29/12/09

ΣΤΑ ΥΠΟΥΡΓΙΚΑ ΠΑΛΑΤΙΑ

Πολλοί συνηθίζουν να κατηγορούν τους δημοσίους υπαλλήλους ως κηφήνες, μα όλοι ξέρουμε πως οι γενικεύσεις είναι ανόητες. Χιλιάδες ευσυνείδητοι υπάλληλοι κρατάνε το κράτος όρθιο, παρά τον κομματισμό, τους τεμπέληδες και τους λουφαδόρους.
Ένα ακόμα βιωματικό κείμενο από την Κύπρο, από έναν αδελφό που έχει υψηλή θέση και προσπαθεί να την κάνει διακονία. Τον ευχαριστούμε...


Πριν καιρό του πρότειναν θέσεις σε υπουργικά «παλάτια», εκεί όπου η συνείδηση αντιστρέφεται και το παράλογο ή το παράτυπο γίνεται αυτονόητα λογικό. Αρνήθηκε ευγενικά , ευχόμενος να συνεργάζεται μαζί τους μόνον κατ΄ ανάγκη.

Όμως για δοκιμασία, κατά παραχώρηση Κυρίου, βρέθηκε να συγγράφει τις ομιλίες του κύριου Υπουργού. Κάτι που ποτέ δεν ονειρεύτηκε, ούτε και ευχήθηκε. Το οικείο περιβάλλον ζητωκραυγάζει περί αυτού κι εγώ αναρωτιέμαι για ποιο λόγο. Αλήθεια, γιατί οι άνθρωποι αρέσκονται με την κατοχή τέτοιων θέσεων και ευθυνών; Όποιος χάσει την Αλήθεια, τον Χριστό, αναπαύεται-ή θέλει να πιστεύει ότι αναπαύεται–σε τέτοια περιβάλλοντα;

Μια μέρα ο κ. Υπουργός εκνευρίστηκε, γιατί ο επικήδειος λόγος δεν είχε αρκετό στόμφο! Το θέμα; Η κατά 35 χρόνια καθυστερημένη κηδεία του στρατιώτη Ν.Α., του οποίου τα λείψανα βρέθηκαν σε ομαδικό τάφο στα κατεχόμενα, στα πλαίσια της προσπάθειας που γίνεται από την ελληνοκυπριακή πλευρά για την εκταφή και ταυτοποίηση λειψάνων των πεσόντων του '74, με τη μέθοδο DNA.

Στον επικήδειο λόγο εκείνος ήθελε να γράψει για την Ανάσταση, αλλά ποιος νοιάζεται γι αυτά; Μόνο το «Αιώνια η μνήμη» του επέτρεψαν να γράψει στον επίλογο, αφού ο ομιλητής ήθελε μόνο λόγια που εντυπωσιάζουν.

Βλέπετε, οι άνθρωποι δεν θέλουν να ζουν αναστάσιμα. Αλλά πώς μπορεί κανείς να βιώσει τη θυσία των παλικαριών αυτών που έχυσαν το αίμα τους για την Πατρίδα, χωρίς αναστάσιμη ελπίδα;

Πώς αλλιώς μπορούμε να ζούμε χωρίς Χριστό, χωρίς Ανάσταση; Πώς έζησα τόσα χρόνια χωρίς το Φως;

Να, μ΄αυτή την ιστορία, θυμήθηκα τον θείο που κι αυτός θυσιάστηκε για την Ελευθερία του πολύπαθου νησιού μας. Σήμερα, τα ιερά λείψανα του είναι θαμμένα σε ομαδικό τάφο κάτω από ένα τουρκικό στρατόπεδο στα κατεχόμενα. Κι η γιαγιά ψελλίζει ότι η εκταφή των λειψάνων από τον τάφο αυτό θα γίνει τελευταία...

Η αναμονή συνεχίζεται, αν και κάθε χρόνο τελείται με πόνο το μνημόσυνο. Παρηγοριά στην οικογένεια δεν θα΄ πρεπε να ναι ο παράδεισος που κέρδισε ο θείος;

Σ. Θ.


26/12/09

Μια φορά και κάθε καιρό είναι ο Θεός.

Μια φορά και κάθε καιρό είναι ο Θεός. Από κάποτε είναι και οι άνθρωποι. Οι αναφορές όμως που έρχονται από τη γη για την κατάσταση των ανθρώπων όλο και χειροτερεύουν. Το ανθρώπινο γένος πάει από το κακό στο χειρότερο, παρ’ όλες τις προσπάθειες του Θεού με τους διάφορους αντιπροσώπους που από καιρό σε καιρό στέλνει για να τους συνεφέρει. Μπροστά στην έκρυθμη αυτή κατάσταση η Αγία Τριάδα συνεδριάζει. Αποφασίζει ν’ ακούσει και τις απόψεις των ανθρώπων πάνω στο θέμα και να συζητήσει προτάσεις τους για την αντιμετώπιση του αδιεξόδου. Σε λίγες μέρες φθάνει ως εκπρόσωπος της ανθρωπότητας μια διακεκριμένη προσωπικότητα, ένας σοφός σύμβουλος του Αυτοκράτορα που διατηρούσε μεγάλο κύρος ανάμεσα στους ανθρώπους. Κολακευμένος από την προτίμηση δεν άργησε να πάρει θάρρος και να διατυπώσει τις απόψεις του για τη λύση του προβλήματος.

-Προτείνω να ληφθούν δραστικά μέτρα.
-Σαν ποια;
-Να σταλούν άγγελοι με πύρινες ρομφαίες για να συνετίσουν τους ανθρώπους.

-Μα τότε πού πάει η ελευθερία τους;
-Μπροστά στο καλό που θα γίνει, δε βλάφτει να τη στερηθούν προσωρινά.
-Μα καλό δίχως ελευθερία μπορεί να είναι καλό;
Ο σεβαστός σύμβουλος πέφτει σε κάποια αμηχανία. Κι αναδιπλώνεται, θέλει να φανεί αρεστός και προτείνει αυτό που υποπτεύεται ότι θ’ αρέσει στο Θεό.
-Να σταλούν εκπρόσωποί σας για να τους συμβουλέψουν.
-Μα το μέτρο αυτό δοκιμάστηκε επανειλημμένα και απέτυχε!

Ο σεβαστός σύμβουλος μπερδεύεται πάλι. Ωστόσο μια νέα ιδέα φωτίζει το μυαλό του.
-Να χορηγήσετε γενική αμνηστία. Να βγείτε στον εξώστη του Ουρανού και ν’ ανακοινώσετε στους ανθρώπους ότι τους συγχωρείτε για την προσβολή που σας έκαναν και διαγράφετε τις αμαρτίες τους!

-Δεν μπορώ να το κάνω γιατί δεν αισθάνομαι θιγμένος από τα έργα τους. Αλλά κι αν έδινα γενική αμνηστία, όπως προτείνεις, θα τους ωφελούσε; Πιστεύω πως όχι. Το πρόβλημα δεν είναι ν’ αποκαταστήσω τη σχέση μου με τους ανθρώπους. Ποτέ, άλλωστε, αυτή δε χάλασε. Αλλά ν’ αποκαταστήσουν οι ίδιοι τη σχέση τους με τον εαυτό τους. Στην περίπτωση, όμως, αυτή δεν έχουν τόσο αξία τα γενικά μέτρα που έρχονται απ’ έξω, όσο η αλλαγή των ανθρώπων που γίνεται μέσα τους, η σωστή επανατοποθέτηση του καθενός απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό.

Ο Σύμβουλος τα 'χασε πλέον οριστικά. Και τότε σκέφτηκε να εφαρμόσει την παλιά, δοκιμασμένη τακτική του, που χρησιμοποιούσε σε δύσκολες στιγμές:
-Εσείς τι λέτε; ρώτησε με προσποιητή αφέλεια.

-Λέω να στείλω το Γιό μου στη γη.
-Απαράδεκτο! του ξέφυγε η λέξη αυθόρμητα. Ταυτόχρονα όμως ένιωσε ότι φέρθηκε με απρέπεια. Σπεύδει να διορθώσει το πράγμα:
-Ίσως, ήταν κάπως βιαστική η κρίση μου. Μάλλον δεν έχω αντίρρηση. Αλλά θα πρέπει να παρουσιαστεί με την ανάλογη εμφάνιση που επιβάλλει η θέση του.
-Δηλαδή, ποια;
-Ε, να! Να περιβληθεί, ας πούμε, μ’ ένα αστρικό σώμα και να συνοδεύεται από μια στρατιά αγγέλων.
-Δε θα εκβιάσει, όμως, έτσι τις ανθρώπινες συνειδήσεις;

Πάλι τα ίδια, σκέφθηκε ο Σύμβουλος με κάποιο εκνευρισμό. Έτσι ξαναγύρισε στη γνωστή του τακτική:
-Εσείς πώς βλέπετε αυτή την αποστολή;

-Σκέφτομαι να γίνει άνθρωπος!


-Τι είπατε; Άνθρωπος; Μα αυτό είναι εντελώς ασυμβίβαστο με την αξία του. Δεν κρατήθηκε. Είναι αναξιοπρεπές. Και πάλι δεν κρατήθηκε. Πώς το σκεφτήκατε αυτό;

-Λέγοντας να γίνει άνθρωπος, δεν εννοώ να εμφανιστεί ως άνθρωπος, αλλά να υπάρξει άνθρωπος, να γεννηθεί από μια θνητή γυναίκα.

"Μήπως με περιπαίζει;", σκέφτηκε φανερά ενοχλημένος ο καλός μας Σύμβουλος. Μήπως το κάνει για να ελέγξει τη νοημοσύνη μου;
-Δεν μπορώ να παρακολουθήσω τη σκέψη σας, είπε με θιγμένη αξιοπρέπεια. Εννοείτε να περάσει από τη διαδικασία της ενδομήτριας ζωής, της γέννας, από την ασήμαντη βρεφική ηλικία από…
Σταμάτησε από φρίκη. Τον συνέφερε κάπως η σκέψη πως ο Θεός πιθανόν να τον κοροϊδεύει. Τον κοιτάζει εξεταστικά με μια ματιά γεμάτη σημασία. Θα ‘θελε τουλάχιστον να μην πέσει η υπόληψή του.

Ο Θεός ένιωσε την κατάσταση του ανθρώπου. Ήταν κι αυτός όπως όλοι οι άλλοι. Αποκλεισμένος στο δικό του κόσμο. Ένας υπηρέτης που φρόντιζε μόνο "τα του Καίσαρος". Ωστόσο συνέχισε να του ξεδιπλώνει τη σκέψη του:
-Νομίζω ότι σωστά με καταλάβατε. Λέω γεννηθεί από μια θνητή γυναίκα και μάλιστα να μη γεννηθεί στην Πρωτεύουσα, ούτε στα Ανάκτορα, αλλά σε μια ασήμαντη πόλη, στη Βηθλεέμ, ας πούμε, μέσα σ’ ένα στάβλο!

Το πράγμα είχε παραγίνει για το Σύμβουλο. Ένιωσε ότι τον περιπαίζουν. Αν προσπαθούσε τουλάχιστο να περισώσει το κύρος του! Πήρε το πιο σοβαρό του ύφος και είπε:
-Επιθυμώ εξ ονόματος μου εξ ονόματος όλων των ανθρώπων να δηλώσω ότι διαφωνώ με την πρότασή σας. Παρακαλώ να γραφτεί στα πρακτικά.


Με τη δήλωση αυτή η σύσκεψη έληξε. Ο Θεός σηκώθηκε, τον ξεπροβόδισε μέχρι την πόρτα και τον χαιρέτησε, ευχαριστώντας τον για τη συνεργασία του. Ο Σύμβουλος έφυγε πολύ συγχυσμένος κι αναστατωμένος. Σε όλη τη διαδρομή του γυρισμού μια απορία τριβέλιζε το μυαλό του. Πώς μπόρεσε ο Θεός να σκεφτεί ολ’ αυτά, έστω και γι’ αστείο;

Χριστουγεννιάτικο αντιπαραμύθι, Ηλίας Βουλγαράκης (1927-1999), «Χριστούγεννα», εκδ. Ακρἰτας .


25/12/09

ΚΑΛΑ ΚΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ !


23/12/09

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ...

Χριστούγεννα έρχονται κι η ψυχή παλεύει ανάμεσα στη γέννηση και στο θάνατο για άλλη μια φορά. Η πάλη ανάμεσα στην φθορά και στην όντως ζωή. Η τάση μου να γείρω και να πέσω, να αφεθώ στο σκοτάδι που με γυροφέρνει. Η θλίψη, η ανημπόρια, το παράπονο της μοναξιάς και του πόνου που είναι συνδεδεμένα με την ζωή μου. Ένα παράπονο που ακούγεται τόσο φυσικό και τόσο δικαιολογημένο. Τόσο εντός του κόσμου… τόσο αληθινό όσο και τα λαμπιόνια στις βιτρίνες των καταστημάτων. Τόσο αληθινό όσο και το δέντρο στην κεντρική πλατεία της πόλης.


Βλέπω τα πρόσωπα των μικρών παιδιών να μου φωτίζουν το σκοτάδι και την ολιγοψυχία. Βλέπω στους γερασμένους περαστικούς την ματαιότητα της καθημερινής μου βιοπάλης. Τι είναι αλήθεια και τι ψέμα για τούτη την κοινωνία και τι για μένα; Πόσο η αλήθεια μπορεί να πλησιάσει την ανάγκη μου για ζωή, και τι είναι ζωή; "Αλήθεια", μια λέξη που ανοίγει ένα παράθυρο στην ψυχή μου, ένα παράθυρο στο οποίο στέκω με φοβερή αγωνία για να δω, να μάθω, να ανακαλύψω την ζωή, να βρω το φως που θα σκορπίσει το σκοτάδι μου.


Μόνο η δίψα μου για να βγω στο φως με κρατάει μακριά από την πτώση, από το παράπονο, από την μοναξιά. Μόνο αυτή η ανάγκη, που δεν ξέρω από πού ξεπηδάει, είναι που με κρατάει όρθια και μου δίνει κουράγιο και δύναμη να περιμένω μετά από κάθε δύση την ανατολή. Να ακούω πουλιά να κελαηδούν και δέντρα να ανθίζουν.


Και μην νομίζετε ότι είναι εύκολο να δεις δέντρα ανθισμένα ανάμεσα από τις πέτρινες εκτάσεις των τσιμεντένιων όγκων στην πόλη. Μην νομίζετε ότι είναι εύκολο να ξεχωρίσεις το τιτίβισμα των πουλιών από τις κόρνες και την φασαρία της πόλης. Ούτε καν τον ουρανό δεν μπορούμε να διακρίνουμε στην τσιμεντένια φύση μας.


Γεννιέται κι έρχεται ο γιος του Θεού. Κι εγώ παραδέρνω μέσα στις συγκοινωνίες, σε ένα κομφούζιο από αυτοκίνητα και φασαρία. Άνθρωποι με μεγάλες τσάντες τρέχουν φορτωμένοι να κανονίσουν τα ρεβεγιόν τους και τα θεάματα που θα παρακολουθήσουν. Δίπλα σε αυτούς, άλλοι, μόνοι και φτωχοί πασχίζουν να βγάλουν τον επιούσιο άρτο τους. Κάποιος άστεγος κόβει βόλτες παραμιλώντας. Πιο πέρα μια τρελή βιάζεται να τακτοποιήσει ένα σωρό δουλειές που έχει και μετά να προσπαθήσει να τελειώσει το γυάλισμα των ασημικών στο σπίτι, χρόνια τώρα παλεύει να τα τελειώσει και τελειωμό δεν έχουν. Κάτι παιδιά χαίρονται για τις μέρες τις ξένοιαστες των σχολικών διακοπών που έρχονται και ετοιμάζονται να εκμεταλλευτούν την νέα πλατεία για τα παιχνίδια που θα παίξουν.


Η γειτονιά γέμισε αγιοβασίληδες που ανεβοκατεβαίνουν σκάλες, άλλοι που κάνουν τραμπάλα τραγουδώντας κάλαντα, άλλοι που στέκουν σοβαροί και ανήμποροι από το βάρος του σάκου, αλλά με ένα χαμόγελο πλατύ που δεν ακουμπάει την ανημπόρια τους. Περιμένουμε τον αγιοβασίλη και συντηρούμε το έθιμο στις καρδιές των παιδιών, όμως δεν πιστεύουμε στην αγιότητα, περιμένουμε τα Χριστούγεννα κι ετοιμάζουμε ρεβεγιόν για να τα γιορτάσουμε, αλλά δεν πιστεύουμε στην γέννηση του Χριστού.


Χαίρομαι και δεν χαίρομαι, γιορτάζω και λέω χρόνια πολλά στους ανθρώπους που συναναστρέφομαι, καλά Χριστούγεννα ευχόμαστε ο ένας στον άλλο και δεν ξέρουμε τι εννοούμε. Ψάχνω όμως να βρω τι θέλω και τι αγαπώ να βρω. Ψάχνω να βρω τον πραγματικό Άγιο Βασίλειο, αυτόν απ' την Καισάρεια, που έδωσε όλη του την ύπαρξη για τον Θεό που σαρκώθηκε. Ανοίγω το παραθύρι της ψυχής μου με αγωνία για να βρω στον έναστρο ουρανό το αστέρι που θα οδηγήσει τα βήματα μου στον δρόμο που περπάτησαν οι μάγοι, αγωνιώντας μαζί τους βήμα προς βήμα, μην τύχει και χαθώ, κι αναρωτιέμαι αν τα δώρα που κρατώ είναι αντάξια του βασιλιά που γεννιέται. Κι όταν βρεθώ μπρος στης φάτνης το σωρό τα άχυρα και μέσα αντικρίσω τον βασιλιά θα μπορέσω άραγε να γονατίσω;


Ούτε λαμπιόνια, ούτε στολίδια από αυτά που οι άνθρωποι φτιάχνουν, μόνο ένας ουρανός γιομάτος αστέρια, ζώα που κρατούν ζεστό τον βασιλιά της δόξας και μια σπηλιά, για να πιάσει ο σπόρος του Θεού πάνω στη γη. Θα τον καταλάβω ή θα τον προσπεράσω; Θα ραγίσει ο ψεύτικος κόσμος μέσα μου; Θα τολμήσω να γίνω τόσο απλή, τόσο ταπεινή ώστε να μπορέσω να τον χωρέσω στην αγκαλιά μου, ή καλύτερα στην καρδιά μου; Τόση απλότητα πώς να την χωρέσει ανθρώπου νους; Πώς να ξεχωρίσω το Φως από τα τόσα λαμπιόνια; Η Μαρία, μια μικρή κόρη, μια κόρη που είχε το θάρρος και την τόλμη να πει το γεννηθήτω το θέλημα Σου, μια τόλμη και μια λεβεντιά που δεν την χωράει ο νους του ανθρώπου. Πως το είπε και δεν άρχισε τις ερωτήσεις για το πώς θα τα καταφέρω, τι θα γίνει με μένα, γιατί εγώ ή γιατί εκείνο;… Κι όμως είναι εκεί και κρατάει τον Υιό του Θεού.

Κι όμως είναι εκεί και κρατάει τον Υιό του Θεού. Πίστη πραγμάτων που δεν βλέπουμε. Ναι, μόνο που εμείς ακόμη κι όταν βλέπουμε δεν πιστεύουμε.


Κύριε βοήθησε με να σε πιστέψω, βοήθησε με να λυγίσω τα γόνατα μου μπρος το θαύμα της γέννησης Σου και να σε δοξάσω. Και το δώρο μου, το μόνο που έχω, είναι η καρδιά μου που φλέγεται από την αγάπη για το Φως Σου και την Αλήθεια Σου. Αμήν!


Άννα...


21/12/09

ΗΛΕΚΤΡΟΦΟΡΟΣ ΤΡΟΧΙΑ...

Ώρα 2:25 μ.μ. Σχόλασα και βρίσκομαι ήδη στο τρένο της πράσινης γραμμής – όχι δεν αναφέρομαι στα κατεχόμενα – αυτής που πάνω από 100 χρόνια συνδέει τον Πειραιά με την Κηφισιά. Στοιβάζομαι κι εγώ μαζί με εκατοντάδες άλλους όπως – όπως (σπρώχνοντας; παρακαλώντας να μετακινηθούν λίγο για να χωρέσουμε όλοι; υπομένοντας έχοντας συμβιβαστεί με την καθημερινή ταλαιπωρία; Ο καθένας όπως ξέρει και μπορεί που λέει και το τραγούδι). Κι έρχομαι πρόσωπο με πρόσωπο, πλάτη με πλάτη (κάτι από την εικόνα της κολάσεως που αναφέρεται στο γεροντικό μου θυμίζει το τελευταίο) με ανθρώπους αγνώστους μου, ανθρώπους που στο επόμενο λεπτό θα δω να ξεχύνονται σαν τον Ιωνά από το στόμα του κήτους (μετανοημένοι άραγε – όπως κι εκείνος – για τα σφάλματα του σήμερα – για το χθες μάλλον τα 5λεπτα μεταξύ των σταθμών δεν αρκούν – ή απλά αγχώδεις για το υπόλοιπο της ημέρας;).
Κι όμως το πλησίασμα αυτό – αναγκαστικό δε λέω κι αναπόφευκτο, εκτός κι αν διαθέτεις Ι.Χ. – μου γαργαλά τη σκέψη˙ πολλές φορές οι άνθρωποι είμαστε τόσο κοντά με τον πλησίον κι όμως οι ψυχές μας τόσο μακριά κι άγνωστες. Ο καθένας περιχαρακωμένος στις έγνοιές του, στα δικά του, πού χρόνος για άνοιγμα καρδιακό, για ένα χαμόγελο, για μια ευγένεια αυθόρμητη κι αληθινή. Ρομαντισμός; Νοσταλγία της αρχέγονου κάλλους ψυχής για την εντολή «αγαπάτε αλλήλους»; Ίσως. Δεν προλαβαίνω όμως να απαντήσω, βιάζομαι γιατί μόλις έφτασα στη στάση μου και πρέπει να τρέξω για το λεωφορείο. Τα λέμε αύριο πάλι την ίδια ώρα, αγαπητέ μου συνεπιβάτη! Ευχαριστώ για τη συζήτηση!
Καλά κι ευλογημένα Χριστούγεννα!


Δέσποινα Κόλλια


19/12/09

ΤΗΛΕΚΡΙΤΙΚΗ !

Μια τηλεκριτική παραθέτουμε σήμερα. Επειδή πιστεύουμε πως η τηλεόραση είναι ένα σπουδαίο μέσον, ψυχαγωγικό κι ενημερωτικό, κι είναι η αστοχία κι η βλακεία μας που την έχει καταντήσει έτσι, κι εμείς (όσοι) συνυπεύθυνοι που την βλέπουμε. Ένα υπέροχο παράθυρο στον κόσμο είναι η τηλεόραση, που το μετατρέψαμε σε κλειδαρότρυπα αισχρής κρεβατοκάμαρας. Γι αυτό ο,τι καλό ας το αναδεικνύουμε κι ας το προτείνουμε. Θα επανέλθουμε...


Όπως στις καλές παραστάσεις στο θέατρο χειροκροτούμε όρθιοι, όπως μετά από μια ομιλία που ανοίγει ορίζοντες, σπεύδουμε να σφίξουμε το χέρι στον ομιλητή, έτσι και τώρα νιώθω την ανάγκη να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου προς τον άνθρωπο με το πλατύ χαμόγελο που φαίνεται τόσο καλοκάγαθος και διαφορετικός στο τηλεοπτικό στερέωμα, ο οποίος πλέον δεν προκαλεί μόνο εκκρίσεις σάλιου και ευφροσύνη με τις εκπομπές του, αλλά διδάσκει και ιστορία με ταλέντο και ευαισθησία.

Ξεκίνησα, όμως, συνεπαρμένη, in medias res. Ας εκθέσω τις σκέψεις μου με μια σειρά. Μέσα στη λαίλαπα της τηλεοπτικής ανοησίας και την γενική απαξίωση της ιστορίας και του πολιτισμού, συχνά σκέφτομαι να κλείσω τελείως το «χαζοκούτι». Η εύκολη λύση είναι αυτή, κάτι σαν την άποψη εκείνων που επειδή η πρόοδος της επιστήμης δεν έτυχε καλής διαχείρισης, τείνουν να την αρνούνται συλλήβδην. Αντίστοιχα, όταν ακούω πως οι ιερείς ή οι αστυνομικοί όλοι είναι σκάρτοι εξανίσταμαι. Χάρηκα στο διάβα της σύντομης ζωής μου να βρω ανθρώπους που τιμούν το λειτούργημα, το διακόνημά τους, από τον πατέρα μου που υπηρέτησε ευηθώς το Σώμα, ως τον παπά της ενορίας μου, που υπηρετεί ακούραστα τον πλησίον. Γιατί, λοιπόν, να γενικεύω για την τιβι;

Επειδή οι πολύτιμοι μαργαρίτες εκεί φαντάζουν σαν κόκκος άμμου στην παραλία, θα μου πείτε. Μα γι’ αυτό τώρα νιώθω την ανάγκη να μοιραστώ με την «δικτυακή μου οικογένεια» την χαρά μου καθώς «παραπάτησα» στο τηλεχειριστήριο και έπεσα σε μια εκπομπή – θησαυρό που πολύ με ενθουσίασε. Εκπέμπει στο κρατικό κανάλι απ’ την Θεσσαλονίκη κάθε Κυριακή στις 5:30μ.μ. και σε επανάληψη την Τρίτη στις 11μμ.


Είναι η σειρά του Ηλία Μαμαλάκη «Χώματα με Ιστορία» που με αφορμή πέρυσι τη ζωή του Κατσαντώνη κι εφέτος του Γέρου του Μοριά αναδιφά τις δέλτους της ιστορίας μας και την ανασταίνει. Αυτήν την Κυριακή ένιωσα πως στο μισάωρο της εκπομπής με την εξαίσια σκηνοθεσία, την ενδελεχή έρευνα και τον συμπαθή παραμυθά, συμπυκνώθηκαν όσα ήθελα να πω και είπα ή δεν είπα ένα μήνα τώρα στα τριτάκια μου του Γυμνασίου για τα χρόνια λίγο πριν την Εθνεγερσία. Άξιος ο κύριος Μαμαλάκης, ο Θεός να τον φωτίζει και να του ανατροφοδοτεί το μεράκι ώστε να ξεπερνά τις μικρότητες που αναδύονται και τους σκοπέλους των ιδεολογημάτων που ταλανίζουν τον τόπο.


Ξεχωρίζουν τα κρατικά κανάλια από την σαχλαμάρα και την πλύση εγκεφάλου των ιδιωτικών, και ιδίως ο δίαυλος της συμπρωτεύουσας. Εκεί θα δει κανείς εκπομπές σαν τις «Ανιχνεύσεις» όπου οι αρχές του διαλόγου όντως τηρούνται μεταξύ των αξιόλογων προσκεκλημένων κι ο παρουσιαστής τούς δίνει χρόνο και ουσιαστικό βήμα διασταύρωσης επιχειρημάτων. Εκεί θα βρεις και τον Βέγγο με τη Δανδουλάκη στη «Θεσσαλονίκη της νοσταλγίας μας», την σειρά της Κ. Ιγερινού, η οποία φωτίζει την ιστορία της νύμφης του Θερμαϊκού με πολλά υποσχόμενο τρόπο.


Γεννιούνται προσδοκίες, λες κι αναβιώνει η εποχή του κρυφού σχολειού, ή εκείνη που μεγαλύτεροι φίλοι μού διηγούνται, τότε που με προσμονή μαζεύονταν γύρω απ’ τα πικάπ και τα ραδιόφωνα επί δικτατορίας για να μυηθούν σε κάτι αξιόλογο και απαγορευμένο. Μήπως και τώρα το πολιτικώς ορθό, η ημιμάθεια, η άγνοια και τα ιδεολογήματα δεν απαγορεύουν σχεδόν την ουσιαστική επαφή μας με την ιστορία και την Εκκλησία;


Ειρήνη Σωτηρίου


17/12/09

ΞΥΠΝΩΝΤΑΣ ΣΗΜΕΡΑ ΠΡΩΙ...

ΚΑΛΑ ΚΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ !

Πλησιάζουν τα Χριστούγεννα, κι εγώ, ξυπνώντας σήμερα το πρωί ένοιωσα την ανάγκη να θυμηθώ ότι θα πεθάνω σε λίγο. Οι άγιοι είχαν μνήμη θανάτου. Κάποιοι μάλιστα έμπαιναν μέσα σε τάφους ανοιχτούς ή καθόντουσαν στα οστεοφυλάκια και σκεφτόντουσαν τον δικό τους θάνατο. Έτσι όπως ήμουν ξαπλωμένη, είδα τον εαυτό μου στο τζάμι της μπαλκονόπορτας και σκέφτηκα ότι κάπως έτσι θα είμαι αν αρρωστήσω. Και πόσο άρρωστη θα μπορούσα να είμαι; Σαν ετοιμοθάνατη, σα να περιμένω τον θάνατο μου από στιγμή σε στιγμή.

Χιλιάδες σκέψεις απασχολούσαν το μυαλό μου και με προβλημάτιζαν πριν από λίγο. Μικρά και μεγάλα προβλήματα τριγύριζαν στο πίσω μέρος του εγκεφάλου μου σαν μύγες. Έπιαναν όλο το ζωτικό χώρο και παράσερναν σ’ έναν τρελό χορό και την καρδιά μου που άλλοτε σφιγγόταν κι άλλοτε περίμενε με ανυπομονησία και φόβο για την απόφαση. Ξάφνου σαν αστραπή μου φάνηκε σα να πληροφορήθηκα ότι ο θάνατος έρχεται από στιγμή σε στιγμή. Όλα έγιναν πιο φωτεινά, το σκοτάδι από τις έννοιες παραμέρισε και φως άστραψε εντός μου. Και τώρα τι γίνεται; Όλα φάνηκαν μικρά και ανόητα, ακόμη κι αυτά που πριν μου τρώγανε τον περισσότερο χώρο.

Λίγα τα χρήματα κι οι απαιτήσεις πολλές, πως και τι να στριμώξω για να τα βγάλω πέρα; Κι όμως τι σημασία έχει, αφού θα πεθάνω από στιγμή σε στιγμή; Έχει ο Θεός. Σίγουρα θα βγουν πέρα όπως και τις άλλες φορές.

Συχνά με προβληματίζει το εργασιακό μέλλον μου. Πόσο ακόμη θα είμαι εδώ; Ως πότε θα ταλαιπωρούμαι με τον ρυθμό του ωραρίου; Δεν μου φτάνει η κούραση, έχω και την αβεβαιότητα του αύριο. Πόσο με αγχώνει αυτό στην καθημερινότητα μου. Πόσο με βαραίνει η ανασφάλεια.

Καπνός έγιναν κι αυτές οι σκέψεις. Που πήγαν; Ακόμη κι οι σκέψεις για τα παιδιά μου και τις δυσκολίες που είτε αυτά αντιμετωπίζουν, είτε οι σχέσεις μας που καμιά φορά περνούν από συμπληγάδες πέτρες και συνθλίβομαι. Κι όμως όλα τα συναισθήματα, όλες μου οι σκέψεις μου φτερό στον άνεμο γίνηκαν και χάθηκαν.

Κάτι βαθαίνει κι απαιτεί από μένα όλη μου την αλήθεια. Όλη μου την πραγματικότητα. Ζητάει από μένα να δω την πραγματική μου ανάγκη. Κάποιες στιγμές βουλιάζω σε αυτή την ανάγκη και ναρκώνομαι και απορροφιέμαι σε ένα βύθισμα του εαυτού μου κλεισμένου σ΄ ένα είδος νιρβάνα, όμως σύντομα καταλαβαίνω ότι δεν βαδίζω σωστά, το βάθεμα δεν είναι ουσιαστικό αλλά στενεύει, κι η ψυχή μου στενεύει και γυρνάει στα ίδια.

Όταν ξαναβρίσκω την ισορροπία μου και πάλι ανακαλύπτω πόσο πολύ θέλω να αγαπήσω, πόσο πολύ θέλω, αφού είναι να πεθάνω από στιγμή σε στιγμή, να αγαπηθώ. Να αγαπηθώ και να κοινωνήσω το βάθος της ύπαρξης μου έως τέλους. Να είμαι όσο πιο βαθιά ειλικρινής κι αληθινή νοιώθω και πιο πέρα από τα συνηθισμένα μου στενά όρια.

Πόσο ξένοιαστα από όλες τις μικρές μέριμνες νοιώθω. Πόσο πιο ολοκληρωμένη από τις χιλιάδες ανησυχίες που σκορπούσαν την ύπαρξη μου σε άπειρα κομμάτια.

Κι όμως ο θάνατος έρχεται, πως γίνεται και δεν τρομάζω, πως γίνεται και δεν φοβάμαι; Είμαι ανήμπορη στο κρεβάτι κι ο θάνατος όπου να΄ναι φτάνει. Κι όμως η ξεκούραση από τις μέριμνες, το βάθεμα στην ύπαρξη μου και η ένωση τόσων ανήσυχων κομματιών μου με ησυχάζει. Μου δίνει ένα νόημα στην ταλαίπωρη ζωή μου, τη ζωή μου την γεμάτη μέριμνα και ανησυχία. Προβληματισμούς και διαβουλεύσεις με τον άλλο μου εαυτό που θέλει όλα να τα τακτοποιεί και να τα φροντίζει πολύ πριν συμβούν, πολύ πριν με προλάβει το κακό…


Κι όμως το κακό χτύπησε και πάλι όσο και αν προσπάθησα δεν το πρόλαβα να τα τακτοποιήσω όλα. Όλα; Πόσο ανόητο φαντάζει το όλα! Αλήθεια γιατί δεν άφησα όλες μου τις έννοιες για την στιγμή, αυτή τη στιγμή που ο Κύριος μας την δώρισε και είναι τόσο μοναδική; Πόσες μοναδικές στιγμές έχασα σκεπτόμενη λύσεις σε προβλήματα που μόνο θεωρητικές απαντήσεις μπορούσα να δώσω, χωρίς ίχνος πραγματικότητας; Τελικά με αυτά τρομάζω περισσότερο από τον ερχομό του θανάτου.

Ίσως γιατί δεν ξέρω πως θα είναι όταν πεθάνω, όμως γνωρίζω πολύ καλά πως είναι όταν ζω σκορπισμένη σε σκέψεις που απαιτούν από μένα λύση και με γεμίζουν αγωνία και μου τρώει όλη μου τη ζωή. Αν όπως είμαστε την ώρα του θανάτου μας έτσι θα είμαστε και μετά τότε πραγματικά αυτό με φοβίζει. Σίγουρα δεν θα ήθελα να υπάρχω για πάντα έτσι διασκορπισμένη.

Όμως τις στιγμές που βρίσκω νόημα, κι ο νους με την ψυχή μου γίνεται ένα, η χαρά πλημμυρίζει το είναι μου και δεν φοβάμαι. Δόξα τον Θεό...

Άννα

14/12/09

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ΛΟΥΚΑ

ΚΑΛΑ ΚΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ !

Σήμερα άνοιξε ο ουρανός και με αγκάλιασε! Στην καρδιά της Θείας Λειτουργίας, μετά των αγίων έλαμψαν ένα – ένα πρόσωπα αγαπημένα, συνοδοιπόροι, αδελφοί, άνθρωποι με κοινή ελπίδα στο Χριστό και την Αγάπη. Πώς θα είναι να ζω αιώνια; Ασύλληπτο. Ακατανόητο. Πως είναι δίπλα Σου Χριστέ μου;


Εκεί, στο μέσο της Λειτουργίας πρόβαλε ξαφνικά, σε μια μόνο στιγμή όλη η πρότερη ζωή, όλα τα πάθη, η αστοχία και η αρρώστια. Και μαζί συνάμα φωτίστηκε το σήμερα, με όλες τις δωρεές του Κυρίου, γεμάτο ελπίδα και χαρά. Έτσι προσδοκώ ότι θα ‘ναι η αιωνιότητα. Όπως προχωράει το καράβι και ο ένας διαρκώς σηκώνει τον άλλο, άρρωστος τον άρρωστο, έτσι να φτάσουμε κοντά Του και να Του πούμε «Κύριε, εμείς πορευτήκαμε σε δυσκολίες και ευκολίες, ματώσαμε από τους κακούς και τους άχρηστους λογισμούς μας, γκρινιάξαμε, θυμώσαμε, απελπιστήκαμε, βυθιστήκαμε σε μαύρα πελάγη, μα πάντοτε κάποιος ήταν δίπλα και μας άπλωνε το χέρι, μας χάριζε ένα χαμόγελο, μας σκούπιζε τα δάκρυα και μας έδειχνε το δρόμο προς τα μπροστά. Τώρα Κύριε, ασθενείς μονίμως και λειψοί είμαστε μπροστά Σου μα ποθήσαμε πολύ τον Παράδεισο. Ας μας κρίνει η αγάπη Σου.

Σήμερα μοιάζουν όλα τόσο γιορτινά! Πρόσωπα αγίων στους τοίχους, πρόσωπα αγίων και δίπλα μου. «Τα άγια τοις αγίοις» αντηχεί η φωνή του ποιμένα. Τα λόγια του Χριστού τόσο κοντά, σαν να ‘σκυψε στ’ αυτί και μου μιλάει. Μιλάει στις καρδιές όλων. Τώρα μας μιλάει, τώρα μας καλεί στο δείπνο της Βασιλείας, τώρα μας εκλέγει, τώρα περιμένει να ανταποκριθούμε στο κάλεσμά Του. Δεν υπάρχει αύριο.

Ο χρόνος, άλλοτε σκληρός και αδυσώπητος τώρα μηδενίζεται. Θα αρκούσε το τώρα για να παρατήσουμε τις αλυσίδες μας και να βρεθούμε συνδαιτυμόνες στην τράπεζα, συμμέτοχοι στη χαρά του Κυρίου μας, που είναι η θύρα, η οδός, η αγάπη, η αλήθεια.

Δώσε μας μεγαλύτερη προαίρεση. Δώσε μας θέρμη, δώσε μας ελπίδα να πορευθούμε το δρόμο Σου. «Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος». Αμήν!

Α. Χ.


12/12/09

Ο ΛΟΓΟΣ

Άλλη μια φιλμοκριτική από τον καλό μας συνεργάτη Μ.Ψ., που επανέρχεται γράφοντας για μια ταινία σταθμό στην ιστορία του κινηματογράφου. Τον ευχαριστούμε θερμά και οφείλουμε να ομολογήσουμε πως το κείμενό του είναι εξαιρετικό και διαβάζεται και χωρίς να δεις την ταινία. Στο κείμενο επίσης μπορεί κανείς να υποψιαστεί το επάγγελμα του Μ.Ψ., ο οποίος είναι ψυχίατρος. Τον ευχαριστούμε και περιμένουμε κι άλλα...

Η ταινία Ordet του Carl Theodor Dreyer, γυρίστηκε το 1954 στη Γιουτλάνδη της Δανίας και το σενάριο της στηρίχθηκε σε ένα θεατρικό έργο του Δανού πάστορα και συγγραφέα Kaj Munk [Kaj Herald Leininger Munk], που το 1944 εκτελέσθηκε από τους Γερμανούς για την αντιναζιστική δράση του.

Το θεατρικό ύφος του έργου έχει διατηρηθεί και στην ταινία. Τα μεγάλα πλάνα, ο αργός ρυθμός (σε πραγματικό χρόνο) κίνησης, οι συγκεκριμένοι χαρακτήρες-ήρωες του έργου με τη λιτή και αυστηρή παρουσία τους, συνθέτουν ένα θαυμάσιο και αυθεντικό σύνολο. Έναν ζωντανό πίνακα, που συνοδεύουν διακριτικά οι ήχοι της φύσης και της καθημερινής ζωής στην εξοχή. Πέρα από την αισθητική πλευρά όμως, είναι η πνευματικότητα, η εσωτερική ζωή των ηρώων με τις εμμονές, τις αγωνίες, τις αναζητήσεις, τις ψυχολογικές τους διακυμάνσεις, που με τόση ωριμότητα και μοναδική δεξιοτεχνία ο Ντράγερ αξιοποιεί για να δομήσει μια σπουδαία, αριστουργηματική ταινία.

Στο αγρόκτημα των Μπόργκεν, ζει ο Μόρτεν με τους τρεις γιους του, τη νύφη του και τις δυο του εγγονές. Βρισκόμαστε στο 1925. Η ατμόσφαιρα στο σπίτι είναι βιβλικά πατριαρχική, με τον κυριαρχικό αλλά και ανεκτικό πατέρα να τονίζει σε κάθε ευκαιρία, τόσο στους γύρω του όσο και στον εαυτό του, την πίστη του στον Θεό.

Ο Μίκελ ο μεγάλος γιός, ομολογεί πως δεν πιστεύει, αντίθετα από τη γυναίκα του, ο Γιοχάνες ο μεσαίος, νομίζει πως είναι ο Χριστός και τον μικρό τον Άντερ, τον απασχολεί περισσότερο ο έρωτας του για την Άννε, την κόρη του Πέτερ του ράφτη. O Πέτερ, αυστηρά δογματικός Λουθηρανός, βρίσκεται σε διαμάχη με τον Μόρτεν γιατί ο καθένας τους θεωρεί λανθασμένο τον τρόπο πίστης του άλλου. Ο πάστορας και ο γιατρός του χωριού έχουν επίσης ο καθένας, τις δικές του πεποιθήσεις.

Ένα μωσαϊκό ερμηνειών του δρόμου που οδηγεί στον Θεό και διαβαθμίσεων πίστεως, όπως συμβαίνει και στην κοινωνία μας ή όπως συμβαίνει ίσως και στον κάθε άνθρωπο, στην πορεία του προς τον Θεό.

Ο ρυθμός που κινούνται τα πρόσωπα του έργου, δεν μας οδηγεί εύκολα σε ταυτίσεις, αλλά μας δίνει την ευκαιρία να εξοικειωθούμε τόσο με τον χώρο, όσο και με τα ίδια τα πρόσωπα. Έτσι προοδευτικά μετατοπίζεται η προσοχή μας από τις δραστηριότητες τους στο χώρο και επικεντρώνεται στον εσωτερικό τους κόσμο.

Από τους χαρακτήρες του έργου, σαν πιο ολοκληρωμένη προσωπικότητα ξεχωρίζει μέσα στην ηρεμία που την περιβάλλει, η Ίγκερ, η γυναίκα του Μίκελ, που έχει ήδη δύο κόρες και είναι έγκυος στις μέρες της. Η Ίγκερ που πιστεύει γαλήνια, ειρηνικά, απλά, όπως απλός είναι ο Θεός, η Ίγκερ που πέρα από την πίστη της, έχει και μια καρδιά γεμάτη αγάπη προς όλους, που πέρα από την πίστη της και την αγάπη της είναι και ταπεινή, αθόρυβη, έτοιμη να βοηθήσει, να υπηρετήσει, να υπερασπιστεί, να συμπαρασταθεί στον καθένα που έχει ανάγκη. Η Ίγκερ είναι που κρατάει το σπίτι, όχι με τις φροντίδες και τις ασταμάτητες δουλειές της, αλλά με τις προσευχές και την αίσθηση του μέτρου, με το παράδειγμα της. Γι’ αυτό και όλοι την αγαπούν και τη σέβονται. Όλοι κινούνται γύρω της, γιατί και η ίδια με πολύ σεβασμό, υπομονή και γλυκύτητα, ασχολείται με όλους βλέποντας μέσα στις ψυχές τους και με τον καθένα χωριστά συζητά με πολλή αγάπη τα προβλήματα του. Με όλους εκτός από τον Γιοχάνες, τον τρελό αδελφό που τον παρακολουθεί διακριτικά, επίσης με πολλή στοργή και με κατανόηση στην απομόνωση που εκείνος επιζητά.

Ο Γιοχάνες ο σαλεμένος, ο Γιοχάνες με τα κηρύγματα του, είναι το άλλο σημαντικό πρόσωπο στο έργο. Ένας προικισμένος νέος που σπούδαζε θεολογία και που ο πατέρας του προσδοκούσε απ’ αυτόν ότι θα γινόταν η φωνή που θα επανέφερε τους Χριστιανούς στον ίσιο δρόμο. Όμως ο Γιοχάνες που έπλαθε μέσα του την πίστη με την ταπείνωση, που αγαπούσε ειλικρινά τον πατέρα του που πάλευε με τη δική του πίστη, αλλά και περίμενε απ’ αυτόν τόσα πολλά, λύγισε από την πίεση του χρέους του σ’ εκείνον και συμβίβασε ασυνείδητα τα πράγματα, ταυτίζοντας τον εαυτό του με τον Χριστό και σωματοποιώντας την πνευματική δυσκαμψία του πατέρα του στην κατατονικόμορφη συμπεριφορά του. Ωστόσο ο Γιοχάνες παρ’ όλα αυτά, ήταν μια ακέραια προσωπικότητα. Είχε πίστη θερμή και βαθιά, σταθερή και δυναμική, είχε αγάπη και ταπεινότητα, έβλεπε οράματα που αποδεικνύονταν αληθινά, είχε κερδίσει με την πηγαία απλότητα του την αγάπη και την εμπιστοσύνη της ανεψιάς του Μάρεν.

Ίσως ο προτεσταντισμός να δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην πίστη και ο καθολικισμός στον ορθολογισμό, όμως όπως λέγει ο Απόστολος Παύλος και όλη τη γνώση να έχεις και όλη την πίστη, ώστε να μετακινείς βουνά, αν δεν έχεις αγάπη δεν είσαι τίποτα.

Η ορθόδοξη προσέγγιση του Θεού προϋποθέτει και πίστη και αγάπη και ταπείνωση, γιατί ο Θεός είναι Βούληση και η Πίστη είναι η απόλυτη βούληση, ο Θεός είναι Συναίσθημα και η Αγάπη είναι το απόλυτο συναίσθημα, ο Θεός είναι Σοφία και το ταπεινό φρόνημα μας οδηγεί στη γνώση του Θεού. Ο Θεός είναι το Πρόσωπο και μόνο σαν πρόσωπα, με πίστη, αγάπη και ταπείνωση, μπορούμε να απευθυνθούμε σ’ Αυτόν και να προσευχηθούμε, να δοξολογήσουμε, να ευχαριστήσουμε, να Τον παρακαλέσουμε να αναστήσει τον αδελφό μας.

Ο Μόρτεν πηγαίνει με τον Άντερς στον Πέτερ να του ζητήσει την Άννε για νύφη του. Εκείνος, όπως αρνήθηκε προηγουμένως στον Άντερς, επαναλαμβάνει την άρνηση του στον Μόρτεν και υπερασπίζονται ο καθένας την πίστη του, εκδηλώνοντας ανοιχτά την αντίθεση και την επιθετικότητα τους. Αυτός ο ιερός πόλεμος εν ονόματι του Θεού της αγάπης και της συγγνώμης, είναι πραγματικά τόσο ακατανόητος όσο και συνηθισμένος. Ο εγωισμός είναι ένας εχθρός κρυφός και ύπουλος. Τον ταυτοποιούμε συχνά με την προσωπικότητα μας ή με την ισχυρή βούληση. Εκεί όμως που νομίζει κανείς ότι έχει αγγίξει τον Θεό, όταν αξιωθεί να δει, να γνωρίσει τον εαυτό του καλύτερα, καταλαβαίνει πόσο μακριά από την πραγματικότητα βρίσκεται.

Μόλις έχει τελειώσει η συγκέντρωση των συγχωριανών για το ταπεινό κήρυγμα του Πέτερ κι’ αμέσως μετά εκείνος εύχεται τον θάνατο της Ίνγκερ, που ξεκίνησε ήδη με τον γιατρό της την διαδικασία ενός ιδιαίτερα δυσοίωνου τοκετού, για να αντιληφθεί επιτέλους ο Μόρτεν το τεράστιο και καταστροφικό λάθος της πίστης του! Τι να πούμε; Και κυρίως τι να πούμε για την ετοιμότητα που έχουμε όλοι μας να κρίνουμε και να καταδικάσουμε στη συνείδηση μας τον Πέτερ, τον Μόρτεν, τον αδελφό μας, τον πλησίον μας, χωρίς να αντιλαμβανόμαστε πως ο Πέτερ, ο Μότρεν, ο πλησίον μας είμαστε εμείς οι ίδιοι, αδυσώπητοι κριτές του εαυτού μας!

Επιστροφή στο σπίτι. Το παιδί χάθηκε, η Ίνγκερ κινδυνεύει, αλλά τελικά ο γιατρός ανακοινώνει πως εκείνη κοιμάται και πιστεύει πως αν δεν υπάρξουν επιπλοκές, όλα θα εξελιχθούν ομαλά. Προτού φύγει, θα πιεί έναν καφέ, θα καπνίσει ένα πούρο παρέα με τον ιερέα, ικανοποιημένος που σαν καλός επιστήμονας έσωσε την καημένη την Ίνγκερ. Ο Μόρτεν είναι ευγνώμων στον Θεό και στον γιατρό για τη σωτηρία της Ίνγκερ και ευχαριστημένος ενδόμυχα από τη φανερή επιβράβευση της πίστης του. Ποιος όμως μπορεί να προβλέψει ή να ερμηνεύσει τα σχέδια του Θεού; Την ώρα που πρέπει να καταθέτουμε τη χαρά μας στα πόδια Του, ζητώντας ιδίως τώρα το έλεος Του, απερίσκεπτα η ανακούφιση μας παρασύρει στην έπαρση.

Ο Γιοχάνες βλέπει και πάλι τον άγγελο με το δρεπάνι να επανέρχεται. Το σχέδιο του Θεού δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί.

Η Μάρεν πλησιάζει τον θείο Γιοχάνες, μαθαίνει τι συμβαίνει, αλλά είναι ήσυχη. Αν πεθάνει η μαμά της, ο θείος της θα την αναστήσει. Σε μια υπέροχη σκηνή, ο «τρελός» θείος παίρνει στην αγκαλιά του απαλά τη μικρή Μάρεν, για να την βάλει και να την ευλογήσει στο κρεβατάκι της κι’εκείνη τον φιλά τρυφερά.

Την ίδια ώρα η Ίνγκερ πεθαίνει στον ύπνο της. Το ανακοινώνει συντετριμμένος ο Μίκελ. Η αίσθηση του θανάτου γεμίζει το σπίτι. Η σιωπή είναι πιο εύγλωττη από τα μικρά ξεσπάσματα πικρίας. Η Ίνγκερ έφυγε. Τα δυο αδέλφια οδηγούν τον Γιοχάνες να την δει. Εκείνος που είδε πρώτα τον πατέρα καταρρακωμένο, ένα ανήμπορο γεροντάκι σκυφτό και αμίλητο, βλέπει τώρα μπροστά του την Ίνγκερ νεκρή. Όμως είναι ο Χριστός, πρέπει κάτι να κάνει, κάτι να πει. Η ένταση είναι μεγάλη, η στιγμή κρίσιμη. Τι να σκεφτεί, τι να συνειδητοποιήσει; Τον παίρνουν από την Ίνγκερ λιπόθυμο.

Η ζωή για τον Μίκελ έχει σταματήσει. Νοιώθει άδειος, ο χρόνος γι’ αυτόν είναι επίσης νεκρός. Πηγαίνει και σταματά το εκκρεμές του ρολογιού.

Όλοι κινούνται στο ρυθμό του πένθους. Ο πόνος συνοδεύει την προετοιμασία της κηδείας. Το φέρετρο της Ίνγκερ στη μέση του άδειου δωματίου, ανάμεσα στα δυο παράθυρα που γεμίζουν τον χώρο με διυλισμένο φως, ανάμεσα στη σιωπή που ενώνει τον Μίκελ και τον πατέρα του, είναι μια εικόνα που μένει αξέχαστη.

Έρχεται ο ιερέας να πει δυο λόγια και ο γιατρός να συλλυπηθεί, ενώ ακούγονται οι ύμνοι από τους γείτονες που θα συνοδεύσουν την κηδεία. Προσέρχεται μετανοιωμένος και ο Πέτερ, αλληλοσυγχωρούνται με τον Μόρτεν και παραδίδει την Άννε στον Άντερ, να μη μείνει το σπίτι χωρίς γυναίκα. Η ατμόσφαιρα αρχίζει να αλλάζει. Η μικρή Μάρεν έρχεται να αποχαιρετήσει τη μητέρα της, την χαιρετά ανέμελα και φεύγει. Όλοι νομίζουν πως δεν έχει καταλάβει. Εκείνη όμως είναι η μόνη που γνωρίζει τι θα επακολουθήσει.

Ετοιμάζονται να κλείσουν το φέρετρο. Ο Γιοχάνες, που είχε εξαφανισθεί μετά τη λιποθυμία του, μπαίνει στο δωμάτιο και είναι πια καλά. Το σοκ του θανάτου και η εικόνα του δύστυχου πατέρα, έχουν άρει την πίεση που τον κρατούσε εγκλωβισμένο στην «τρέλα». Δεν είναι εκείνος ο Χριστός. Ο Χριστός ζει μέσα του. Στηλιτεύει την απιστία των «πιστών», που δεν διανοήθηκαν να προσευχηθούν για την επάνοδο της Ίνγκερ. Η Μάρεν τον πλησιάζει και τον προτρέπει σιγανά: -«Τώρα είναι η ώρα!»

Η μεγάλη στιγμή έφτασε. Η στιγμή που προετοίμασε βήμα-βήμα ο Ντράγερ με τόση ευαισθησία, διορατικότητα και τέχνη. Ο Γιοχάνες έχει μετρήσει την κατάσταση, τους άλλους και τον εαυτό του. Είναι τρέλα να θέλεις να αναστήσεις έναν άνθρωπο; Θα τολμήσει; Θα μπορέσει; Ο Γιοχάνες έχει πίστη, έχει αγάπη, αλλά είναι και ταπεινός. Και προχωρά στην κορυφαία κίνηση όλου του έργου, στη δικαίωση του. Πιάνει σφιχτά το χέρι της Μάρεν. Από την αθωότητα της, από την εμπιστοσύνη της αντλεί τη δύναμη να ζητήσει από τον Θεό την ανάσταση της μητέρας της και διατάζει την Ίγκερ, στο όνομα του Χριστού, να επιστρέψει.

Η Ίνγκερ κινεί το χέρι της και πολύ αργά ανοίγει τα μάτια της. Η Μάρεν χαμογελά ευχαριστημένη.

Τι περισσότερο να ζητήσει κανείς; Όλοι γύρω είδαν μπροστά στα μάτια τους το θαύμα και ένοιωσαν την παρουσία του Θεού. Πιο πολύ από όλους, ο άπιστος Μίκελ. Ανασηκώνει απαλά την Ίνγκερ και κείνη τον ρωτά για το παιδί. «Ζει», της απαντάει, «ζει στο σπίτι του Θεού!» Έκπληκτη εκείνη αντιλαμβάνεται την μεταστροφή του.

Ο Άντερ βάζει ξανά σε λειτουργία το ρολόϊ. Η ζωή θα συνεχιστεί, μια καινούργια ζωή θα αρχίσει στο σπίτι των Μπόρσεν, ενώ ο πάστορας και ο γιατρός παρίστανται βουβοί και δύσπιστοι παρατηρητές, εκπροσωπώντας τη συμβατικότητα της θρησκείας και την υπεροπτική αυτάρκεια της επιστήμης.

Η Ίγκερ συνειδητοποιεί την ανάσταση της. Ο Μίκελ την κρατά στην αγκαλιά του γεμάτος πίστη και αίσθηση Θεού, εκείνη γυρίζει το πρόσωπο της σε κείνον, δίνοντας την εντύπωση πως στρέφει να τον φιλήσει, όμως ένα φιλί εκείνη την ιερή, συγκλονιστική στιγμή θα ήταν κάτι πολύ φτωχό. Ο Ντράγιερ, αριστοτέχνης στις εκφράσεις συναισθημάτων, το έχει ήδη προβλέψει. Και κείνη κρατώντας τον άντρα της σφιχτά, μένει με το στόμα μισάνοιχτο να ρουφά τη ζωή, να εισπνέει αχόρταγα τη διάχυτη θεϊκή χάρη, ενώ ανάγλυφα στο πρόσωπο της μετατρέπεται η έκπληξη της σε χαρά, η χαρά της σε συγκίνηση και η συγκίνηση της σε άφατη ευγνωμοσύνη.

«Ευλόγει η ψυχή μου τον Κύριο.»

8/12/09

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΜΙΑΣ ΧΩΡΑΣ

Το τέλος μιας χώρας. Ενός έθνους, που είχε ιστορία χιλιάδων χρόνων, με λαμπρούς πολιτισμούς που διαδεχόταν ο ένας τον άλλον. Που ανέδειξε φιλοσόφους, ήρωες κι αγίους. Που διαμόρφωσε το δημοκρατικό πολίτευμα. Που ο πολιτισμός του επηρέασε την λεκάνη της Μεσογείου και όχι μόνο. Που εξαπλώθηκε στα μήκη και πλάτη της γης με θαλασσοπόρους, εμπόρους, επιστήμονες, καλλιτέχνες.

Το τέλος μιας χώρας που χάνοντας την οικουμενικότητα του Ελληνισμού, πεθαίνει μέσα σ’ ένα αφόρητο μικρονοϊκό Ελλαδισμό. Που αντί να έχει ως αγαθό την σοφία, έχει κατακλυστεί από την ημιμάθεια και την έλλειψη διαλόγου. Που αρνούμενη τον Χριστό, δεν έχει πια ήθος και αρχές. Που κάποτε δίδασκε την δημοκρατία και τώρα παράγει τον ωχαδερφισμό, την χωρίς ιδεολογία αναρχία, κι ίσως αύριο τον φασισμό. Που δεν μπορεί να προστατεύσει την δημόσια περιουσία, μήτε την ιδιωτική περιουσία που έχει φτιαχτεί με κόπο και δίνει δουλειά στους πολίτες της, ούτε τα πανεπιστήμια που με κούραση και πολύ χρήμα θέλει να σπουδάσει τα παιδιά της, και προφανώς ούτε τους αστυνομικούς που οι ίδιοι οι κάτοικοι πληρώνουν για να τους προστατεύουν.

Το τέλος μιας χώρας που αποχαυνώνεται από τα χαζοκούτια, τα χοροπηδάδικα, τα γήπεδα, τις μαζοποιημένες διακοπές, τις κονσερβαρισμένες ιδεολογίες. Που οι κάτοικοί της υποφέρουν από την αδιαφορία, τον αμοραλισμό και την βία των άλλων, που είτε για το χρήμα, είτε για δήθεν ιδεολογίες, θα ασχημαίνουν τον τόπο, θα καταστρέφουν και θα εγκληματούν. Ήρθε η ώρα να παραδεχτούμε πως εχθρός δεν είναι το κράτος, αλλά εμείς που το διαμορφώνουμε μέσα από τις ψήφους και τις πελατειακές σχέσεις με τα κόμματα χρόνια τώρα, δεν είναι οι αίροντες την αμαρτία μας "μπάτσοι", αλλά η διαστροφική αντίληψη περί δημοκρατίας που έχουμε οι Νεοέλληνες, δεν είναι τό σύστημα, αλλά η αμαρτία μας που αντί να δημιουργεί, καταστρέφει, αντί να καταφάσκει στην ζωή, απαξιώνει τα πάντα.

Στην χώρα αυτή που αργοπεθαίνει, θα υπάρχουν πάντα μειοψηφίες που μελετούν, σέβονται, νοιάζονται, δημιουργούν, αναζητούν την αληθινή γνώση, την σοφία, το ήθος, την ευπρέπεια, τον σεβασμό προς τον διπλανό. Κι όσο υπάρχουν αυτές οι μειοψηφίες θα υπάρχει ελπίδα και φως σε τούτη την έρημη χώρα...

Β.Τ.

4/12/09

40 ΒΟΥΡΔΟΥΛΙΕΣ ΤΟ ΠΑΝΤΕΛΟΝΙ !


Η ΕΙΔΗΣΗ: (Από τα ΝΕΑ, 24/11). Στις 3 Ιουλίου, η 35χρονη Σουδανή δημοσιογράφος Λούμπνα Χουσεΐν και 12 ακόμα γυναίκες συλλαμβάνονται σε εστιατόριο του Χαρτούμ επειδή φορούν παντελόνι. Βάσει της σαρίας, του αυστηρού ισλαμικού νόμου που εφαρμόζεται στο Σουδάν από το 1983, η τιμωρία είναι προκαθορισμένη: 40 βουρδουλιές. Η Λούμπνα όμως, απαιτεί τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Παραιτείται, μάλιστα, της ασυλίας που της εξασφαλίζει η θέση της στο τοπικό γραφείο επικοινωνίας του ΟΗΕ και διανέμει στα ΜΜΕ και τους πολιτικούς πρόσκληση για... το μαστίγωμά της.
Αρχές Σεπτεμβρίου, το δικαστήριο μετατρέπει την ποινή των 40 βουρδουλιών σε πρόστιμο 200 δολαρίων. Η Λούμπνα αρνείται να το πληρώσει, προτιμά να πάει φυλακή. «Οι νόμοι μας, αν μπορούμε να τους αποκαλέσουμε νόμους, δεν περιορίζονται στο άρθρο 152 του Ποινικού Κώδικα που τιμολογεί το παντελόνι στη γυναίκα στις 40 βουρδουλιές. Υπάρχουν τόσα άλλα άρθρα (...) για το πώς κόβεται ο λαιμός, ακρωτηριάζεται το πόδι, κόβεται το γεννητικό όργανο, σπάζει το χέρι! Το άρθρο 148 τιμωρεί τους ομοφυλόφιλους με 100 βουρδουλιές, ακριβώς την ίδια “τιμή” με τους βιαστές- δηλαδή “δυόμισι παντελόνια”. Όσο για την ταρίφα του σεξ, ανάμεσα σε δύο ενηλίκους που συναινούν αλλά δεν είναι παντρεμένοι, είναι πολύ υψηλή: λιθοβολισμός. Το άρθρο 154 είναι πολύ αλλόκοτο: θεωρεί πως όλοι οι άνδρες και όλες οι γυναίκες που βρίσκονται στον ίδιο χώρο χωρίς να συνδέονται είτε μέσω γάμου είτε εξ αίματος τελούν εν αμαρτία, καθώς ένας από τους άνδρες “θα μπορούσε να επιτελέσει μια σεξουαλική πράξη”.

Αποσπάσματα από το νέο βιβλίο της Σουδανής Λούμπνα Χουσεΐν "Σαράντα βουρδουλιές για ένα παντελόνι".


ΣΧΟΛΙΟ Α΄: 2.000 χρόνια μετά την έλευση του Χριστού που εξύψωσε την γυναίκα και της έδωσε την θέση της ως ίση με τον άνδρα, ο σκοταδισμός και η αδικία παραμένει. Γυναίκες που αντιμετωπίζονται σαν κτήμα, σαν ζώα, σαν υπάνθρωποι, σαν θηλαστικά αναπαραγωγής. Γυναίκες με κρυμμένα τα πρόσωπα, με κρυμμένα όνειρα. Γυναίκες χωρίς δικαιώματα, χωρίς υποχρεώσεις, χωρίς ελπίδα. Ακόμα και στον δυτικό κόσμο που η γυναίκα έχει δικαιώματα, σε πολλές περιπτώσεις υφίσταται βία και εκφοβισμό. Λες και ο πολιτισμός δεν προχώρησε καθόλου, λες και το μήνυμα του Χριστού δεν έφτασε σε κάποιες γωνιές της γης. Σα να πηγαίνουμε πίσω, σα να γυρνάμε στον πρωτογονισμό.

Θα πει ίσως κάποιος πως και στις Χριστιανικές κοινωνίες ήταν έτσι, μα δεν φταίει το Ευαγγέλιο επειδή οι άνθρωποι είμαστε αδύναμοι. Γιατί αν δούμε την θέση των γυναικών στην πρώτη αποστολική κοινότητα, θα καταλάβουμε πως οι μαθήτριες είχαν παρόμοια θέση με εκείνη των ανδρών.


Οι γυναίκες έτρεξαν στον τάφο, όταν οι μαθητές μεμψιμοιρούσαν παραδομένοι στον ορθολογισμό τους. Οι γυναίκες που ο Κύριος τις εξύψωσε και γι αυτό τον ακολουθούσαν από κοντά, παρ’ ότι η κοινωνία πάλι τις περιόρισε μετά την νομιμοποίηση του Χριστιανισμού. Και τι σπουδαίες γυναίκες που τον ακολούθησαν, με πρώτη την Παναγία. Η Μάρθα κι η Μαρία, η Μαρία η μητέρα του Ιωάννη - Μάρκου, η Μαρία του Κλωπά κι η υπέροχη Μαρία η Μαγδαληνή, που την έκανε ο Χριστός μας Απόστολο στους Αποστόλους του μετά την Ανάσταση Του, και την Σαμαρείτιδα που η παρουσία Του φώτισε την ζωή της και την έκανε ισαπόστολο! Μα και τόσες άλλες άγνωστες στον πρώτο κύκλο των μαθητών, καθώς και χιλιάδες που έγιναν Αγίες ακολουθώντας τα χνάρια Του μέσα στους αιώνες.


Τι συγκινητικό που είναι να ακούμε τον Απόστολο Παύλο να λέει: «Σας συστήνω την αδελφή μας Φοίβη που είναι διάκονος της εκκλησίας στις Κεχρεές. Σας παρακαλώ να την δεχθείτε στο όνομα του Κυρίου, όπως αρμόζει σε χριστιανούς, και να της παρασταθείτε σ’ ο,τι σας έχει ανάγκη, γιατί κι αυτή έχει βοηθήσει πολλούς κι εμένα τον ίδιο». Ή πάλι «Χαιρετισμούς στην Πρίσκιλλα και τον Ακύλα, τους συνεργάτες μου στο έργο του Ιησού Χριστού. Διακινδύνευσαν τη ζωή τους για χάρη μου και τους ευχαριστώ, όχι μόνον εγώ αλλά και όλες οι εκκλησίες του μη Ιουδαϊκού κόσμου». Κι είναι φανερό ότι απευθύνεται κυρίως στην Πρίσκιλλα, αφού την προσφωνεί πρώτη.


Κι ακόμα απευθύνεται στην «Μαριάμ, ήτις πολλά εκοπίασε», προς την «Τρύφαιναν και Τρυφώσαν τας κοπιώσας εν Κυρίω», «την Περσίδα την αγαπητήν ήτις πολλά εκοπίασεν εν Κυρίω», την μητέρα του Ρούφου που ο Παύλος θεωρεί και σαν δική του μητέρα, την Ιουλία την αδελφή τού Νηρέως, την Εύοδίαν και την Συντύχην, την Ιουνία, την Μαριάμ, την Δορκάδα, και βέβαια την Λυδία την πορφυροπώλιδα, την πρώτη Ευρωπαία Χριστιανή που τόσο τού αφοσιώθηκε. Κι ακόμα την Ταβιθά από την Ιόππη, που ήταν όλο έργα αγαθά, την Δάμαρι την Αθηναία που ήταν δίπλα στον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, τις τέσσερις προφήτιδες θυγατέρες του Φιλίππου και τόσες άλλες που κήρυξαν το Ευαγγέλιο.


ΣΧΟΛΙΟ Β΄: Για τα παντελόνια καταδικάστηκε η ταλαίπωρη Σουδανή, με τα παντελόνια ασχολήθηκαν χρόνια - κι ασχολούνται ακόμα μερικοί - και στην δική μας Εκκλησία. Αντιγράφοντας τους προτεστάντες πολλοί παρερμήνευσαν το ανάλογο χωρίο των επιστολών και παρέβλεψαν πως στην εποχή του Αποστόλου Παύλου, οι άντρες φορούσαν φουστάνια (χιτώνες), και ότι κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας οι άντρες φορούσαν φουστανέλες και σε πολλά μέρη οι γυναίκες βράκες, κι όμως κανείς μέχρι τότε δεν είχε πρόβλημα! Στην Δύση παντελόνια φόρεσαν πρώτες οι φεμινίστριες κι έτσι οι "θρησκευτικοί" άνθρωποι ταύτισαν την ένδυση με τα πρόσωπα και την ακραία τους συμπεριφορά.


Είναι βέβαια μεγάλο το θέμα και ίσως επανέλθουμε, αλλά τελειώνοντας να πούμε πως η Εκκλησία οφείλει να είναι στην πρωτοπορία της κοινωνίας, όχι βέβαια με το να εκκοσμικεύεται, αλλά με το να απευθύνεται σε όλους τους ανθρώπους και να μην ταυτίζεται με συντηρητικές αντιλήψεις. Ο Κύριος, ο "πάντας θέλων σωθήναι" δεν δίστασε να συγχρωτιστεί με πόρνες και τελώνες, κι όμως εμείς πολλές φορές έχουμε φοβία προς το καινούργιο, σκανδαλίζοντας ανθρώπους και έτσι τους απομακρύνουμε κοντά μας, αντί να τους ελκύσουμε στην αγάπη του Χριστού.


Λυδία