22/1/11

Κάνει κρύο κι απόψε...


 Ο άνεμος λυσσομανά κι αγριεμένος τρυπώνει ανάμεσα στα μαλλιά των περαστικών σφυρίζοντας αλλόκοτους ρυθμούς στ’ αυτιά τους, στο ανοιχτό μπουφάν, που η καλή του ποιότητα αψηφά το κρύο, στο μάλλινο κασκόλ, που στοιχίζει όσο ένα μπουφάν. Τρυπώνει κι ανάμεσα στο χαρτόκουτο, που ούτε τα γόνατα δε φτάνει να καλύψει, ανάμεσα στα καρφωμένα, πάντα παράλληλα και ποτέ ενωμένα σαν μαλωμένα, στην ίδια βάση ξύλα που παλιού παγκακιού της πλατείας. Το παλτό, που κάποιος άγνωστος του χάρισε προχθές - από τύψεις, ντροπή, αγάπη ή μπούχτισμα του περιττού - τού πέφτει κοντό στα μανίκια και τα χέρια του κρυώνουν, σαν παγωμένα από θάνατο μοιάζουν τα άσπρα, δίχως αίμα καθάριο να κυλάει στις φλέβες του, δάχτυλα.


 Κρύο κι άστεγος, μια μάχη αναπόφευκτη και άνιση. Αναπόφευκτη από τη στιγμή που αποφάσισε πουλί ελεύθερο πως θέλει να είναι, πέρα από συμβατικότητες, όπως νόμιζε (οικογένεια, ωράρια, αφεντικά), όταν απογοητεύτηκε από τη σκληρή πλευρά της ζωής (γονείς αυστηροί, δίχως καμία κατανόηση για τα εφηβικά του προβλήματα, πόρτες κλειστές στις πρώτες απόπειρες για δουλειά, εκμετάλλευση του κόπου του κι ιδρώτα). Πουλί ελεύθερο, που κάποιοι τού είπαν πως πιο ψηλά απ’ τον ουρανό μπορεί να πετάξει, αυτοί ξέρουν τον τρόπο, μα κοστίζει. Αναπάντεχη χαρά το γεμάτο χαρτονομίσματα πορτοφόλι της κλεμμένης τσάντας, μικρό κακό το άδειασμα του ταμείου στην παραπάνω γειτονιά κι ύστερα αυτόφωρο, φυλακίσεις μηνών, απόρριψη από τους συγγενείς και ένα μεγάλο ανθρωπομάνι, αυτό της σκοτεινής πλατείας. Τους περισσότερους τους ξέρει με τα μικρά τους ονόματα, ιστορίες παρόμοιες με τις δικές του. 
  

Κάνει κρύο κι απόψε κι αυτός κλείνει την ανάσα του στη χούφτα του, να τις κρατήσει ζεστές και τις δυο. Μα πόσο μπορεί ακόμη να ζεστάνει τα σωθικά του; Μια κρύα τυρόπιτα έφαγε για βράδυ και ένα μισοτελειωμένο αναψυκτικό, που βρήκε στον κάδο των σκουπιδιών, για να υγράνει το στεγνωμένο του λαιμό. 


Νιώθει 70 χρονών κι ας είναι μόλις 26. Τα δόντια του κιτρινισμένα, το χνώτο του βρωμάει, τα μπράτσα του διάτρητα απ’ τις ενέσεις. Βαριά τα βήματά του, ένα με το πεζοδρόμιο που πάνω του σέρνονται ανήμπορα.

           
Κάνει κρύο κι απόψε και θα ’θελε κι αυτός τέσσερις τοίχους και μια χαραμάδα να σφυρίζει ο αέρας, θα ’θελε ένα πιάτο σπιτικό φαΐ, ένα στρώμα και μια μεγάλη κουβέρτα να τυλιχτεί μέσα της σφιχτά. Όμως τον ξεγέλασε η αυταπάτη των 15 χρόνων του, των 20 αργότερα και τώρα νιώθει πως δεν υπάρχει επιστροφή. Στράφι πήγε η ζωή του, αυτήν, που από μικρός ονειρευόταν λαμπερή κι επιτυχημένη, αυτήν τη ζωή, που κι ο ίδιος ξέρει πως δεν διεκδίκησε όσο θα έπρεπε. 
  
          
 Βιαστικοί και φοβισμένοι περπατούν δίπλα του οι νυχτερινοί διαβάτες, γιατί κάνει κρύο κι απόψε. Να' χε τη δύναμη να τους φωνάξει πως να περπατήσει μαζί τους θα ’θελε, να νιώσει ξανά ζωηρός και δραστήριος, πως το σώμα του μπορεί να το γέρασε πρόωρα, μα πως η ψυχή του διψά να ζήσει, να αρχίσει πάλι από την αρχή. Μα ποιος να τον ακούσει μέσα στη βοή της πόλης!      
 

 Μια προσευχή που είχε μάθει μικρός, τού ήρθε αυθόρμητα στη σκέψη και μια συγγνώμη στον Θεό που τόσο αλόγιστα χαράμισε το δώρο της ζωής του, ανέβηκε στα μελανιασμένα του χείλη, που άπνοα πια, τ’ άγγιξε ο παγωμένος αέρας για τελευταία φορά.

          Κάνει κρύο κι απόψε… γι’ αυτόν για τελευταία φορά.


                                                                                Δέσποινα Κόλλια

15/1/11

Αλβανίας Αναστάσιος: «Δεν βρήκαμε θρόνο αλλά σκαμνάκι με καρφιά»


11/1/11

Χωρούν δυο εγωισμοί να ταξιδέψουν ;


Χωρούν δυο εγωισμοί να ταξιδέψουν πλάι - πλάι στον δρόμο τον λιγότερο ταξιδεμένο;

Μου το έφερε εχθές ο ξάδερφός μου. Συνήθως είχε φωτογραφίες έγχρωμες, καλλιτεχνικές από παραλίες και καλντερίμια. «Για την ενίσχυση του Συλλόγου του Χωριού», μου είπε. «Εφέτος νομίζω πως εσένα ειδικά πολύ θα σ’ αρέσει». Δεν ξέρω αν το είπε επειδή ήξερε πόσα αντίστοιχα μυστήρια έχω παρακολουθήσει, ή για το ειδικό φιλολογικό ενδιαφέρον. Δεν τον ρώτησα, απέμεινα απλώς να ξεφυλλίζω τις σελίδες με τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες και τα συνοδευτικά δίστιχα πανομοιότυπα τοποθετημένα πάνω από την γνωστή αρίθμηση.



Έχει εξώφυλλο μια ξύλινη στεφανοθήκη με σταυρό το νέο ημερολόγιο του Συλλόγου και φιλοξενεί ανά μήνα κι από έναν γάμο χωριανών των μέσων του περασμένου αιώνα συνοδευμένο από τραγούδια που ειπώθηκαν ειδικά για κάθε ζευγάρι. Δεν έμεινα στα λαογραφικά στοιχεία, παρότι έχουν ενδιαφέρον, είτε αφορούν προξενιά, προίκα ή τελετουργίες και αντιλήψεις. Αστραπιαία σκέφτηκα πως τώρα η φασαρία κι η αδιαφορία κατά την τέλεση του μυστηρίου είναι μεγαλύτερες. Μόνο ο «τελετάρχης» ιερέας αναμένεται να προσευχηθεί κι ας μην ξέρει τους μνηστευόμενους, μάγος της φυλής αλλόγλωσσος που και αυτός όμως παραγκωνίστηκε από τον φωτογράφο και καμέραμαν. Μα και τότε η αμάθεια δεν βεβαίωνε πως τα πράγματα ήταν καλύτερα. Αφήστε που κανένα μυστήριο δεν έχει ουσιαστικά ισχύ αν δεν το ενεργοποιήσουμε με τη βιοτή μας. Κι αυτό είναι που με καίει κυρίως, το μετά την τελετή, όπου σχεδόν ποτέ τα πράγματα δεν ήταν όντως ανθόσπαρτα, ίσως παλιά μόνο πιο κουκουλωμένα ή συμβιβασμένα.



 Παρατηρώντας τις φωτογραφίες, αναγνώρισα πρόσωπα που αλλαγμένα λόγω προσμείξεων DNA ταυτίζονται με παιδιά ή ρυτιδιασμένα με γέροντες σημερινούς, κάποιους που χήρεψαν πια, άλλους που κακόπεσαν ή καλογερνούν χέρι – χέρι. Οι όλο χαμόγελα φωτογραφίες και τα σχετικά δίστιχα αποτυπώνουν τις ελπίδες που θέριευε κι άλλοτε ο γάμος, όπως κάθε ξεκίνημα. Γνωρίζοντας από αφηγήσεις τρίτων το μετά, η θλίψη πέρασε σύννεφο στο ουρανό του μυαλού μου. Πόση δυστυχία για τους περισσότερους που ξεκινούσαν με τόση χαρά... Μπορεί να μη χώριζαν τότε στην κλειστή κοινωνία μα το μαρτύριο υπήρχε. Κι οι άλλοι πώς τα κατάφεραν; Εγώ τι κάνω αντίστοιχα; 

 
Θύμωσα σκεπτόμενη πώς η τόση δυστυχία δεν βοήθησε στην εξέλιξη του είδους μας, αντίθετα μας άφησε ανέγγιχτους στην καθήλωση στο ανούσιο. Παραινέσεις που επαναλαμβάνονταν σαν ηχώ μέσα στα χρόνια: «Ο έρωτας περνά απ’ το στομάχι, πρέπει να του μαγειρεύεις καλά και να προσέχεις πολύ το σπίτι». Μα οικιακή βοηθό ή μαγείρισσα θέλει ο άλλος; «Είδες η ξαδερφή σου που πήρε τόσο καλό παιδί; Ξέρω τους γονείς του κι είναι γιατρός…» Δηλαδή δεν είναι άνθρωπος;  


 Πολύ θα ’θελα να ‘χα μάθει κάτι περισσότερο από το να έχω αόριστα  «κορόνα στο κεφάλι μου τον άντρα μου και την πεθερά μου στα ώπα ώπα». Πόσο πιο ωφελημένη θα ‘μουν αν κάποιος μου έλεγε πως χρειάζονται όρια στις σχέσεις και με τους τέσσερεις γονείς, όρια όχι απομάκρυνσης μα αγάπης. Πως η σχέση δεν είναι κατάσταση αλλά διαρκής κατάκτηση, αφού κανείς δεν είναι δεδομένος… Ή μήπως έπρεπε να πάθω για να μάθω;



    Αυτοί εδώ που στολίζουν τον Ιούνη, και σήμερα ευτυχούν. Πώς τα κατάφεραν; Σίγουρα όχι επειδή τους έριξαν ρύζι και ρίζωσαν, ούτε διότι η γυναίκα πάτησε πόδι κόβοντας του κυρίου τον βήχα εφάπαξ… Δεν αρκούσε εκείνος να μην την δει με το νυφικό πριν το γάμο, όχι δεν ήταν το έτερο ήμισυ ο ένας του άλλου, μοναδικοί στον πλανήτη που ευτυχώς συναντήθηκαν. Με όποιον κι αν βρεθούμε αν το παλέψουμε και δη εν Χριστώ, η σχέση κυλά. Όχι μόνο επειδή είμαστε δυο «καλά παιδιά», ούτε γιατί ερωτευτήκαμε παράφορα.



 Φυλλομετρώντας το χθες, αντίκρισα κρυστάλλινο το σήμερα, αφού η αμαρτία και η αρετή είναι κοινή σε όλες τις εποχές. Η κάθε μορφής καταπίεση των γονιών που απ’ το μεταξύ τους πέρασε στον κανακάρη ή τη μοσχαναθρεμμένη θυγατέρα δεν μας εξέλιξε μα ούτε νουθετεί. Κάποιοι, καμένοι ή παρασυρμένοι από το πνεύμα των καιρών, πάντως σίγουρα μη συνειδητοποιημένοι, μηδενίζουν. Δεν ισχύει ούτε πως «ο γάμος σκοτώνει τον έρωτα» ούτε το «ο παντρεμένος ζει κορόιδο στο κλουβί». «Τα χρόνια μας τα λεύτερα στο γάμο εκάνανε φτερά»; Τουναντίον… 

 
Καταρχάς, ο έρωτας μόνος του αυτοκαταστρέφεται αν δεν αλλοιώνεται σταδιακά σε αγάπη, αν οι γωνίες μας δεν λειαίνονται με τη συμβίωση κι ο καθένας μένει πεισματικά στο θέλημά του. Έπειτα, κάθε περίπτωση όπως και καθένας μας είναι διαφορετική. Άρα μαζικές βελτιώσεις και πανάκειες δεν υφίστανται. Καθένας μοναχός του πορεύεται κι όσο ο ίδιος αλλοιώνεται στην πορεία προς το ομολογημένο ή μη Κέντρο, τόσο πλησιάζει τον άλλο συνοδοιπόρο. Τι κρίμα που παλεύουμε μια ζωή μόνο τον άλλον ν’ αλλάξουμε... 



Έπειτα, πόσο επαναπαυόμαστε… Κωφεύουμε στις έμμεσες καμπάνες κινδύνου που κρούει ο άλλος και εθελοτυφλούμε στην ευθύνη μας… Μόνο τ’ αρνητικά του αναγνωρίζουμε συνήθως εμείς οι αυτοδικαιωμένοι… Κι όμως μπορούσαμε, από εμάς εξαρτιόταν…
Αυτό με ανησυχεί, η διαχείριση της ελευθερίας μας... Οι φίλες που μια ωραία πρωία ξύπνησαν κι ο άντρας τους πήγε για τσιγάρα στο περίπτερο ανεπιστρεπτί. Κανείς τους δεν ήταν κακός. Απλώς ο ένας ένιωσε πρώτος το τέλμα. Η ευθύνη συχνά βαραίνει αυτόν που μένει πίσω κι ας προσπαθεί μανιωδώς να την αποποιηθεί εξ ολοκλήρου. Η απογοήτευση δεν χωρά ηθικολογίες ούτε λογική. Μια γυναίκα που πρώτη παραιτήθηκε από μια σχέση περιοριζόμενη στο ρόλο της καθαρίστριας ή της μάνας, ή ένας άντρας γερασμένος πρόωρα από την ασταμάτητη μετακίνηση απ’ τη δουλειά στην αραχτή θέση απέναντι στην τηλεόραση δεν είναι οι ηθικοί αυτουργοί;


 Ελπίδα υπάρχει κι είναι η μετάνοια ως τρόπος ζωής, η αναζήτηση της προσωπικής ευθύνης, η λεβεντιά μπροστά στις δυσκολίες και την ελευθερία μας, η ευχαριστία και παράκληση σ’ Εκείνον που ευλόγησε πρώτα εκείνο το ζευγάρι στην Κανά…

 Ε.Κ.

7/1/11

ΜΝΗΜΗ κυρ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ 2

Συνεχίζουμε το αφιέρωμα στον Άγιο των Ελληνικών Γραμμάτων, με μια γλαφυρή και συγκινητική περιγραφή από τον ευθυμογράφο Σταμάτη Σταματίου (1845 - 1946), γνωστό ως  ΣΤΑΜ ΣΤΑΜ, με τίτλο "Πως τον πρωτογνώρισα".



"... άνοιξε η πόρτα και μπήκε ένας άνθρωπος, μάλλον υψηλός, κακοντυμένος, με υποκάμισο ζουλισμένο στο λαιμό, χωρίς γραβάτα, με ρούχα οπωσδήποτε απεριποίητα και μακρύ επανωφόρι τριμμένο. Παρά τη φτωχική εμφάνιση, τα γένια του και τα απεριποίητα μαλλιά του, το μελαμψό του πρόσωπο, ήταν κόκκινο στα μάγουλα, κι από τα μάτια του έσταζε μια γλύκα. Εμπήκε συνεσταλμένος και δειλός.

- Ο κύριος Σταματίου;
Ενόμισα πως ήταν κανένας απ' τους φτωχούς, που συστημένοι εις εμέ από τη διαχείριση, ήρχοντο να πάρουν σημείωμα για να λάβουν το χριστουγεννιάτικο βοήθημά τους.
-Εγώ είμαι, του απήντησα, αλλά καθίστε μια στιγμή, σας παρακαλώ, να τελειώσω κάτι που γράφω εδώ κι αμέσως θα σας διευκολύνω.
Εκάθισε σκυφτός με γυρισμένο το κεφάλι και κοίταζε διαρκώς το πάτωμα.


-Ο κακομοίρης, σκέφτηκα, φτώχεια μεγάλη θα'χει!
Και τον κοίταζα με βλέμμα πονεμένο και μια συμπάθεια μεγάλη που έφτανε μέχρι συγκινήσεως.
-Ορίστε, του είπα, άμα τελείωσα.
-Με ζητήσατε;
-Όχι, εγώ δε σας ζήτησα, αλλά ξέρω γιατί ήρθατε και θα τελειώσω αμέσως τη δουλειά σας.(...)
Για να κανονίσω το ποσόν όπου θα έπαιρνε, ηθέλησα να μάθω τα μέλη της οικογένειάς του.(...)


Για να τον βοηθήσω περισσότερο, εσκέφθηκα να κάμω μια πλαστογραφία. Να συμπεριλάβω ως συγκατοικούσας εις τας Αθήνας με αυτόν και τας αδελφάς του κι έκαμα μιαν απόδειξη για τριάκοντα δραχμές.
-Λαμβάνεις τον κόπο, του είπα, να περάσεις από το λογιστήριο.
Ευχαρίστησε ψιθυριστά, σαν φοβισμένος και συνεσταλμένος πάντοτε, σηκώθηκε, αλλά σα να κοντοστεκότανε.
-Κι αυτά τι να τα κάμω; Δεν τα θέλετε;
Και μου έδειχνε κάτι χαρτιά. Νόμισα πως ήταν πιστοποιητικά απορίας.
-Κράτησέ τα, του είπα. Εμάς δε μας χρειάζονται.
Εσείστηκε, λυγίστηκε ολίγο, έκανε, σκυφτός να φύγει, ξαναγύρισε.
-Τότε αφού δε σας χρειάζονται αυτά, εγώ με τι δικαίωμα θα πληρωθώ;
-Δεν πειράζει, αρκούμεθα εις τον λόγον σας. Χριστούγεννα είναι τώρα.
-Ναι, αλλά αν δεν πάρετε αυτά, εγώ δεν μπορώ να πάρω χρήματα.
-Μα δεν τα παίρνετε εσείς τα χρήματα. Σας τα δίνουμε εμείς!
-Ε, τότε, πάρτε κι εσείς ετούτα που μου τα ζητήσατε.



Και τα άφησε σιγά και μαλακά πάνω στο τραπέζι. Εσκέφθηκα, μήπως του ζήτησε τίποτα πιστοποιητικά το λογιστήριο.
-Μα τι είναι, επιτέλους αυτά, του λέω, και πρέπει απαραιτήτως να τα πάρουμε;
-Το διήγημα των Χριστουγέννων, που μου εζητήσατε.
-Το διήγημα των Χριστουγέννων...και ποιος είστε εσείς;
-Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης!
-Ο ίδιος;
-Ο ίδιος και ολόκληρος.
Έπεσε το ταβάνι και με πλάκωσε, η πέννα έφυγε απ΄τα χέρια μου, όλα εκεί μέσα, εικόνες, καρέκλες, βιβλία, εφημερίδες, σα να στροβιλίστηκαν γύρω μου κι έκανα ώρα να συνέλθω.






Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης! Αυτός ο πρίγκηψ των Ελλήνων λογογράφων, που τον φανταζόμουνα ακτινοβολούντα, γελαστόν, ωραίον, καλοντυμένον, ευτυχή, γεμάτον εγωϊσμό, αέρα και μεγαλοπρέπεια, αυτός!...
Αυτός ο μαλακός, ο καλός, ο δειλός, ο φοβισμένος, και τσαλακωμένος άνθρωπος, που στεκότανε με συστολή μαθητού επιμελούς, εκεί ενώπιον μου! (...)
Του έσφιξα το χέρι χωρίς να ημπορώ ούτε μια λέξη να προφέρω. Από την ταραχή μου και τη σαστιμάρα μου ούτε το φως δεν άναψα. Αισθάνθηκα ένα τρεμουλιαστό χέρι να σφίγγει το δικό μου και τον έχασα μέσα στο σκοτάδι...
Έμεινε όμως πίσω μια μοσχοβολιά κεριού που λιώνει εμπρός στις άγιες εικόνες, κάτι από του καντηλιού το σβήσιμο, κάτι από θυμιατού πέρασμα μακρινό, μακρινό πολύ...".



3/1/11

ΜΝΗΜΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ





Μνήμη Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη σήμερα, 3 Ιανουαρίου (κοιμήθηκε το 1911). Παραθέτουμε το παρακάτω περιστατικό που αφηγείται ο συγγραφέας και φίλος του Αγίου των Ελληνικών γραμμάτων Παύλος Νιρβάνας, όταν τράβηξε την γνωστή φωτογραφία στον κυρ Αλέξανδρο, στο οποίο μπορούμε να διαγνώσουμε την σεμνότητα του μεγάλου λογοτέχνη.

Σε μια εποχή όπου πλήθος ασήμαντων «καλλιτεχνών», διανοουμένων, πολιτικών (και όχι μόνο!) περιφέρονται από κανάλι σε κανάλι και αγωνιούν για μια φωτογράφηση και μια συνεντευξούλα σε κάποιο περιοδικό, το ήθος του Παπαδιαμάντη μοιάζει εξωπραγματικό


Ο καημένος ο Αλέξανδρος! Καινούργιες ανησυχίες θα είχε πάλι η ασκητική του ψυχή με τη συρροή τόσων ξένων και δικών μας μουσαφιρέων στο ταπεινό του σπιτάκι του ωραίου νησιού. Τον έτρομαζε τόσο πολύ « η περιέργεια του Κοινού». Είχα διηγηθεί άλλοτε την ανησυχία του αυτή, όταν πήγα, κλέφτικα, με χίλιες προφάσεις, να τον φωτογραφίσω απάνω στο καφενεδάκι της Δεξαμενής. Δεν υπήρχε ως τότε φωτογραφία του Παπαδιαμάντη. Και συλλογιζόμουν ότι απ' τη μια μέρα στην άλλη μπορούσε να πεθάνει ο μεγάλος Σκιαθίτης, και μαζί του να σβύση για πάντα η οσία μορφή του. Και πότε αυτό; Σε μια εποχή που δεν υπάρχει ασημότητα που να μην έχει λάβει τις τιμές του φωτογραφικού φακού. Και πως θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μια τέτοια παράλειψη της γενεάς μας σ' εκείνους που θά’ρθουν κατόπι μας να συνεχίσουν το θαυμασμό μας για τον απαράμιλλο λυρικό ψυχογράφο των καλών και των ταπεινών και τον αγνότατο ποιητή των νησιώτικων γιαλών; Αλλά ο αγνός αυτός χριστιανός, με τη ψυχή του αναχωρητή, δεν εννοούσε, με κανένα τρόπο, να επιτρέψη στον εαυτό του μια τέτοια ειδωλολατρική ματαιότητα. «Ου ποιήσεις σεαυτω είδωλον ουδέ παντός ομοίωμα» ήταν ή άρνησή του και η απολογία του. Αποφάσισα όμως να πάρω την αμαρτία του στο λαιμό μου. Ο Θεός και η μακαρία ψυχή του ας μου συχωρέσουν το κρίμα μου.  Ε­νας από τους ωραιότερους τίτλους που αναγνωρίζω στη ζωη μου, είναι ότι παρέδωκα στους μεταγενέστερους τη μορφή του Παπαδιαμάντη.


Με τι δόλια και αμαρτωλά μέσα επραγματοποίησα τον άθλο μου αυτό, το διηγήθηκα, όπως είπα, αλλού. Εκείνο που μου θυμίζουν ζωηρότερα τώρα οι ευλαβητικές γιορτές της Σκιάθου, είναι η ανησυχία του τη στιγμή που τον αποτράβηξα ως την προσήλια γωνίτσα του μικρού καφενείου, για να ποζάρη μπροστά στον φακό μου. Να «ποζάρη» είναι ένας λεκτικός τρόπος. Είχε πάρει μόνος του τη φυσική του στάση απάνω σε μια πρόστυχη καρέκλα, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, με το κεφάλι σκυφτό, με τα μάτια χαμηλωμένα, στάση βυζαντινού αγίου, σαν ξεσηκωμένη από κάποιο καπνισμένο παλιό τέμπλο ερημοκλησιού του νησιού του. Αυτή δεν ήταν στάση για μια πεζή φωτογραφία. Ήταν μια καλλιτεχνική σύνθεση, και θα μπορούσε να είναι ένα έργο του Πανσελήνου ή του Θεοτοκοπούλου. Αμφιβάλλω αν φωτογραφικός φακός έλαβε ποτέ μια τέτοια ευτυχία.
Αλλά ο Αλέξανδρος ήταν βιαστικός να τελειώνουμε. Γιατί; Μου το ψιθύρισε, ανήσυχα στο αυτί, και ήταν η πρώτη φορά που τον είχα ακούσει - ούτε φαντάζομαι πως θα τον άκουσε ποτέ κανένας άλλος - να μιλεί γαλλικά:
- Nous excitons la curiosite du public.


Ακούσατε; Ερεθίζαμε την περιέργειά του...κοινού! Ποιού κοινού; Δεν ήταν εκεί κοντά μας παρά ένα κοιμισμένο γκαρσόνι του καφενείου, ένας γεροντάκος που λιαζότανε στην άλλη γωνία του μαγαζιού, και δυό λουστράκια που παίζανε παράμερα. Αυτό ήταν το κοινό, που ανησυχούσε τον Παπαδιαμάντη η «περιέργειά» του. Κι' αυτή ήταν ή διαπόμπευσή του, που βιαζότανε να της δώση ένα τέλος,
-Η φιλία ενικησέ το ζορμπαλίκι... μου είπε - αντιγράφω τα ίδια του τα λόγια - στο τέλος του μαρτυρίου του.
Μηπως δεν ήταν, στ' αλήθεια, μια πραγματική θυσία που είχε κάνει στη φιλία μου; Μια θυσία της αγιότητάς του στην ειδωλολατρική ματαιότητα των εγκόσμιων;


Και συλλογίζομαι τώρα τις εκατοντάδες των Γαλλων προσκυνητών της εταιρείας Μπυντέ, και των δικών μας του «Οδοιπορικού Συνδέσμου», που πέρασαν το κατώφλι του ταπεινού του ερημητήριου, όπου πλανάται τώρα η σκια του στα γνώριμα και αγαπητά της κατατόπια της ζωής του και της εργασίας του. Συλλογίζομαι την παράταξη των ναυτικών αγημάτων, που παρουσίασαν όπλα μπροστά στο μνημείο του. Συλλογίζομαι τις στολές, τα ξίφη, τις χρυσές επωμίδες που έλαμπαν κάτω από τον ήλιο του νησιού του, για τη δόξα του. Συλλογίζομαι τους λόγους των επισήμων, τους εθνικούς ύμνους, τα στεφάνια της δάφνης, τις πανηγυρικές κωδωνοκρουσίες, που έπλεξαν με ήχους και χρωματα το εγκώμιό του. Συλλογίζομαι όλα αυτό το δοξαστικό πανηγύρι, και η σκέψη μου πετάει στο «Κοινόν» του ερημικού καφενείου της Δεξαμενής - ένα γκαρσόνι, ένας γεροντάκος, δυό λουστράκια - που ανησυχούσε, τη μακρυνή εκείνη μέρα ο μακαρίτης μήπως «ερεθίση την περιέργειά των». Τι ανησυχία θα είχε νοιώσει τώρα, στα βάθη του ταπεινού τάφου όπου «αναπαύεται εν Χριστώ» ο χριστιανός ποιητής των ταπεινών, από το δοξαστικό αυτό θόρυβο; Και πόσο θα βιαζότανε πάλι να τελείωση; Αν σάλεψαν, από μυστικές αύρες, αυτή τη στιγμή, τα κυπαρίσσια του τάφου του, ένας στεναγμός θα βγήκε από το θρόϊσμά τους. Ένας ήχος, που θα ξαναψιθύριζε τα παλιά του εκείνα ανήσυχα και τόσο συμπαθητικά λόγια, σε μία γλώσσα που την εννοούσαν τώρα, γιατί ήταν δική τους, οι ευλαβητικοί προσκυνητές του της γαλλικής γης:
— Nous excitons la curiosite du public.

(Παύλος Νιρβάνας, Νεα Εστία 1933, τεύχ. 163)