26/9/08

ΣΚΕΨΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΥΡΟΒΟΛΟ ΧΙΟ...

Μοιάζει ἀπίστευτο σέ μᾶς, τούς κατοίκους τῆς ρυπαρῆς τῆς πόλης, πώς ὑπάρχουν μέρη ὁλόγυρα στήν πατρίδα μας, πού οἱ ἄνθρωποι ἀναπνέουν τήν αὔρα τῆς θάλασσας καί τίς εὐωδιές τῆς φύσης...

Πού μποροῦν νά χαροῦν τήν ὀμορφιά τοῦ δειλινοῦ...

Νά δακρύσουν, βλέποντας τό οὐράνιο τόξο μετά τήν φθινοπωρινή βροχή...

Πώς ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού ἀκοῦν τά βήματά τους σέ γραφικά σοκάκια πού παραπέμπουν σέ μνήμη διαρκῆ, στό χθές, στό σήμερα, στό κάλλος...

Ἄδειασε ἡ ἐπαρχία ἀπό τούς νέους καί μείναν τά γερόντια νά φυλᾶν τά ντουβάρια καί νά ἀπολαμβάνουν τόν τόπο τους ἀναλλοίωτο, σέ ἀντίθεση μέ μᾶς πού βλέπουμε τίς γειτονιές τῆς πόλης μας ὅλο νά ἀσχημαίνουν...

Ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού ἀπολαμβάνουν ἀκόμα τήν ἡσυχία τοῦ μεσημεριοῦ, τήν δροσιά τοῦ βραδυνοῦ, τήν κουβεντούλα μέ τόν γείτονα...

Τυχεροί ὅσοι νέοι μπόρεσαν νά μείνουν στήν ἐπαρχία, νά'χουν δουλειά καί φίλους. Ποιότητα ζωής ἀνυπέρβλητη, εἰρήνη στήν καθημερινότητα, γαλήνη στίς αἰσθήσεις...

Τυχερά ὅσα παιδιά μεγαλώνουν σέ τέτοιες γειτονιές, χαίρονται ἀκόμα τήν ἁπλωσιά τῆς ἀλάνας καί τήν ξεγνοιασιά τοῦ παιχνιδιοῦ. Μακάρι νά μείνουν στόν τόπο τους, ἤ νά γυρίσουν μετά τίς σπουδές...

Εὐλογημένοι ὅσοι τόλμησαν νά γυρίσουν στήν γενέθλια γῆ, νά ξαναριζώσουν στόν τόπο τους, νά ἀναζητήσουν πάλι τίς χαρές τῆς ἐπαρχίας...

Ξέρω, θά πεῖτε πώς αὐτά ὅλα αὐτά εἶναι ρομαντισμοί μιᾶς ταλαίπωρης Ἀθηναίας, μά δέν εἶναι ἔτσι. Ἀπάνθρωπη ἡ πόλη μας πιά, ἀνυπόφορος ὁ θόρυβος, τεράστιο τό πρόβλημα τοῦ νέφους, σκουπίδια παντοῦ, ἀπρόσωπες οἱ σχέσεις, τερατόμορφα τά κτίρια γιά τόν μέσο πολίτη, τσιμέντο, ἀσχήμια, γκριζάδα παντοῦ. Δέν βοηθᾶ τό περιβάλλον στήν δοξολογία.
Παρ' ὅλα αὐτά ἐλπίζουμε πώς ἀκόμα κι ἄν ποτέ δέν φύγουμε ἀπό τούτη δῶ τήν πόλη, θ' ἀνθίζει μέχρι τό τέλος μέσα μας ἡ χαρά κι ἡ εὐχαριστία,
κι ὅτι τήν ἔξω ἀσχήμια θά ὑπερνικᾶ ἡ πεῖνα κι ἡ δῖψα μας γιά τήν ἀλήθεια,
γιά Φῶς ἀληθινό, γιά τό κάλλος πού φέρνει ἡ σχέση μας μέ Ἐκεῖνον...


φωτό: π. Χ.

22/9/08

ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ BUSINESS

Μπορεί προσωπικά να φαίνομαι καθυστερημένος, αλλά δεν μπορώ να κατανοήσω Ορθοδόξους Κληρικούς να ασχολούνται με εμπορικές επιχειρήσεις, με μετοχές στο Χρηματιστήριο, με συσσώρευση πλούτου, με αγώνες για μια «ρασιοναλιστική λογική» του χρήματος, με εμπορικές εταιρείες κλπ. που αποβλέπουν σε μια κοινωνική εξουσία και δύναμη. Σε μια τέτοια περίπτωση το Κράτος πρέπει να θεωρή τους Κληρικούς αυτούς ως εμπόρους και να τους μεταχειρίζεται ανάλογα. Δεν είναι δυνατόν να σέβεται κανείς την Εκκλησία και ο σεβασμός αυτός να επεκτείνεται και σε Κληρικούς που διακρίνονται από τέτοιου είδους ακατανόητες, ακτιβιστικές και ανορθόδοξες δραστηριότητες. . .

... Ο Ντοστογέφσκι στους «Αδελφούς Καραμάζοφ» και μάλιστα στον μονόλογο του Ιεροεξεταστή ανέλυσε ανάγλυφα και τραγικά τους τρεις πειρασμούς του Χριστού και της Δυτικής Εκκλησίας, που είναι η αγάπη για τον πλούτο, την δόξα και την εξουσία, και έδειξε ότι ο Χριστός νίκησε τους πειρασμούς αυτούς, ενώ η Δυτική Εκκλησία υπέκυψε σε αυτούς. Το ερώτημα που έθεσε ο Ιεροεξεταστής στον Χριστό είναι: «ευτυχία ή ελευθερία» και έδωσε προτεραιότητα στην ευτυχία των ανθρώπων σε βάρος της ελευθερίας τους. Εντελώς κυνικά είπε στον Χριστό ότι η Εκκλησία (η Δυτική) διόρθωσε το δικό Του έργο και κατά τρόπο ανάλγητο του είπε: «Γιατί ήλθες λοιπόν τώρα να μας ενοχλήσης;». «Δίκασέ μας αν μπορείς και αν τολμάς». «Μάθε πως δεν σε φοβάμαι». Σκέπτομαι, μήπως και μερικοί ορθόδοξοι Κληρικοί σήμερα έχουν την αίσθηση ότι διορθώνουν με τις πράξεις τους το έργο του Χριστού και μάλιστα θεωρούν τον Χριστό «ενοχλητικό» και «επιζήμιο» γι' αυτούς και δεν Τον φοβούνται, γιατί απέκτησαν εξουσία και χρήμα που Εκείνος αποποιήθηκε;

Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος


ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΕΔΩ ΣΤΟ ΑΡΧΑΓΓΕΛΩΝ ΚΕΙΜΕΝΑ


12/9/08

ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ


Γιατί μία τόσο πλούσια μονή νά θέλει κι ἄλλη περιουσία; Νά τήν κάνει τί; Γιατί τόσες πολλές ἐπιχειρηματικές δραστηριότητες; (Κάποτε κατηγορούσαμε τό Βατικανό). Γιατί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέει πώς ἄν σοῦ προσφέρουν χρυσό νά τό λειώνεις καί νά τό δίνεις στούς φτωχούς;

Γιατί τόση χλιδή στά ἀρχονταρίκια τῆς μονῆς; Γιατί ἡ ζώνη τῆς Παναγίας μας νά πηγαίνει σέ σπίτια και ἐπιχειρήσεις; Γιατί νά'χει μπάρα ὁ δρόμος (μόνο πρός αύτή) τήν μονή; Πῶς συμβαδίζουν οἱ μπίζνες μαζί μέ πνευματικές νουθεσίες; Γιατί οἱ Βατοπεδινοί σιωποῦν;

Γιατί ἐξ αἰτίας ὅλων αὐτῶν νά κακοχαρακτηρίζεται καί νά ἐκτίθεται ὅλο τό Ἅγιον Ὄρος; Γιατί
(πιθανῶς) νά ὑποστοῦν τίς συνέπειες φτωχά μοναστήρια πού ἔχουν ἀνάγκη λίγη γῆ γιά νά συντηρηθοῦν;

Ὅλα αὐτά, χρόνια τά ξέραμε καί ἀναρωτιόμαστε. Οἱ φίλοι μας πού δέν εἶναι στήν Ἐκκλησία μᾶς βομβαρδίζουν μέ ἐρωτήματα πού τά ἔχουμε καί ἐμεῖς. Τώρα θλιβόμαστε. Ἀποροῦμε. Λυπόμαστε. Ἀγανακτοῦμε. Θυμώνουμε. Κοινῶς μπαίνουμε σέ πειρασμό...


9/9/08

ΓΚΡΕΜΙΣΕ Η ΣΜΥΡΝΗ ΜΑΣ...

Φιλιώ Χαϊδεμένου, 1899 - 2007

Σμύρνη, λίγες ώρες πριν την καταστροφή. «Τώρα τι 'τανε αυτό π' αντίκριζα; Μια νεκρή πολιτεία. Τα μαγαζιά και τα κέντρα κλειδωμένα με διπλό λουκέτο. Τα σπίτια βουβά σαν ακατοίκητα. Γέλιο δεν άκουγες, παιδί δεν έβλεπες να παίζει στο δρόμο. Καραβάνια θλιβερά σερνόντανε στα σοκάκια σαν μια σειρά κάμπιες. Κορμιά κυρτωμένα, πρόσωπα χολιασμένα χαλκοπράσινα, χείλη ξερά, ασπρισμένα. Ήτανε οι πρόσφυγες που φτάνανε απ' το εσωτερικό. Σέρνανε μαζί με τους μπόγους, τσομπλέκια, μπαούλα, κονίσματα, φορεία μ' αρρώστους, κατσίκες, κότες, σκύλους. Οι εκκλησίες, οι στρατώνες, τα σκολειά, οι αποθήκες, οι φάμπρικες, όλα γέμισαν πρόσφυγες, βελόνι να 'ριχνες δε θα ‘πεφτε.»

Ολοι οι Έλληνες πέρασαν τη νύχτα σε μαούνες κοντά στο λιμάνι. «Το άλλο πρωί μας ξυπνήσανε χλιμιντρίσματα και καλπασμός αλόγων. Πεταχτήκαμε μεμιάς ορθοί κι ανοίξαμε τα μάτια μας. Το τουρκικό ιππικό περνούσε καμαρωτό από την παραλία. Κανείς δεν έβγαλε τσιμουδιά. Και τα μωρά κερώσανε. Μόνο μια πολύ ψιλή παιδική φωνούλα ρώτηξε:

-Τι θα μας κάνουνε οι Τούρκοι;

ΤΙ θα μας κάνουνε: Αυτή 'ταν ολουνών η αγωνία, μα κανείς δεν την ξεστόμιζε. [...] Σε λίγο ακούστηκε τελάλης.

-Μπρε σεις τι λέει;

-Λέει, να βγει ο κόσμος και να πάει στις δουλειές του δίχως να φοβάται, κανένας δε θα κακοπάθει... Ξάφνου, μέσα στη γενική χαρά, ακούστηκε μια φωνή κι ύστερα πολλές μαζί:

-Φωτιά!
-Φωτιά!
-Βαλαν φωτιά στη Σμύρνη!

Πεταχτήκαμε ορθοί. Κοκκινόμαυρες φλόγες τινάζονταν στον ουρανό, χοροπηδηχτές.[...] Η φωτιά απλωνόταν παντού. Ντουμάνιασε ο ουρανός. Μαύρα σύννεφα ανηφορίζανε και μπερδευότανε το 'να με τ' άλλο. Κόσμος, εκατοντάδες χιλιάδες κόσμος, τρελός από φόβο, αρχίνησε να τρέχει απ' όλα τα στενοσόκακα και τους βερχανέδες και να ξεχύνεται στην παραλία σαν μαύρο ποτάμι.

-Σφαγή! Σφαγή!-Παναγιά, βοήθα!-Προφτάστε-Σώστε μας!

Η μάζα πυκνώνει, δεν ξεχωρίζεις ανθρώπους, μα ένα μαύρο ποτάμι που κουνιέται πέρα δώθε απελπισμένα, δίχως να μπορεί να σταθεί ούτε· να προχωρήσει. Μπρος θάλασσα, πίσω φωτιά και σφαγή! Ένας αχός κατρακυλάει από τα βάθη της πολιτείας και σπέρνει τον πανικό. -Τούρκοι!

-Τσέτες!
-Μας σφάζουνε!
-Έλεος!


Η θάλασσα δεν είναι πια εμπόδιο. Χιλιάδες άνθρωποι πέφτουνε και πνίγονται. Τα κορμιά σκεπάζουνε τα νερά σαν να 'ναι μόλος. Οι δρόμοι γεμίζουνε κι αδειάζουνε και ζαναγεμίζουνε. Νέοι, γέροι, γυναίκες, παιδιά ποδοπατιούνται, στριμώχνονται, λιποθυμούνε, ξεψυχούνε. Τους τρελαίνουν οι χατζάρες, οι ξιφολόγχες, οι σφαίρες των τσέτηδων'...

Το βράδυ το μονοφώνι κορυφώνεται. Η σφαγή δε σταματά. Μόνο όταν τα πλοία ρίχνουνε προβολείς γίνεται μια πρόσκαιρη ησυχία. Μερικοί που καταφέρανε να φτάσουνε ζωντανοί ίσαμε τη μαούνα, μας ιστορούνε το τι γίνεται όξω, στις γειτονιές. Οι τσέτες του Μπεχλιβάν και οι στρατιώτες του Νουρεντίν τρώνε ανθρώπινο κρέας. Σπάζουνε, πλιατσικολογούνε σπίτια και μαγαζιά. Όπου βρούνε ζωντανούς, τους τραβούνε όξω και τους βασανίζουνε. Σταυρώνουνε παπάδες στις εκκλησιές [...]
Η φωτιά όλη τη νύχτα αποτελειώνει το χαλασμό. Γκρεμίζονται τοίχοι, θρυμματίζονται γυαλιά. Οι φλόγες κριτσανίζουνε μαδέρια, έπιπλα και φτούνε σιδερικά, ξεθεμελιώνουνε την πολιτεία ολόκληρη. Απλώνουν πάνω στα έργα των ανθρώπων και τα διαλύουνε. Σπίτια, εργοστάσια, σκολειά. νοσοκομεία, βιβλιοθήκες, θέατρα, αμύθητοι θησαυροί, κόποι, δημιουργίες αιώνων, εξαφανίζουνται κι αφήνουνε στάχτη και καπνούς.

Αχ, γκρέμισε ο κόσμος μας! Γκρέμισε η Σμύρνη μας! Γκρέμισε η ζωή μας!»

Έτσι, η Σμύρνη καταστράφηκε και οι Έλληνες σφάχτηκαν από τους Τούρκους με την ανοχή των Μεγάλων Δυνάμεων, της Αντάντ, των συμμάχων της Ελλάδας... «Τι κάνουν, λοιπόν, οι προστάτες μας; Τι κάνουν οι ναύαρχοι με τα χρυσά σιρίτια, οι διπλωμάτες κι οι πρόξενοι της Αντάντ ! Στήσανε κινηματογραφικές μηχανές στα καράβια τους και τραβούσανε ταινίες τη σφαγή και τον ξολοθρεμό μας! Μέσα στα πολεμικά οι μπάντες τους παίζανε εμβατήρια και τραγούδια της χαράς, για να μη φτάνουν ίσαμε τ' αφτιά των πληρωμάτων οι κραυγές της οδύνης και οι επικλήσεις του κόσμου. Και να ξέρει κανείς πως μια, μόνο μια κανονιά, μια διαταγή, έφτανε για να διαλύσει όλα κείνα τα μαινόμενα στίφη. Κι η κανονιά δε ρίχτηκε κι η εντολή δε δόθηκε!»

5/9/08

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ, 6 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1955


ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ της 6ης Σεπτεμβρίου 1955, όλα φαινόταν ήρεμα στήν Πόλη. Μια μικρή ομάδα φοιτητών ήταν συγκεντρωμένοι στην Πλατεία του Ταξίμ, στην κορυφή του Πέρα, διαδηλώνοντας εναντίον της Ελλάδος. Η Ελλάδα ήταν πάντα ό συντηρούμενος από τις Τουρκικές αρχές στό­χος του όχλου.
Οι πέντε μεγάλοι δρόμοι πού οδηγούσαν στην Πλατεία Ταξίμ γέμισαν ξαφνικά με ένα μαινόμενο όχλο οπλισμένο με τσεκούρια, φτυάρια, ρόπαλα, σκεπάρνια, σφυριά και σι­δερένιους λοστούς πού φώναζε «Kahrolsun giavourlar!» (Ανάθεμα στους γκιαούρηδες!) και «Yikin, kirin, giavourdur!» (Σπάστε, γκρεμίστε είναι γκιαούρης!).

Οταν μαζεύτηκαν 50.000 περίπου άτομα, αλαλάζοντος όχλου, μπήκε σε εφαρμογή η επόμενη φάση του σχεδίου: Καταστροφή όλων των ελληνικών περιουσιών και βεβήλωση όλων των Ιερών και Όσίων του Ελληνισμού της Πόλης. Οι οδηγίες πού είχαν δοθεί ήταν να μη μείνει τίποτα όρθιο.

Ακολούθησαν ώρες πραγματικής κόλασης. Ενα μέρος του όχλου κινήθηκε στο Istiklal Caddesi, το περίφημο Πέρα, πού στο ένα χιλιό­μετρο της διαδρομής του είχε, σαν το πιο φημι­σμένο εμπορικό κέντρο της Πόλης, 700 περί­που μαγαζιά πού το συντριπτικό τους ποσοστό άνηκε σε Ελληνες.

Χρυσαφικά μεγάλης αξίας λεηλατήθηκαν μέσα σ' ελάχιστα λεπτά απ' τους συμπλεκόμενους μεταξύ τους διαδηλωτές. Οταν ο όχλος έφθασε στην Αγία Τριάδα, ακούστηκαν οι κραυγές «Ανάθεμα στους άπι­στους!» και ο όχλος εισέβαλε στην εκκλησία. Ο,τι κινητό υπήρχε στον ναό καταστράφηκε ή βεβηλώθηκε. Εικόνες, άγια σκεύη, ράσα ήταν ο στόχος του μανιασμένου όχλου.

Το Πέρα μέσα σε λίγες ώρες άρχισε να αλλάζη όψη. Ό δρόμος αποκτούσε ένα περίεργο υπόστρωμα, πού ήταν ένα μίγμα απ' τα πράγ­ματα πού καταστρεφόταν: μηχανήματα, γούνες, ρολόγια, παπούτσια, λάδια, τυριά, υφά­σματα, πιατικά, ρούχα, διάφορα άλλα είδη τροφίμων και ένδυσης, ανακατεμένα, κάτω απ' το βάρος του όχλου πού κινιόταν συνεχώς, δημιούργησαν σιγά-σιγά μια υπερυψωμένη μάζα λασπώδη καί λιγδερή.

Στό μεταξύ το σχέδιο της καταστροφής όλων των ελληνικών περιουσιών της Πόλης βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη: Εκατό ομάδες εκτελούσαν το φρικιαστικό τους έργο σε μια τεράστια έκταση απ' τον Βόσπορο ως τη θά­λασσα του Μαρμαρά. Οι επί κεφαλής των διαδηλωτών με καταλό­γους σπιτιών και καταστημάτων των Ελλή­νων, διεύθυναν τις ομάδες του όχλου.

Ηταν ένας οργανωμένος τυφώνας πού σά­ρωνε τα πάντα στο πέρασμα του. Δεκάδες Ελληνες πολίτες και κληρικοί κακοποιήθη­καν. Λεηλατήθηκαν ή παραδόθηκαν στις φλό­γες 73 ελληνικές εκκλησίες. Καταστράφηκαν εικόνες, αγιογραφίες και σκεύη ανεκτίμητης ιστορικής και αρχαιολογικής άξιας. Κατα­στράφηκαν ολοσχερώς και τα 26 Ελληνικά σχολεία. Ή Πατριαρχική Σχολή του Φαναρι­ού πού ιδρύθηκε το 1453 και ή Θεολογική Σχο­λή της Χάλκης υπέστησαν το μένος του όχλου με ιδιαίτερη βαρβαρότητα. Το Ζάππειο Λύκειο δέχτηκε την επιδρομή του όχλου που κα­τρακύλησε απ' τις μεγάλες μαρμάρινες σκάλες το άγαλμα του ευεργέτου του Σχολείου Κων­σταντίνου Ζάππα και, κατέστρεψε όχι μόνο θρανία, πιάνο, αίθουσα τελετών αλλά έκανε και τεράστια ζημιά στις τοιχογραφίες πού κο­σμούσαν το εσωτερικό του σχολείου. 4.340 ελληνικά καταστήματα λεηλατήθηκαν και κα­ταστράφηκαν. 2.600 σπίτια Ελλήνων βρέθη­καν στο μάτι του κυκλώνα και παραδόθηκαν στο μένος καί την πρωτοφανή λύσσα του ό­χλου. Ρημάχτηκαν κυριολεκτικά καί κατα­στράφηκαν τα γραφεία και τα πιεστήρια των τριών μεγάλων ελληνικών εφημερίδων της Κωνσταντινούπολης.

Στό Ελληνικό νεκροταφείο του Σισλί μία ομάδα τυφλωμένων απ' το μίσος διαδηλωτών επί δύο ολόκληρες ώρες κατέστρεφε τάφους καί σταυρούς, έσκαβε τους πιο πρόσφατους καί έβγαζε έξω τα πτώματα μαχαιρώνοντας καί κομματιάζοντας τα.

Στήν Παναγία των Βλαχερνών, πού χτίστη­κε πάνω στα θεμέλια Βυζαντινού ναού του 470 μ.Χ., ο όχλος των διαδηλωτών κατέστρεψε με απίστευτη μανία ό,τι οι Ελληνες κατάφεραν να διατηρήσουν για χίλια τετρακόσια ογδόντα πέντε χρόνια.

Στόν Αγιο Γεώργιο στα Ψωμαθιά, μια εκ­κλησία χτισμένη τον 13ο αιώνα πού οι Τούρκοι ονόμαζαν kanli kilise (ματωμένη εκκλησία) απ' το αίμα πού έχυσαν στο σημείο εκείνο την ημέρα της άλωσης της Κωνσταντινούπολης, η μανία των διαδηλωτών μετέτρεψε την ιστορι­κή εκκλησία σε σωρό ερειπίων.

Στήν Ιερά Μονή της Ζωοδόχου Πηγής, γνωστή σαν Βαλουκλιώτισσα, οι αστυνομικοί καί ο νυχτοφύλακας πού υποτίθεται ότι τη φύ­λαγαν, καθοδήγησαν τον όχλο στην καταστρο­φή καί στη λεηλασία του ιστορικού Μοναστη­ρίου. Καί οι τρεις μοναχοί πού βρισκόταν τη νύχτα της 6ης Σεπτεμβρίου στο Μοναστήρι είτε θανατώθηκαν είτε βασανίστηκαν. Ό 90χρονος μοναχός Χρύσανθος Μαντάς βρήκε τραγικό θάνατο μέσα στις φλόγες της φωτιάς πού άναψαν για να τον κάψουν. Ό 6Οχρονος ηγούμενος, επίσκοπος Παμφιλίου Γεράσιμος, βασανίστηκε καί τραυματίστηκε βαρεία στο κεφάλι. Ό 35χρονος ιερέας Ευάγ­γελος χτυπήθηκε καί βασανίστηκε. Ό όχλος απαιτούσε τη σταύρωση του πού τελικά δεν έγινε, γιατί οι διαδηλωτές ήθελαν να απολαύ­σουν μία αργή καί σαδιστική σταύρωση, αλλά καθυστέρησαν πολύ, τους πρόλαβε ο Στρατιωτικός Νόμος πού κηρύχτηκε τα μεσάνυχτα καί φοβήθηκαν τις συνέπειες του.


Οί Πατριαρχικοί Τάφοι καί τα σκηνώματα των μεγάλων ευεργετών του Γένους πού από το 1850 καί μετά τοποθετούντο στον αυλόγυρο της Ιεράς Μονής, καταστράφηκαν με καννιβαλική μανία. Οι Πατριαρχικοί Τάφοι ανοί­χτηκαν καί τα οστά των νεκρών σκορπίστηκαν στους δρόμους.

21 ελληνικά εργοστάσια καταστράφηκαν ολοκληρωτικά. Σέ όσα βρισκόταν στα παράλια του Βοσπόρου οι μηχανές καί τα εργαλεία πετάχτηκαν στη θάλασσα.

110 ελληνικά εστιατόρια καί ξενοδοχεία λε­ηλατήθηκαν, καταστράφηκαν ή παραδόθη­καν στις φλόγες. Καί τα 27 ελληνικά φαρμα­κεία λεηλατήθηκαν καί καταστράφηκαν.

Οι βιασμοί γυναικών, ανεξάρτητα απ' την ηλικία τους, υπολογίζεται ότι ξεπέρασαν τους 200 τη νύχτα εκείνη, ενώ παρέμεινε άγνωστος ο τελικός αριθμός των νεκρών, πού ξεπέρασε τους 20, παρ' όλο πού οι οδηγίες πού είχαν δο­θεί απαγόρευαν τις δολοφονίες.

Το οργανωμένο σχέδιο της ολοκληρωτικής καταστροφής των περιουσιών των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης διήρκεσε 6 ώρες πε­ρίπου. Στίς 12 τα μεσάνυχτα καί, αφού οι τέλεια οργανωμένες ομάδες είχαν σχεδόν ολοκληρώ­σει το έργο τους, η Τουρκική Κυβέρνηση ευαρεστήθηκε να κηρύξει Στρατιωτικό Νόμο σε μια Πόλη παραδομένη στις φλόγες. Το σχέ­διο τους σημείωσε καταπληκτική επιτυχία. Το σύνολο σχεδόν των ελληνικών περιουσιών κα­ταστράφηκε. Ό ελληνικός πληθυσμός τρομο­κρατήθηκε. Οί απειλές για τη ζωή όσων είχαν επιβιώσει ήταν διάχυτες στην ατμόσφαιρα. Ό στόχος τους λαβώθηκε θανάσιμα, Ό Ελ­ληνισμός της Κωνσταντινούπολης δεν επρό­κειτο να συνέλθει ποτέ από το χτύπημα της νύ­χτας αυτής. Σιγά-σιγά καραβάνια ολόκληρα από Ελληνες εγκατέλειπαν την Βασιλεύουσα για να εξασφαλίσουν τουλάχιστον τη ζωή τους.

Λεωνίδα Κουμάκη «Το θαύμα» , γ' έκδοση, Αθήνα 1996, σσ. 41-74.


1/9/08

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Σάββατο βράδυ, ἀρχές Σεπτεμβρίου. Τό βουητό τῆς πόλης μονότονο κι ἐκνευριστικό. Οἱ καλοκαιρινές ἄδειες τελείωσαν κι ὅλοι γύρισαν πίσω. Συζητήσεις στά Ἀθηναϊκά μπαλκόνια γιά τούς τόπους τῶν διακοπῶν, τίς παραλίες, τίς «μπαταρίες πού γέμισαν», τά χρήματα πού ξοδεύτηκαν. Κουβέντες γιά ὄμορφα νησιά καί ἐξωτικές παραλίες, γιά ταξίδια στό ἐξωτερικό, γιά γαστρονομικές πανδαισίες, γιά ἐντυπωσιακά κλάμπ, γιά πολύωρες οἰνοποσίες, γιά ἐρωτικές «περιπέτειες». Νά κρατοῦσε κι ἄλλο ἡ καλοκαιρινή σχόλη, νά εἴχαμε πολλά χρήματα καί νά μήν δουλεύαμε, νά κερδίζαμε τό λαχεῖο... Ἐπίφαση εὐτυχίας σέ ἡλιοκαμμένα πρόσωπα, μά οἱ ψυχές βαρειές καί δυσκολεμένες. Κάθε φθινόπωρο ἡ ἴδια πάντα θλίψη, ἡ ἴδια πάντα ἀπαισιοδοξία.

Ἔγινε ἡ ζωή μας ἐπίπεδη καί ρηχή καί χάσαμε τήν ἰσορροπία μας. Κάναμε τίς διακοπές μας παρωδία ἀναψυχῆς, μεταφέραμε τήν ἔνταση τῆς μεγαλούπολης στήν ἐξοχή, τίς ἴδιες συνήθειες, τόν ἴδιο τρόπο διασκέδασης, τόν ἴδιο θόρυβο. Τυποποιήσαμε τά πάντα, τό φαγητό, τά ροῦχα, τήν μουσική. Μαζεύουμε λεφτά ὅλο τόν χρόνο γιά νά ζήσουμε λίγο τήν ψευδαίσθηση τοῦ πλούτου, νά βροῦμε χαρά στήν θερινή ὑπερκατανάλωση. Ἀφοῦ καταστρέψαμε τίς πόλεις, «ἐκσυγχρονίσαμε» καί τήν ἐπαρχία μέ τήν ξιπασιά τοῦ πρωτευουσιάνου. Κυριεύτηκε ἡ κάποτε πανέμορφη Ἑλληνική ὕπαιθρος ἀπό κακογουστιά, στά κτίρια, στίς παραλίες, στά μαγαζιά. Γέμισε ἡ ἐπικράτεια ἀπό «βιλίτσες», αὐθαίρετες καί νόμιμες, ἀκριβότερες συνήθως ἀπό ὅτι ἐπιτρέπει τό οἰκονομικό ἐπίπεδο τοῦ καθενός μας. Ἀτέλειωτες ὧρες δουλειᾶς καί χρέη γιά πολυτελῆ σπίτια πού θά κατοικηθοῦν ἕνα μῆνα τόν χρόνο.

Ἀναγκαῖο τό διάλειμμα στόν ἄνθρωπο τῆς σύγχρονης ἐποχῆς. Νά διακοπεῖ λίγο ὁ ἔντονος ρυθμός τῆς καθημερινότητας, νά μαζευτεῖ ἡ οἰκογένεια πού ἐλάχιστα βρίσκεται μαζί πιά, νά χαροῦμε τήν ξεγνοιασιά τῆς θάλασσας, τό γαλάζιο τοῦ οὐρανοῦ, τόν καθαρό ἀέρα, τίς καλοκαιρινές βραδιές μακριά ἀπό τό νέφος τῆς μεγαλούπολης. Ξεχάσαμε ὅμως πώς δέν εἶναι ὁ τόπος, ἀλλ’ ὁ τρόπος πού ξεκουράζει τήν ψυχή. Λησμονήσαμε πώς «ἐκεῖ πού εἶναι ὁ θησαυρός σου, ἐκεῖ θά εἶναι καί ἡ καρδιά σου». Κι ἡ καρδιά μας δοσμένη εἶναι στήν λατρεία τοῦ πλούτου, τοῦ εὔκολου κέρδους, τῆς πολυτέλειας, τῆς εὐδαιμονίας, τῆς ἀλόγιστης ἐρωτικῆς ἐπιθυμίας. Αὐτά ἀποζητοῦμε καί στίς διακοπές μας, αὐτά ἀποζητοῦμε νά μᾶς «ξεκουράσουν».

Δύσκολο ὅμως νά ξεκουραστεῖ ἡ ψυχή, ὅταν δέν ὑπάρχει σκοπός καί λόγος στήν ζωή, δύσκολο νά εἰρηνεύσει ὅταν ἡ ἀστοχία γίνεται κανόνας. Ὑπερβήκαμε τό μέτρο καί ἀλλοτριωθήκαμε. Χάσαμε τήν ἁπλότητά στόν καθημερινό βίο, στίς σχέσεις μας, στήν ἐπικοινωνία μας. Χωρίς πίστη οἱ περισσότεροι, ἀναζητοῦμε νόημα στό ἀσήμαντο, ψάχνουμε τήν χαρά στό ἐφήμερο. Μονόδρομος οἱ ἐπιλογές μας, παυσίπονα στήν μοναξιά μας, στήν ἔλλειψη νοήματος.

Εὐλογία οἱ διακοπές ὅταν γίνουν πρότυπο ζωῆς, ὅταν ἀναζητήσουμε τήν γαλήνη πού λείπει ἀπό τήν σύγχρονή πραγματικότητα, ὅταν ψηλαφήσουμε ἕναν ἄλλο τρόπο ζωῆς.

Κοντά στήν φύση ἡ δοξολογία βγαίνει πιό εὔκολα ἀπό τήν ψυχή, θαυμάζει ὁ ἄνθρωπος τά ἔργα τοῦ Θεοῦ, τήν ὀμορφιά τῆς πλάσης. Εὐκαιρία νά ζήσουμε λιτά, χωρίς τά περιττά πού συσσωρεύσαμε στήν πόλη, νά προσπαθήσουμε (ἐπιτέλους) νά ἐπικοινωνήσουμε μέ τά ἀγαπημένα μας πρόσωπα, νά στοχαστοῦμε πάνω σ’ ὅλα αὐτά πού συνήθως τόν ὑπόλοιπο χρόνο θέλουμε νά ξεχάσουμε, νά γνωρίσουμε λίγο τόν ἑαυτό μας, νά ὁμολογήσουμε τίς ἀδυναμίες μας, νά ἀναζητήσουμε τόν χαμένο χρόνο, νά μελετήσουμε, νά προσευχηθοῦμε, ν’ ἀποζητήσουμε τόν Χριστό πού τόσο λείπει ἀπό τήν ζωή μας.

Σάββατο βράδυ, ἀρχές Σεπτεμβρίου. Τό βουητό τῆς πόλης σκεπάζει τά λόγια. Ἄλλο ἕνα καλοκαίρι πέρασε, ἄλλος ἕνας χειμώνας θά’ ρθει. Στά χείλη ἔρχεται ἡ ἰκεσία τοῦ Ἁγίου Μελωδοῦ: Ἥλιε ἄδυτε, ἄσβηστε, ἀκατάληπτε, Ἐσύ πού στούς Μάρτυρες λάμπεις, καί τήν ψυχή μου καταφώτισε...