2/1/13

Το νέ­ο έ­τος ...



                                   Το νέ­ο έ­τος

                                   π. Α­λέ­ξαν­δρος Σμέ­μαν (+)







Εί­ναι πα­λιό το έ­θι­μο: την πα­ρα­μο­νή του Νέ­ου Έ­τους, ό­ταν το ρο­λό­ι κτυ­πή­σει με­σά­νυ­χτα, σκε­φτό­μα­στε τις ε­πι­θυ­μί­ες μας για το νέ­ο έ­τος και προ­σπα­θού­με να ει­σέλ­θου­με στο ά­γνω­στο μέλ­λον μ’ έ­να ό­νει­ρο, προσ­δο­κών­τας ταυ­τό­χρο­να την εκ­πλή­ρω­ση κά­ποι­ας α­γα­πη­τής μας ε­πι­θυ­μί­ας. 

Σή­με­ρα, για άλ­λη μια φο­ρά βρι­σκό­μα­στε μπρο­στά σ’ έ­να νέ­ο έ­τος.Τι ε­πι­θυ­μού­με για τους ί­διους, για τους άλ­λους, για τον κα­θέ­να; Ποι­ο εί­ναι το τέ­λος ό­λων μας των ελ­πί­δων; Η α­πάν­τη­ση εί­ναι μο­νί­μως η ί­δια αι­ώ­νια λέ­ξη: ευ­τυ­χί­α. Ευ­τυ­χές το Νέ­ο Έ­τος! Ευ­τυ­χί­α για το Νέ­ο Έ­τος! Η ι­δι­αί­τε­ρη ευ­τυ­χί­α που ε­πι­θυ­μού­με εί­ναι φυ­σι­κά δι­α­φο­ρε­τι­κή και προ­σω­πι­κή για τον κα­θέ­να, αλ­λά ό­λοι μας με­τέ­χου­με στην κοι­νή πί­στη πως αυ­τό το έ­τος η ευ­τυ­χί­α θα μάς πλη­σιά­σει, πως μπο­ρού­με να ελ­πί­σου­με σ’ αυ­τή με προσ­δο­κί­α.

Πό­τε ό­μως εί­ναι κά­ποι­ος α­λη­θι­νά ευ­τυ­χι­σμέ­νος; Με­τά α­πό αι­ώ­νες εμ­πει­ρί­ας και γνώ­σης σχε­τι­κά με τον άν­θρω­πο, δεν μπο­ρού­με πλέ­ον να ε­ξι­σώ­σου­με την ευ­τυ­χί­α με ο­ποι­ο­δή­πο­τε ε­ξω­τε­ρι­κό γνώ­ρι­σμα, π.χ. χρή­μα­τα, υ­γεί­α, ε­πι­τυ­χί­α κλπ. Γνω­ρί­ζου­με πως τί­πο­τε α­π’ ό­λα αυ­τά δεν αν­τα­πο­κρί­νε­ται πλή­ρως σ’ αυ­τή τη μυ­στη­ρι­ώ­δη και πάν­το­τε φευ­γα­λέ­α έν­νοι­α της ευ­τυ­χί­ας. Εί­ναι σα­φές πως η φυ­σι­κή ά­νε­ση φέρ­νει ευ­τυ­χί­α, αλ­λά και άγ­χος. Η ε­πι­τυ­χί­α φέρ­νει ευ­τυ­χί­α, αλ­λά και φό­βο. Εί­ναι εκ­πλη­κτι­κό πως ό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρη ε­ξω­τε­ρι­κή ευ­τυ­χί­α δι­α­θέ­του­με, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο εύ­θραυ­στη γί­νε­ται και πιο α­τί­θα­σος ο φό­βος πως θα τη χά­σου­με και θα μεί­νου­με με ά­δεια χέ­ρια. Πι­θα­νώς αυ­τός εί­ναι και ο λό­γος που ευ­χό­μα­στε ο έ­νας στον άλ­λο «μια νέ­α ευ­τυ­χί­α» για το Νέ­ο Έ­τος. Η «πα­λιά» ευ­τυ­χί­α πο­τέ δεν πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε, κά­τι πάν­το­τε έ­λει­πε. Τώ­ρα ό­μως α­τε­νί­ζου­με ξα­νά μπρο­στά μας με μια ευ­χή, έ­να ό­νει­ρο, μια ελ­πί­δα...


Χρι­στέ και Πα­να­γί­α! Το ευ­αγ­γέ­λιο πριν α­πό πά­ρα πο­λύ και­ρό εί­χε κα­τα­γρά­ψει την ι­στο­ρί­α ε­νός αν­θρώ­που που πλού­τι­σε, έ­κτι­σε και­νού­ρι­ες α­πο­θή­κες για να α­πο­θη­κεύ­σει τα α­γα­θά του, και α­πο­φά­σι­σε πως πλέ­ον εί­χε ό­λα τα α­ναγ­καί­α που εγ­γυ­ών­το την ευ­τυ­χί­α του! Εί­χε ά­νε­ση και μέ­σα. Ε­κεί­νη ό­μως τη νύ­χτα ά­κου­σε: «ά­φρων, ταύ­τη τη νυ­κτί την ψυ­χήν σου α­παι­τού­σιν α­πό σου, α δε η­τοί­μα­σας τί­νι έ­σται;» (Λουκ. 12, 20). Η στα­δια­κή συ­νει­δη­το­ποί­η­ση ό­τι τί­πο­τε δεν μπο­ρεί να κρα­τη­θεί, πως μπρο­στά μας βρί­σκε­ται ο α­να­πό­φευ­κτος θά­να­τος και η φθο­ρά, εί­ναι το δη­λη­τή­ριο που δη­λη­τη­ριά­ζει τη μι­κρή και πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη ευ­τυ­χί­α που δι­α­θέ­του­με. Αυ­τός εί­ναι σί­γου­ρα και ο λό­γος για τη συ­νή­θεια που έ­χου­με να κά­νου­με τέ­τοι­ο σα­μα­τά και θό­ρυ­βο, φω­νά­ζον­τας και γε­λών­τας, κα­θώς το ρο­λό­ι κτυ­πά­ει δώ­δε­κα την πα­ρα­μο­νή του Νέ­ου Έ­τους. Φο­βού­μα­στε να μεί­νου­με μό­νοι και σι­ω­πη­λοί, κα­θώς το ρο­λό­ι κτυ­πά­ει σαν την α­νε­λέ­η­τη φω­νή της μοί­ρας: πρώ­το κτύ­πη­μα, δεύ­τε­ρο, τρί­το και συ­νε­χί­ζει, τό­σο α­δυ­σώ­πη­τα, ο­μοι­ό­μορ­φα, τό­σο τρο­μα­κτι­κά μέ­χρι τέ­λους. Τί­πο­τε δεν μπο­ρεί να το αλ­λά­ξει, τί­πο­τε να το στα­μα­τή­σει.


Έ­τσι έ­χου­με δύ­ο πο­λύ βα­θείς και α­κα­τά­λυ­τους ά­ξο­νες της αν­θρώ­πι­νης συ­νεί­δη­σης: φό­βος και ευ­τυ­χί­α, ε­φιά­λτης και ό­νει­ρο. Η και­νού­ρια ευ­τυ­χί­α που ο­νει­ρευ­ό­μα­στε την πα­ρα­μο­νή του Νέ­ου Έ­τους θα μπο­ρέ­σει τε­λι­κά να η­ρε­μή­σει, να σκορ­πί­σει και να κα­τα­νι­κή­σει το φό­βο; Ο­νει­ρευ­ό­μα­στε μια ευ­τυ­χί­α στην ο­ποί­α να μην πα­ρα­μο­νεύ­ει ο φό­βος βα­θιά μέ­σα της, έ­νας φό­βος α­πό τον ο­ποί­ο προ­σπα­θού­με πάν­το­τε να προ­φυ­λα­χθού­με, πί­νον­τας, ή με το να εί­μα­στε συ­νε­χώς α­πα­σχο­λη­μέ­νοι, πε­ρι­βαλ­λό­με­νοι α­πό θό­ρυ­βο. Η σι­γή ό­μως αυ­τού του φό­βου εί­ναι ι­σχυ­ρό­τε­ρη α­πό κά­θε άλ­λο θό­ρυ­βο. «Ά­φρων»! Μά­λι­στα, το α­θά­να­το ό­νει­ρο της ευ­τυ­χί­ας εί­ναι εκ φύ­σε­ως α­νό­η­το σ’ έ­ναν κό­σμο μο­λυ­σμέ­νο α­πό φό­βο και το θά­να­το. Α­κό­μη και στις α­νώ­τε­ρες στιγ­μές του αν­θρώ­πι­νου πο­λι­τι­σμού, οι άν­θρω­ποι το γνω­ρί­ζουν κα­λά. Μπο­ρού­με να νι­ώ­σου­με τη θλί­ψη και τη θλι­βε­ρή α­λή­θεια πί­σω α­πό τα λό­για του με­γά­λου ποι­η­τή Α­λέ­ξαν­δρου Πού­σκιν, που τό­σο πο­λύ α­γα­πού­σε τη ζω­ή, ό­ταν έ­γρα­φε: «Δεν υ­πάρ­χει ευ­τυ­χί­α στον κό­σμο». Όν­τως, μια βα­θιά θλί­ψη δι­α­περ­νά κά­θε γνή­σια τέ­χνη. Μό­νο χα­μη­λά, στον πά­το του αν­θρώ­πι­νου πο­λι­τι­σμού, τα πλή­θη ξε­τρε­λαί­νον­ται με το θό­ρυ­βο και τις φω­νές, ως ε­άν ο θό­ρυ­βος και τα θο­ρυ­βώ­δη πάρ­τυ θα μπο­ρού­σαν να φέ­ρουν την ευ­τυ­χί­α.


«Εν αυ­τώ ζω­ή ην, και η ζω­ή ην το φως των αν­θρώ­πων, και το φως εν τη σκο­τί­α φαί­νει, και η σκο­τί­α αυ­τό ου κα­τέ­λα­βεν» (Ι­ω­άν. 1,4-5). Αυ­τό που υ­πο­νο­εί αυ­τή η φρά­ση εί­ναι πως το φως δεν μπο­ρεί να κα­τα­πο­θεί α­πό τον φό­βο και το άγ­χος, δεν μπο­ρεί να σκορ­πι­σθεί α­πό τη λύ­πη και την α­πελ­πι­σί­α. Να μπο­ρού­σαν οι άν­θρω­ποι, σ’ αυ­τή, σ’ αυ­τή τη μά­ται­η δί­ψα για στιγ­μια­ία ευ­τυ­χί­α, να έ­βρι­σκαν μέ­σα τους τη δύ­να­μη να στα­μα­τή­σουν, να σκε­φτούν, να α­τε­νί­σουν τα βά­θη της ζω­ής! Να μπο­ρού­σαν να α­κού­σουν τα λό­για, τη φω­νή που τους κα­λεί αι­ώ­νια μέ­σα σ’ αυ­τά τα βά­θη. Ας γνώ­ρι­ζαν μό­νο τι εί­ναι α­λη­θι­νή ευ­τυ­χί­α. «Την χα­ράν υ­μών ου­δείς αί­ρει α­φ’ υ­μών» (Ι­ω­άν. 16, 22). Δεν εί­ναι αυ­τό που ο­νει­ρευ­ό­μα­στε ό­ταν το ρο­λό­ι κτυ­πή­σει με­σά­νυ­κτα; Τη χα­ρά που κα­νείς δεν μπο­ρεί να α­φαι­ρέ­σει. Πό­σο σπά­νια ό­μως φτά­νου­με σε τέ­τοι­α βά­θη! Πό­σο τα φο­βό­μα­στε για κά­ποι­ο λό­γο και τα πα­ρα­με­ρί­ζου­με: «Ό­χι σή­με­ρα, αλ­λά αύ­ριο, ή με­θαύ­ριο, θα στρέ­ψω την προ­σο­χή στα ου­σι­ώ­δη και αι­ώ­νια, μό­νο, ό­χι σή­με­ρα. υ­πάρ­χει και­ρός».


Ο και­ρός ό­μως στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εί­ναι τό­σο λί­γος. Μό­νο στιγ­μές περ­νούν πριν το βέ­λος του χρό­νου σφυ­ρί­ξει πε­τών­τας προς το μοι­ραί­ο στό­χο. Για­τί κα­θυ­στε­ρού­με; Ε­πει­δή α­κρι­βώς ε­δώ, α­νά­με­σά μας, δί­πλα μας, στέ­κε­ται Κά­ποι­ος: «ι­δού έ­στη­κα ε­πί την θύ­ραν και κρού­ω» (Α­ποκ. 3, 20). Αν μό­νο πα­ρα­με­ρί­ζα­με το φό­βο μας και Τον κοι­τά­ζα­με, θα βλέ­πα­με έ­να τέ­τοι­ο μια τέ­τοι­α χα­ρά, και μια τέ­τοι­α πε­ρίσ­σεια ζω­ής, που σί­γου­ρα θα κα­τα­λα­βαί­να­με το νό­η­μα αυ­τής της φευ­γα­λέ­ας και μυ­στη­ρι­ώ­δους λέ­ξης «ευ­τυ­χί­α».


Ε­ορ­το­λό­γιο, Ε­τή­σιος Εκ­κλη­σι­α­στι­κός Κύ­κλο­ς, π. Α­λέ­ξαν­δρος Σμέ­μα­ν
Εκ­δό­σεις Α­κρί­τας