20/7/14

Ὅ­ταν ὁ χρό­νος στα­μα­τᾶ καί ὁ Θε­ός χα­μο­γε­λᾶ μέ­σα ἀ­π' τά σύν­νε­φα


Πρω­ι­νό Ἰ­ου­νί­ου. Μιά ὥ­ρα σχε­δόν ἡ κα­τά­βα­ση ἀ­πό τήν δυ­τι­κή ἄ­κρη τοῦ νη­σιοῦ στήν ἀ­να­τολι­κή, στίς ἀ­κτές μέ τίς ὄ­μορ­φες πα­ρα­λί­ες, τίς χρυ­σω­μέ­νες τήν γλυ­κύ­τα­τη ὥ­ρα τῆς αὐ­γῆς ἀ­π’ τό φῶς τοῦ ἥ­λιου. Τά βή­μα­τα πιό γορ­γά ὅ­σο πλη­σιά­ζω, σέ λί­γο θά τήν αἰ­σθαν­θῶ ὑ­γρή καί κα­θά­ρια στά κου­ρα­σμέ­να μου μέ­λη. Ὤ Αἰ­γαῖ­ο ἀ­πέ­ραν­το, τό­σο πο­λύ τρα­γου­δι­σμέ­νο! Θυ­μᾶ­μαι τόν δύ­σμοι­ρο ἐ­κεῖ­νο πα­τέ­ρα πού στήν ὑ­πο­ψί­α καί μό­νο γιά τό χα­μό τοῦ παι­διοῦ του σοῦ πα­ρέ­δω­σε τό σῶ­μα, τό πνεῦ­μα καί τό ὄ­νο­μά του νά τό φυ­λᾶς στήν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα. Τσα­λα­βου­τά­ω στά ρη­χά. Βρά­χια σμι­λε­μέ­να τό­σο λεί­α ἀ­π’ τήν ἁλ­μύ­ρα σου ἑ­κα­τομ­μύ­ρια χρό­νια τώ­ρα.


Στιγ­μές χα­ρᾶς, ἀ­νε­με­λιᾶς, ἡ­συ­χί­ας. Στιγ­μές φω­τει­νές τῆς ζω­ῆς μας, αἰ­ώ­νι­ες. Στιγ­μές πού ἄλ­λο­τε τίς χρω­μα­τί­ζει ἡ μο­να­ξιά κι ἄλ­λο­τε τίς συ­νο­δεύ­ουν τά χα­μό­γε­λα τῶν ἀ­γα­πη­μέ­νων μας. Ὅ­ταν ἡ ψυ­χή δει­λά ψη­λα­φεῖ τό ἀ­πό­λυ­το. Ὅ­ταν ἀ­νοί­γει ἡ καρ­διά στήν θέ­α τοῦ Θεί­ου. Ὅ­ταν ἡ κτι­στή μα­τιά συ­ναν­τᾶ τήν μα­τιά τοῦ Κτί­στη. Στιγ­μές ὑ­παρ­ξια­κῆς ἀ­γω­νί­ας, στιγ­μές ὅ­που ὁ πό­θος γιά τήν συ­νάντη­ση μα­ζί Του ἐκ­πλη­ρώ­νε­ται καί πα­ρέ­χε­ται ὡς δῶ­ρο σ' αὐ­τόν πού δί­ψα­σε. Στιγ­μές ὅ­που μέ­σα ἀ­πό πό­νο σάν μπουμ­πού­κι ἀν­θί­ζει ἡ ἐλ­πί­δα, μέ­σα ἀ­π' τήν ἀ­πο­κε­κα­λυμ­μέ­νη ἀ­λή­θεια ἀ­να­βλύ­ζει ἡ πί­στη. Στιγ­μές ὄ­μορ­φες τῆς ζω­ῆς μας. Ὅ­ταν ὁ χρό­νος στα­μα­τᾶ καί ὁ Θε­ός χα­μο­γε­λᾶ μέ­σα ἀ­π' τά σύν­νε­φα…


Στιγ­μές πού τό "Δό­ξα σοι" ξε­χει­λί­ζει αὐ­θόρ­μη­τα, πού ἡ κραυγή τῆς εὐ­χα­ρι­στί­ας σου ἑ­νώ­νε­ται μέ τίς φω­νές ὅ­λων τῶν πλα­σμά­των πού Τόν ὑ­μνοῦν. Εἶ­ναι ἡ χα­ρά τοῦ νά ἀ­φή­νε­σαι στήν στιγ­μή, τοῦ νά μπο­ρεῖς νά πα­ρα­δο­θεῖς ἄ­νευ ὅ­ρων στήν ἀγ­κα­λιά τῆς ἀ­γά­πης Του. Εἶ­ναι ἡ χα­ρά τῆς ἀ­πό­λυ­της ἐμ­πι­στο­σύ­νης πού κα­τα­θέ­τεις στά πό­δια Του. Εἶ­ναι ἡ χα­ρά τοῦ νά μπο­ρεῖς νά ἀν­τι­κρί­ζεις μέ εὐ­θύ­τη­τα τά μά­τια τῶν ἀ­δελ­φῶν σου. Εἶ­ναι ἡ χα­ρά τῆς ἑ­νό­τη­τας τοῦ κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νου ἑ­αυ­τοῦ σου. Εἶ­ναι ἡ χα­ρά τῆς ἑ­νό­τη­τας ἐν Κυ­ρί­ῳ Ἰ­η­σοῦ.

Δο­ξο­λο­γί­α καί πα­ρά­κλη­ση μα­ζί! Νά μήν ἀ­πω­λέ­σεις τήν χα­ρά, νά μήν χά­σεις τήν κοι­νω­νί­α μέ τόν Θε­ό. Οἱ μι­κρές φω­τει­νές στιγ­μές τῆς ζω­ῆς σου πού σάν ὁ­δο­δεῖ­κτες σέ κρα­τᾶ­νε στόν δρό­μο, νά πλημ­μυ­ρί­σουν τήν ὕ­παρ­ξή σου, ἔ­τσι πού ὅ­λη ἡ ζω­ή σου νά γί­νει μιά φω­τει­νή στιγ­μή στήν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα. Νά πλη­ρω­θεῖ ἡ χα­ρά, νά ἑ­νω­θεῖ ἡ ψυ­χή πού τό­σο τό ἐ­πι­θυ­μεῖ μέ τό ἀ­πό­λυ­το. 



Σοῦ χα­μο­γε­λῶ, Θε­έ μου, γιά τήν κά­θε μέ­ρα πού μοῦ χα­ρί­ζεις νά εὐ­φραί­νο­μαι μέ τίς θά­λασ­σες καί τούς ἥ­λιους καί τίς ἄ­πει­ρες κι ἀ­νεί­πω­τες ὀ­μορ­φι­ές Σου. Ἀ­πο­λύ­τως μό­νη σ’ αὐ­τή τήν ἔ­ρη­μη πα­ρα­λί­α, ἐ­λα­χι­στό­τα­τη κουκ­κί­δα στό ἄ­πει­ρο, μό­νη σέ μιά μο­να­δι­κή στιγ­μή τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας. Θε­έ μου, ὅ­σα ἔ­χω, ὅ­σα εἶ­μαι, λέ­ω, αἰ­σθά­νο­μαι, σκέ­φτο­μαι εἶ­ναι πο­τι­σμέ­να ἀ­πό τόν λό­γο Σου, δο­σμέ­να ἀ­πό Σέ­να.

Μά πές μου, ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι σή­με­ρα ἀ­πό τό πρω­ί, τίς ἀ­τε­λεί­ω­τες ὧ­ρες πού δέν σοῦ ἀ­πευ­θύ­νω τόν λό­γο καί πού κα­μώ­νο­μαι ὅτι τάχα δέν εἶ­σαι ἐ­δῶ γύ­ρω μά κά­που στό μα­κρι­νό «ὑ­περ­πέ­ραν», ἔ­χου­με ἀ­λή­θεια σχέ­ση; Νοι­ώ­θω νά μοῦ ψι­θυ­ρί­ζεις κά­θε φο­ρά μο­να­δι­κή πού φῶς λού­ζει τήν ὕ­παρ­ξή μου πώς εἶ­σαι πάν­τα ἐ­δῶ. Κι ὕ­στε­ρα θυ­μᾶ­μαι λό­για ἐμ­ψυ­χω­τι­κά, πώς κά­θε φο­ρά πού ἀ­φή­νω στήν ἄ­κρη τίς βε­βαι­ό­τη­τες τοῦ κό­σμου τού­του, μό­νο τό­τε μπο­ρεῖ νά σέ συ­ναν­τή­σω.



Κι ἔρ­χον­ται στόν νοῦ μορ­φές ἀν­θρώ­πων, ἀ­γα­πη­μέ­νων ἀ­δελ­φῶν νά μέ συγ­κι­νοῦν βα­θιά για­τί μοῦ θυ­μί­ζουν τόν κοι­νό λό­γο ὕ­παρ­ξης, τόν κοι­νό σκο­πό τῆς ζω­ῆς μας στόν δρό­μο γιά τήν ἀ­να­ζή­τη­σή Σου. Καί βγαί­νει αὐ­θόρ­μη­τα ἡ πα­ρά­κλη­ση «βόηθα με νά ἔ­χω τούς ἀν­θρώ­πους αὐ­τούς μέ­χρι τό τέ­λος καί ν’ ἀ­κού­ω τίς φω­νές καί νά βλέ­πω τά πρό­σω­πά τους, πάν­τα μέ τήν ἴ­δια συγ­κί­νη­ση». Κι ὕ­στε­ρα πά­λι κάνε τήν σχέ­ση μας πιό δυ­να­τή, ἔ­τσι πού κά­πο­τε νά εἶ­μαι ἀ­λη­θι­νά σί­γου­ρη, μα­κριά ἀ­πό συ­ναι­σθη­μα­τι­σμούς γιά τήν ὕ­παρ­ξή της. Θα­λασ­σι­νό βο­ρι­α­δά­κι μοῦ χα­ϊ­δεύ­ει τά μά­γου­λα, κλεί­νω τά μά­τια καί βυ­θί­ζο­μαι στήν στιγ­μή. Δό­ξα Σοι, Θεέ μου, δόξα σοι»!

Ἀναστασία Χατζηπαύλου