30/9/17

Πολύ μας αγαπάει ο Κύριος


Του Οσίου Σιλουανού του Αθωνίτου

Πολύ μας αγαπάει ο Κύριος- αυτό το έμαθα από το Άγιο Πνεύμα, που μου έδωσε Εκείνος κατά το μέγα Του έλεος.
Γέρασα και ετοιμάζομαι για το θάνατο και γράφω την αλήθεια από αγάπη για τους ανθρώπους.
Το Άγιο Πνεύμα, που μου έδωσε ο Κύριος, θέλει να σωθούν όλοι, να γνωρίσουν όλοι το Θεό.
Ήμουνα χειρότερος κι από έναν βρωμερό σκύλο, εξαιτίας των αμαρτιών μου- σαν άρχισα όμως να ζητώ συγχώρηση από το Θεό, Αυτός μου έδωσε όχι μόνο τη συγχώρηση αλλά και το Άγιο Πνεύμα. Έτσι, εν Πνεύματι Αγίω, γνώρισα το Θεό.
Βλέπεις αγάπη που έχει ο Θεός για μας; Ποιος, αλήθεια, θα μπορούσε να περιγράψει την ευσπλαχνία Του;
Αδελφοί μου, πέφτω στα γόνατα και σας παρακαλώ, πιστεύετε στο Θεό, πιστεύετε πως υπάρχει το Άγιο Πνεύμα, που μαρτυρεί για το Θεό σ' όλες τις εκκλησίες μας, αλλά και στην ψυχή μου.
Το Άγιο Πνεύμα είναι αγάπη. Και η αγάπη αυτή πλημμυρίζει όλες τις ψυχές των ουρανοπολιτών αγίων.
Και το ίδιο Άγιο Πνεύμα είναι στη γη, στις ψυχές όσων αγαπούν το Θεό. Εν Πνεύματι Αγίω οι ουρανοί βλέπουν τη γη, ακούνε τις προσευχές μας και τις προσκομίζουν στο Θεό.
Ζούμε στη γη και δεν βλέπουμε το Θεό, δεν μπορούμε να Τον δούμε. Αλλά σαν έρθει το Άγιο Πνεύμα στην ψυχή, τότε θα δούμε το Θεό, όπως Τον είδε ο Άγιος Στέφανος (Πράξ. 7:55-56).
Η ψυχή και ο νους αναγνωρίζουν αμέσως με το Άγιο Πνεύμα ότι Αυτός είναι ο Κύριος.
Έτσι ο άγιος Συμεών ο Θεοδόχος, με το Άγιο Πνεύμα, αναγνώρισε στο μικρό Βρέφος τον Κύριο (Λουκ. 2:25-32).
Έτσι και ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής, με το Άγιο Πνεύμα επίσης, αναγνώρισε τον Κύριο και Τον υπέδειξε στους ανθρώπους.
Και στον ουρανό και στη γη ο Θεός γνωρίζεται μόνο με το Άγιο Πνεύμα, όχι με την επιστήμη.
Και τα παιδιά που δεν σπούδασαν καθόλου, γνωρίζουν τον Κύριο με το Άγιο Πνεύμα. Χωρίς το Άγιο Πνεύμα κανείς δεν μπορεί να γνωρίσει το Θεό και πό σο πολύ μας αγαπάει.
Ακόμα κι αν διαβάζουμε ότι μας αγάπησε και έπαθε από αγάπη για μας, σκεφτόμαστε γι' αυτά μόνο με το νου, αλλά δεν καταλαβαίνουμε όπως πρέπει, με την ψυχή, την αγάπη του Χριστού.
-->
Όταν όμως μας διδάξει, τότε γνωρίζουμε με ενάργεια και αισθητά την αγάπη- τότε γινόμαστε όμοιοι με τον Κύριο.

28/9/17

Ο Θεός θέλει την αμφιβολία!



Το γεγονός της αμφιβολίας για την ανυπαρξία ή την ύπαρξη του Θεού, ανεξάρτητα από την μορφή που έπαιρνε και την ποιότητα που είχε όταν εκφραζόταν από άπιστο ή πιστό, κράτησε και κρατά ζωντανή τη συζήτηση για το ερώτημα της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας του Θεού.
Η πιο συνηθισμένη άποψη πάνω στο πολυσύνθετο αυτό πρόβλημα, που ακούγεται συχνά και από τις δύο παρατάξεις είναι η απαίτηση για μια απόδειξη της ύπαρξης του Θεού. Ο «αμφισβητίας» βάζει ως προϋπόθεση για να πιστέψει στο Θεό την απόδειξη της ύπαρξής Του. Από την άλλη μεριά ο πιστός, παλεύοντας με το «πρόσθες ημίν πίστιν», ζητεί με τον τρόπο του μια μεγαλύτερη βεβαίωση για την πίστη του.
Ταυτόχρονα, μπλεγμένος στο πρόβλημά του, κατανοεί ως ορθό το αίτημα του «αμφισβητία» και, παρασυρόμενος από το δικό του προβληματισμό, προσπαθεί να φέρει «αποδείξεις» για την ύπαρξη του Θεού. Συχνά η προσπάθειά του αυτή, ψυχολογικά βλεπόμενη, δεν γίνεται για τον «αμφισβητία», αλλά για τον ίδιο του τον εαυτό.
Ξεχνούν όμως και οι δύο παρατάξεις την λογική ανακολουθία, στην οποία εμπλέκονται, με το να θέλουν να συνδυάσουν την πίστη με την απόδειξη. Να συνδυάσουν δηλ. δύο καταστάσεις που είναι ασυμβίβαστες και που ωστόσο είναι και οι δύο τους από μόνες τους δόκιμες και απαραίτητες για τη ζωή του ανθρώπου.
Το κυριότερο σφάλμα και των δύο είναι η τραγική παραγνώριση του κινδύνου που θα συνεπαγόταν μια ενδεχόμενη απόδειξη του Θεού. Γιατί αν ο Θεός αποδεικνυόταν, η βεβαιότητα της παρουσίας Του θα αποτελούσε μια τόσο καθοριστική δέσμευση του ανθρώπου, που θα είχε ως επακόλουθο, την άρση της ελευθερίας του. Το γεγονός ότι ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε να ρυθμίσει τη μοίρα του διαφορετικά από το θέλημα του Θεού και το Νόμο Του, γιατί θα γνώριζε πια ότι θα επακολουθούσε νομοτελειακά η τρομερή ανταπόδοση, θα οδηγούσε σε μια τέτοιας μορφής και έκτασης αναγκαστική «συμμόρφωση» και υποταγή στο Θεό, που θα ξεπερνούσε και την αρχαιοελληνική «ειμαρμένη».
Το γεγονός αυτό με τη σειρά του θα αποπροσωποποιούσε τον άνθρωπο, εφ’ όσον προϋπόθεση για τη διαμόρφωση του προσώπου είναι η ελευθερία. Τελικό αποτέλεσμα θα ήταν η υπαγωγή του ανθρώπου σε χειρότερη μοίρα από τα ζώα. Και τούτο γιατί η βιολογικής μορφής ελευθερία που υπάρχει στα ζώα είναι σύμμετρη με την ύπαρξή τους, ενώ στην περίπτωση του ανθρώπου θα ήταν κατώτερη από τις δομικές του δυνατότητες που του ενέθεσε ο Θεός κατά τη δημιουργία του.
Συμπέρασμα των παραπάνω είναι ότι ο Θεός, αντίθετα προς την απαίτηση του «απίστου» και την επιθυμία του πιστού, δεν θέλει να «αποδεικνύεται». Και η «άρνησή» Του αυτή αποτελεί μια ύψιστης μορφής σωτηριολογική ενέργεια. Όσο κι αν ο ισχυρισμός αυτός, δηλ. το «αρνούμαι» να αποδειχθώ για να σώσω», φαίνεται από πρώτη ματιά αντιφατικός είναι απόλυτα συμβατός με τη «λογική» της αγάπης του Θεού.
Ο Θεός δεν χρειάζεται οπαδούς, θαυμαστές και χειροκροτητές, πολύ δε λιγότερο δούλους, αλλά συνομιλητές και φίλους. Κι αυτούς όχι του τύπου του αυλικού παρατρεχάμενου, που είναι γεμάτος από υποκρισία, υπεροψία και ιδιοτέλεια. Ο «φίλος» του Θεού είναι ο ολοκληρωμένος εκείνος άνθρωπος που, πέρα από κάθε καταναγκασμό και μόνο μέσα στην ελευθερία, δηλ. με πλήρη συνείδηση και αδέσμευτη θέληση, διαπλάθει την ύπαρξή του με τρόπο ώστε να μορφώνει και να τελειοποιεί το δικό του χαρακτηριστικό ανθρώπινο τύπο.

 Από Το Βιβλίο: «Ο Θεός Και Η Ελευθερία Του Ανθρώπου»


25/9/17

Πίστη και αμφβολία


Θεέ μου, Θεέ μου, κράτησε μέσα μου ορθή την πίστη. Σαλεύεται. Λυγίζει. Η αμφιβολία, τανάλια σιδερένια, σφίγγει ολοένα τον νου μου. Φοβούμαι πως θα μου θρυμματίσει το κρανίο.
Ανεξιχνίαστε, Μεγάλε Θεέ μου, συνθλίβομαι μέσα στη δραματικότερη αντίφαση. Ενώ Σε παρακαλώ να με στηρίξεις στην πίστη, το κάνω χωρίς πίστη, με κλονισμένη διάθεση.
Άραγε θα μ' ακούσεις; Υπάρχεις; Μήπως η φωνή μου πέφτει στο κενό, στο απόλυτο μηδέν; Φρίττω!
Η αμφιβολία μου τρώει τα σωθικά. Ο άνεμος πάει να σβήσει τη φλόγα, Θεέ μου, κράτησε με. Μη σβήσει το φως. Πώς θα ζήσω χωρίς Εσένα;
Ω, πόσα χέρια βέβηλα σπέρνουν στην καρδιά μου το σπόρο του δισταγμού και θέτουν σε δοκιμασία την πίστη μου! Προπαντός, Θεέ μου, με κλονίζει ο πόνος, πού δυναστεύει αλύπητα εκατομμύρια υπάρξεις.
Έπειτα είναι και τα πάθη μου, ο υπάνθρωπος πού ενεδρεύει εντός μου και πού θα ‘θελε να μην υπάρχεις.
Κι οι κατακτήσεις της επιστήμης, η λατρεία της, η μέθη που φέρνει στο νου τραντάζουν το οικοδόμημα της πίστης μου.
Κύριε, «πρόσθες ημίν πίστιν». Αν αυτό το έλεγαν οι Απόστολοι πού Σε είχαν κοντά τους, Σ' έβλεπαν και Σ' άκουγαν, τί να πω εγώ; Εγώ πού ζω σ' έναν κόσμο αλλοπρόσαλλο, Θεέ μου, όπου τα ένστικτα σκότωσαν τη λογική, ο ρυθμός της ζωής έσπασε τα νεύρα και τα είδωλα έκρυψαν τη θέα Σου από τα κουρασμένα μάτια μας;
«Πιστεύω, Κύριε, βοήθει μου τη απιστία». Ιησού μου, «πρόσθες μοι πίστιν». Διάλυσε την ομίχλη της αμφιβολίας. Εξαφάνισε τους δισταγμούς.
Δώσε μου τη βεβαιότητα της παρουσίας Σου.
Μίλησε μου. Λύσε τη σιωπή.
Δείξε μου ένα σημάδι πού να πείθει το ανήσυχο πνεύμα μου για την ύπαρξή Σου.
«Εισάκουσαν της φωνής μου». «Και η κραυγή μου προς Σε ελθέτω».
«Πιστεύω. Κύριε, βοήθει μου τη απιστία».

Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Δημήτριος

18/9/17

Αγάπη και ελευθερία


Η αγάπη δεν μαθαίνεται στα βιβλία. Μόνο η ποίηση μπο­ρεί να την επικαλεσθεί, όπως το Άσμα Ασμάτων. Ένας ποιητής από την Αραβία διηγείται τα εξής· «ένας άνθρωπος χτυπά την πόρτα  του  αγαπημένου.   Αυτός  τον ρωτά· ποιος είσαι; Ο άνθρωπος απαντά· εγώ είμαι. Ο αγαπη­μένος του λέγει· πήγαινε, δεν ήλθε ακόμη ο χρόνος για να εισέλθεις. Ύστερα από ένα μακρινό ταξίδι, ξαναμμένος από φλόγα, ξανάρχεται ο δυστυχισμένος και πλησιάζει την πόρτα του αγαπημένου. Χτυπά και ο αγαπημένος ρωτά· ποιος είναι; Ο άνθρωπος απαντά· είσαι συ. Τότε, απαντά ο αγαπημένος, μπορείς να έλθεις κοντά μου».

Όπως ο Υιός γεννήθηκε προαιωνίως, έτσι ο άνθρωπος πού διαλέγει την αλήθεια, γεννιέται από αυτήν και τη δια­λέγει αιώνια, και κάθε φορά τη ζει εκ νέου. Το μόνο αντι­κείμενο που θα μπορούσε μια ελευθερία να το γυρεύει και να το επιθυμεί είναι να περιλάβει μέσα της το αχώρητο — ένα πράγμα απόλυτα έξω από τη λογική, χωρίς θεμέλιο μέσα στον κόσμο και όμως απόλυτα επιβεβλημένο. Είναι κάτι παράλογο, όπως το γεγονός ότι πρώτος ο Θεός μας αγάπησε (Α´ Ιω. 4, 10) και μας έδωσε τη δυνατότητα να προαισθανθούμε κάτι από τη θεία ελευθερία. Στην αγάπη του, ο Θεός μας αγαπά ανιδιοτελώς, χωρίς καμιά αξιομισθία από μέρους μας. Έτσι η αγάπη Του πάντοτε είναι ένα δώρο πού εμπνέει την ελευθερία της δικής μας αντα­ποκρίσεως.

π. Παύλος Ευδοκίμωφ


13/9/17

Ο σταυρός που με σώζει


Δεν μπορούμε να αυτοπραγματωθούμε χωρίς αυτή την   κοινωνία μας με τους άλλους. Δεν μπορούμε να ανοίξουμε την πόρτα του άλλου, να γκρεμίσουμε τον τοίχο που περικλείει τον άλλον και τον τοίχο πού περικλείει κι εμάς τους ίδιους, χωρίς την εμπειρία του Σταυρού. Ο Χριστός γκρέμισε το μεσότοιχο του φραγμού. Μόνο ο Σταυρός γκρεμίζει τείχη. Εισερχόμαστε στη ζωή δια της επικοινωνίας με τους άλλους. Εισερχόμαστε στη μετοχή του Θεού δια του Σταυρού  και λαμβάνουμε από τον Χριστό τη δύναμη να Τον συνοδεύουμε. Ο σύγχρονος πολιτισμός πάσχει απ’ αυτή την απομόνω­ση του ανθρώπου.

Είδα ένα σύγχρονο νοσοκομείο. Εντυπωσιάστηκα από την εξαιρετική τεχνολογία. Εντελώς τυχαία, διέ­κρινα μέσα από μια ανοιχτή πόρτα, δύο γυναίκες ξαπλωμένες, σχεδόν εξαντλημένες, να μην μπορούν να κρατήσουν τα μάτια τους ανοιχτά. Κανείς πλάι τους, να τους πει ένα λόγο...

Δεν μπορούμε να αντικαταστήσουμε το πρόσωπο με την τεχνική. Προτιμώ να μείνω στη φτώχεια μου και να είμαι με τη γυναίκα μου και με την κόρη μου. Γι αυτό χρειάζεται να έχουμε αγάπη, να προσφερόμαστε. Είναι δύσκολο: μας ξεβολεύει. Αν όμως απο­φεύγουμε να είμαστε πλάι  στον άλλον, θα υποφέρουμε δοκιμασίες ίσως και αιώνιες. Ο σταυρός που με σώζει δεν είναι τα δικά μου βάσανα, αλλά τα βάσανα των άλλων: πάσχει για μένα, πάσχω για εκείνον. Ο Χριστός πάνω στον Σταυρό πάσχει για τους άλλους, όχι για τον Εαυτό Του, ή για μια ομάδα εις βάρος κάποιας άλλης ομάδας.

π. Δημήτριος Στανιλοάε

11/9/17

Σημεία των καιρών...


Ένας αδελφός το φωτογράφησε στις προθήκες ψιλικατζίδικου. Δεν είναι αστείο, γιατί δεν είναι μοναδική περίπτωση. Λαϊκές φυλλάδες μοιράζουν αμφισβητούμενης εγκυρότητας βιβλία με λόγια του Οσίου Παϊσίου, ψευδοπροφητείες "γερόντων" και τώρα... μύρο αγιορείτικο προσφορά σε φτηνοπεριοδικό! Σημεία των καιρών...

10/9/17

Για τον φθόνο και την κατάκριση...





   Γέ­ρων Σω­φρό­νιος Σαχάρωφ

Ποι­ό εί­ναι το ό­πλο του ε­χθρού ε­ναν­τί­ον της σω­τη­ρί­ας μας; Ο φθό­νος. Στο Ευ­αγ­γέ­λιο ο Πι­λά­τος γνω­ρί­ζει ό­τι οι Ε­βραί­οι θέ­λουν να σκο­τώ­σουν τον Χρι­στό α­πό φθό­νο. Ο φθό­νος εί­ναι η με­γα­λύ­τε­ρη δύ­να­μη του ε­χθρού. Γι’ αυ­τό, πά­νω α­πό ό­λα πρέ­πει ν’ α­πο­φεύ­γου­με το λο­γι­σμό της ζη­λο­φθο­νί­ας.

Η ζή­λεια εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ό­λων των αν­θρώ­πων α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό την κοι­νω­νι­κή τους θέ­ση. Κά­ποι­ος εί­ναι πάν­το­τε δυ­να­τό­τε­ρος α­πό μας. Οι άλ­λοι έ­χουν πάν­τα κά­τι που θα θέ­λα­με κι ε­μείς να έ­χου­με. Στην κα­τά­στα­ση της ζή­λειας α­πω­θού­με τους άλ­λους· και η ζω­ή κα­ταν­τά πράγ­μα­τι σαν ει­κό­να του Θε­ού α­μαυ­ρω­μέ­νη και τα­ραγ­μέ­νη.

Προ­σπα­θεί­στε να μην κα­τη­γο­ρεί­τε πο­τέ τον άλ­λον, αλ­λά να προ­σεύ­χε­σθε γι’ αυ­τόν. Ό­ταν κρί­νου­με κά­ποι­ον για τα ε­λατ­τώ­μα­τά του, ση­μαί­νει ό­τι δεν βλέ­που­με τα δι­κά μας.


Σταυρός, πιστών το στήριγμα...

    

... "Να σηκώσουμε τον Σταυρό μας", σημαίνει ότι παλεύουμε να διδαχτούμε πως να ανακαλύπτουμε το θέλημα του Θεού στην ζωή μας. Γιατί τον Σταυρό δεν τον κουβαλάμε μόνον όταν περνάμε μια δοκιμασία, όταν αρρωσταίνουμε, όταν έχει κρίση η χώρα μας, αλλά κάθε μέρα σηκώνουμε τον Σταυρό της πάλης με την κακία μας, τον Σταυρό του φόβου της φθοράς και του θανάτου, τον Σταυρό της πάλης με οτιδήποτε μας χωρίζει από τον συνάνθρωπο και τον Θεό. 


"Να Τον ακολουθήσουμε" σημαίνει να Τον εμπιστευτούμε, να παραδοθούμε στον Λόγο Του, να ζήσουμε με το παράδειγμά Του, να κάνουμε την ζωή μας ευαγγέλιο, επιθυμία μας τα "καλά νέα" που φέρνει ο Χριστός και χώρα μας την Εκκλησία, να μάθουμε να αγαπάμε τον πλησίον μας σαν τον εαυτό μας...

ΑΓΑΠΗ, VI

«Η α­γά­πη Της ή­ταν τέ­λεια. Α­γα­πού­σε ά­πει­ρα τον Θε­ό και Υι­ό Της, αλ­λ’ α­γα­πού­σε και το λα­ό με με­γά­λη α­γά­πη.»  (γέρων Σωφρόνιος Σαχάρωφ)

Πάλλευκο το περιστέρι
της ψυχής Σου
σ’ ετοίμαζε για τα μελλούμενα.
Απ’ τα μικράτα Σου
η ματιά συμπόνια,
το χέρι χάδι και φροντίδα
τα χείλη προσευχή,
το μέτωπο ν’ ακολουθεί
το γόνυ της ψυχής Σου,
σαν κλίνει.
Το πιο ευωδιαστό θυμίαμα
στο Ναό, Εσύ,
ν’ αγαπάς το λαό που
πρόστρεχε
με τον τρόπο που ήξερε
ως τότε να λατρεύει.
Εναπέθεταν το πρόσφορο
της ψυχής τους
στα άμωμά Σου χέρια
χωρίς να φαντάζονται
πως η παιδούλα
θα γινόταν Κλίμακα, Μεσίτρια, Παντάνασσα.
Είχες γίνει Μάνα, πριν γίνεις
Αφουγκραζόσουν την ανάγκη, τον πόνο
την παράκληση.
Είχες προσφερθεί, τι άλλο να προσφέρεις;

Ρομφαία έσχισε την καρδιά Σου,
σαν είδες τον Υιό Σου
στο Σταυρό.
Ήξερες, μα η αγάπη Σου
δεν άντεχε να βλέπει
την Αγάπη σταυρωμένη.
Ο λαός που διακονούσες,
τώρα σταυρωτής.
Ήξερες την ανάγκη του,
την απ’ αιώνων καταδίκη του…
Πώς να βάλεις την αγάπη Σου
πάνω απ’ τη δική του ανημπόρια;
Παράστεκες λυμένη τον Ηγαπημένο,
ως όριζε ο νόμος της άφατης Αγάπης.

 Ειρήνη Ζαμάνη