­ται η χά­ρις του Θε­ού και α­να­πλη­ρώ­νει. Δεν α­νοί­γο­μαι κα­θό­λου, κλεί­νο­μαι στον ε­αυ­τό μου, με τρώ­ει η κα­τά­θλι­ψη. Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι α­πό ε­μάς εί­μα­στε κλει­σμέ­νοι στην κυ­ρι­ο­λε­ξί­α στα σπί­τια μας. Οι νε­ό­τε­ροι μ' έ­να μη­χά­νη­μα μπρο­στά τους, οι με­γα­λύ­τε­ροι με μια τη­λε­ό­ρα­ση μπρο­στά τους. Κι ο και­ρός περ­νά­ει και χά­νε­ται.

            Ο Χρι­στός λέ­ει στην αι­μορ­ρο­ού­σα "να έ­χεις θάρ­ρος, η πί­στη σου σε έ­σω­σε". Σ' ε­μάς λέ­ει, "η πί­στη σας θα σας σώ­σει. Πη­γαί­νε­τε στο κα­λό. Πο­ρευ­τεί­τε την ζω­ή σας δι­α­φο­ρε­τι­κά. Ό­σοι κα­τα­λά­βα­τε, ό­σοι εί­δα­τε την μα­ται­ό­τη­τα του δι­κού σας βί­ου αλ­λά αν­τι­λαμ­βά­νε­στε και την μα­ται­ό­τη­τα του βί­ου γύ­ρω, αλ­λοι­ω­θεί­τε, πο­ρευ­θεί­τε προς το α­γα­θό." Αυ­τή εί­ναι η δι­δα­σκα­λί­α της εκ­κλη­σί­ας μας. Δεν σώ­ζε­ται κα­νείς με α­φη­ρη­μέ­νες προ­σευ­χές. Δεν σώ­ζε­ται κα­νείς με ψευ­δαι­σθή­σεις. Ο Κύ­ριος μας κα­λεί σ' έ­να τρό­πο σκέ­ψης, σ' έ­να τρό­πο αν­τί­λη­ψης, σ' έ­να τρό­πο να ζού­με την κά­θε μέ­ρα. Ήρ­θε για να κά­νει την ζω­ή Του, ζω­ή μας. Ας μην την σπα­τα­λά­με. Εί­ναι τό­σο ση­μαν­τι­κή, εί­ναι τό­σο σπου­δαί­α, που κά­θε φο­ρά που το '­χου­με νι­ώ­σει Τον ευ­χα­ρι­στού­με πραγ­μα­τι­κά.

Να δί­νει ο Θε­ός να πο­ρευ­ό­μα­στε έ­τσι και τον υ­πό­λοι­πο βί­ο μας. Να δί­νει να α­πο­κτού­με αυ­τιά και μά­τια για να κα­τα­λα­βαί­νου­με τα λό­για της Γρα­φής. Για­τί ξέ­ρε­τε, πολ­λά μπο­ρεί να δι­α­ψεύ­στη­καν στα χρό­νια που πέ­ρα­σαν. Το κή­ρυγ­μα του Χρι­στού πα­ρα­μέ­νει πάν­τα μπρο­στά. Μας ε­λέγ­χει. Α­κό­μα κι ε­μάς τους αν­θρώ­πους της εκ­κλη­σί­ας. Και μας κα­λεί στην χα­ρά της βα­σι­λεί­ας Του. Ο έ­χων ώ­τα α­κού­ειν α­κου­έ­τω.