24/4/11

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!


 Κλείστε το mixpod player πρώτα

 Ομιλία του π. Χριστοδούλου στην Θεία Λειτουργία του Πάσχα.


Θα ή­θε­λα να σας με­τα­φέ­ρω μια ει­κό­να α­πό τα πα­λιά, για να την κρα­τή­σου­με κα­θώς θ’ αρ­χί­σε­τε να προ­σέρ­χε­στε στην Θεί­α Κοι­νω­νί­α.
Τους τρεις πρώ­τους αι­ώ­νες της χρι­στι­α­νι­κής κοι­νό­τη­τας, τό­τε που οι χρι­στια­νοί εί­χαν το Χ κε­φα­λαί­ο, ό­σοι μό­λις πριν α­πό λί­γο εί­χαν βα­πτι­στεί ο­μα­δι­κά, κρα­τών­τας κε­ριά στα χέ­ρια τους, έμ­παι­ναν στον να­ό για να κοι­νω­νή­σουν. Τό­τε που η βά­πτι­ση δεν ή­ταν μια ι­δι­ω­τι­κή τε­λε­τή, ό­που ο κα­θέ­νας προ­σέρ­χε­ται να κά­νει την γι­ορ­τή του στον να­ό, να φο­ρέ­σει τα κα­λά του και να ε­πι­δει­χθεί, να κου­βεν­τιά­ζει α­δι­α­φο­ρών­τας για τα τε­λού­με­να στο μυ­στή­ριο
Αλ­λά προ­σέρ­χον­ταν τό­τε ό­λοι, με συγ­κλο­νι­σμό και χα­ρά με­γά­λη για τους νέ­ους χρι­στια­νούς που μό­λις εί­χαν γί­νει μέ­λη της εκ­κλη­σί­ας. Κι οι νε­ο­βα­πτι­σθέν­τες έμ­παι­ναν στο Να­ό προ­χω­ρών­τας α­πό το βα­πτι­στή­ριο, κρα­τών­τας τα κε­ριά τους, που συμ­βό­λι­ζαν τη νέ­α ζω­ή, τον Χρι­στό, το και­νό φως, φο­ρών­τας λευ­κούς χι­τώ­νες κι πο­ρεύ­ον­ταν με την σει­ρά να κοι­νω­νή­σουν για πρώ­τη φο­ρά στη ζω­ή τους. Δεν ή­ταν μια ι­δι­ω­τι­κή υ­πό­θε­ση. Ή­ταν μια υ­πό­θε­ση ό­λων.

            Α­π’ ό­λ’ αυ­τά σή­με­ρα, στον πο­λύ κό­σμο έ­μει­νε το κε­ρί. Έρ­χον­ται οι άν­θρω­ποι α­μή­χα­να στις 11:30 η ώ­ρα να πά­ρουν το φως να το πά­νε πί­σω στο σπί­τι τους, πράγ­μα που λει­τουρ­γι­κά δεν ση­μαί­νει α­πο­λύ­τως τί­πο­τα. Σκε­φτεί­τε, α­πό ό­λη αυ­τή την α­κο­λου­θί­α α­πο­μο­νώ­νε­ται το κε­ρί. Να ση­μει­ώ­σου­με ε­δώ και να το θυ­μί­σου­με. Ό­τι το κε­ρί εί­ναι α­πλώς το κα­τά­λοι­πο αυ­τής της βα­πτι­σμα­τι­κής συ­νη­θεί­ας, του συμ­βο­λι­σμού δη­λα­δή οι νε­ο­βα­πτι­σθέν­τες να κρα­τά­νε έ­να κε­ρί. Το φως δεν ευ­λο­γεί­ται, και το φως που α­νά­βου­με εί­ναι συμ­βο­λι­κό, προ­έρ­χε­ται α­πό την καν­δή­λα του Να­ού που καί­ει ό­λο τον χρό­νο. Και αυ­τή η συ­νή­θεια να έρ­χε­ται το ά­γιο Φως α­πό το Πα­τρι­αρ­χεί­ο Ι­ε­ρο­σο­λύ­μων άρ­χι­σε το 1988 και το ξε­κί­νη­σε έ­να πρα­κτο­ρεί­ο τα­ξι­δί­ων μα­ζί με το Πα­τρι­αρ­χεί­ο, έ­τσι για το κα­λό που λέ­με. Θέ­λω να πω μ’ αυ­τό ό­τι ε­πί 1988 χρό­νια κα­νείς δεν θε­ω­ρού­σε α­πα­ραί­τη­το να φέ­ρει το φως α­π’ τα Ι­ε­ρο­σό­λυ­μα, ό­πως δεν πη­γαί­νει και στη Ρω­σί­α, στη Ρου­μα­νί­α και αλ­λού.
Για­τί το κέν­τρο της α­πο­ψι­νής βρα­διάς δεν εί­ναι κα­νέ­να κε­ρί. Το κέν­τρο της α­πο­ψι­νής βρα­διάς εί­ναι αυ­τό που κά­νου­με τώ­ρα. Η σύ­να­ξη των πι­στών για να συμ­με­τά­σχει στην Πα­σχα­λι­νή Θεί­α Λει­τουρ­γί­α και να συν­ψάλ­λει τη χα­ρά της Α­να­στά­σε­ως, να κοι­νω­νή­σει. Εί­ναι κω­μι­κο­τρα­γι­κό, λοι­πόν, με­τά α­πό τό­σα χρό­νια να ’­χει εκ­πέ­σει η Ε­ορ­τή των Ε­ορ­τών σ’ έ­να κε­ρί που παίρ­νουν βι­α­στι­κά οι άν­θρω­ποι για να τρέ­ξουν στα σπί­τια τους να φά­νε. Που έ­χει συν­δυα­στεί το Χρι­στός α­νέ­στη με την 12η ώ­ρα, λες και αλ­λά­ζει ο χρό­νος, ε­νώ αυ­τή η αλ­λα­γή της ώ­ρας έ­γι­νε για να ε­ξυ­πη­ρε­τεί τις α­νάγ­κες των αν­θρώ­πων τον 20ο αι­ώ­να στις πό­λεις, που πολ­λά στρα­βά έ­γι­ναν στην εκ­κλη­σί­α.


 Η θέ­ση της α­κο­λου­θί­ας του Πά­σχα εί­ναι ό­πως γί­νε­ται στα μο­να­στή­ρια όρ­θρου βα­θέ­ως. Και αν έ­με­νε στη θέ­ση του, ί­σως δεν θα εί­χε γί­νει κι ό­λη αυ­τή η πα­ρε­κτρο­πή με την που δεν ση­μαί­νει τί­πο­τα. Εί­ναι α­πλώς μια συμ­βο­λι­κή τε­λε­τουρ­γί­α κα­τά την α­κο­λου­θί­α της παν­νυ­χί­δος, πριν αρ­χί­σει ο όρ­θρος, αυ­τός ο υ­πέ­ρο­χος όρ­θρος μ’ αυ­τές τις κα­τα­πλη­κτι­κές με­λω­δί­ες της Α­να­στά­σε­ως.

            Τώ­ρα, ε­μείς που μεί­να­με ε­δώ στην εκ­κλη­σί­α τι γυ­ρεύ­ου­με; Μεί­να­με ε­πει­δή δεν εί­χα­με κά­που αλ­λού να πά­με; Μεί­να­με για το κα­λό, για την συ­νή­θεια; Ή μεί­να­με και ελ­πί­ζου­με και κά­τι πα­ρα­πά­νω α­πό τους α­δελ­φούς μας που τώ­ρα χαί­ρον­ται στα τρα­πέ­ζια τους, δυ­στυ­χώς μάλ­λον μπρο­στά στην τη­λε­ό­ρα­ση; Μεί­να­με ε­π’­ελ­πί­δι Α­να­στά­σε­ως, πρώ­τα α­π’ ό­λα της πνευ­μα­τι­κής μας α­να­στά­σε­ως για να έρ­θει με­τά και η σω­μα­τι­κή. Για­τί αν δεν κα­τα­λά­βου­με ό­τι εί­μα­στε νε­κροί, αν δεν κα­τα­λά­βου­με ό­τι έ­χου­με πά­ρει την ζω­ή μας λά­θος οι πε­ρισ­σό­τε­ροι, ό­τι εί­μα­στε κλει­σμέ­νοι στα πά­θη μας, στην μο­να­ξιά μας, στην α­νο­η­σί­α μας, κι αν δεν α­πο­ζη­τή­σου­με νό­η­μα στην ζω­ή μας, αν δεν κα­τα­λά­βου­με ό­τι εί­μα­στε πνευ­μα­τι­κά νε­κροί, δεν θα ελ­πί­σου­με πο­τέ σε κα­μί­α Α­νά­στα­ση και θα θε­ω­ρού­με ό­τι εί­μα­στε κα­λοί και α­ξι­ο­πρε­πείς και τά­χα μου η­θι­κοί και θα φύ­γου­με κι ε­μείς α­π’ αυ­τό τον κό­σμο χω­ρίς να ’­χου­με να α­να­στη­θού­με σε τού­το δω τον κό­σμο. Να νοι­ώ­σου­με την πραγ­μα­τι­κή χα­ρά της ζω­ής, πάν­των έ­νε­κεν. Ό­πως το λέ­νε χρό­νια τώ­ρα οι ά­γιοι της εκ­κλη­σί­ας. Αυ­τοί το έ­ζη­σαν, κά­τι ξέ­ρουν. 

Κα­θώς θα κοι­νω­νού­με, λοι­πόν, μέ­σα στη χα­ρά της α­να­στά­σε­ως, κα­θώς με­τά με τα κε­ρά­κια θα φύ­γου­με για να πά­με στα σπί­τια μας και ό­που αλ­λού, να έ­χου­με μέ­σα στο νου μια ελ­πί­δα. Ό­τι κι ε­μείς θ’ α­να­στη­θού­με. Ό­τι κι ε­μείς θα ζή­σου­με. Κι ό­τι σκο­πός της ζω­ής του χρι­στια­νού δεν εί­ναι τα τυ­πι­κά της θρη­σκεί­ας. Αυ­τά εί­ναι ω­ραί­α για να ο­μορ­φαί­νουν την ζω­ή. Αλ­λά να α­να­στή­σου­με νου και ψυ­χή. Να πά­ψει να μας βα­σα­νί­ζει ο τρό­πος της φύ­σης, η κα­τή­φεια, η μι­ζέ­ρια, η γκρί­νια, τα νεύ­ρα, οι πα­ρε­ξη­γή­σεις, οι ε­γω­ι­σμοί, αυ­τή η μουν­τά­δα, το σκο­τά­δι, οι φο­βί­ες, τα άγ­χη. Εί­ναι φο­βε­ρό αυ­τό που συμ­βαί­νει στην αν­θρώ­πι­νη ψυ­χή.

Ο Χρι­στός δεν ήρ­θε για να τα νο­μι­μο­ποι­ή­σει αυ­τά. Ήρ­θε για να μας πά­ρει, να μας ξε­ση­κώ­σει, σαν α­νε­μο­στρό­βι­λος να μας αλ­λά­ξει. Αυ­τό θέ­λει ε­κεί­νος α­πό την ζω­ή μας. Ε­πι­τέ­λους να α­να­ρω­τη­θού­με: Ε­μείς τι θέ­λου­με α­πό Αυ­τόν; Μή­πως μό­νο να μας κα­τα­σι­γά­σει τους φό­βους μας; Δεν αρ­κεί. Μή­πως να μας κό­ψει τα άγ­χη μας; Υ­πάρ­χουν και χά­πια γι’ αυ­τό. Μή­πως λι­γά­κι να μας βο­η­θή­σει να γί­νου­με κα­λοί άν­θρω­ποι; Μα ο αν­θρω­πι­σμός έ­φε­ρε αρ­κε­τά κα­λά στην αν­θρω­πό­τη­τα, δεν χρει­α­ζό­μα­στε Θε­ό γι’ αυ­τό.

Μας κά­λε­σε να γί­νου­με σο­φό­τε­ροι, α­γι­ό­τε­ροι, να Τον α­κο­λου­θή­σου­με, να γί­νου­με η ζύ­μη που αλ­λά­ζει τον κό­σμο. Φτά­νει να το πι­στέ­ψου­με. Και δεν εί­ναι λό­για αυ­τά. Αν εί­ναι λό­για αυ­τά που λέ­ω, η εκ­κλη­σί­α κα­τε­λύ­θη. Ό­μως πριν φω­νά­ξα­με «ο Ά­δης ε­πι­κράν­θη». Και ε­πει­δή ε­πι­κράν­θη, ση­μαί­νει ό­τι πρέ­πει να νι­κή­σου­με τον θά­να­το για να πι­κρα­θεί ο δι­κός μας πνευ­μα­τι­κός θά­να­τος. Και να πο­ρευ­τού­με α­να­στά­σι­μοι στην υ­πό­λοι­πη ζω­ή μας. Δύ­σκο­λο, το ξέ­ρω. Αλ­λά άλ­λη ελ­πί­δα δεν έ­χου­με. Κι ε­πει­δή τα χρό­νια που έρ­χον­ται θα ’­ναι σκο­τει­νά ε­μείς πρέ­πει να ’­μα­στε φω­τει­νοί.

Κι ό­πως μέ­σα στο μι­σο­σκό­τα­δο θα φεύ­γου­με τώ­ρα α­πό την εκ­κλη­σί­α και θα λάμ­πουν τα κε­ριά μας, έ­τσι να λάμ­που­με κι ε­μείς μέ­σα στον κό­σμο. Αυ­τό δεν λέ­ει το ευ­αγ­γέ­λιο; Το μό­διο λέ­ει δεν μπο­ρεί να το βά­λεις κά­τω α­π’ το σκα­μνί. Να το βά­λεις πά­νω στο βου­νό να λάμ­πει, έ­τσι πρέ­πει να εί­μα­στε. Τα ξε­χά­σα­με αυ­τά για­τί ξε­χά­σα­με και το ευ­αγ­γέ­λιο. Να τα θυ­μη­θού­με. Να τα βά­λου­με στην καρ­διά μας, στη ζω­ή μας, στην ψυ­χή μας, στην χα­ρά μας. Να βά­λου­με τον Χρι­στό της χα­ράς και της α­γά­πης στην δι­κή μας ζω­ή. Ό­πως τον έ­βα­λαν ε­κα­τομ­μύ­ρια πριν α­πό ε­μάς τό­σα χρό­νια. Λί­γοι και ε­κλε­κτοί. Ό­σοι τόλ­μη­σαν. Ό­σοι εί­χαν α­ρε­τή και τόλ­μη, για­τί α­ρε­τή και τόλ­μη θέ­λει η ε­λευ­θε­ρί­α του αν­θρώ­που και η α­γά­πη. Ό­χι βό­λε­μα. Ας προ­σπα­θή­σου­με. Κι έ­τσι κα­θώς ερ­χό­μα­στε τώ­ρα να κοι­νω­νού­με έ­νας-έ­νας, ή­συ­χα-ή­συ­χα, να ’­χου­με α­π’ τη μια με­ριά μια κα­τά­νυ­ξη στην ψυ­χή μας βα­θιά κι α­π’ την άλ­λη μια χα­ρά α­νεί­πω­τη να πά­με στα σπί­τια μας. Για­τί αυ­τό εί­ναι το φως το πραγ­μα­τι­κό της α­να­στά­σε­ως. Κι ό­χι το ευ­λο­γη­μέ­νο κε­ρά­κι. Κα­λή Α­νά­στα­ση σε ό­λους! Ο Θε­ός μα­ζί μας! 

23/4/11

ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ!





...να' χουμε από τον πνευματικό μας θάνατο κι έτσι να περάσουμε και στην Βασιλεία Του!


Κλείστε το player πρώτα...



Κι ο Χριστός είναι στον Σταυρό και μας περιμένει...




Ομιλία του π. Χριστοδούλου Μπίθα στον όρθρο της Μ. Παρασκευής

Ο Χρι­στός βρί­σκε­ται στον σταυ­ρό. Κι ε­μείς ζού­με μέ­σα σε α­γω­νί­α για την ζω­ή μας, άλ­λοι στην αρ­χή, άλ­λοι στη μέ­ση, άλ­λοι στη δύ­ση της ζω­ής, φο­βι­σμέ­νοι α­π’ τον θά­να­το, τις αρ­ρώ­στι­ες, πνιγ­μέ­νοι στα συ­ναι­σθη­μα­τι­κά μας, στα ε­παγ­γελ­μα­τι­κά μας. Άλ­λοι άρ­ρω­στοι στα νο­σο­κο­μεί­α, ε­τοι­μο­θά­να­τοι, βα­σα­νι­σμέ­νοι α­πό α­νί­α­τες α­σθέ­νει­ες, άλ­λοι πνιγ­μέ­νοι σε υ­παρ­ξια­κές κρί­σεις, στε­νο­χώ­ρι­ες, κα­τα­θλί­ψεις. Γά­μοι δι­α­λυ­μέ­νοι, οι­κο­γε­νεια­κές σχέ­σεις δύ­σκο­λες, συγ­γε­νείς που μι­σούν ο έ­νας τον άλ­λο, παι­διά που δεν θέ­λουν να δουν τους γο­νείς τους, μα­νά­δες α­πο­γο­η­τευ­μέ­νες α­πό τα παι­διά τους, πό­λε­μος, εγ­κλη­μα­τι­κό­τη­τα, η α­τμό­σφαι­ρα μο­λυ­σμέ­νη γύ­ρω α­π’ τον πλα­νή­τη. Κιν­δυ­νεύ­ου­με α­πό κα­τα­στρο­φή κά­θε ώ­ρα και κά­θε στιγ­μή, πυ­ρη­νι­κά ερ­γο­στά­σια, βόμ­βες. Κά­θε λε­πτό βι­ά­ζον­ται γυ­ναί­κες, πε­θαί­νουν παι­διά α­πό πεί­να, σκο­τώ­νον­ται άν­θρω­ποι α­πό πο­λέ­μους και εγ­κλή­μα­τα. Κά­θε λε­πτό που περ­νά­ει. Και μπο­ρεί ε­μείς ε­κεί­νη τη στιγ­μή να βα­ρι­ό­μα­στε, να γκρι­νι­ά­ζου­με, να πε­ρι­μέ­νου­με να πε­ρά­σει η ώ­ρα, να ξη­με­ρώ­σει η ε­πό­με­νη μέ­ρα. Ξε­χνά­με ό­τι ο θά­να­τος πα­ρα­μο­νεύ­ει, έ­σχα­τος ε­χθρός του αν­θρώ­που. 


 Κι ο Χρι­στός εί­ναι στον σταυ­ρό. Φο­βι­σμέ­νοι για το αύ­ριο, τρο­μαγ­μέ­νοι, για το τι θα μπο­ρού­σε να συμ­βεί. Πο­νε­μέ­νοι α­π’ το χθες, με πολ­λά τραύ­μα­τα και στε­να­χώ­ρι­ες. Κι ο Χρι­στός εί­ναι στον σταυ­ρό. Και δεν μπο­ρεί ο άν­θρω­πος ν’ αν­τέ­ξει ό­λη αυ­τή την κα­τή­φεια και την στε­να­χώ­ρια. Και την μο­να­ξιά που υ­πάρ­χει στην με­γα­λού­πο­λη, αλ­λά δυ­στυ­χώς τώ­ρα πια και στην ε­παρ­χί­α.
       
Κι ο Χρι­στός εί­ναι στον σταυ­ρό. Και πολ­λοί α­πό ε­μάς προ­σπερ­νά­με και τον α­φή­νου­με ε­κεί στον σταυ­ρό. Για­τί συ­νη­θί­σα­με μια θρη­σκεί­α τυ­πι­κή, δει­σι­δαι­μο­νι­κή ή θρη­σκεί­α των φα­να­τι­σμέ­νων και των μι­σαλ­λό­δο­ξων. Κι ο Χρι­στός εί­ναι στον σταυ­ρό και μας πε­ρι­μέ­νει. Και ξε­χά­σα­με το ευ­αγ­γέ­λιό Του, το α­φή­σα­με στην ά­κρη, πέ­σα­με με τα μού­τρα σε άλ­λα πράγ­μα­τα. Πι­στέ­ψα­με ό­τι αυ­τά εί­ναι για λί­γους ή ό­τι εί­ναι ψέ­μα­τα ή ό­τι εί­ναι βλα­κεί­ες. Και ψά­χνου­με σε φι­λο­σο­φί­ες άλ­λες α­πό χώ­ρες μα­κρι­νές.

Κι ο Χρι­στός εί­ναι στον σταυ­ρό και πε­ρι­μέ­νει. Ο Χρι­στός που ήρ­θε για να σώ­σει τον κό­σμο και ό­χι να τον κρί­νει. Ο Χρι­στός που α­γά­πη­σε πο­λύ. Ο Χρι­στός που α­γά­πη­σε τους μα­θη­τές Του τό­σο πο­λύ, που τους έ­λε­γε φί­λους Του. Ο Χρι­στός που εί­πε λό­για που πο­τέ δεν ξε­πε­ρά­στη­καν. Κι αν ε­μείς οι άν­θρω­ποι της εκ­κλη­σί­ας τον ξε­φτι­λί­σα­με τον λό­γο του Χρι­στού και γί­να­με πε­ρί­γε­λος των αν­θρώ­πων, το ευ­αγ­γέ­λιο εί­ναι α­ξε­πέ­ρα­στο. Ο αν­θρώ­πι­νος πο­λι­τι­σμός δεν μπό­ρε­σε να πα­ρά­γει λό­γο σπου­δαι­ό­τε­ρο α­πό αυ­τόν. Τον λό­γο της α­γά­πης. Κα­θό­μα­στε και λέ­με για αρ­χαί­ους φι­λο­σό­φους κι εί­ναι κα­λοί και ά­γιοι και κα­λά πράγ­μα­τα εί­παν, αλ­λά ο λό­γος του Χρι­στού στο­χεύ­ει στην καρ­διά του αν­θρώ­που. Α­πλά πράγ­μα­τα. Αν μπο­ρού­σα­με να τα κά­νου­με πρά­ξη θα ή­μα­σταν πραγ­μα­τι­κά ευ­τυ­χι­σμέ­νοι.

Έρ­χε­ται η νέ­α χρο­νιά, τα γε­νέ­θλια, οι γι­ορ­τές μας και λέ­με α­νό­η­τες ευ­χές. «Σου εύ­χο­μαι κά­θε ευ­τυ­χί­α». Ναι, την εύ­χο­μαι. Αλ­λά πώς να έρ­θει, ό­ταν αυ­τός ο α­πλός λό­γος της α­γά­πης δεν μπο­ρεί να ε­νερ­γή­σει πά­νω μας, εί­τε για­τί τον ξε­χά­σα­με, εί­τε για­τί δεν τον έ­χου­με υ­πό­ψη μας. 


 Κι ο Χρι­στός πα­ρα­μέ­νει στον σταυ­ρό και μας πε­ρι­μέ­νει. Το ευ­αγ­γέ­λιο δεν έ­χει ξε­πε­ρα­στεί ού­τε σε μί­α γραμ­μή. Ε­μείς το πα­ρερ­μη­νεύ­σα­με και νο­μί­σα­με ό­τι εί­ναι κά­τι ξε­πε­ρα­σμέ­νο. Ας βγει έ­νας να πει: Ναι, ξε­πε­ρά­στη­κε το θέ­μα της α­γά­πης, τώ­ρα πια οι άν­θρω­ποι α­γα­πή­θη­καν. Τι να μας πει κι ο Χρι­στός. Ναι, ξε­πε­ρά­στη­κε το θέ­μα της συγ­γνώ­μης. Τώ­ρα ό­λοι συγ­χω­ρούν τους άλ­λους. Τι να μας πει κι ο Χρι­στός.
Ε­μείς οι χρι­στια­νοί, κά­ποι­οι α­πό ε­μάς, ευ­τυ­χώς ό­χι ό­λοι, με­τα­τρέ­ψα­με το ευ­αγ­γέ­λιο πά­λι σε έ­να ε­βρα­ϊ­κό ή αρ­χαι­ο­ελ­λη­νι­κό - ή ό,τι θέ­λε­τε κεί­με­νο. Δη­λα­δή το κά­να­με πά­λι νό­μο και το κά­να­με σκο­τει­νό. Και κα­ταν­τή­σα­με σαν κι αυ­τούς που κα­τη­γο­ρεί ο Χρι­στός: Φα­ρι­σαί­οι και γραμ­μα­τείς υ­πο­κρι­ταί. Ό­μως το ευ­αγ­γέ­λιο πα­ρα­μέ­νει φω­τει­νό και προ­σκα­λεί τους αν­θρώ­πους. Για­τί εί­ναι τα κα­λά νέ­α. Για­τί εί­ναι ο λό­γος του πραγ­μα­τι­κού Θε­ού που ή­ταν στον σταυ­ρό και α­να­στή­θη­κε.

Ο Χρι­στια­νός πρέ­πει να ζει σε τού­το δω τον κό­σμο και να εί­ναι λαμ­πρός, φω­τει­νός. Να ζει μέ­σα στο σκο­τά­δι και να λάμ­πει για τους άλ­λους αν­θρώ­πους. Να ζει μέ­σα στην κα­τή­φεια και να σκορ­πί­ζει την αι­σι­ο­δο­ξί­α. Να ζει μέ­σα στον φό­βο και να δι­δά­σκει την αν­δρεί­α. Να ζει μέ­σα στην δει­λί­α και να δι­δά­σκει την λε­βεν­τιά. Για­τί ο Χρι­στια­νός πρέ­πει να ’­ναι λε­βέν­της κι ό­χι κα­κο­μοί­ρης. Κι ό,τι κά­νει κι ό,τι λέ­ει πρέ­πει να εί­ναι λου­σμέ­νο στο φως. Για­τί ήρ­θε το φως στον κό­σμο κι ή­ταν ο Χρι­στός. Και τον κά­να­με ε­μείς ι­ε­ρο­ε­ξε­τα­στή και ε­ξου­σια­στή και αρ­χη­γό των ό­πλων.
Κι ο Χρι­στός για τους πε­ρισ­σό­τε­ρους α­πό μας πα­ρα­μέ­νει στον σταυ­ρό. Ό­σοι ό­μως Τον α­κο­λού­θη­σαν και Τον α­κο­λου­θούν, α­δελ­φοί μου, λού­ζον­ται στο φως. Χι­λιά­δες οι μαρ­τυ­ρί­ες των αν­θρώ­πων μέ­σα α­π’ τους βί­ους των α­γί­ων, των πα­τέ­ρων, αλ­λά δό­ξα τω Θε­ώ και μέ­σα α­π’ τους βί­ους αν­θρώ­πων που ζουν α­νά­με­σά μας. Που το φως την ύ­παρ­ξή τους την αλ­λοί­ω­σε, την άλ­λα­ξε. Που υ­πε­ρέ­βη­σαν τον ε­αυ­τό τους. Που έ­γι­ναν για τους άλ­λους λαμ­πρό πα­ρά­δειγ­μα. Ο Χρι­στός κα­τέ­βη­κε α­πό τον σταυ­ρό, α­να­στή­θη­κε. Και αυ­τή η πα­ρά­δο­ση α­πό στό­μα σε στό­μα, θέ­ρι­ε­ψε την χρι­στι­α­νι­κή κοι­νό­τη­τα ε­πί τρεις αι­ώ­νες. Μια κοι­νό­τη­τα νθρώ­πων που δεν πιά­ναν στα χέ­ρια τους μα­χαί­ρια και ό­πλα. Που μαρ­τυ­ρού­σαν την α­γά­πη του Χρι­στού, που δεν πο­λέ­μη­σαν πο­τέ. Τους πο­λε­μή­σα­νε, μα στα χεί­λη τους εί­χαν πάν­τα την πα­ρη­γο­ριά και την χα­ρά. Και γι’ αυ­τό τους μί­ση­σαν.

...κε­νό α­πο­μα­γνη­το­φώ­νη­σης

Σκο­πός εί­ναι ν’ α­γα­πη­θού­με ξα­νά. Να α­γα­πή­σου­με λι­γά­κι τον ε­αυ­τό μας πρώ­τα, για­τί τον ε­αυ­τό μας μι­σού­με και τον έ­χου­με σε τέ­τοι­α χά­λια. Να γί­νου­με το φως του κό­σμου. Να γί­νου­με το ζυ­μά­ρι να μπο­ρέ­σει να πλα­στεί ο κό­σμος. Ό­χι για να γί­νει έ­νας κό­σμος τέ­λει­ος. Δεν θα υ­πάρ­ξει πο­τέ. Αλ­λά για να γί­νου­με πα­ρά­δειγ­μα στους γύ­ρω μας, στο πε­ρι­βάλ­λον μας, για να ζή­σου­με πραγ­μα­τι­κά ευ­τυ­χι­σμέ­να. Να συ­σταυ­ρω­θού­με με τον Χρι­στό και να α­να­στη­θού­με μα­ζί Του. Η με­γά­λη ελ­πί­δα που φέρ­νει η εκ­κλη­σί­α στον κό­σμο εί­ναι η με­τά­νοι­α. Που τό­σο πο­λύ αυ­τή η λέ­ξη κα­τα­συ­κο­φαν­τή­θη­κε και δη­μι­ούρ­γη­σε αυ­τή την κα­ρι­κα­τού­ρα χρι­στια­νού που βλέ­που­με και στις τη­λε­ο­ρά­σεις. Τον κα­κο­μοί­ρη ο ο­ποί­ος κα­τα­κρί­νει τους άλ­λους. Δεν εί­ναι αυ­τό χρι­στια­νός. Αυ­τό εί­ναι έ­νας θρη­σκευ­τι­κός άν­θρω­πος και μπο­ρεί να τον βρει κα­νείς και στους τα­λιμ­πάν και στους βου­δι­στές και στους α­κραί­ους α­με­ρι­κά­νους χρι­στια­νούς που θέ­λουν να πο­λε­μή­σουν τους πάν­τες και σε κά­θε θρη­σκεί­α και κά­θε ι­δε­ο­λο­γί­α, σε κά­θε -ι­σμό. Το πα­ρά­δειγ­μα του Χρι­στού εί­ναι ε­δώ μπρο­στά μας. Σταυ­ρώ­νω τον ε­γω­ι­σμό μου και σταυ­ρώ­νο­μαι για τους άλ­λους. Μό­νο έ­τσι έ­χει νό­η­μα να προ­σκυ­νά­με τον σταυ­ρό. Αλ­λι­ώς ας μην τον προ­σκυ­νά­με. Εί­ναι πιο τί­μιο. Να πού­με: «Δεν με εν­δι­α­φέ­ρει. Ε­γώ θέ­λω μό­νο να δυ­να­στεύ­ω, να ε­ξου­σιά­ζω, η ζω­ή μου ό,τι φά­ω κι ό,τι πι­ω».

Ας προ­σκυ­νή­σου­με τον σταυ­ρό με την ελ­πί­δα ό­τι τις ε­πό­με­νες δυ­ο μέ­ρες, ό,τι α­πο­κο­μί­σα­με την Μ. Τεσ­σα­ρα­κο­στή, ό­σοι νη­στέ­ψα­με κι ό­σοι δεν νη­στέ­ψα­με, ό­σοι στο­χα­στή­κα­με κι ό­σοι δεν στο­χα­στή­κα­με, ό­σοι κλά­ψα­με για τα χά­λια μας κι ό­σοι δεν κλά­ψα­με, αυ­τές τις δυ­ο μέ­ρες που ο­δη­γούν στην Α­νά­στα­ση να α­φή­σου­με μια με­γά­λη κραυ­γή να βγει μέ­σα α­πό την ψυ­χή μας. Θε­έ μου, έ­λα στην ζω­ή μου, ε­γώ δύ­σκο­λα πο­ρεύ­ο­μαι. Εί­τε εί­μαι 14 χρο­νών και πο­νά­ω στη ζω­ή μου για­τί μου συμ­βαί­νουν δι­ά­φο­ρα εί­τε υ­παρ­ξια­κά, οι­κο­γε­νεια­κά εί­τε ό,τι­δή­πο­τε, εί­τε εί­μαι 84 και νι­ώ­θω τον φό­βο του θα­νά­του, έ­λα Χρι­στέ στη ζω­ή μου να πο­ρευ­τού­με μα­ζί. Έ­λα να μ’ α­γα­πή­σεις, ε­γώ σ’ α­γα­πά­ω. Και μα­ζί ν’ α­γα­πή­σου­με τον κό­σμο. Αυ­τό τον κό­σμο που σκο­τεί­νια­σε τό­σο πο­λύ γύ­ρω μας.

Ο Θε­ός να μας δί­νει δύ­να­μη, ευ­λο­γί­α, φώ­τι­ση, χα­ρά κι ο έ­νας ν’ α­γα­πά­ει τον άλ­λο. Να στα­μα­τή­σου­με αυ­τή την φρι­χτή κα­τά­κρι­ση που κα­τα­δυ­να­στεύ­ει τους αν­θρώ­πους. Και κά­θε μέ­ρα να γι­νό­μα­στε λι­γά­κι κα­λύ­τε­ροι. Εί­ναι μα­κρύς ο δρό­μος προς την χα­ρά. Λι­γά­κι κα­λύ­τε­ροι. Να λέ­με έ­να «δό­ξα τω Θε­ώ» που υ­πάρ­χου­με. Δό­ξα τω Θε­ώ που ’­χου­με να φά­με, έ­στω κι έ­να ψω­μί. Δό­ξα τω Θε­ώ, δό­ξα τω Θε­ώ! Έ­χου­με μια ζω­ή να ζή­σου­με μό­νο α­δελ­φοί μου. Μί­α. Και κά­νου­με λες κι έ­χου­με ε­κα­τό και περ­νά η μέ­ρα και βου­λι­ά­ζου­με στην ρου­τί­να. Βου­λι­ά­ζου­με, χα­νό­μα­στε. Έ­λα Χρι­στέ στη ζω­ή μας. Δό­ξα τω Θε­ώ!   

22/4/11

Τραγικό ενοχικό αρχέτυπο ο Ιούδας*...


 


  Ομιλία του π. Χριστοδούλου Μπίθα στον Όρθρο της Μ. Πέμπτης

Αφιερωμένο στον καθηγητή Ι. Κορναράκη*

Είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς, πως είναι δυνατόν ένας άνθρωπος που έζησε δίπλα σ’ έναν τόσο ξεχωριστό δάσκαλο (δεν είχε καταλάβει βέβαια ότι ήταν ο υιός του Θεού) μπόρεσε να τον προδώσει. Κι όχι απλώς τον πρόδωσε, αλλά τον οδήγησε στο μαρτύριο. Κι επειδή δεν μπορούμε να καταλάβουμε πως συνέβη αυτό, μείναμε εμβρόντητοι μπροστά στο γεγονός ότι ένας μαθητής, όλα αυτά που άκουσε, όλα αυτά που είπε, όλα αυτά που ψηλάφησε, τ’ άφησε στην άκρη κι επικράτησε μέσα του το φαρμάκι της προδοσίας. Στα τροπάρια που ακούσαμε αποδίδονται πολλές κατηγορίες στον Ιούδα. Όμως, θα πρέπει να διερευνήσουμε λίγο την ψυχή του. Γιατί ίσως αύριο ο Ιούδας να είμαστε εμείς. Ίσως να έχουμε υπάρξει κιόλας κάποια φορά στη ζωή μας.


Λέγεται πως ήταν ένας άνθρωπος που είχε επαναστατικές αντιλήψεις. Ήθελε, δηλαδή, να δει κάποια στιγμή τον λαό του να απελευθερώνεται, ήταν σίγουρος ότι ο λαός του Ισραήλ επρόκειτο να κυβερνήσει τον κόσμο. Ούτως ή άλλως, η μεσσιανική αντίληψη των Εβραίων αυτή ήταν, ότι κάποια στιγμή ο Μεσσίας θα εγκαθιδρύσει ένα παγκόσμιο κράτος θρησκευτικής και κοσμικής βασιλείας. Ο Ιούδας, λοιπόν, ονειρευόταν ότι θα μετείχε σε αυτή την κίνηση που κάποια στιγμή θα φανέρωνε τον Μεσσία, θα ανέτρεπε τους Ρωμαίους που επικρατούσαν σ’ όλη την Μεσόγειο και στην Παλαιστίνη, κι έτσι θα ’ρχόταν μια καινούρια εποχή γι’ αυτούς. Φαίνεται πως αρχικά πίστεψε πως ο Χριστός ήταν αυτός ο Μεσσίας. Ένας ηγέτης που θα στεφανωνόταν βασιλιάς του Ισραήλ, θα εκπλήρωνε τις προφητείες, έτσι τουλάχιστον όπως τις φανταζόντουσαν οι Εβραίοι. Να έρθει δηλαδή, ένας βασιλιάς κραταιός, ένας Μεσσίας εξουσιαστής, άρχων των πάντων. 


 Μπορούμε να τον φανταστούμε καθώς ακολουθεί τον Χριστό, ένας απ’ τους δώδεκα, με περισσό ζήλο, κι έχει το ταμείο, κι είχε και το πάθος της φιλοχρηματίας, να προσπαθεί να συμμετέχει όσο περισσότερο γίνεται στα δρώμενα. Νιώθει έναν τεράστιο ενθουσιασμό. «Ο χρόνος των Ρωμαίων είναι μετρημένος». Νιώθει μια μεγάλη χαρά. «Σε λίγο θα κυβερνάει, κι εγώ θα είμαι ένας από τους εκλεκτούς. Ένας δίπλα στον μεγάλο δάσκαλο». Μπορούμε να φανταστούμε όμως και την απογοήτευσή του. Ο δάσκαλος κάπως στραβά τα λέει. Εκείνος φαντάζεται δύναμη και εξουσία. Κι ο δάσκαλος λέει ότι όποιος θέλει να είναι πρώτος να ’ναι τελευταίος. Εκείνος φαντάζεται δύναμη και δόξα μεγάλη. Κι Εκείνος πλένει τα πόδια των μαθητών και λέει «όποιος θέλει να είναι μεγάλος θα ’ναι δούλος όλων». Εκείνος ονειρεύεται ότι κάποια στιγμή ο νόμος των Εβραίων θα βασιλεύει παντού, ακόμα και στους Ρωμαίους που τώρα τους καταδυναστεύουν. Κι όμως ο Χριστός ήρθε κι ανατρέπει κάθε μέρα τον νόμο. Και κάθε μέρα εισπράττει μια μεγάλη απογοήτευση. Ανάποδα τα λέει ο Χριστός, στραβά τα λέει. Πουθενά δεν μιλάει για εξουσία, πουθενά δεν μιλάει για δύναμη, πουθενά δεν φέρεται έτσι. Φανταζόμαστε την απογοήτευσή του όλο και περισσότερο να μεγαλώνει. 


 Το ότι έπαιρνε χρήματα από το ταμείο, όπως λέει ο ευαγγελιστής, ίσως να έγινε σε αυτά τα πλαίσια της απογοήτευσης. Σαν κι εμάς που όταν χάνουμε τα ιδανικά, τις αξίες μας, την πίστη μας, πάμε να γεμίσουμε το κενό με τα χρήματα και τα υλικά. Μπορούμε να τον φανταζόμαστε να τρέχει, να ζητάει δεξιά κι αριστερά λεφτά από γνωστούς του εβραίους «δώστε λεφτά για την υπόθεσή μας, δώστε χρήματα για τον δάσκαλο, εμείς θα φέρουμε την αλλαγή». Κι όταν απογοητεύεται, παίρνει από αυτά τα λεφτά. Την ημέρα που φτάνει να προδώσει τον Χριστό είναι ένας απογοητευμένος άνθρωπος. Μα δεν έχει καταλάβει τίποτα από όσα έχει ακούσει. Μοιάζει σαν κι αυτούς τους δύστυχους που την ημέρα που έμπαινε ο Χριστός στα Ιεροσόλυμα ζητωκραύγαζαν και λίγες μέρες μετά φώναζαν «άρον, άρον σταύρωσον αυτόν». Αυτό έκανε κι ο Ιούδας. Το ότι παίρνει κάποια χρήματα και το ότι υπάρχει αμοιβή για να δώσουν στον προδότη, δεν είναι αυτό που τον ενδιαφέρει. Είναι πληγωμένος. Κι ο πληγωμένος εγωισμός θέλει εκδίκηση. Ο πληγωμένος εγωισμός ζητάει το δίκιο του. Το κατά κόσμον δίκιο. Με πρόδωσε ο δάσκαλος. Δεν του είχε υποσχεθεί τίποτα ο Χριστός. Ξέρουμε από το ευαγγέλιο, ότι από την αρχή άλλα έλεγε. Εκείνος δεν καταλάβαινε. 


Σαν και τους άλλους που φώναζαν ωσαννά. Σαν κι εμάς που Τον υποδεχόμαστε στη ζωή μας με τέτοιο ενθουσιασμό κι ύστερα Τον προδίδουμε για να γκρινιάξουμε πάλι για τα ίδια και τα ίδια τα δικά μας «δεν έχω, δεν έφτιαξα, δεν έκανα, δεν μου έδωσε», τα ίδια και τα ίδια. Μικροί Ιούδες γινόμαστε κι εμείς. Το κακό είναι ότι προδίδουμε τον εαυτό μας. Ο Χριστός δεν έπαθε τίποτα. Μες το σχέδιο της οικονομίας Του ήταν να σταυρωθεί. Δεν ήταν όμως να Τον προδώσει ο Ιούδας. Θα μπορούσε να μην Τον είχε προδώσει. Ο Ιούδας μόνο τον εαυτό του πρόδωσε. Και δεν Τον πρόδωσε μία, αλλά δυο φορές. Μία που παρέδωσε τον δάσκαλο και μία που δεν μπόρεσε να μετανοήσει.

Κι εδώ είναι κάτι που πρέπει πάρα πάρα πολύ να το προσέξουμε. Ο Πέτρος με τον οξύθυμο χαρακτήρα πρόδωσε τρεις φορές τον Χριστό. Κι ένα σωρό φορές Του πήγε κόντρα. Πάντα μετανοούσε όμως. Πάντα έβλεπε το λάθος του. Και πάντα αυτό τον γέμιζε με περισσότερο πόθο να προχωρήσει μπροστά. Ο Ιούδας μια φορά πρόδωσε. Κι ήταν τόσο μεγάλος ο εγωισμός του που πνίγηκε στις ενοχές του και πήγε και κρεμάστηκε. Τραγικό ενοχικό αρχέτυπο ο Ιούδας. Τραγικό. Πολλές φορές του μοιάζουμε. Κάνουμε κάποια αμαρτία, κάνουμε κάποιο λάθος, κάνουμε κάποια προδοσία κι ύστερα βυθιζόμαστε στις ενοχές. Κι αντί να καταλάβουμε το λάθος μας κι εμείς πνιγόμαστε. Κι αν δεν κρεμαστούμε, πνιγόμαστε μέσα στην θλίψη, στην οργή, στα νεύρα, στα χάλια μας. 

 
Τραγικό ενοχικό αρχέτυπο ο Ιούδας. Όλη μας η ζωή θα πρέπει να είναι μια προσπάθεια να μην του μοιάσουμε. Γιατί σε πολλά του μοιάζουμε. Τον κατηγορήσαμε πολύ, αλλά είναι κομμάτι από τον εαυτό μας. Κι εμάς μας δόθηκε να είμαστε δίπλα στον Θεό. Κι εμάς μας δόθηκε η ελευθερία του να μπορούμε ν’ αγαπήσουμε, να δεχτούμε τον άλλο, να καταλάβουμε το σωστό. Μήπως όταν ζούμε αχάριστα την ημέρα, δεν προδίδουμε τον Χριστό; Όταν σπαταλάμε την ζωή μας, που μας δωρήθηκε μοναδικά, δεν προδίδουμε τον Χριστό; Όταν κάνουμε τα  λάθη μας και μετά βουλιάζουμε στον εγωϊσμό μας δεν προδίδουμε τον Χριστό; 

Αν ο Ιούδας είχε μετανοήσει, θα ήταν αυτός ο μέγιστος απόστολος κι όχι ο Παύλος. Θα ήταν μεγαλύτερος από τον Παύλο. Γιατί η δύναμη της μετανοίας του θα τον καθόριζε και θα τον οδηγούσε σ’ όλη του την ζωή. Όπως τόσοι και τόσοι άγιοι της εκκλησίας μας, που πριν ήταν τελώνες, ληστές, πόρνες, απατεώνες και μετά γίναν άγιοι κι έσωσαν χιλιάδες. Τραγική φιγούρα ο Ιούδας. Αυτοκτόνησε. Αυτοκτόνησε και αυτοί που του έδωσαν τα λεφτά, καταραμένο τον θεωρούσαν. Επονείδιστος έμεινε ο καϋμένος σ’ όλη την ιστορία.

Ας πάρουμε ένα μεγάλο δίδαγμα απ’ αυτόν. Να καταλάβουμε ότι τον κουβαλάμε μέσα μας. Να τον ανιχνεύσουμε στον νου, στην ψυχή και στις πράξεις μας. Και κάθε φορά που κάνουμε κάτι ανάλογο μ’ αυτόν, να λέμε: «μνήσθητί μου Κύριε, όταν έλθεις εν τη βασιλεία σου». Σώθηκε ο ληστής στον σταυρό και πέθανε ο Ιούδας. Σώθηκε εκείνος που έβριζε τον Χριστό και πέθανε εκείνος που αγάπησε τον Χριστό. Σώθηκε αυτός που ’χε κάνει τόσα εγκλήματα και αυτοκτόνησε αυτός που είχε ακούσει λέξη προς λέξη τον Λόγο. Γι’ αυτό μην ερχόμαστε μετά και λέμε «α, εγώ είμαι στην εκκλησία, είμαι σίγουρος». Κανείς δεν είναι σίγουρος. Ο Ιούδας Τον άκουσε, Τον είδε, Τον άγγιξε, γέλασε μαζί Του, προσευχήθηκε μαζί Του. Άκουσε να ερμηνεύει τον νόμο. Και δεν κατάλαβε τίποτα.

Εμείς κινδυνεύουμε πολύ περισσότερες φορές. Να παρακαλούμε τον Θεό να μας δίνει δύναμη ποτέ να μην προδώσουμε τον Χριστό. Κι όταν Τον προδίδουμε ας είναι η πτώση μας εφαλτήριο για την άνοδό μας. Να πέφτουμε, να σηκωνόμαστε κι η χάρις του Θεού πάντοτε να μας σκεπάζει. Αμήν.     
    

21/4/11

Ο Χριστιανός πρέπει να'ναι ποιητής...


             

 Ομιλία του π. Χριστοδούλου, στον όρθρο της Μεγάλης Τετάρτης

Ακούγοντας κατά τη διάρκεια της Μ. Εβδομάδος όλα αυτά τα ωραία τροπάρια και τους ύμνους, ξεχνάμε πως  δεν είναι απλώς κάποια λόγια, αλλά ποίηση ιλιγγιώδης που βγήκε μέσα από τις ψυχές ανθρώπων που τα ένιωσαν αυτά. Δεν βγήκαν από κάποιον που ήταν καθισμένος στο τραπέζι του και έλεγε, ας γράψω κάτι ωραίο τώρα να χαρεί ο κόσμος. Αλλά ήταν προσευχές και ικεσίες, ήταν η αγωνία ψυχής, που το χάρισμα κάποιων ανθρώπων το κατέθεσαν στα πόδια του Θεού. Κι έχουμε όλα αυτά τα αριστουργήματα, γιατί αν το δούμε φιλολογικά, αριστουργήματα είναι της ποίησης. 

            Ακούσαμε σήμερα πολλά όμορφα τροπάρια. Έμεινε ὀμως ονομαστό αυτό το τροπάριο το δοξαστικό που έγραψε η Κασσιανή μοναχή. Και βέβαια μέσα από την προφορική παράδοση ειπώθηκαν διάφορα για την ζωή της που δεν είμαστε και σίγουροι ότι είναι αληθινά. Εκείνο όμως που ξέρουμε ότι είναι αληθινό, είναι ότι αυτή η γυναίκα η μορφωμένη, η αριστοκράτισσα, που γύρω στα 35-40 της χρόνια ίδρυσε ένα μοναστήρι κοντά στα τείχη της Κωνσταντινούπόλης, πέρασε ένα μεγάλο μέρος της ζωής της συγγράφοντας ποιήματα και ύμνους. Διασώθηκαν περίπου 50 και χρησιμοποιεί η εκκλησία από αυτά περίπου 23-24 στην υμνολογία του εκκλησιαστικού έτους. Διασώθηκαν τα περισσότερα από αυτά γιατί η ίδια είχε πολύ στενή σχέση με τους μοναχούς της μονής του Στουδίου. Η Κασσιανή έζησε στις αρχές του 9ου αιώνα. Λίγο αργότερα, τον 10ο αιώνα η μονή Στουδίου διέσωσε δηλαδή μεγάλο μέρος της υμνογραφίας μας, μεταγράφοντας αυτά τα κείμενα. 

            Έτσι, λοιπόν, όταν σκύψουμε πάνω από τον λόγο και τον παρατηρήσουμε προσεκτικά, θα δούμε κάτι που θα μας εκπλήξει. Συνηθίσαμε να θεωρούμε πολύ μεγάλους τους ποιητές -και βέβαια είναι- αλλά ξεχάσαμε ότι υπάρχουν κι άλλοι ποιητές. Αυτοί οι ποιητές που μέσα απ’ τα φυλλοκάρδια τους, μέσα από την υπαρξιακή τους αγωνία πάσχιζαν να συναντήσουν τον Θεό, όχι μέσα από θρησκοληψία, όχι μέσα από ένα σκοταδισμό, αλλά μέσα από την δική τους πείνα και δίψα, καθώς προσπαθούσαν να γνωρίσουν τι θα πει Θεός, να καταλάβουν τι είναι αλήθεια κι έγραψαν όλα αυτά που αν τα προσέξει και τα σκεφτεί κανείς, πραγματικά συγκινείται και συγκλονίζεται. 

            Για παράδειγμα, αν κάποιος προσέξει τα λόγια που έχει η ακολουθία της κηδείας που είναι γραμμένη από τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, συγκλονίζεται από την ποιητικότητα του κειμένου. Ανεξάρτητα αν εμείς σήμερα την κηδεία την κάνουμε βιαστικά - σ' ένα τέταρτο στα νεκροταφεία, χωρίς κανείς να καταλαβαίνει, με κάτι αξιοθρήνητες χορωδίες που τις πληρώνει ο κόσμος ακριβά. Κι όμως, όταν προσέξει κανείς τον στίχο, πραγματικά συγκλονίζεται. Γιατί λέει αλήθειες. Όπως αλήθειες λέει κάθε φορά η ψυχή που δεν μιλάει έχοντας στο νου τον τύπο ή τον νόμο, αλλά την πείνα και την δίψα να συναντήσει τον Θεό. 

Κι έτσι στην ιστορία της εκκλησίας, με αυτό τον τρόπο, με τέτοιους ανθρώπους, που το χάρισμά τους πραγματικά το αύξησαν και δεν το έθαψαν, που το καλλιέργησαν για χάρη των άλλων ανθρώπων, ή πολλές φορές μόνο και μόνο από έρωτα προς τον Θεό, έχουμε τόσο υψηλά δημιουργήματα στην τέχνη την εκκλησιαστική. Έχουμε σπουδαίους ζωγράφους, σπουδαίους συνθέτες, σπουδαίους υμνογράφους. Έχουμε σπουδαίους αρχιτέκτονες. Κι έτσι βλέπουμε σ’ όλη την ιστορία της εκκλησίας, σ' όλη την ιστορία της ορθοδοξίας ένα υψηλότατο πολιτισμό. Που ’ναι αποτέλεσμα της ζωντανής πίστης των ανθρώπων. Δεν θα μπορούσε να ’ναι διαφορετικά. 

            Και μας πιάνει θλίψη όταν σκεφτόμαστε πως τον αιώνα που πέρασε.  σε τούτο δω τον τόπο η εκκλησία δεν παρήγαγε πολιτισμό. Και παρατηρούμε ότι σ’ ένα μεγάλο βαθμό ταυτιστήκαμε οι άνθρωποι της εκκλησίας μ’ ό,τι πιο συντηρητικό, ό,τι πιο στενάχωρο, ό,τι πιο αποπνικτικό. Και διεκδίκησαν άλλοι την πρωτοπορία στην τέχνη. Δικαίως. Γιατί όταν η εκκλησία περιορίζεται στο να μηρυκάζει λόγια ηθικολογικά και να φοβάται τον κόσμο αντί να προσλαμβάνει τον κόσμο, όταν η εκκλησία δεν έχει την δυνατότητα να αγαπήσει τον κόσμο τούτο και να τον τραγουδήσει, να τον ψάλλει, μαζί με τα πάθια του και τους καημούς του, τότε κάθεται και κοιτάει φοβισμένα τον κόσμο. Και φτάσαμε στο σημείο οι άνθρωποι της εκκλησίας να κοιτάνε από τις τηλεοράσεις τα χάλια του κόσμου τούτου, το πιο χαμηλό επίπεδο διασκέδασης και πολλοί, τα παλιότερα χρόνια ιδίως, να εχθρεόνται τις μορφές της τέχνης που πολλοί άνθρωποι με ενδιαφέροντα, ειδικά νέοι, ήθελαν να προσεγγίσουν. Κι εμείς τους κρίναμε. Και λέγαμε ότι πάνε σε άσεμνα θεάματα ή ακατάλληλα, χωρίς να μπορούμε να διαχωρίσουμε τι είναι βλαβερό και τι είναι ωφέλιμο. 


 Γιατί όπως έλεγε ο άγιος Ιουστίνος ο απολογητής και μάρτυς, «ό,τι παρά πάντων καλώς είρηται, ημών των χριστιανών εστί». Ό,τι υπάρχει όμορφο σε αυτό τον κόσμο, η χάρις του Θεού το έχει φτιάξει. Κι εμείς δεν μπορούμε να το αρνούμεθα. Το προσλαμβάνουμε, το βλέπουμε κριτικά κι ύστερα το ξαναπαραδίδουμε στον κόσμο εξαγιασμένο. Η μουσική, το τραγούδι, η αρχιτεκτονική, η ζωγραφική, όλα είναι αποτελέσματα της χάριτος του Θεού στους ανθρώπους. Δεν χρειάζεται πολλή επιχειρηματολογία. Μόλις το ακούσαμε. Σκεφτείτε, η Κασσιανή κλείστηκε σ’ ένα μοναστήρι και έγραφε ασταμάτητα. Τι έκανε; Το χάρισμά της το πρόσφερε στον Θεό και στους ανθρώπους. Αυτό οφείλουμε πάλι να κάνουμε σήμερα ως εκκλησία. Να γίνουμε πρωτοπορία. Να προσλάβουμε τον κόσμο και να τον εξαγιάσουμε. Γιατί αυτό έκαναν όσοι ακολουθούσαν τον Χριστό. 

Με τον ίδιο τρόπο που παίρνουμε την ύλη, τους καρπούς της γης, το σιτάρι, το νερό, το λάδι και τα εξαγιάζουμε στην εκκλησία μέσα από την δική μας ζωή για να τα ξαναπροσφέρουμε πίσω. «Τα σα εκ των σων σοι προσφέροντες κατά πάντα και διά πάντα. Σε υμνούμεν, σε ευλογούμεν, σε δοξολογούμεν». Αυτό κάνουμε στην εκκλησία. Αυτό θα έπρεπε να κάνουμε. Να προσλαμβάνουμε τον κόσμο και να δείχνουμε στους άλλους ανθρώπους πως μπορεί να είναι εξαγιασμένος. Πρώτα απ’ όλα μέσα απ’ την δική μας ζωή. Μέσα απ’ το παράδειγμά μας. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο παράδειγμα στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού από τον λόγο του Χριστού. Δεν ξεπεράστηκε ακόμη. Όσο κι αν εμείς τον κατασυκοφαντήσαμε με τις σταυροφορίες μας και τις εικονομαχίες μας και τους συντηρητισμούς μας και τους ευσεβισμούς μας. Ο λόγος του Χριστού παραμένει πάντα επίκαιρος, λέγοντάς μας που μπορεί να φτάσει ο ανθρώπινος πολιτισμός, όταν μπολιαστεί με την χάρη του Θεού. Ο λόγος του Θεού δεν μπορεί να ξεπεραστεί. Κι όταν ο άνθρωπος τον προσλαμβάνει πραγματικά εξαγιάζεται. Γιατί γίνεται ο άνθρωπος όλος αγάπη. Κι έτσι μπολιάζει τον κόσμο με ό,τι είναι πραγματικά αληθινό και ωφέλιμο. Με τον ίδιο τρόπο, ο,τιδήποτε καλό, ο άνθρωπος που έχει έναν ευαγγελικό προσανατολισμό ζωής μπορεί να το χρησιμοποιήσει εις όφελος των άλλων. 


 Κοιτάξτε τα μοναστήρια για παράδειγμα τα παλιά που βλέπουμε στα βουνά όλης της Ελλάδος. Είναι κομψοτεχνήματα πραγματικά. Είναι πανέμορφα. Όχι γιατί κάποιος πολύ σπουδαγμένος αρχιτέκτονας κάθισε να βρει κάτι πρωτοποριακό. Αλλά γιατί είναι αποτέλεσμα της ζωντανής Χριστιανικής παράδοσης. Ένα υπέρθυρο, μια πόρτα, ένα παράθυρο, ένα τραπέζι, μια γωνία, ό,τι σώζεται από παλιούς ναούς. Στην Αθήνα δυστυχώς τους καταστρέψαμε τους περισσότερους παλιούς ναούς για να χτίσουμε καινούριους τἀχα μου πιο σύγχρονους. Σώθηκε η Καπνικαρέα, σώθηκαν μικρά εκκλησάκια στην Πλάκα. Όταν πηγαίνει κανείς στην Θεσσαλονίκη και βλέπει όλους αυτούς τους ναούς, η πόλη είναι σαν ένα βυζαντινό μουσείο. Όταν πηγαίνει στην Κωνσταντινούπολη και βλέπει την Αγία Σοφία, την Αγία Ειρήνη, τη Μονή της Χώρας, τα ψηφιδωτά, τις αγιογραφίες, συγκλονίζεται και λέει, θέλω πάλι ο πολιτισμός μας, ο πολιτισμός που βγαίνει μέσα απ’ το ορθόδοξο ήθος να λάμψει. Γιατί ζούμε μέσα στην ασχήμια, σε μια απόλυτη ασχήμια. Τα σπίτια που φτιάχνουμε, οι δρόμοι που ζούμε, τα θεάματα που βλέπουμε είναι άσχημα. Δεν έχουν κανένα ήθος. Μαζί κι  εμείς το ’χουμε χάσει το ήθος. 

Το να ζει κανείς πραγματικά στην εκκλησία και κοντά στον Χριστό σημαίνει ότι μετανοεί. Καταθέτει την αλήθειά του μ’ ένα τρόπο σπαρακτικό. Κι αυτό δημιουργεί ένα άλλο ήθος. Ο λόγος του γίνεται λόγος αληθινός. Η πράξη του γίνεται πράξη - παράδειγμα για τους άλλους. Όπου κι αν βρίσκεται. Ακόμη κι ο πιο ταπεινός άνθρωπος παράγει πολιτισμό. Με την ευγένειά του, τον τρόπο που μιλάει, το πώς συμπεριφέρεται, το πώς ακούει, πως συγχωρεί, πως χαίρει μετά χαιρόντων και κλαίει μετά κλαιόντων. Το πιο απλό χάρισμα όταν κανείς θέλει πραγματικά να ακολουθήσει τον Θεό κι όχι να κοροϊδεύει τον εαυτό του και τους άλλους, το πιο απλό χάρισμα αυξάνεται. Μια νοικοκυρά μπορεί να κάνει το σπίτι της εστία πολιτισμούμ ε τον καλό της λόγο και το παράδειγμά της και να μεγαλώσει τα παιδιά της με καλλιέργεια και ήθος. Ένας τεχνίτης, ένας επιστήμονας, ένας καλλιτέχνης αν καταλάβει ότι τα χαρίσματα που έχει  του τα έχει  δώσει ο Θεός είναι δώρα και δεν είναι δικά του, και πει, εγώ δωρεάν τα πήρα, δωρεάν να τα δώσω στους άλλους ανθρώπους να χαρούνε. Και μέσα από αυτά κάτι καλό να βγει σ’ ένα κόσμο ασχήμιας. 

 
Αν ο καθένας από εμάς μπορούσε να το καταλάβει, τότε δεν έχει σημασία αν δεν έχουμε το χάρισμα της Κασσιανής της μοναχής ή του Δαμασκηνού ή του Ανδρέα Κρήτης ή οποιουδήποτε. Ο λόγος μας μπορεί να γίνει ποιητικός. Έλεγε ο γέροντας Πορφύριος ότι ο χριστιανός πρέπει να ’ναι ποιητής. Ο χριστιανός πρέπει να έχει έναν λόγο που είναι ποιητικός, ακριβώς γιατί μιλάει για υψηλά πράγματα. Ποιητικός μπορεί να είναι και ο λόγος του πιο απλού ανθρώπου. Προλάβαμε και ζήσαμε κάποιους παπούδες  και γιαγιάδες στα χωριά που χωρίς να ’χουνε πάει ούτε δημοτικό μιλούσαν τόσο θυμόσοφα που σε συγκινούσαν. Γιατί ακριβώς ο λόγος τους έβγαινε μέσα από ένα ήθος και μία πίστη διαφορετική. Που εμείς με τα πτυχία μας και τάχα τις γνώσεις μας δεν μπορούμε να προσεγγίσουμε. Δεν μιλάμε, λοιπόν, για μια ποίηση των διανοουμένων. Αλλά μιλάμε για την ποίηση της αγαθής καρδιάς που θέλει να καλλιεργηθεί, που αποφάσισε ότι ο κόσμος τούτος δεν είναι ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε κι ό,τι καταναλώσουμε, αλλά είναι κάτι παραπάνω. 

Κι αυτή την ομορφιά που βγαίνει μέσα από την ποίηση στον Θεό, καλούμαστε να την βγάλουμε στην δική μας ζωή την καθημερινή. Να πούμε ένα όχι σε αυτή την ασχήμια που μας περιβάλλει. Κι είναι ασχήμια στα λόγια, είναι ασχήμια στα μάτια, είναι ασχήμια στην ακοή, είναι ασχήμια στην όσφρηση, σε όλες μας τις αισθήσεις. Δεν μπορούμε να παραδινόμαστε σ’ αυτή την ασχήμια διότι είναι σαν να λέμε, νίκησες διάβολε. Με νίκησες κι εμένα. Δεν έχω να κάνω τίποτα άλλο παρά να γκρινιάζω καθημερινά και να περιμένω τον θάνατό μου. Κι έχω μια δικαιολογία για να γκρινιάζω αφού έχω γύρω μου μια άσχημη ατμόσφαιρα. 

Όταν καταλάβω ότι είμαι κι εγώ βασίλειον ιεράτευμα, έθνος άγιον, ιερέας της κτίσης, αυτά γράφουν τα κείμενα της εκκλησίας, σ’ έναν κόσμο που ήταν και τότε άσχημος. Όταν καταλάβω ότι έχω μια μεγάλη ευθύνη που γεννήθηκα σ’ αυτό τον κόσμο, μεγάλη ευθύνη. Απέναντι στους γύρω μου. Κι ας είμαι αδύναμος κι ας πέφτω. Να σηκωθώ πάλι κι αντί να γκρινιάζω για την ασχήμια, ναομορφύνω τη ν ζωή μου, να ζήσω με δοξολογία, ας χαρώ. 

Κοιτάξτε, ο Χριστός είναι περιτριγυρισμένος από πόρνες και τελώνες. Και αυτές οι πόρνες και οι τελώνες αποτελούν τη ραχοκοκκαλιά των μαθητών του. Κι έρχεται μια γυναίκα σήμερα, αυτή που υμνεί η Κασσιανή, μια γυναίκα που κατάλαβε ότι στραβά πήγαινε, που κατάλαβε ότι ζούσε μέσα στην ασχήμια, που κατάλαβε ότι υπήρχε ασχήμια γύρω της - γιατί και τότε υπήρχε. Και κλαίει. Και κλαίει κοντά στα πόδια του δασκάλου. Και διαισθάνεται ότι αυτός δεν είναι ένας απλός άνθρωπος. Και δίνει το υστέρημα των χρημάτων της, δίνει όλα της τα χρήματα για να πάρει ένα πανάκριβο άρωμα για να τον τιμήσει. Κι έτσι να  προτυπώσει εκείνο το ξημέρωμα που θα πάνε με τα μύρα για να μυρώσουν τον Χριστό και θα τον βρουν να λείπει απ’ το μνημείο. Η αγάπη της μετανοημένης πόρνης δημιουργεί μια ποίηση που την σκεφτόμαστε παραστατικά καθώς διαβάζουμε το ευαγγέλιο. Στενόκαρδοι οι μαθητές εκείνη τη στιγμή, είτε ο Ιούδας είτε οι άλλοι, ανάλογα το ευαγγέλιο που διαβάζουμε, μάλλον πολλοί θα διαμαρτυρήθηκαν, δεν μπορούσαν να καταλάβουν αυτό που τους λέει ο Χριστός. Αυτή αγάπησε. Αυτή κατάλαβε. Κι αυτή τώρα είναι στον δρόμο της επιστροφής. Εσείς πρέπει τώρα να καταλάβετε. 

Μοιάζουμε πολλές φορές θλιβεροί, σαν εκείνο τον αδελφό του ασώτου. Καθόμαστε και κοιτάμε τον κόσμο να περνάει κι αντί να χαιρόμαστε μαζί του, λυπόμαστε. Γιατί δεν έχουμε αναγνωρίσει τα δικά μας τα λάθη. Για να ελπίσουμε και να χαρούμε για την δική μας τη σωτηρία. Για την δική μας την ανόρθωση. Μικρά φοβισμένα ανθρωπάκια, κατηγορούμε, κρίνουμε, κουτσομπολεύουμε, κακολογούμε κι όλη την ώρα μηρυκάζουμε τα ίδια και τα ίδια. Πολλές φορές οι περισσότεροι επαναλαμβάνουμε ό,τι λέει η τηλεόραση, δηλαδή το απόλυτο τίποτα. Και μια πόρνη κάποια στιγμή, αυτή την ώρα στην Αθήνα, κλαίει για τις αμαρτίες της και παρακαλεί τον Θεό να της δώσει δύναμη να ξεφύγει από τον δρόμο που ξέπεσε. Και ανακαλύπτει ένα άλλο νόημα ζωής. 


 Δόξα τω Θεώ, κάθε μέρα ένα σωρό άνθρωποι - δεν μας ενδιαφέρει ο αριθμός, ένα σωρό άνθρωποι καταλαβαίνουν ότι πήραν την ζωή τους λάθος και πρέπει ν’ αλλάξουν ζωή. Κι επιστρέφουν στην εκκλησία. Το μικρό ποίμνιο δεν χρειάζεται τίποτε άλλο παρά μετάνοια. Δεν χρειαζόμαστε νούμερα και θριαμβολογίες του τύπου «επιστρέφει ο κόσμος στην εκκλησία». Δεν θα επιστρέψει ο κόσμος μαζικά ποτέ στην εκκλησία. Ακόμα κι αν οι Τούρκοι επιτεθούν στην Ελλάδα. Ακόμα κι αν τα πράγματα σκουρύνουνε. Το πρόβλημα δεν είναι αν θα ’ρθουν οι πολλοί. Το ζήτημα είναι αν αυτοί οι λίγοι που έρχονται στην εκκλησία κι όσοι είμαστε μέσα στην εκκλησία αν και πόσο μετανοούμε. Αν εννοούμε αυτά που διαβάζουμε. Αν καταλαβαίνουμε ότι όλα αυτά που ακούμε στις ακολουθίες είναι πραγματική ποίηση που βγήκε και είναι τόσο υψηλή και ιλιγγιώδης επειδή σπαράξαν οι ψυχές των ανθρώπων στην ανάγκη τους να ξανασυναντήσουν τον Θεό και να βρουν ένα νόημα. 

Αν μένει κάτι από τη σημερινή ημέρα δεν είναι το τροπάριο της Κασσιανής ως μελωδία. Δυστυχώς, άλλο ένα στοιχείο της έλλειψης πολιτισμού που είχαμε, από τότε που η Αθήνα γέμιζε τετράφωνες χορωδίες, γύρω στο 1930 και μετά και συνήθιζε η καλή κοινωνία των Αθηνών τέτοια μέρα να πηγαίνει στους ναούς του κέντρου για ν’ ακούσει το τροπάριο της Κασσιανής να το λένε συνήθως τραγουδιστές της λυρικής. Κι έλεγαν «θα πάω ν’ ακούσω το τροπάριο της Κασσιανής», αντί να λέει «θα πάω να κλάψω για τις αμαρτίες μου». Γιατί η Κασσιανή, που δεν είναι η πόρνη όπως νομίζαν οι πολλοί, η Κασσιανή άφησε μια ζωή για να συναντήσει τον Χριστό. Κι ό,τι έγραφε ήταν αλήθεια. Και θα ’πρεπε να λέμε, θα πάω ν’ ακούσω όλους αυτούς του ύμνους μπας και λιγάκι παρακινηθώ, μπας και λιγάκι συγκινηθώ, μπας και λιγάκι αφήσω την αλήθεια να λάμψει μέσα στην ψυχή μου, να με ξεκολλήσει από την καθημερινότητα μέσα στη οποία βουλιάζω και λέω τα ίδια και τα ίδια. Και κάποια στιγμή γυρνάω και κοιτάω τον σύντροφο, την σύντροφο, τα παιδιά μου και λέω, πέρασε ο χρόνος, που πήγε η ζωή;

Να γίνουμε ποιητές, έλεγε ο άγιος. Να αποκτήσει η ζωή μας ευαισθησία. Να κοιτάξουμε λίγο τον ουρανό και να πάψουμε να κοιτάμε τη γη. Και να σταματήσουμε να λέμε αυτή την στερεότυπη φράση «μα έτσι κάνουν όλοι, τι να κάνω κι εγώ». Η Κασσιανή δεν έκανε ότι έκαναν όλοι. Η πόρνη δεν έκανε ό,τι έκαναν όλοι. Οι μαθητές δεν έκαναν ό,τι έκαναν όλοι. Ακολούθησαν έναν άλλο δρόμο ζωής. Και λούστηκαν στο φως. Εύχομαι με την χάρη του Θεού να το αποζητήσουμε αυτό το φως. Και να γίνουμε μαθητές του Χριστού, άνθρωποι του φωτός και της χαράς, παραδείγματα για τους άλλους. Να σώσουμε τον εαυτό μας για να σωθεί ο κόσμος. Καλή Ανάσταση να ’χουμε!


19/4/11

Τον νυμφώνα σου βλέπω...





Ομιλία του π. Χριστοδούλου, στον Όρθρο της Μ. Τρίτης

Αν αλ­λά­ζα­με λί­γο τα λό­για του ση­με­ρι­νού ευ­αγ­γε­λί­ου, θα νι­ώ­θα­με ό­τι εί­ναι γραμ­μέ­να μό­λις σή­με­ρα το πρω­ί. Θα νι­ώ­θα­με ό­τι ό­λα αυ­τά που υ­πο­τί­θε­ται πως χτί­σα­με ως πο­λι­τι­σμός μέ­σα σ’ αυ­τή την κα­τάρ­ρευ­ση των α­ξι­ών που υ­πάρ­χει γύ­ρω μας, ή­ταν έ­να με­γά­λο ψέ­μα. Θα μπο­ρού­σα­με να πού­με, λοι­πόν, πα­ρα­φρά­ζον­τας λί­γο τα λό­για του Κυ­ρί­ου:
Ου­αί και α­λί­μο­νο υ­μίν, αρ­χι­ε­ρείς και ι­ε­ρείς και μο­να­χοί υ­πο­κρι­ταί. Για­τί δύ­ο χι­λιά­δες χρό­νια με­τά που ο Χρι­στός εί­πε αυ­τά τα λό­για, ε­ξα­κο­λου­θεί­τε να κά­νε­τε τα ί­δια πράγ­μα­τα. Δηλαδή να εί­σα­στε κρε­μα­σμέ­νοι α­πό τον νό­μο και α­πό τον τύ­πο. Και να βά­ζε­τε βα­ριά φορ­τί­α στων αν­θρώ­πων τους ώ­μους, ε­νώ ε­σείς εν­δι­α­φέ­ρε­στε για τις πρω­το­κα­θε­δρί­ες και την ε­ξου­σί­α και τον πλού­το. Ή, άλ­λοι α­πό ε­σάς, να κα­τα­δυ­να­στεύ­ε­τε τους αν­θρώ­πους. Ή, άλ­λοι , να μην εν­δι­α­φέ­ρε­στε κα­θό­λου στην ου­σί­α για την πί­στη σας και να βλέ­πε­τε τα πάν­τα ε­παγ­γελ­μα­τι­κά και τυ­πι­κά. Ή, άλ­λοι α­πό ε­σάς, σαν δι­κα­στές να δι­κά­ζε­τε τους αν­θρώ­πους, ξε­χνών­τας ό­τι ο Χρι­στός κά­λε­σε τους α­μαρ­τω­λούς κι ό­χι τους δί­και­ους σε με­τά­νοι­α. Κι άλ­λοι, άλ­λα να λέ­τε κι άλ­λα να κά­νε­τε. Κι άλ­λοι α­πό ε­σάς να προ­δί­δε­τε κα­θη­με­ρι­νά τον Χρι­στό στο πρό­σω­πο των αν­θρώ­πων. Να τον σταυ­ρώ­νε­τε και να τον συ­κο­φαν­τεί­τε.
            Ου­αί και α­λί­μο­νο υ­μίν, πο­λι­τι­κοί υ­πο­κρι­τές. Για­τί κά­να­τε την δι­α­κο­νί­α που σας έ­δω­σε ο λα­ός ε­πάγ­γελ­μα. Κι άλ­λοι α­πό ε­σάς συμ­φέ­ρον. Κι άλ­λοι α­πό ε­σάς ε­ξάρ­τη­ση α­πό μπλε και πρά­σι­να και κόκ­κι­να κέν­τρα, για να ε­ξυ­πη­ρε­τή­σε­τε μια ι­δε­ο­λο­γί­α, που ή­δη έ­χει α­πο­δει­χθεί μά­ται­η. Για­τί ξε­χνά­τε ό­τι δεν σας ε­ξέ­λε­ξε ο λα­ός για να εί­στε πρώ­τοι, αλ­λά για να εί­στε δι­ά­κο­νοι. Και α­πο­μο­νω­θή­κα­τε α­πό τον λα­ό για να ζεί­τε πο­λυ­τε­λώς. Και χά­σα­τε την ε­πα­φή με την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, για­τί δεν μπαί­νε­τε να στρι­μω­χτεί­τε στα λε­ω­φο­ρεί­α, δεν κυ­κλο­φο­ρεί­τε στους δρό­μους σαν α­πλοί θνη­τοί. Δεν ξέ­ρε­τε τι θα πει να έ­χεις α­γω­νί­α να φέ­ρεις τους λο­γα­ρια­σμούς σου ί­σα-ί­σα για να πε­ρά­σει ο μή­νας. Δεν ξέ­ρε­τε τι θα πει να έ­χεις α­γω­νί­α για το που θα μπει το παι­δί σου και που θα δου­λέ­ψει.
            Ου­αί και α­λί­μο­νο υ­μίν και ε­σείς οι υ­πό­λοι­ποι υ­πο­κρι­τές. Οι τά­χα μου α­πλοί άν­θρω­ποι του μέ­σου ό­ρου, που σας φταί­νε οι αρ­χι­ε­ρείς και οι ι­ε­ρείς και οι πο­λι­τι­κοί. Για­τί κι ε­σείς ί­διοι εί­στε. Μην ξε­χνά­με. Οι Φα­ρι­σαί­οι δεν ή­ταν ι­ε­ρείς. Οι Φα­ρι­σαί­οι ή­ταν μια θρη­σκευ­τι­κή ο­μά­δα που ο­ρα­μα­τί­ζον­ταν να έρ­θει ο Μεσ­σί­ας και να γί­νει μια ε­ξου­σί­α πο­λι­τι­κή του Ισ­ρα­ήλ και θρη­σκευ­τι­κή. Οι Φα­ρι­σαί­οι ή­ταν και α­πλός λα­ός και α­πλοί άν­θρω­ποι. Ό­πως και σή­με­ρα οι Φα­ρι­σαί­οι οι θρη­σκευ­τι­κοί και οι πο­λι­τι­κοί και οι κομ­μα­τι­κοί, αυ­τοί ό­λοι που φέ­ρα­νε την χώ­ρα ε­δώ, που ε­ξα­φά­νι­σαν τα ή­θη της και τα έ­θα­ψαν μέ­σα σε μια α­δι­ά­φο­ρη και ι­σο­πε­δω­μέ­νη, υ­πο­τί­θε­ται μον­τέρ­να νο­ο­τρο­πί­α. Εί­μα­στε ε­μείς οι Φα­ρι­σαί­οι και οι υ­πο­κρι­τές. Και το ό­τι δεί­χνου­με ο έ­νας τον άλ­λο δεν εί­ναι τί­πο­τε άλ­λο πα­ρά η ε­πι­βε­βαί­ω­ση αυ­τού που συ­νέ­βη και στη δι­ή­γη­ση του προ­πα­το­ρι­κού α­μαρ­τή­μα­τος. Ε­σύ φταις. Ό­χι, ε­σύ φταις. Ό­χι, ε­σύ φταις Θε­έ που μας έ­κα­νες έ­τσι, που έ­κα­νες τον α­πέ­ναν­τί μου έ­τσι.
            Ου­αί και α­λί­μο­νο υ­μίν Φα­ρι­σαί­οι υ­πο­κρι­τές, α­πλοί άν­θρω­ποι, που δεν έ­χε­τε πο­τέ πά­ρει την ευ­θύ­νη της ζω­ής σας στα χέ­ρια σας. Που κα­τη­γο­ρεί­τε τους αρ­χι­ε­ρείς ό­τι θέ­λουν να ’­χουν ε­ξου­σί­α, αλ­λά κι ε­σείς στον μι­κρό­κο­σμό σας ε­ξου­σί­α α­σκεί­τε. Που κα­τη­γο­ρεί­τε τους ι­ε­ρείς ό­τι δεν ε­φαρ­μό­ζουν αυ­τά που λέ­νε, αλ­λά κι ε­σείς δεν τα ε­φαρ­μό­ζε­τε. Κι ε­σείς γί­νε­στε η­θι­κο­λό­γοι. Κι ε­σείς κου­νά­τε το δά­χτυ­λο στους άλ­λους αν­θρώ­πους που δεν πι­στεύ­ουν. Και ε­σᾶς τα ε­ξω­τε­ρι­κά σάς εν­δι­α­φέ­ρουν να δεί­χνε­τε και στα μέ­σα σας χά­ος ε­πι­κρα­τεί. Και ε­σείς λέ­τε «α­φού δεν τα κά­νουν οι άλ­λοι δεν τα κά­νω και ε­γώ». Και ε­σείς έ­χε­τε α­δι­α­φο­ρή­σει για τον λό­γο του Χρι­στού στη ζω­ή σας. Κι αν οι ι­ε­ρείς εί­ναι 75-80, κι αν οι ι­ε­ρείς εί­ναι 10 χι­λιά­δες, ε­σείς εί­στε 10 ε­κα­τομ­μύ­ρια. Ά­ρα δη­λα­δή, δεί­χνε­τε τους λί­γους για να δι­και­ο­λο­γή­σε­τε τα δι­κά σας α­μαρ­τή­μα­τα.
            Ου­αί και α­λί­μο­νο και ε­σείς, α­πλοί άν­θρω­ποι πο­λί­τες τού­της της χώ­ρας. Που χρό­νια τώ­ρα ψη­φί­ζε­τε μπλε, κόκ­κι­να, πρά­σι­να, γα­λά­ζια και ροζ κόμ­μα­τα, σε μια χώ­ρα που δεν πα­ρή­γα­γε τί­πο­τα σχε­δόν και πε­ρι­μέ­να­τε να σας δι­ο­ρί­σουν τα παι­διά σας. Ε­σείς που κα­τα­να­λώ­νε­τε α­στα­μά­τη­τα, λέ­γον­τας «δεν βα­ρι­έ­σαι α­δελ­φέ, ζού­με κι αύ­ριο». Ε­σείς που τώ­ρα βγαί­νε­τε στους δρό­μους και ουρ­λι­ά­ζε­τε ε­νάν­τια σ’ ε­κεί­νους που ’­ναι ο κα­θρέ­φτης σας. Λέ­ει μια σο­φή λα­ϊ­κή πα­ροι­μί­α «κα­τά τον λα­ό κι οι άρ­χον­τες». Και δεν εί­ναι και­νούρ­για.
            Ου­αί και α­λί­μο­νο υ­μίν, λοι­πόν, υ­πο­κρι­τές. Ό­σοι δεν έ­χε­τε συ­ναί­σθη­ση της κα­τά­στα­σής σας. Και φέ­ρα­τε τα πράγ­μα­τα ε­δώ και στην εκ­κλη­σί­α και στην πο­λι­τεί­α και στον τρό­πο ζω­ής και στην αι­σθη­τι­κή μας και στην δι­α­σκέ­δα­σή μας και σε ό­λα. Και τώ­ρα λέ­τε «Οι άλ­λοι φταί­νε, δεν φταί­με ε­μείς. Ε­μείς εί­μα­στε α­πλοί κα­λοί άν­θρω­ποι». Και λέ­ει ο ά­γιος «ο δρό­μος για την κό­λα­ση εί­ναι στρω­μέ­νος με κα­λές προ­θέ­σεις». Με κα­λές προ­θέ­σεις τα κα­ταν­τή­σα­με ό­λα αυ­τά. Δεν μας τα έ­κα­ναν οι άλ­λοι. Α­π’ το 1974 και με­τά δη­μο­κρα­τί­α εί­χα­με. Ή για την α­κρί­βεια, δη­μο­κρα­τι­κή α­συ­δο­σί­α εί­χα­με. Κα­μί­α δι­κτα­το­ρί­α δεν μας ε­πέ­βα­λε κα­νέ­ναν άρ­χον­τα.
            Ου­αί και α­λί­μο­νο. Κι αυ­τός ο λό­γος εί­ναι λό­γος πα­ρό­μοι­ος με αυ­τόν που έ­λε­γαν οι προ­φή­τες της Πα­λαι­άς Δι­α­θή­κης στους αν­θρώ­πους που ξέ­φευ­γαν, λί­γο πριν το κρά­τος του Ισ­ρα­ήλ κα­τα­στρα­φεί ή αλ­λοι­ω­θεί. Και δυ­στυ­χώς δεν εί­ναι δι­κός μου λό­γος. Εί­ναι ο λό­γος ό­σων στην Εκ­κλη­σί­α έ­βλε­παν α­πό πριν να έρ­χε­ται αυ­τό που ήρ­θε. Κι εί­ναι ο λό­γος ό­σων αυ­τών στην εκ­κλη­σί­α εί­χαν έ­ναν α­γώ­να και έ­βλε­παν ό­τι ό­ποι­ος ξε­χνά­ει, πα­θαί­νει. Ό­ποι­ος δεν θέ­λει να δει, υ­πο­φέ­ρει. Ό­ποι­ος νο­μί­ζει ό­τι φταί­νε οι άλ­λοι, ο ί­διος εί­ναι ο φταί­χτης. Και πό­σες φο­ρές δεν εί­πα­με τα προ­η­γού­με­να χρό­νια «των οι­κι­ών η­μών ε­πιμ­πρα­μέ­νων η­μείς ά­δο­μεν». Καί­γον­ταν τα σπί­τια μας κι ε­μείς τρα­γου­δού­σα­με. Τι ω­ραί­α! Α­φού γε­μί­ζει το στο­μά­χι μας μια χα­ρά εί­μα­στε. Αυ­τό δεν λέ­γα­με; Ας βά­λου­με και λί­γο Θε­ό μέ­σα για να τα ‘χου­με κα­λά μα­ζί του μπας και αρ­ρω­στή­σου­με.
Θα πει κά­ποι­ος, δη­λα­δή, δεν έ­χου­με κα­μί­α ελ­πί­δα; Μα σα­φώς έ­χου­με πο­λύ με­γά­λη ελ­πί­δα. Την ί­δια ελ­πί­δα που εί­χαν και οι α­πό­στο­λοι και οι μα­θη­τές. Την ί­δια ελ­πί­δα που ξη­μέ­ρω­σε ε­κεί­νη την η­μέ­ρα της Πεν­τη­κο­στής. Την ί­δια ελ­πί­δα που ξη­μέ­ρω­νε κά­θε μέ­ρα ε­πί τρεις αι­ώ­νες ό­ταν οι χρι­στια­νοί κυ­νη­γι­όν­του­σαν. Δεν άλ­λα­ξε ο κό­σμος. Κα­κό και α­δι­κί­α και τό­τε και τώ­ρα. Ί­σως σε πολ­λά να εί­μα­στε και κα­λύ­τε­ρα α­πό κεί­νους. Την ί­δια ελ­πί­δα που έ­χει η ζω­ή ε­πί χί­λια τό­σα χρό­νια με­τά τον Χρι­στό α­κό­μα κι αν υ­πάρ­χουν στε­να­χώ­ρι­ες και δυ­σκο­λί­ες. Την ί­δια ελ­πί­δα. Αυ­τή την ελ­πί­δα που φέρ­νει η Με­γά­λη Ε­βδο­μά­δα.
Για­τί τα δι­α­βά­ζου­με ό­λα αυ­τά μέ­σα στην εκ­κλη­σί­α; Για τους άλ­λους; Για­τί τα ψέλ­νου­με ό­λα αυ­τά; Για να περ­νά­ει η ώ­ρα ω­ραί­α; Για να ευ­χα­ρι­στι­ό­μα­στε και να λέ­με «πω πω πή­γα τη Μ. Ε­βδο­μά­δα σε μια ω­ραί­α εκ­κλη­σί­α κι εί­χε και κα­λούς ψάλ­τες, τι ω­ραί­α που ή­τα­νε, έ­βγα­λε κι έ­ναν ω­ραί­ο λό­γο ο πα­πάς»; Ό­χι. Τα δι­α­βά­ζου­με πρώ­τα α­π’ ό­λα για ε­μάς. Για να ’­χου­με συ­ναί­σθη­ση. Για να ’­χου­με ελ­πί­δα. Κι α­κό­μη κι ό­σοι νο­μί­ζου­με ό­τι εί­μα­στε κα­λοί να γί­νου­με κα­λύ­τε­ροι. Κι ό­σοι ξε­φύ­γα­με να ε­πα­νέλ­θου­με. Κι ό­σοι πο­νέ­σα­με να χα­ρού­με. Κι ό­σοι έ­χου­με χα­ρά να γί­νει με­γα­λύ­τε­ρη η χα­ρά. Δεύ­τε πάν­τες εις την χα­ρά του Κυ­ρί­ου μας. Ό­λοι να πά­με.
Το βρά­δυ της Α­να­στά­σε­ως που μας κα­λεί αυ­τός ο ω­ραί­ος λό­γος ο κα­τη­χη­τι­κός του α­γί­ου Ι­ω­άν­νου του Χρυ­σο­στό­μου, δεν εί­ναι άν­τε να κοι­νω­νή­σε­τε ό­λοι, μπά­τε σκύ­λοι α­λέ­στε. Εί­ναι ό­τι ό­λοι εί­μα­στε κε­κλη­μέ­νοι στη χα­ρά του Κυ­ρί­ου και πρέ­πει να το θυ­μη­θού­με. Δεν εί­ναι κοι­νω­νή­στε ό­λοι ε­σείς οι ά­σχε­τοι που δεν έ­χε­τε σχέ­ση με την εκ­κλη­σί­α. Εί­ναι ε­λά­τε στην εκ­κλη­σί­α, ε­λά­τε στον λό­γο του Θε­ού. Ό­σοι τον ξε­χά­σα­τε, ό­σοι α­πο­τύ­χα­τε, ό­σοι νι­ώ­σα­τε κά­ποι­α στιγ­μή ό­τι ο κό­σμος τού­τος σας κα­τά­πι­ε, ό­τι η ρου­τί­να της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας σας ξε­γέ­λα­σε. Ό­τι οι α­ξί­ες που βά­λα­τε μπρο­στά σας σας μπερ­δέ­ψα­νε. Ό­τι υ­πο­λο­γί­σα­τε πιο πο­λύ τον μα­μω­νά στη ζω­ή σας πα­ρά άλ­λα. Ό­λοι ε­σείς. Οι κα­τα­φρο­νε­μέ­νοι, οι α­ναγ­κε­μέ­νοι, οι τα­πει­νω­μέ­νοι, οι α­δύ­να­μοι, ό­λοι ε­σείς. Ε­λά­τε ξα­νά. Δεύ­τε πάν­τες εις την χα­ρά του Κυ­ρί­ου.
Η τρά­πε­ζα γέ­μει, ο μό­σχος πο­λύς. Τι ση­μαί­νει αυ­τό; Ό­χι βέ­βαι­α το τρα­πέ­ζι που θα φά­με με­τά α­πό λί­γο ή την άλ­λη μέ­ρα το πρω­ί. Αλ­λά η τρά­πε­ζα και η χα­ρά της ζω­ής κον­τά στον Χρι­στό που την ξε­χά­σα­με. Και την ξε­χά­σα­με για­τί φταί­ξαν και οι πρώ­τοι υ­πο­κρι­τές που εί­πα­με, για­τί φταί­ξα­νε και οι δεύ­τε­ροι υ­πο­κρι­τές που εί­πα­με και φταί­ξα­με και ό­λοι ε­μείς. Το να α­κο­λου­θή­σου­με τον δρό­μο που ο­δη­γεί στη χα­ρά του Κυ­ρί­ου, ση­μαί­νει ο κα­θέ­νας στο ο­ποι­ο­δή­πο­τε με­τε­ρί­ζι, τό­πο, ερ­γα­σί­α βρί­σκε­ται να α­φυ­πνι­στεί. Κι αν εί­ναι αρ­χι­ε­ρέ­ας κι αν εί­ναι ι­ε­ρέ­ας κι αν εί­ναι λα­ϊ­κός κι αν εί­ναι πο­λι­τι­κός κι αν εί­ναι για­τρός κι αν εί­ναι υ­πάλ­λη­λος, ό,τι και να ’­ναι, να με­τα­νο­ή­σει και να α­κο­λου­θή­σει τον Κύ­ριο. Που δεν ση­μαί­νει να γί­νει έ­να θρη­σκό­λη­πτο αν­θρω­πά­κι που θα κα­τη­γο­ρεί τους άλ­λους. Αλ­λά να γί­νει έ­νας άν­θρω­πος που με το πα­ρά­δειγ­μά του θα δι­δά­σκει τους άλ­λους.
Δέ­στε πια εί­ναι η δι­α­φο­ρά ε­νός Φα­ρι­σαί­ου α­πό αυ­τούς που κα­τη­γο­ρεί ο Κύ­ριος κι ε­νός α­πό τους μα­θη­τές του. Ποι­α εί­ναι η δι­α­φο­ρά ε­νός Φα­ρι­σαί­ου α­πό αυ­τό τον τύ­πο του αν­θρώ­που που ευ­αγ­γε­λί­ζε­ται ο Χρι­στός. Σ’ ό­λο το ευ­αγ­γέ­λιο δεν γί­νε­ται τί­πο­τε άλ­λο πα­ρά να ε­πι­κρί­νε­ται ο τρό­πος του φα­ρι­σα­ϊ­σμού και να προ­βάλ­λε­ται έ­νας και­νού­ριος τρό­πος ζω­ής, έ­να και­νού­ριος τρό­πος αν­θρώ­που. Ο νέ­ος Α­δάμ, ο νέ­ος άν­θρω­πος. Αυ­τός ο νέ­ος άν­θρω­πος πρέ­πει να λάμ­ψει στη ζω­ή μας. Να το πι­στέ­ψου­με ό­σοι δεν το πι­στέ­ψα­με. Να χα­ρού­με ό­σοι δεν χα­ρή­κα­με. Να προ­χω­ρή­σου­με ό­σοι δεν προ­χω­ρή­σα­με. Αυ­τός εί­ναι ο λό­γος της εκ­κλη­σί­ας. Αυ­τή εί­ναι η Μ. Ε­βδο­μά­δα.
Ε­πα­να­λαμ­βά­νω, δεν εί­ναι έ­να ω­ραί­ο έ­θι­μο η Μ. Ε­βδο­μά­δα. Εί­ναι το καρ­δι­ο­χτύ­πι των αν­θρώ­πων της εκ­κλη­σί­ας. Εί­ναι η καρ­διά της ορ­θο­δο­ξί­ας που ο­δη­γεί στην Α­νά­στα­ση. Α­λί­μο­νό μας αν πι­στέ­ψου­με ό­τι εί­ναι φολ­κλόρ που πρέ­πει να το δι­α­τη­ρή­σου­με. Α­λί­μο­νό μας. Πό­σο μα­κριά εί­μα­στε α­πό αυ­τό που η εκ­κλη­σί­α φέρ­νει στη ζω­ή μας…

Ναι, εί­μα­στε πά­ρα πο­λύ μα­κριά. Και­ρός να ε­πα­νέλ­θου­με. Και­ρός ν’ α­φή­σου­με στην ά­κρη τον τύ­πο και να πά­με στην ου­σί­α. Για­τί αλ­λι­ώς, κά­θε φο­ρά που α­κού­με αυ­τό το ευ­αγ­γέ­λιο θα σκε­φτό­μα­στε «για μας τα λέ­ει, ό­χι για τους άλ­λους». Ο Θε­ός να μας δί­νει δύ­να­μη και φώ­τι­ση και χα­ρά και ελ­πί­δα και α­γά­πη να τα ζή­σου­με αυ­τά. Γι’ αυ­τά κλη­θή­κα­με στην εκ­κλη­σί­α. Μό­νο γι’ αυ­τά. Για να ζή­σει ο κό­σμος. Για να γί­νει η ζω­ή Του δι­κή μας ζω­ή. Γέ­νοι­το.  Αμήν.  


18/4/11

Ιδού ο Νυμφίος έρχεται...



  π. Χριστόδουλος Μπίθας, ομιλία στην Μεγάλη Εβδομάδα

Ξεκινάμε την ζωή μας κι έχουμε μεγάλη αισιοδοξία. Καθώς βρισκόμαστε στην εφηβεία, νομίζουμε πως όλα μπορούν να γίνουν, όλα μπορούμε να τα ανατρέψουμε, όλα μπορούμε να τα κρίνουμε κι όλα μπορούμε να τα βάλουμε στη θέση τους. Είμαστε γεμάτοι ιδανικά και ιδέες ωραίες, ειλικρινείς και αυθεντικές. Και καθώς μεγαλώνουμε και καταλαβαίνουμε πως είναι ο κόσμος ακριβώς, πόση δυστυχία υπάρχει, πόση κακία υπάρχει και πάνω απ’ όλα καθώς καταλαβαίνουμε την δική μας αδυναμία, είτε το ομολογούμε είτε όχι, κλεινόμαστε στον κόσμο μας. Γενιά με γενιά κάνουμε κι εμείς τα ίδια που κατηγορήσαμε στους γονείς μας και τους παππούδες μας και επαναλαμβάνουμε τα ίδια και τα ίδια λάθη που έκαναν και οι πρόγονοί μας. Και φτάνει ο άνθρωπος να αισθάνεται μεγάλη απελπισία. Και κλείνεται στον κόσμο του και κάνει τα ίδια που έκαναν και άλλοι. Δηλαδή, νοιάζεται μόνο για την επιβίωση, να εξοικονομήσει τα χρειώδη του βίου. Να μπορέσει να προστατεύσει την οικογένειά του, να συνάξει κάποια αγαθά μην έρθει καταστροφή ή πόλεμος. Κι ο καιρός περνάει κι ο άνθρωπος κλείνεται στην ρουτίνα του, στα καθημερινά του. Και τα προβλήματα μεγαλώνουν. 
Ζευγάρια που μείνανε σιωπηλά μέσα σ’ ένα γάμο, παιδιά που δεν μπόρεσαν ποτέ να συνεννοηθούν με τους γονείς τους, γονείς που έχουν παράπονα απ’ τους γιους και τις κόρες τους, κυβερνήσεις που είναι ανάξιες να τακτοποιήσουνε τα του τόπου τους, διαφθορά, στενοχώρια, έλλειψη ελπίδας. Στα χρόνια μας το αισθανόμαστε ιδιαίτερα αυτό. Κι όποιος άνθρωπος έχει λίγη ειλικρίνεια προς τον εαυτό του, συνειδητοποιεί κάποια στιγμή ότι όλα εκείνα τα όνειρα της εφηβείας χαθήκανε, κρυφτήκανε μέσα σε απογοητεύσεις και διαψεύσεις. Κι όποιος κάποια στιγμή ελπίσει κάτι παραπάνω, ομολογεί ότι η ψυχή του έχει αποκοιμηθεί. Ομολογεί ότι βρίσκεται σ’ έναν θάνατο, σε μια νέκρωση. Πολλοί, δόξα τω Θεώ, φτάνουν μέχρι το κατώφλι της εκκλησίας και λένε «αισθάνομαι νεκρός, αισθάνομαι τον γάμο μου νεκρό, αισθάνομαι να μην έχω κανένα ενδιαφέρον για την ζωή, αισθάνομαι ότι όλα τα έχω κάνει, όλα τα έχω πει, όλα τα έχω ακούσει και δεν μένει πια τίποτα να κάνω, είμαι μόνο 40 χρονών και δεν έχω να ελπίσω σε τίποτα».
Στο τροπάριο της ημέρας ακούμε μια προσευχή, που μας πείθει ότι αυτά τα λόγια, αυτές οι σκέψεις δεν είναι μόνο σήμερα που υπάρχει αυτός ο τρόπος ζωής με αυτά τα χαρακτηριστικά, αλλά και πριν από 1500 και δυο χιλιάδες χρόνια.
 Έρχεται ο Νυμφίος στο μέσον της νυκτός. Έρχεται δηλαδή ο Θεός, έρχεται η Κρίση. Και παρακαλούμε. Σε παρακαλώ ψυχή μου να έχεις εγρήγορση, να μην είσαι κοιμισμένη, να μην έχεις παραδοθεί στον θάνατο. Σε ποιο θάνατο; Σ’ αυτόν που περιγράψαμε. Τον πνευματικό θάνατο, την πνευματική νέκρωση. Δεν είναι θλιβερό προνόμιο μόνο τής εποχής μας, πάντα ήτανε Η εποχή μας έχει τα δικά της χαρακτηριστικά απλώς. 
Εχθρός του ανθρώπου η ρουτίνα της καθημερινότητας. Εχθρός του ανθρώπου η έλλειψη ελπίδας, εχθρός του ανθρώπου το να χάσει το νόημα της ζωής. Στην ουσία μ’ αυτό το τροπάριο παρακαλούμε τον Θεό να είναι κοντά μας, για να μπορούμε κι εμείς με τις δικές μας προσπάθειες, με την δική μας αγωνία, με την δική μας πείνα και δίψα να μην κοιμηθεί η ψυχή μας, να μην χάσουμε ένα νόημα να ζούμε. Παρακαλούμε τον Θεό να είμαστε πάντα σε εγρήγορση, πάντα ζωντανοί, πάντα με μια αγωνία για το αύριο, καλή αγωνία, πάντα δημιουργικοί, πάντα αγαπητικοί, κι όσες φορές να πέφτουμε να σηκωνόμαστε και να ελπίζουμε ότι θα μας βρει το τέλος σηκωμένους. 
Ετούτο δω το τροπάριο δεν είναι καθόλου απλό, δεν είναι κάτι επετειακό και όμορφο που έγραψε ένας εμπνευσμένος ποιητής που πίστευε στον Θεό. Είναι η προσευχή για τη σωτηρία μας. Να μην κοιμηθούμε τον μεγάλο πνευματικό ύπνο. Και μοιάζουμε μ’ εκείνους για τους οποίους είπε ο Κύριος στους μαθητές του ,«άσε τους νεκρούς να θάψουν τους δικούς τους νεκρούς». Γιατί δυστυχώς βλέπουμε γύρω μας, τόσους πολλούς καλούς ανθρώπους πνευματικά νεκρούς, αδιάφορους, αποσβολωμένους μπροστά στις οθόνες της τηλεόρασης, θυμωμένους στους δρόμους να κατηγορεί ο ένας τον άλλο, πνιγμένους στις βιοτικές μέριμνες. Κι όλοι λένε, μα τι να κάνουμε, έτσι είναι η ζωή. 
Όμως δεν πλαστήκαμε γι’ αυτή την ζωή. Πλαστήκαμε για ένα παράδεισο. Αυτό τον ίδιο παράδεισο που είχαμε ποθήσει όταν ήμασταν έφηβοι. Πλαστήκαμε για ωραία και μεγάλα πράγματα. Πλαστήκαμε για να ’χουμε ιδανικά. Πλαστήκαμε για να έχουμε τα χέρια μας ενωμένα με τους άλλους ανθρώπους. Πλαστήκαμε για να μαθαίνουμε μέσα από την εμπειρία μας, από τα λάθη μας. Πλαστήκαμε για να χαρούμε τούτη εδώ τη ζωή, όσα χρόνια κι αν μας δόθηκαν. Πλαστήκαμε για να μπορέσουμε από τούτο δω τον κόσμο να καταλάβουμε ότι το πέρασμα στον άλλο κόσμο, στην άλλη ζωή είναι - όπως έλεγε μια αγία ψυχή, σαν ένα λουλουδάκι, ένα φυτό ωραίο, που τρυπάει έναν τοίχο, κι απ’ τη μια πλευρά ενός τοίχου περνάει στην άλλη, από αυτόν εδώ τον κόσμο τον πεπερασμένο, στην αθανασία και στην αιωνιότητα. Πλαστήκαμε για την αιωνιότητα. Και κάθε άνθρωπος που αγάπησε και αγαπά, κάθε άνθρωπος που έχει στιγμές τέτοιες, ξέρει ότι είναι κατά βάση φτιαγμένος για να ζήσει έναν παράδεισο. 
Και αν η γη μας είναι κόλαση εξαιτίας της δικής μας αμαρτίας, ας ελπίσουμε. Ας ελπίσουμε, αυτό είναι το νόημα της ημέρας. Ότι ο Νυμφίος που έρχεται στην ζωή μας, η χάρις του Θεού δηλαδή, θα μας βοηθάει επειδή το θέλουμε, επειδή δεν το βάλαμε κάτω, επειδή κάποια στιγμή αφυπνιστήκαμε, επειδή κάποια στιγμή είδαμε τα λάθη μας, επειδή μετανοήσαμε, επειδή μεταστραφήκαμε. Η χάρις του Θεού θα μας βοηθήσει να ξυπνήσουμε από τον ύπνο τον βαθύ, αυτό τον ύπνο που κάνει την πλειοψηφία ίσως των ανθρώπων να λέει «μα έτσι κάνουν όλοι, μα έτσι μιλάνε όλοι, μα αυτά βλέπουν όλοι». Να ξυπνήσουμε από αυτή τη βαθιά ακηδία που έχουμε. Και η αυριανή ημέρα, αυτή είναι η προσευχή μας, η αυριανή ημέρα, η αυριανή εβδομάδα, ο άλλος μήνας, να είναι ένας μήνας όπου θα νιώσουμε λιγάκι τον παράδεισο στην ζωή μας. Γι’ αυτό πλαστήκαμε.

Σε κάθε Θεία Λειτουργία λέμε ότι καλούμαστε να προγευτούμε την Βασιλεία των ουρανών. Και πολλοί από μας δεν το καταλαβαίνουμε τι θα πει. Τι θα πει να γευτούμε την Βασιλεία των ουρανών; Μα να νιώσουμε την χαρά αυτή. Ότι δεν είμαστε πλασμένοι για τα λίγα, είμαστε πλασμένοι για τα πολλά, όχι όμως τα υλικά πολλά. Είμαστε πλασμένοι για να αυξήσουμε όλα αυτά τα δώρα που μας έδωσε ο Θεός. Τον νου, την καρδιά, την ψυχή, την χαρά, την αγάπη. Κι αν ζούμε μέσα σε ένα σκοτάδι και κάνουμε αυτά που δεν θέλουμε, όπως λέει ο απόστολος Παύλος, όμως επειδή ξέρουμε ότι ο Νυμφίος είναι ο αγαπημένος, είναι αυτός που αγαπάει, είναι αυτός που θέλει το καλό μας, είναι αυτός που πάντα μας περιμένει, είναι αυτός που μας καλεί σε μια διαρκή ευχαριστία, είναι αυτός που θέλει μόνο να σωθούμε. Επειδή υπάρχει αυτός, ο Νυμφίος, το λέει κι η λέξη, ο γαμπρός δηλαδή, η Εκκλησία είναι η νύμφη, εμείς δηλαδή είμαστε η νύμφη κι ο Χριστός είναι ο Νυμφίος και ζητούμενο στην ζωή μας είναι αυτός ο γάμος. Ο γάμος της χαράς, ο γάμος της ψυχής μας με την χάρη του Θεού. Γι’ αυτό παρακαλούμε με αυτό το τροπάριο. «Βλέπε ουν ψυχή μου μη τω ύπνω κατενεχθείς». Να μην μας κυριεύσει ο πνευματικός θάνατος. Για να μπορέσουμε να ζήσουμε την Βασιλεία του σε αυτήν εδώ την ζωή. Γι’ αυτό είμαστε κεκλημένοι. Μαζί με τους αγίους, τους δικαίους, όσους κατάλαβαν ότι μόνο η ζωή κοντά στον Χριστό είναι που αξίζει. 
Να είναι αυτή η Μ. Εβδομάδα για όλους μας εβδομάδα στοχασμού, προσευχής,  λύπης για τις αμαρτίες μας, χαράς και ελπίδας για το αύριο, για το αύριο του καθενός μας. Γιατί γι’ αυτό είμαστε όλοι κεκλημένοι από τον Χριστό όπως και να είναι ο κόσμος μας. Καλή Ανάσταση να έχουμε. Ο Θεός να είναι μαζί μας.
 

13/4/11

Η α­να­γέν­νη­ση του ελ­λη­νι­κού α­το­μι­κι­σμού...


Απόσπασμα ενός σημαντικού άρθρου του Θεόδωρου Ζιάκα, από τό Αντίφωνο.



Πί­σω α­πό την κα­τάρ­ρευ­ση του κομματικού δι­πο­λι­σμού  βρί­σκε­ται η με­τά­βα­ση του νε­ω­τε­ρι­κού πο­λι­τι­σμού α­πό τον μο­ντερ­νι­σμό στον με­τα­μο­ντερ­νι­σμό. Στο κέ­ντρο της βρί­σκε­ται η κρί­ση της νε­ω­τε­ρι­κής ε­ξα­το­μί­κευ­σης, η α­πο­σά­θρω­ση του μο­ντέρ­νου α­τό­μου και η α­νά­πτυ­ξη του αν­θρω­πο­λο­γι­κού μη­δε­νι­σμού.
Η ι­διά­ζου­σα στην ε­πο­χή του μο­ντερ­νι­σμού «α­πο­μυ­θο­ποί­η­ση» των συλ­λο­γι­κών ταυ­το­τή­των και η α­να­κή­ρυ­ξή τους σε «συμ­βα­τι­κές» και «νο­ε­ρές», ε­πε­κτεί­νε­ται τώ­ρα σε μη­δε­νι­σμό και της ί­διας της α­το­μι­κής ταυ­τό­τη­τας. Οι α­ξί­ες της προ­σω­πι­κό­τη­τας χά­νουν τη ση­μα­σί­α που εί­χαν πριν, κα­θώς ο η­δο­νι­σμός και ο κα­τα­να­λω­τι­σμός α­να­βαθ­μί­ζο­νται σε υ­πέρ­τα­τη υ­παρ­ξια­κή ε­πι­δί­ω­ξη. Η κοι­νω­νι­κή συ­νο­χή α­πο­σα­θρώ­νε­ται ό­χι μό­νο α­πό τα οι­κο­νο­μι­κά προ­βλή­μα­τα, αλ­λά κυ­ρί­ως α­πό την κυ­ριαρ­χί­α των μη­δε­νι­στι­κών προ­τύ­πων που ει­σά­γει ο με­τα­μο­ντερ­νι­σμός. Η α­πο­σά­θρω­ση του υ­πο­κει­μέ­νου κα­θι­στά και τις ό­ποιες πο­λι­τι­κές α­πο­βλέ­πουν στη λύ­ση των προ­βλη­μά­των, α­νε­φάρ­μο­στες και α­τε­λέ­σφο­ρες.


 
Το ζή­τη­μα εί­ναι γε­νι­κό και α­φο­ρά το Σύ­στη­μα στο σύ­νο­λό του. Μό­νο οι τρό­ποι με­το­χής σ’ αυ­τό δια­φέ­ρουν. Σε μας το πρό­βλη­μα σκια­γρα­φεί­ται πο­λύ κα­θα­ρά στο πε­δί­ο της ε­θνι­κής ταυ­τό­τη­τας, κα­θώς α­πό τις θε­τι­κές νε­ω­τε­ρι­κές νο­η­μα­το­δο­τή­σεις της πε­ρά­σα­με, πλη­σί­στιοι, στον ε­θνο­μη­δε­νι­σμό.

 Ο ε­θνο­μη­δε­νι­σμός, ο γραι­κυ­λι­σμός στα καθ’ η­μάς, εί­ναι το οι­κο­σύ­στη­μα του αν­θρω­πο­λο­γι­κού μη­δε­νι­σμού. Η α­ντι­με­τώ­πι­ση του μη­δε­νι­σμού, με τη δι­πλή αυ­τή έν­νοια, εί­ναι το μέ­γα πρό­βλη­μα της ι­στο­ρι­κής φά­σης που δια­νύ­ου­με. Το ζη­τού­με­νο εί­ναι ε­δώ η α­νά­δει­ξη του Προ­σώ­που, του αν­θρω­πο­λο­γι­κού τύ­που ό­που αί­ρε­ται η πό­λω­ση α­το­μι­κι­σμού–κο­λε­κτι­βι­σμού και πραγ­μα­τώ­νε­ται η α­το­μι­κό­τη­τα της αλ­λη­λεγ­γύ­ης, της αυ­το­νο­μί­ας αλ­λά και της προ­σφο­ράς, της ε­λευ­θε­ρί­ας αλ­λά και της δι­καιο­σύ­νης. Το ε­ξορ­γι­στι­κό εί­ναι ό­τι, ε­νώ το πρό­τυ­πο αυ­τό υ­πάρ­χει μό­νο στην ελ­λη­νο-ορ­θό­δο­ξη πα­ρά­δο­ση, ε­μείς κά­να­με, στο διά­στη­μα αυ­τό, ό,τι μπο­ρού­σα­με για να α­πο­κό­ψου­με την παι­δεί­α μας α­πό την πα­ρά­δο­ση αυ­τή. Οι αλ­λε­πάλ­λη­λες εκ­παι­δευ­τι­κές με­ταρ­ρυθ­μί­σεις (βα­σι­κή συ­νι­στώ­σα του προ­γράμ­μα­τος της Με­τα­πο­λί­τευ­σης) ι­σο­δυ­να­μούν με πο­λι­τι­στι­κή αυ­το­κτο­νί­α, ε­πει­δή κλεί­νουν τον δρό­μο προς τη με­τα­νε­ω­τε­ρι­κή ε­πο­χή. Ε­δώ ΠΑ­ΣΟΚ, ΝΔ και Α­ρι­στε­ρά, συ­μπί­πτουν πλή­ρως.


Κυ­ρί­αρ­χος αν­θρω­πο­λο­γι­κός τύ­πος εί­ναι στην Ελ­λά­δα σή­με­ρα το κα­τα­να­λω­τι­κό πα­ρά­σι­το. Ο πα­ρα­σι­τι­κός κα­τα­να­λω­τι­σμός α­πο­τε­λεί ε­γκα­θι­δρυ­μέ­νο σύ­στη­μα. Στο κέ­ντρο του βρί­σκε­ται ο πε­λα­τεια­κός κοι­νο­βου­λευ­τι­σμός, η βα­σι­κή λει­τουρ­γί­α του ο­ποί­ου εί­ναι να εκ­ποιεί το κρά­τος στους ψη­φο­φό­ρους του και το έ­θνος στους δα­νει­στές του. Γύ­ρω του τα ποι­κί­λα «δια­πλε­κό­με­να» και οι «στρα­τοί κα­το­χής» (συ­ντε­χνί­ες, κομ­μα­τι­κές νο­μεν­κλα­τού­ρες, συν­δι­κα­λι­στι­κές μα­φί­ες). Ό­λοι μα­ζί συ­γκρο­τούν έ­ναν ι­διό­μορ­φο ορ­γα­νι­σμό, ο ο­ποί­ος χρη­σι­μο­ποιεί το κρά­τος σαν κέ­λυ­φός του και τρέ­φε­ται α­πό τα πα­ντο­ει­δή ελ­λείμ­μα­τα (στην ά­μυ­να, στην οι­κο­νο­μί­α, στην παι­δεί­α, πα­ντού) - ελ­λείμ­μα­τα που το ί­διο δη­μιουρ­γεί. Ο ορ­γα­νι­σμός αυ­τός δια­σω­λη­νώ­θη­κε μά­λι­στα τό­σο κα­λά με τα ευ­ρω­κοι­νο­τι­κά Τα­μεί­α που ελ­πί­ζει να βγει σώ­ος και α­βλα­βής α­πό τη «λαί­λα­πα της πα­γκο­σμιο­ποί­η­σης». Προ­έ­κυ­ψε α­πό τη συγ­χώ­νευ­ση κοι­νω­νι­κού πα­ρα­σι­τι­σμού, ε­θνι­κού γραι­κυ­λι­σμού και πε­λα­τεια­κού πο­λι­τι­κού συ­στή­μα­τος, αλ­λά η αν­θρω­πο­λο­γι­κή του βά­ση βρί­σκε­ται στον α­χα­λί­νω­το μη­δε­νι­στι­κό α­το­μι­κι­σμό, που χα­ρα­κτη­ρί­ζει το δια­χρο­νι­κό ελ­λη­νι­κό ά­το­μο στη φά­ση της ο­λο­κλή­ρω­σής του. Εί­ναι το ε­θνι­κό μας βα­μπίρ, το γνω­στό κι α­πό άλ­λες ε­πο­χές της ελ­λη­νι­κής ι­στο­ρί­ας. Οι­κο­σύ­στη­μά του: το «τέ­λος των ι­δε­ο­λο­γιών» (ε­θνι­κών και κοι­νω­νι­κών).
Η λέ­ξη «κρί­ση» εί­ναι πο­λύ φτω­χή, α­θώ­α και προ­πα­ντός πα­ρα­πλα­νη­τι­κή, για να α­πο­δώ­σει το φαι­νό­με­νο. Μι­λά­με για έ­να α­παί­σιο γλοιώ­δες ον, που τρέ­φε­ται α­πό το αί­μα του έ­θνους και του ο­ποί­ου το δό­ντι έ­χει την ι­διό­τη­τα να ε­ξου­δε­τε­ρώ­νει την α­ντί­στα­ση του ξε­νι­στή του, δη­μιουρ­γώ­ντας του αρ­χι­κά ροζ ψευ­δαι­σθή­σεις και στη συ­νέ­χεια κοι­νω­νι­κή α­πά­θεια. Το ον αυ­τό, αν και δια­μορ­φώ­θη­κε στα πλαί­σια του ΠΑ­ΣΟΚ, α­φο­μοί­ω­σε ό­λα τα κόμ­μα­τα, τα ΜΜΕ και α­πο­σά­θρω­σε και τα τρί­α βά­θρα της πα­παν­δρε­ϊ­κής δη­μο­κρα­τί­ας. Ας δού­με συ­νο­πτι­κά τη δια­δι­κα­σί­α σχη­μα­τι­σμού του.

Η α­να­γέν­νη­ση του ελ­λη­νι­κού α­το­μι­κι­σμού

Η κα­τάρ­ρευ­ση της εμ­φυ­λιο­πο­λε­μι­κής πό­λω­σης, η τό­σο α­να­γκαί­α και ζω­τι­κή για τον τό­πο, α­πε­λευ­θέ­ρω­σε έ­ναν α­χα­λί­νω­το α­το­μι­κι­σμό. Ο α­το­μι­κι­σμός αυ­τός δεν δέ­χε­ται κα­μιά κοι­νω­νι­κή υ­πο­χρέ­ω­ση. Το μό­νο που ξέ­ρει εί­ναι «τα δι­καιώ­μα­τά του». Δια­περ­νά δε ό­λα τα κοι­νω­νι­κά στρώ­μα­τα και ό­λες τις πο­λι­τι­κές πα­ρα­τά­ξεις.
 Μοιά­ζει να δια­μορ­φώ­νει έ­να νέ­ο εί­δος «ταυ­τό­τη­τας». Τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της έ­χουν α­πο­σα­φη­νι­σθεί με ε­νάρ­γεια: Το πρω­τό­γο­νο ζορ­μπα­λί­κι (το «κα­μά­κι», το σου­βλά­κι, το συρ­τά­κι και τα παι­διά του Πει­ραιά, ται­ρια­στά με το δη­μό­σιο ρα­χά­τι, τον χυ­δαί­ο ι­δε­ο­λο­γι­κό με­τα­πρα­τι­σμό και τη θρη­σκειο­ποι­η­μέ­νη και φολ­κλο­ρι­κή «ε­πί­ση­μη» Ορ­θο­δο­ξί­α). Ζω­ώ­δεις προ­τε­ραιό­τη­τες χρή­μα­τος και ε­ξου­σί­ας, βο­λέ­μα­τος και αυ­τα­σφά­λι­σης, πά­νε μα­ζί με το «κού­φιο ντα­η­λί­κι» να καις τη δι­κή σου Νο­μαρ­χί­α υ­πό τα έ­ντρο­μα βλέμ­μα­τα του κρά­τους και να κά­νεις εκ­βια­στι­κό συν­δι­κα­λι­σμό εκ του α­σφα­λούς.


Ο τύ­πος αυ­τός ξε­πή­δη­σε ξαφ­νι­κά, α­πό τη μια μέ­ρα στην άλ­λη, υ­πε­ρώ­ρι­μος και σε πλή­ρη ε­ξάρ­τυ­ση, - σαν την Α­θη­νά α­πό το κε­φά­λι του Δί­α. Τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του μας λέ­νε ό­τι έ­χου­με να κά­νου­με με το ελ­λη­νι­κό ά­το­μο, που μέ­τρο «πά­ντων χρη­μά­των» έ­χει τον ε­αυ­τό του. Μό­λις βρή­κε το οι­κεί­ο πε­ρι­βάλ­λον του, δη­λα­δή συν­θή­κες πο­λι­τι­κής ε­λευ­θε­ρί­ας και «τέ­λους ι­δε­ο­λο­γιών», το ά­το­μο αυ­τό α­να­γεν­νή­θη­κε εν ρι­πή ο­φθαλ­μού και μέ­σα α­πό τις στά­χτες αιώ­νων, ό­πως το πε­θα­μέ­νο του σύμ­βο­λο, ο Φοί­νι­κας. Πα­ρα­δό­ξως, λοι­πόν, η κα­τάρ­ρευ­ση του ελ­λη­νι­κού νε­ω­τε­ρι­κού α­τό­μου (κα­τάρ­ρευ­ση της «με­τα­κε­νω­τι­κής»-δια­φω­τι­στι­κής και της «ελ­λη­νο-χρι­στια­νι­κής» - ε­θνο­φυ­λε­τι­κής ταυ­τό­τη­τας) δεν ο­δη­γεί στην α­το­μι­κή πα­θη­τι­κό­τη­τα και α­προ­σω­πί­α, ό­πως συμ­βαί­νει στα κέ­ντρα της νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας, ού­τε στον φο­ντα­με­ντα­λι­στι­κό-κο­λε­κτι­βι­στι­κό πυ­ρε­τό, που πα­ρα­τη­ρού­με π.χ. στην ι­σλα­μι­κή πε­ρι­φέ­ρεια. Μας με­τα­φέ­ρει στην τε­λευ­ταί­α και «με­τα­μο­ντέρ­να» φά­ση του δι­κού μας προ­νε­ω­τε­ρι­κού τύ­που ε­ξα­το­μί­κευ­σης.

Η α­να­γέν­νη­ση του ελ­λη­νι­κού α­το­μι­κι­σμού αρ­χί­ζει με τη με­τα­τρο­πή του Δη­μο­σί­ου σε «βαλ­σα­μο­ποιεί­ο», για «τα δι­κά μας παι­διά», στη συ­νέ­χεια σε προ­κά­λυμ­μα ε­νός μα­φιό­ζι­κου κλε­πτο­κρα­τι­κού κα­θε­στώ­τος και ο­λο­κλη­ρώ­νε­ται με την προ­σπά­θεια ε­κλο­γί­κευ­σης και «εκ­συγ­χρο­νι­σμού» του συ­στή­μα­τος αυ­τού.

 Όλο το κείμενο εδώ!