25/1/16

Για την ανθρώπινη φύση


Μόνος μου χτες από τις πίκρες στραγγισμένος
Σε δάσος σύσκιο βαρύθυμος καθόμουν.
Μ᾿ αρέσει, αλήθεια, αυτό το φάρμακο στις θλίψεις,
με την ψυχή μου στη σιγαλιά να κρυφοκουβεντιάζω.
Αύρες ψιθύριζαν μ’ αηδόνια καλλικέλαδα
κι απ’ τα κλαδιά γλυκό αποκάρωμα χυνόταν,
στη μαύρη μου βαρυθυμιά. Και πάνω απ’ τα δέντρα
φίλοι του ήλιου, γλυκύφθογγοι του στέρνου τραγουδιστάδες
φλύαρα τζιτζίκια πλημμύριζαν το δάσος.
Κοντά, ανάμεσα στο δάσος, ρυάκι δροσερό

μού ’βρεχε τα πόδια γλυκά γλυκά κυλώντας.
Πώς με συνείχε ωστόσο δυνατή η οδύνη
κι έτσι δε με τραβούσαν διόλου ετούτα. Ο νους,
σαν τον στομώνει ο πόνος, τέρψεις δε γυρεύει.
Κι εγώ μέσα στις συστροφές της ταραγμένης σκέψης
σ’ αντίμαχες ιδέες παραδομένος:
Ποιος ήμουν, ποιος είμαι, τι θα γενώ; Δεν ξέρω καθαρά.
Κι άλλος σοφότερός μου ούτε κι εκείνος.
Κι έτσι μέσα σε σύννεφο μπλεγμένος

μάταια προχωρώ, μη έχοντας ούτε στ’ όνειρο όσα ποθεί η ψυχή μου
[...]
Είμαι μηδέν. Μα γιατί οι συμφορές με δέρνουν έτσι, σαν να ‘μαι κάτι;
Το πρώτο κλάμα έριξα, σαν γλίστρησα απ’ της μάνας μου τα σπλάχνα,
για όλα όσα μου μέλλονταν να συναντήσω πάθια
πριν κιόλας τη ζωή αγγίξω.
 [...]
Όλη η γενιά μας πλημμύρισε με θλίψη
κομμάτι γης δε μένει ειρηνικό, πέλαγο χωρίς ανέμους.
Οι εποχές σπαρασσόμενες, τη μια διώχνει η άλλη
τη μέρα η νύχτα ρούφηξε, τα ουράνια η σκοτεινή αντάρα,
ο ήλιος έσβησε των αστεριών τη λάμψη, το νέφος εκάλυψε
κι εκεινού τη φαύση,
παλεύει το φεγγάρι σε ουρανό μισάστερο.
Τριάδα, Βασίλισσα σοφή, λυπήσου με. Δεν έχεις ούτε συ
την ασυλλόγιστη των θνητών γλώσσα ξεφύγει.
Πρώτα ο Πατέρας κι ύστερα κι ο Μέγας Γιος και τρίτο
το Πνεύμα του μεγάλου Θεού τη φλυαρία μου δεχθείτε.

Μέριμνα κακόγνωμη που θα με πάς ακόμη;
Σταμάτα, κι άκουσέ με. Μπρος στο Θεό όλα δεύτερα.
Μάταια δε μ’ έπλασε ο Θεός. Πάλι στον ύμνο βρίσκομαι
μικρόψυχος και λίγος.
Σκοτάδι εδώ, κι εκεί ο Λόγος, όλα θα τα κατανοήσεις

ή τον Θεό αντικρίζοντας ή στη φωτιά να τυραννιέσαι.
Έτσι σαν μου μίλησε ο νους, μαλάκωσε κι ο πόνος.
Κι από το σκιερό δάσος χτες γυρίζοντας στο σπίτι,

μια χαμογέλαγα παράξενα
και μια σιγόκαιγε η καρδιά με σκέψη ανταριασμένη.


Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος
Ποιήματα Ηθικά