26/2/12

ΚΑΛΗ ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ!


 

  Ἡ ζωή κάθε χριστιανοῦ στηρίζεται στήν προσπάθειά του νά καλλιεργήσει τά χαρίσματα πού τοῦ δόθηκαν ἀπό τόν Δημιουργό προκειμένου νά φτάσει στή θέωση, δηλαδή νά πλησιάσει τόν Θεό καί νά ἐπικοινωνήσει μαζί Του. Ἡ Ἐκκλησία μας γιά νά βοηθήσει τόν πιστό στόν ἀγῶνα του αὐτόν, προτείνει τήν ἐσωτερική ἄσκηση, πού ὅμως πρέπει νά φωτίζεται ἀπό τή θεία χάρη. Μία ἀπό τίς πνευματικές αὐτές ἀσκήσεις εἶναι καί ἡ νηστεία.

Ἡ λέξη νηστεία προέρχεται ἀπό τό στερητικό μόριο νή καί τό ρῆμα ἔδω, πού σημαίνει τρώγω, δηλαδή δηλώνει τήν ἀποχή ἀπό κάποιες κατηγορίες τροφῶν (ψάρια, κρέας ζώων καί πτηνῶν, τά γεννήματα καί τά παράγωγά τους, ὅπως τυρί καί γάλα, αὐγά, ἐλαιόλαδο). Ἡ ἀποχή αὐτή, σκοπό ἔχει τήν ἀσκητική ὑπακοή τοῦ ἀνθρώπου γιά τή χαλιναγώγηση τῶν παθῶν του. Μέσῳ τῆς νηστείας ὁ πιστός περιορίζει τίς ἐπιθυμίες, τιθασεύει τά πάθη καί ἀποδεσμεύεται ἀπό τά ὑλικά ἀγαθά, ὥστε εὐκολότερα νά ἐπιθυμήσει τά ἀγαθά τῆς οὐράνιας βασιλείας. Ὁ χαρακτήρας της εἶναι ἀνασταλτικός καί καθαρτικός. Ὁ ἄνθρωπος ἀσκώντας τό σῶμα στήν ἑκούσια στέρηση, ἀποφεύγει νά ἐνδώσει στήν ἁμαρτία. Ὅπως ἡ σωματική ἄθληση χαρίζει ζωντάνια καί εὐκαμψία, ἔτσι καί ἡ ψυχική ἄσκηση προσφέρει πνευματική ἀνύψωση.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα νηστείας ἀντλοῦμε ἀπό τήν Καινή Διαθήκη: Ὅλη ἡ ζωή τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου ὑπῆρξε μιά συνεχής νηστεία, ὅπου μέσῳ τοῦ τρόπου ζωῆς του ἔλαβε ἀπό τόν Κύριο τόν ἄκρως ἐπαινετικό λόγο: «οὐκ ἐγήγερται ἐν γεννητοῖς γυναικῶν μείζων Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ» (Ματθ. 11, 11). Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μαζί μέ τίς ἄλλες θλίψεις, ἀπαρίθμησε καί τή νηστεία στά παθήματά του γιά τά ὁποῖα καυχιόταν. Τό μεγαλύτερο παράδειγμα τῶν εὐεργετικῶν ἐπιδράσεων τῆς νηστείας μᾶς τό δίδει βεβαίως ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Ὁποῖος πρίν ἀρχίσει τή δημόσια δράση Του, νήστεψε σαράντα ἡμέρες στήν ἔρημο, δίνοντας σέ ἐμᾶς ἕνα πνευματικό ἐφόδιο πρός ἀποφυγή τῶν πειρασμῶν.  

Ὁ Μ. Βασίλειος σημειώνει χαρακτηριστικά ὅτι ἡ νηστεία ἔχει ἴση ἡλικία μέ τήν ἀνθρωπότητα, διότι νομοθετήθηκε στόν Παράδεισο καί βασίστηκε στήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ νά μήν δοκιμάσουν οἱ πρωτόπλαστοι τούς καρπούς ἀπό τό δέντρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ. Ἐφόσον δέν τηρήθηκε ἡ νηστεία αὐτή, ὁ ἄνθρωπος ἐκδιώχθηκε ἀπό τόν κῆπο τῆς Ἐδέμ, ἔχασε τήν ἐπικοινωνία του μέ τόν Θεό καί ἀμαύρωσε τά χαρίσματα πού τοῦ εἶχαν δοθεῖ. Ἡ νηστεία κατά τήν ἐκκλησιαστική παράδοση εἶναι ὅπλο κατά τῶν δαιμόνων, διότι ὅπως διαβάζουμε στήν Καινή Διαθήκη: «τοῦτο τό γένος (τό δαιμονικό) ἐν οὐδενί δύναται ἐξελθεῖν εἰ μή ἐν προσευχῇ καί νηστείᾳ» (Μάρκ. 9, 29).

Ἡ ἀποχή ἀπό τίς τροφές δέν δηλώνει σέ καμία περίπτωση περιφρόνηση ὁρισμένων εἰδῶν τροφῆς. Δέν ὑπάρχουν καθαρές καί ἀκάθαρτες τροφές, καθώς ὅλα ἔχουν δημιουργηθεῖ «καλά λίαν» ἀπό τόν Δημιουργό. Ἡ διάκρισή τους σχετίζεται μέ τή θρεπτική καί πεπτική ἱκανότητά τους, καθώς οἱ νηστήσιμες τροφές εἶναι πιό λιτές καί λιγότερο πλούσιες σέ πρωτεΐνες, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νά μή μεριμνᾶ μέ πάθος γιά τίς σωματικές του ἀνάγκες, ἀλλά νά στρέφεται ἀνεπηρέαστος πρός τά ἄνω καί ἡ σκέψη του ἐλαφρότερη νά ἀναζητᾶ τούς πνευματικούς θησαυρούς. 

Ἡ νηστεία δέν πρέπει νά θεωρεῖται ἄρνηση τῶν φυσικῶν ἀναγκῶν, ἀλλά ἄρνηση τοῦ ὑπέρμετρου καταναλωτισμοῦ, ἀφοῦ θέτει τίς βάσεις γιά νά μένει ὁ ἄνθρωπος ἀκλόνητος ἐνώπιον τῶν πειρασμῶν, πού τόν βάλλουν διαρκῶς στήν καθημερινότητά του. 

Ἡ νηστεία δέν περιορίζεται βεβαίως μόνο στίς τροφές, ἀλλά πρέπει νά ἑστιάζεται κυρίως στό νοῦ καί τήν ψυχή. Τί ὠφελεῖ ἄν δέν τρῶμε κρέας, ἀλλά κατατρῶμε μέ τά μάτια μας τά ὑπάρχοντα τοῦ συνανθρώπου μας ἤ συκοφαντοῦμε τόν πλησίον μας καί φθονοῦμε τήν εὐτυχία του; Ἡ τυπική νηστεία ὅσο αὐστηρή κι ἄν εἶναι, ἄν δέν συνοδεύεται ἀπό τήν πραγματική ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἀνθρώπων, σίγουρα δέν ἔχει καμία ἀξία. Ἀπεναντίας, ἀποτελεῖ παγίδα γιά ὅσους νομίζουν ὅτι βαδίζουν τό δρόμο τῆς ἀρετῆς, ἀλλά οὐσιαστικά δέν βλέπουν τό ἁμάρτημά τους, γιά νά τό διορθώσουν. Τέτοια νηστεία ἔκαναν οἱ Φαρισαῖοι, ἀφοῦ νήστευαν ἐπιδεικτικά, ὑποκριτικά, πρός τό θεαθῆναι.

Ἡ νηστεία δέν δύναται ἀπό μόνη της νά φέρει τή σωτηρία, ἀλλά πρέπει νά ἐπικουρηθεῖ καί ἀπό ἄλλες ἀρετές καί ἐνέργειες, ὅπως προσευχή, ἀγάπη, ταπείνωση, ἀγαθοεργίες, μετοχή στά ἱερά μυστήρια, κυρίως στήν Ἐξομολόγηση καί τή Θεία Εὐχαριστία.

Δυστυχῶς, ἡ νηστεία σήμερα, θεωρεῖται ἀπό πολλούς ὡς ἀναχρονιστική, ξεπερασμένη, ἀνούσια, ἄν ὄχι ἀφελής καί ἄχρηστη. Ἀκόμα ὅμως καί ἄν πιστεύεται ὅτι ἡ νηστεία δέν ταιριάζει σέ μιά ἐποχή «ἐξέλιξης καί προόδου» ἔχουμε νά ἀντιτάξουμε ὅτι ἡ πιό γνήσια πρόοδος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι αὐτή τῆς ψυχῆς του, ἡ ὁποία εἶναι ἀθάνατη καί αἰώνια. Ἡ τεχνολογία καί ἡ ἐξέλιξη τῶν ὑλικῶν πραγμάτων, ἄν καί εἶναι σεβαστές καί σίγουρα ἀπαραίτητες στή ζωή μας, δέν μποροῦν νά ἀπαντήσουν στά διαχρονικά ἐρωτήματα τῶν ἀνθρώπων γιά τή ζωή καί τό θάνατο, τό λόγο τῆς ὕπαρξής μας καί τό σκοπό τῆς δημιουργίας. Σ’ αὐτά τά ἐρωτήματα ἡ ἀπάντηση τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας εἶναι ἀστείρευτη πηγή, πού δροσίζει τόν κάθε διψασμένο καί χαρίζει ἐλπίδα πώς τό τέλος τῆς ἐπίγειας ζωῆς δέν εἶναι τό τέλος τοῦ παντός, ἀλλά ἡ ἀρχή τῆς ἑνώσεώς μας μέ τόν Θεό.

Σωτήριος Κόλλιας, Θεολόγος