26/1/13

O ΔΡΟΜΟΣ...



The Way (ΗΠΑ 2010) 123' 


 



 Από τον Μ.Ψ.
 
«Έ­νας πα­τέ­ρας τα­ξι­δεύ­ει στην Ι­σπα­νί­α για να πα­ρα­λά­βει την σω­ρό τού γιου του, που έ­χα­σε τη ζω­ή του καθώς πορευόταν για το δημοφιλές στους Ρωμαιοκαθολικούς προ­σκύ­νη­μα "El camino de Santiago" α­πό τα σύ­νο­ρα Γαλ­λί­ας – Ι­σπα­νί­ας μέ­χρι το Santiago de Compostela, λί­γο πριν τον Α­τλαν­τι­κό. Όταν φτάνει εκεί, α­πο­φα­σί­ζει  να πραγ­μα­το­ποι­ή­σει ο ίδιος το μακρύ οδοιπορικό. Στην πο­ρεί­α προς τον Ά­γιο, ο πλού­σιος Α­με­ρι­κα­νός ο­φθαλ­μί­α­τρος, ο­δη­γεί­ται σε έ­να υ­παρ­ξια­κό τα­ξί­δι αυ­το­γνω­σί­ας, μα­ζί με τρεις συ­νο­δοι­πό­ρους του.»

Αν­τί­στρο­φοι ρό­λοι


Ο κά­θε πα­τέ­ρας νοι­ώ­θει τα παι­διά του σαν συ­νέ­χεια του ε­αυ­τού του κι ελ­πί­ζει εν­δό­μυ­χα να δει τον γιο του ν’ α­κο­λου­θεί την ί­δια μ’ ε­κεί­νον πο­ρεί­α και να πε­τυ­χαί­νει στη ζω­ή του, ό­σα ε­κεί­νος δεν μπό­ρε­σε να κα­τα­κτή­σει. Συ­χνά ό­μως τα παι­διά έ­χουν μια δι­α­φο­ρε­τι­κή θε­ώ­ρη­ση της ζω­ής και ό­ταν η α­γά­πη με­τα­ξύ τους δεν ξε­περ­νά τις ψυ­χο­λο­γι­κές αν­τι­στά­σεις που α­να­πτύσ­σον­ται στο πλη­σί­α­σμα τους, στα­δια­κά α­πο­μα­κρύ­νον­ται. Ο θά­να­τος ω­στό­σο εί­ναι μια καμ­πή, που δεν μπο­ρεί κα­νείς να α­γνο­ή­σει και που μπο­ρεί να α­να­στρέ­ψει τα πάν­τα.


Στην α­ξι­ό­λο­γη αυ­τή ται­νί­α, ο για­τρός Tom Avery (Martin Sheen - Αποκάλυψη τώρα), πα­τέ­ρας του σκη­νο­θέ­τη (και ηθοποιού) της ται­νί­ας Emilio Estevez, εί­ναι ε­κεί­νος που θα α­κο­λου­θή­σει αυ­θόρ­μη­τα και θα ο­λο­κλη­ρώ­σει την πο­ρεί­α του γιου του, που τη δι­έ­κο­ψε στην αρ­χή της, μια κα­ται­γί­δα στα Πυ­ρη­ναί­α. Μπρο­στά στον θά­να­το, ό­λα παίρ­νουν την θέ­ση που τους αρ­μό­ζει. Οι αν­τι­θέ­σεις παύ­ουν να υ­φί­σταν­ται, ο ε­γω­ι­σμός δεν έ­χει λό­γο ύ­παρ­ξης, η α­πω­θη­μέ­νη α­πό τις συν­θή­κες α­γά­πη, α­να­δύ­ε­ται και α­παι­τεί το με­ρί­διο της στη ζω­ή. Το με­ρί­διο της και στο πέν­θος ε­νός πα­τέ­ρα, που θα τα­ξι­δέ­ψει την στάχτη του νε­κρού γιού του στους ώ­μους του, μέ­χρι το τέ­λος του προ­ο­ρι­σμού του.   

15/1/13

Ο Αν­τρέ­ι Ταρ­κόφ­σκι, η πί­στη κι η πα­ρά­δο­σή μας


από τον Τheo
(πηγή: Αντίφωνο)


         Φέ­τος συμ­πλη­ρώ­νον­ται 80 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­ση του Αν­τρέ­ι Ταρ­κόφ­σκι (19321986), ε­νός αν­θρώ­που βα­σα­νι­σμέ­νου αλ­λά και πο­λύ προι­κι­σμέ­νου. Σ ̓ ό­λη τη ζω­ή του α­να­ζη­τού­σε την α­λή­θεια, ή­ταν προ­ση­λω­μέ­νος στον στό­χο του και δεν έ­κα­νε συμ­βι­βα­σμούς. Ο­πως γρά­φει, «κά­θε ε­πο­χή τη ση­μα­δεύ­ει η α­να­ζή­τη­ση της α­λή­θειας. Ο­σο φο­βε­ρή κι αν εί­ναι η α­λή­θεια, συμ­βάλ­λει στην η­θι­κή υ­γεί­α ε­νός έ­θνους. Η α­να­γνώ­ρι­σή της α­πο­τε­λεί έν­δει­ξη υ­γιούς ε­πο­χής και πο­τέ δεν έρ­χε­ται σε αν­τί­θε­ση με την η­θι­κή»[1] και: «Δεν εί­μαι καλ­λι­τέ­χνης του σα­λο­νιού, κι η ευ­τυ­χί­α του κοι­νού δεν ε­ξαρ­τά­ται α­πό μέ­να. Αν­τί­θε­τα, πρέ­πει να λέ­ω στον κό­σμο την α­λή­θεια για την κοι­νή μας ζω­ή, ό­πως τη βλέ­πω μέ­σα α­πό την εμ­πει­ρί­α και τις δυ­να­τό­τη­τές μου.»[2]


Εν­σάρ­κω­νε τον πράγ­μα­τι πνευ­μα­τι­κό άν­θρω­πο. Ο­πως λέ­ει ο Νι­κο­λά­ι Μπουρ­λά­εβ, έ­νας η­θο­ποι­ός με τον ο­ποί­ο συ­νερ­γά­στη­κε, «ή­ταν έ­νας βα­θιά θρη­σκευ­ό­με­νος άν­θρω­πος που έ­ψα­χνε τον Θε­ό και βά­δι­ζε προς τον Θε­ό. Αυ­τό γι­νό­ταν αν­τι­λη­πτό σε κά­θε ται­νί­α του». Και μια άλ­λη η­θο­ποι­ός του, η Να­τα­λί­α Μπον­ταρ­τσούκ δή­λω­σε: «Ο­λες οι ται­νί­ες του Αν­τρέ­ι, α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό το ποι­α ε­πο­χή α­φο­ρά το πε­ρι­ε­χό­με­νό τους, εί­ναι προ­σα­να­το­λι­σμέ­νες στο μέλ­λον, στην αι­ω­νι­ό­τη­τα, στο Θε­ό.»[3]






Ο­ταν τον ρω­τούν «Τι εί­ναι για σας το πνευ­μα­τι­κό; Ποι­α εί­ναι ή πί­στη σας;», α­παν­τά:
«Πι­στεύ­ω πως ο άν­θρω­πος δη­μι­ουρ­γή­θη­κε α­πό Κά­ποι­ον που εί­ναι α­νώ­τε­ρος, που εί­ναι ά­πει­ρος και πως ό­λη ή ζω­ή ο­φεί­λει να υ­πη­ρε­τεί αυ­τόν τον Κά­ποι­ον.»
Κι ο δι­ά­λο­γος συ­νε­χί­ζε­ται: «‒ Αυ­τό το α­νώ­τε­ρο Ον εί­ναι ό Θε­ός της χρι­στι­α­νι­κής πα­ρα­δό­σε­ως;
‒ Α­ναμ­φί­βο­λα.

‒ Θα λέ­γα­τε πως εί­στε Ορ­θό­δο­ξος; ‒ Ναι.»[4]


Ο Ταρ­κόφ­σκι έ­βλε­πε τη δου­λειά του, την τέ­χνη ως έ­να λει­τούρ­γη­μα, μια δι­α­κο­νί­α, μια προ­σευ­χή: «Πο­τέ δεν πί­στε­ψα στην τέ­χνη. Η τέ­χνη εί­ναι ή αν­τα­νά­κλα­ση μέ­σα στον κα­θρέ­φτη αυ­τού που εί­μα­στε, μιας α­νώ­τε­ρης ι­κα­νό­τη­τας να δη­μι­ουρ­γείς. Δεν κά­νου­με τί­πο­τε άλ­λο πα­ρά να μι­μού­με­θα τον Δη­μι­ουρ­γό. Εί­μα­στε πλα­σμέ­νοι κατ ̓ ει­κό­να Θε­ού, και η πρά­ξη της δη­μι­ουρ­γί­ας εί­ναι μια α­πό τις κι­νή­σεις ο­πού γι­νό­μα­στε ό­μοι­οί Του.
‒ Με λί­γα λό­για ε­πι­κα­λεί­στε μια θρη­σκευ­τι­κή αν­τί­λη­ψη της τέ­χνης.

‒ Πραγ­μα­τι­κά. Η τέ­χνη εί­ναι μια προ­σευ­χή. Εί­ναι η προ­σευ­χή μου. Κι αν η προ­σευ­χή μου εν­δι­α­φέ­ρει κά­ποι­ον, τό­τε ή τέ­χνη μου εί­ναι χρή­σι­μη. Το χρέ­ος του αν­θρώ­που εί­ναι να υ­πη­ρε­τεί. Ο κό­σμος φτι­ά­χτη­κε πά­νω σ' έ­να μο­να­δι­κό τύ­πο σχέ­σε­ως, χά­ρις στον Θε­ό, τη δι­α­κο­νί­α. [...]

‒ Αν­τί να πού­με δι­α­κο­νούν, θα μπο­ρού­σα­με να πού­με ν' α­γα­πούν; ‒ Α­σφα­λώς.

‒ Και με ποι­ο τρό­πο ή τέ­χνη μπο­ρεί νά ̓ναι έ­τσι δι­α­κο­νί­α και α­γά­πη;
‒ Α... Αυ­τό, κα­τά τη γνώ­μη μου, εί­ναι έ­να μυ­στή­ριο. Εί­ναι το μυ­στή­ριο της δη­μι­ουρ­γί­ας.
Θα μπο­ρού­σα­με να ζή­σου­με εί­κο­σι, τριά­ντα αι­ώ­νες, πο­τέ δεν θα μα­θαί­να­με πώς δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ο κό­σμος, ό­πως δεν θ' α­πο­κρυ­πτο­γρα­φή­σου­με πο­τέ το μυ­στή­ριο της δη­μι­ουρ­γί­ας. Ο­ταν γο­να­τί­ζου­με μπρο­στά σε μια ει­κό­να και προ­σευ­χό­μα­στε στον Θε­ό βρί­σκου­με τα α­λη­θι­νά, τα σω­στά λό­για. Με τον ί­διο τρό­πο, ό­ταν α­πευ­θύ­νεις την τέ­χνη σου στον Θε­ό σαν μια προ­σευ­χή, βρί­σκεις τα σω­στά πρό­σω­πα που θα βά­λεις στο έρ­γο σου.»[5]

Αλ­λού γρά­φει: «Θα μπο­ρού­σα­με να πού­με πως η τέ­χνη εί­ναι θρη­σκευ­τι­κή, α­πό την ά­πο­ψη ό­τι την εμ­πνέ­ει η προ­σή­λω­ση σ ̓ έ­ναν α­νώ­τε­ρο σκο­πό.»[6]



Γιος του ποι­η­τή Αρ­σέ­νι Ταρ­κόφ­σκι, ο Αν­τρέ­ι εί­ναι έ­νας ποι­η­τής του κι­νη­μα­το­γρά­φου. Γρά­φον­τας για την τε­λευ­ταί­α ται­νί­α του, α­να­φέ­ρε­ται και στον «ποι­η­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα που δι­έ­κρι­νε ώς τό­τε τη δου­λειά» του.[7]

Κι ε­πει­δή εί­ναι πραγ­μα­τι­κός ποι­η­τής, δεν θέ­λει να κά­νει τον δά­σκα­λο αλ­λά θέ­λει να προ­βλη­μα­τί­σει τον θε­α­τή, ώ­στε μό­νος του κι ε­λεύ­θε­ρα να ο­δη­γη­θεί προς την α­λή­θεια, προ­βάλ­λον­τας «ε­πει­σό­δια [...] παρ­μέ­να κα­τευ­θεί­αν α­πό τη ζω­ή».[8] «Το πρώ­το που πρέ­πει να πε­ρι­γρά­ψεις εί­ναι το γε­γο­νός και ό­χι η στά­ση σου α­πέ­ναν­τί του. Η στά­ση σου πρέ­πει να γί­νε­ται φα­νε­ρή σ ̓ ο­λό­κλη­ρη την ται­νί­α, να εί­ναι μέ­ρος της συ­νο­λι­κής εν­τύ­πω­σης»[9], γρά­φει αλ­λού.

Παρ ̓ ό­λο που τα­λαι­πω­ρή­θη­κε πά­ρα πο­λύ α­πό τους ι­θύ­νον­τες της σο­βι­ε­τι­κής κι­νη­μα­το­γρα­φι­κής βι­ο­μη­χα­νί­ας, τό­σο που να ο­νο­μά­σει «Μαρ­τυ­ρο­λό­γιο» το προ­σω­πι­κό του η­με­ρο­λό­γιο, ο Ταρ­κόφ­σκι κα­τά­φε­ρε να πε­ρά­σει την πί­στη και την α­λή­θεια του σε κά­ποι­ες α­πό τις ται­νί­ες του. Σχε­τι­κά με αυ­τό γρά­φει: «Πρέ­πει να λέ­ω στον κό­σμο την α­λή­θεια για την κοι­νή μας ζω­ή, ό­πως τη βλέ­πω μέ­σα α­πό την εμ­πει­ρί­α και τις δυ­να­τό­τη­τές μου. Κι αυ­τή η α­λή­θεια δεν υ­πό­σχε­ται κα­θό­λου πως θα εί­ναι εύ­κο­λη ή ευ­χά­ρι­στη».[10]

Νο­μί­ζω πως η πί­στη του στον Θε­ό κι ο σε­βα­σμός του στην Ορ­θό­δο­ξη πα­ρά­δο­ση φαί­νον­ται πιο ξε­κά­θα­ρα στον «Αν­τρέ­ι Ρουμ­πλιόφ», τη δεύ­τε­ρη ται­νί­α που γύ­ρι­σε στη Σο­βι­ε­τι­κή Ε­νω­ση, και στη «Θυ­σί­α» που γυ­ρί­στη­κε στη Σου­η­δί­α.



Όλο το κείμενο (και οι παραπομπές) εδώ, 
στο ΑΡΧΑΓΓΕΛΩΝ ΚΕΙΜΕΝΑ:


5/1/13

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΙ ΛΟΓΟΙ ΕΝΟΣ ΠΙΑΝΙΣΤΑ




 Βασίλης Τσαμπρόπουλος *


Μου­σι­κή δεν μα­θαί­νεις στο Ω­δεί­ο. Στο Ω­δεί­ο μα­θαί­νεις τον τρό­πο της, την τε­χνι­κή της. Μου­σι­κή μα­θαί­νεις, ό­ταν α­να­κα­λύ­πτεις τον ε­αυ­τό σου.

Η με­λέ­τη στο πιά­νο μοιά­ζει πο­λύ με τη προ­σευ­χή στον Θε­ό Εί­ναι πο­ρεί­α πνευ­μα­τι­κής ε­ξέ­λι­ξης και α­νό­δου του αν­θρώ­που. Ο δρό­μος αυ­τής της ε­ξέ­λι­ξης ό­μως εί­ναι στε­νός, μα έ­τσι πρέ­πει. Μη σε φο­βί­ζει αυ­τό.

Μά­θε να μη χαί­ρε­σαι, ό­ταν τρέ­χουν τα δά­χτυ­λά σου στα πλή­κτρα γρή­γο­ρα. Δεν εί­ναι σπου­δαί­ο. Μά­θε κα­λύ­τε­ρα να τρέ­χει ο νους σου γρή­γο­ρα και τό­τε τα δά­χτυ­λά σου θα υ­πο­τάσ­σον­ται σε αυ­τόν.


Τα χέ­ρια σου δεν παί­ζουν α­πό μό­να τους. Τα ο­δη­γεί το μυα­λό σου. Μα και ε­κεί­νο δεν μπο­ρεί να κά­νει πολ­λό πράγ­μα­τα α­πό μό­νο του, αν δεν α­κού­ει την καρ­διά σου.


Τα χέ­ρια σου να εί­ναι κα­θα­ρά ό­ταν α­κουμ­πάς το πιά­νο σου. Πιο κα­θα­ρή ό­μως να εί­ναι η καρ­διά σου.


Να νι­ώ­θεις πάν­τα πως κα­λεί­σαι να κα­τα­νο­ή­σεις έ­να έρ­γο που δεν έ­γρα­ψες ε­σύ. Πρώ­το σου μέ­λη­μα να εί­ναι η κα­τα­νό­η­ση και ο­τι κρα­τάς στα χέ­ρια σου κά­τι που δεν σου α­νή­κει. Το έρ­γο κά­ποι­ου δη­μι­ουρ­γού. Σε­βά­σου το.
Ό­σο πιο πο­λύ τα­λέν­το έ­χεις, τό­σο να κρα­τάς τη σε­μνό­τη­τα και την τα­πει­νό­τη­τά σου. Το τα­λέν­το εί­ναι πα­ρα­χώ­ρη­ση. Δεν σου α­νή­κει! Προ­σπά­θη­σε να το δι­α­χει­ρι­στείς σω­στά, με σύ­νε­ση, με φό­βο, κά­ποι­ες στιγ­μές, με με­γά­λη χα­ρά κά­ποι­ες αλ­λες, αλ­λά πάν­τα σα να εί­ναι κά­τι που το φι­λο­ξε­νείς στο σπί­τι της καρ­διάς σου. Ε­κεί­νο μπο­ρεί να φύ­γει ό­ταν το θε­λή­σει ο Θε­ός. Δέ­ξου το αυ­τό ή­ρε­μα και με α­γά­πη. Τό­τε, οι στιγ­μές που θα περ­νάς μα­ζί του θα εί­ναι α­νε­πα­νά­λη­πτες.


Ρώ­τα τον ε­αυ­τό σου τον λό­γο που παί­ζεις πιά­νο, που α­σχο­λεί­σαι με τη μου­σι­κή. Πρέ­πει να σου έρ­θει έ­να χα­μό­γε­λο και έ­να αί­σθη­μα α­γά­πης στην καρ­διά σου, πριν ο­ρί­σεις την α­πάν­τη­ση. Να α­νη­συ­χή­σεις αν δεν συμ­βεί...


Εί­ναι πο­λύ δι­α­φο­ρε­τι­κό να παί­ζεις, α­πλά, πιά­νο, α­πό το να εί­σαι στα α­λή­θεια πι­α­νί­στας - ε­κτε­λε­στής. Αυ­τός που παί­ζει, α­πλά, πιά­νο εί­ναι σαν κά­ποι­ον άν­θρω­πο που ξέ­ρει τά­χα τα πάν­τα και μι­λά­ει για ό­λα εύ­κο­λα…, για την α­γά­πη, την α­λή­θεια, τους αν­θρώ­πους… Ο πραγ­μα­τι­κός μου­σι­κός ε­κτε­λε­στής μοιά­ζει με Μο­να­χό. Για­τί; Για­τί ε­χει σκυμ­μέ­νο το κε­φά­λι. Δε μι­λά­ει... Για­τί ξέ­ρει που βρί­σκε­ται.


Μά­θε την α­ξί­α της σι­ω­πής. Μη φλυα­ρείς, ό­ταν παί­ζεις. Μη ναρ­κισ­σεύ­ε­σαι. Μά­θε να α­κούς τις παύ­σεις σα μου­σι­κή. Φαν­τα­σου σε δύ­ο λε­πτά να τα πεις ό­λα…, πως θα σε α­κού­σει ο άλ­λος για μια ώ­ρα… Να εί­σαι εγ­κρα­τής στην προ­σφο­ρά σου, αλ­λά γεν­ναι­ό­δω­ρος στον τρό­πο που τη δί­νεις….


Δί­νεις πνευ­μα­τι­κή τρο­φή στο α­κρο­α­τή­ριό σου! Πρό­σε­ξε λοι­πόν! Έ­χεις ευ­θύ­νη για την υ­γεί­α του. Προ­φύ­λα­ξέ το! Μην προ­σπα­θείς να α­ρέ­σεις. Δώ­σε του αυ­τό που η καρ­διά σου γνω­ρί­ζει σαν α­λή­θεια.  Ά­φη­σέ το μπρο­στά του με α­γά­πη. Μη σε α­πα­σχο­λεί, ε­άν θα γι­νει α­πό­δε­κτή αυ­τή η προ­σφο­ρά. Αρ­κέ­σου στη χα­ρά που παίρ­νεις, μέ­σα α­πό αυ­τήν.


Κά­νε υ­πα­κο­ή με χα­ρά στους δα­σκά­λους σου. Ό­χι με ε­ξα­ναγ­κα­σμό. Ά­φη­σέ τους να σε βο­η­θή­σουν να βρεις τον τρό­πο να α­κού­σεις, μέ­σα α­πό τα δι­κά σου αυ­τιά, τη μου­σι­κή.


Η τε­χνι­κή εί­ναι έ­να κου­τί με ερ­γα­λεί­α. Παίρ­νε μό­νο αυ­τό που χρει­ά­ζε­σαι κά­θε φο­ρά. Μην ε­πι­λέ­γεις κα­τάλ­λη­λες ώ­ρες για να με­λε­τάς. Βρες κα­τάλ­λη­λες στιγ­μές που θα νι­ώ­θεις τον σκο­πό της με­λέ­της. Να χαί­ρε­σαι ό­ταν πο­νά­ει το σώ­μα σου.


Να α­νη­συ­χείς ό­ταν ό­λα έρ­χον­ται εύ­κο­λα…


Και το πιο ση­μαν­τι­κό! Δεν μπο­ρείς να α­γα­πάς τη μου­σι­κή και να μην α­γα­πάς τον Θε­ό. Και δεν μπο­ρεί να α­γα­πάς τον Θε­ό και να μην α­γα­πάς τη μου­σι­κή. Πά­νε μα­ζί…, πάν­τα…, α­πό την αρ­χή! Αν το κα­τα­λά­βεις, τό­τε κά­θε νό­τα που θα παί­ζεις, θα πε­ρι­κλεί­ει έ­ναν κό­σμο α­γά­πης, δο­σμέ­νο α­πό Αυ­τόν.


Ελ­πί­ζω να σε βο­ή­θη­σα… Αυ­τός εί­ναι ο τρό­πος μου που βλέ­πω το πιά­νο και τη μου­σι­κή.


Αυ­τές εί­ναι οι κλί­μα­κες που προ­σπα­θώ να μά­θω και πάν­τα θα προ­σπα­θώ...


 http://vtsabropoulos.blogspot.gr/

* Ο δι­ε­θνούς φή­μης  πι­α­νί­στας και σύν­θε­της Βα­σί­λης Τσαμ­πρό­που­λος έ­χει α­να­γνω­ρι­στεί προ πολ­λού ως έ­νας ε­ξαι­ρε­τι­κά προι­κι­σμέ­νος καλ­λι­τέ­χνης που κα­τα­πι­ά­νε­ται με πο­λυ­ποί­κι­λα μου­σι­κά ι­δι­ώ­μα­τα . Φη­μί­ζε­ται ως κλασ­σι­κός πι­α­νί­στας, ερ­μη­νευ­τής μου­σι­κής του 19ου και 20ου αι­ώ­να, ε­νώ αρ­χί­ζει και δη­μι­ουρ­γεί­ται δι­ε­θνώς έ­να αυ­ξα­νό­με­νο κλί­μα α­να­γνώ­ρι­σης για τις αυ­το­σχε­δι­α­στι­κές και συν­θε­τι­κές του ι­κα­νό­τη­τες.


Ως παι­δί θαύ­μα με ξε­χω­ρι­στές δε­ξι­ό­τη­τες, άρ­χι­σε να κερ­δί­ζει βρα­βεί­α σε δι­ε­θνείς μου­σι­κούς δι­α­γω­νι­σμούς μό­λις σε η­λι­κί­α δέ­κα ε­τών. Α­πο­φοι­τών­τας α­πό το Ε­θνι­κό Ω­δεί­ο Α­θη­νών σε η­λι­κί­α δε­κα­πέν­τε ε­τών, συ­νέ­χι­σε τις σπου­δές του με υ­πο­τρο­φί­α του κοι­νω­φε­λούς ι­δρύ­μα­τος Α­λέ­ξαν­δρος Ω­νά­σης στο Ω­δεί­ο του Πα­ρι­σιού, στη δι­ε­θνή α­κα­δη­μί­α του Ζαλτ­σμπουργ και στη σχο­λή Julliard της Νέ­ας Υ­όρ­κης, με φη­μι­σμέ­νους δά­σκα­λους ό­πως οι Rudolf Serkin και η Tatiana Nikolayeva.


Κεν­τρι­κό ά­ξο­να του ρε­περ­το­ρί­ου του α­πο­τε­λούν έρ­γα του Μπε­τό­βεν, του Μό­τσαρτ, του Σο­πέν και του Μπαχ, αλ­λά και συν­θέ­σεις της Ρω­σι­κής σχο­λής κα­θώς έ­χει ερ­μη­νεύ­σει ε­πα­νει­λημ­μέ­να έρ­γα του Ραχ­μά­νι­νοφ, του Προ­κό­βι­εφ και του Σκρια­μπιν. Ω­στό­σο το τε­ρά­στιο εύ­ρος του ρε­περ­το­ρί­ου του ξε­περ­νά τα ε­κα­τό έρ­γα και ε­κτεί­νε­ται α­πό την προ­κλασ­σι­κή πε­ρί­ο­δο μέ­χρι τις σύγ­χρο­νες μου­σι­κές α­να­ζη­τή­σεις του αι­ώ­να μας, πε­ρι­λαμ­βά­νον­τας αρ­κε­τά κον­τσέρ­τα για πιά­νο και ορ­χή­στρα.


Με­τά τις δι­α­κρί­σεις του σε με­γά­λους δι­ε­θνείς δι­α­γω­νι­σμούς (Το­ρόν­το, Μπου­ζό­νι, Λίν­τς) άρ­χι­σε η δι­ε­θνής στα­δι­ο­δρο­μί­α του με εμ­φα­νί­σεις σε μου­σι­κά κέν­τρα και φε­στι­βάλ σε ό­λη την Ευ­ρώ­πη. Έ­χει α­να­γνω­ρι­στεί α­πό τους κρι­τι­κούς και το κοι­νό ως γνή­σιος αλ­λά ταυ­τό­χρο­να και α­να­νε­ω­τι­κός ερ­μη­νευ­τής της ρο­μαν­τι­κής μου­σι­κής, ε­νώ έ­χει χα­ρα­κτη­ρι­στεί και δι­ε­θνώς ως έ­νας α­πό τους κο­ρυ­φαί­ους Ευ­ρω­παί­ους πι­α­νί­στες της γε­νιάς του.


Ως σο­λί­στ έ­χει συμ­πρά­ξει με τις Ορ­χή­στρες Φι­λαρ­μο­νι­κή της Τσε­χί­ας, Φι­λαρ­μο­νι­κή του Χι­ού­στον, Συμ­φω­νι­κή της Γι­ού­τα, Συμ­φω­νι­κή της Λυ­ών ,Ορ­χή­στρα της Ι­τα­λι­κής Ρα­δι­ο­φω­νί­ας, Ορ­χή­στρα Δω­μα­τί­ου Βου­δα­πέ­στης, Κα­με­ρά­τα, Ορ­χή­στρα των Χρω­μά­των, Συμ­φω­νι­κή Ορ­χή­στρα της ΕΡΤ, Α­λέ­α, και άλ­λες ε­νώ πα­ράλ­λη­λα έ­χει εμ­φα­νι­στεί σε ση­μαν­τι­κά δι­ε­θνή φε­στι­βάλ (Λυ­ών, Σπο­λέ­το, Ρώ­μης, Βαρ­κε­λώ­νης, Α­θη­νών) και πολ­λά αλ­λά. Συ­νερ­γά­στη­κε με κο­ρυ­φαί­ους Έλ­λη­νες και ξέ­νους αρ­χι­μου­σι­κούς ό­πως ο Β. Α­σκε­νά­ζυ, ο Μ. Γιά­νσον, ο ΓΚ. Χέρ­τινγκ, ο Χανς Γκραφ, ο Τσου Χου­ει, ο Μ. Κον­τι, ο Α. Πα­ρί­δης, ο Μ. Χα­τζι­δά­κης, ο Α. Μυ­ράτ, ο Θ. Αν­τω­νί­ου,ο Μ. Λο­γιά­δης κ.α. Έ­χει εμ­φα­νί­σει πολ­λές φο­ρές στο Μέ­γα­ρο Μου­σι­κής Α­θη­νών και Θεσ­σα­λο­νί­κης, και στο Η­ρώ­δει­ο.



Το έρ­γο του 12 Πρε­λού­δια για πιά­νο τα συ­νέ­θε­σε για τον κο­ρυ­φαί­ο πι­α­νί­στα και αρ­χι­μου­σι­κό Vladimir Ashkenazy,o ο­ποί­ος ε­ξέ­φρα­σε το θαυ­μα­σμό του για τον ή­χο και τα δε­ξι­ο­τε­χνι­κά προ­σόν­τα του σύν­θε­τη. Ε­κτός α­πό τα έρ­γα για πιά­νο έ­χει γρά­ψει έρ­γα για βι­ο­λί, τσέ­λο, για ορ­χή­στρα και για δι­ά­φο­ρα ορ­γα­νι­κά σύ­νο­λα. Α­πό το 2000 συ­νερ­γά­ζε­ται με τη δι­ε­θνή δι­σκο­γρα­φι­κή ε­ται­ρί­α ΕCΜ και έ­χει η­χο­γρα­φή­σει τρεις δί­σκους. Το τρί­ο Τσαμ­πρό­που­λος, Andersen, Marshall φέρ­νον­τας νέ­α η­χο­χρώ­μα­τα στη σύγ­χρο­νη αι­σθη­τι­κή του αυ­το­σχε­δια­σμού, α­πο­τε­λεί έ­να α­πό τα κα­λύ­τε­ρα μου­σι­κά σχή­μα­τα. Με το πιά­νο τρί­ο του ο Βα­σί­λης Τσαμ­πρό­που­λος έ­χει κά­νει αρ­κε­τές Ευ­ρω­πα­ϊ­κές πε­ρι­ο­δεί­ες παί­ζον­τας σε με­γά­λα τζαζ φε­στι­βάλ με με­γά­λη ε­πι­τυ­χί­α.



Πα­ράλ­λη­λα με τη στα­δι­ο­δρο­μί­α του ως πι­α­νί­στας της κλασ­σι­κής και τζαζ μου­σι­κής προ­σκα­λεί­ται συ­χνά να δι­δά­ξει α­νώ­τε­ρους κύ­κλους μα­θη­μά­των πιά­νου, κα­θώς και ει­δι­κές σει­ρές σε­μι­να­ρί­ου τζαζ και αυ­το­σχε­δια­σμού. Ο Βα­σί­λης Τσαμ­πρό­που­λος ζει με την οι­κο­γέ­νεια του στην Α­θή­να.







2/1/13

ΕΝΑΣ ΝΕΟΣ ΧΡΟΝΟΣ...

Anthony Bloom 
Μητροπολίτης Σουρόζ


 


Για μί­α α­κό­μη φο­ρά έ­νας νέ­ος χρό­νος ήλθε .Ό­ταν εί­μα­στε νέ­οι υ­πο­δε­χό­μα­στε τον και­νού­ριο χρό­νο με α­νοι­χτές καρ­δι­ές, νο­μί­ζον­τας πως ό­λα θα μας εί­ναι δυ­να­τά κα­τά τη διά­ρκειά του.

Τον βλέ­που­με ν' α­πλώ­νε­ται μπρο­στά μας σαν μί­α α­τέ­λει­ω­τη πε­διά­δα κα­λυμ­μέ­νη με παρ­θέ­νο χι­ό­νι, που ού­τε μια πα­τη­μα­σιά δεν έ­χει α­κό­μη ση­μα­δέ­ψει τη λευ­κό­τη­τά της, τα πάν­τα εί­ναι δυ­να­τά, τα πάν­τα εί­ναι α­γνά και φω­τει­νά. Στην προ­χω­ρη­μέ­νη η­λι­κί­α πε­ρι­μέ­νου­με το νέ­ο χρό­νο με έ­να εί­δος ε­σω­τε­ρι­κής υ­πο­μο­νής, με την αί­σθη­ση πως θα εί­ναι μια α­πλή ε­πα­νά­λη­ψη του πα­ρελ­θόν­τος ί­σως να μας συμ­βούν ά­φθο­να και­νού­ρια πε­ρι­στα­τι­κά, θα εί­ναι ό­μως γνω­στά, γή­ι­να πε­ρι­στα­τι­κά με τα ο­ποί­α γνω­ρί­ζου­με πως να ζή­σου­με. Και στις δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις εί­μα­στε λαν­θα­σμέ­νοι.

Η νέ­α χρο­νιά πράγ­μα­τι α­πλώ­νε­ται μπρο­στά μας σαν έ­να α­πά­τη­το α­κό­μη μο­νο­πά­τι, μια πλα­τειά παρ­θέ­να πε­διά­δα που θα πρέ­πει ν' αν­θί­σει μ' έ­να πλού­το κα­λών αν­θρώ­πι­νων πρά­ξε­ων. Ό­ποι­α κι αν εί­ναι η η­λι­κί­α μας έ­να μο­νο­πά­τι α­πλώ­νε­ται μπρο­στά μας και α­πό μας ε­ξαρ­τά­ται αν θα το κά­νου­με «ο­δόν Κυ­ρί­ου» η ό­χι. Α­πό μας ε­ξαρ­τά­ται το αν για τους γύ­ρω μας και για τους ε­αυ­τούς μας και για τις ε­πό­με­νες γε­νι­ές θα φτι­ά­ξου­με δρό­μο για τον Ου­ρα­νό η την Κό­λα­ση - την αι­ώ­νια Κό­λα­ση, η α­πλώς τη σκλη­ρή αν­θρώ­πι­νη κό­λα­ση της γης. Ταυ­τό­χρο­να, αυ­τό που α­πλώ­νε­ται μπρο­στά μας εί­ναι, ό­πως το βλέ­πει η γε­ρον­τι­κή η­λι­κί­α, το συ­νη­θι­σμέ­νο και το οι­κεί­ο, μό­νο που δεν έ­χει συμ­βεί πο­τέ πριν σ' ε­μάς. Η ζω­ή ί­σως να μη φέρ­νει το δι­α­φο­ρε­τι­κό, μπο­ρεί ό­μως ε­μείς να εί­μα­στε δι­α­φο­ρε­τι­κοί, τα ί­δια πε­ρι­στα­τι­κά μπο­ρεί να ξα­να­συμ­βούν και να εί­ναι τε­λεί­ως και­νού­ρια, δι­ό­τι ε­μείς θα έ­χου­με αλ­λά­ξει.

Μπο­ρού­με να μπού­με στη χρο­νιά αυ­τή δη­μι­ουρ­γι­κά, μό­νο ό­μως με την προ­ϋ­πό­θε­ση ό­τι θα μπού­με με την ελ­πί­δα, με τη βε­βαι­ό­τη­τα ό­τι ο Κύ­ριος βρί­σκε­ται στη χρο­νιά αυ­τή, ό­τι Ε­κεί­νος εί­ναι ο Κύ­ριος και θα μας ο­δη­γή­σει στο σω­στό μέ­ρος, με την πί­στη ό­τι τί­πο­τα δε θα συμ­βεί χω­ρίς τη θέ­λη­ση η τη συγ­κα­τά­θε­ση του Θε­ού. Αν η στά­ση μας εί­ναι τέ­τοι­α θα δού­με πως τί­πο­τα δεν εί­ναι τυ­χαί­ο (αυ­τός που πι­στεύ­ει στην τύ­χη δεν πι­στεύ­ει στο Θε­ό), πως δεν υ­πάρ­χουν ά­σκο­πες συ­ναν­τή­σεις και πως το κά­θε πρό­σω­πο μας έ­χει στα­λεί α­πό τον Κύ­ριο. Αν μπού­με στη χρο­νιά αυ­τή γνω­ρί­ζον­τας ό­τι το κά­θε τι - φω­τει­νό και σκο­τει­νό, κα­λό και τρο­μα­κτι­κό - εί­ναι έ­να δώ­ρο α­πό το Θε­ό που μας έρ­χε­ται ώ­στε μέ­σα α­πό μας η πί­στη, η ελ­πί­δα, η α­γά­πη, η χα­ρά και η δύ­να­μη του Κυ­ρί­ου να έλ­θουν στον κό­σμο, αν έ­χου­με στα­θε­ρή πί­στη πως το κά­θε πρό­σω­πο που έρ­χε­ται στο δρό­μο μας μας έ­χει στα­λεί για να του προ­σφέ­ρου­με το λό­γο η την πρά­ξη του Κυ­ρί­ου η για να τα δε­χτού­με α­πό ε­κεί­νο, τό­τε η ζω­ή θα εί­ναι πλού­σια και θα έ­χει νό­η­μα - δι­α­φο­ρε­τι­κά θα πα­ρα­μεί­νει έ­να παι­γνί­δι της τύ­χης, μια α­τέ­λει­ω­τη α­λυ­σί­δα τυ­χαί­ων πε­ρι­στα­τι­κών.

Ας μπού­με στον και­νού­ριο χρό­νο μ' αυ­τή την πί­στη και την ελ­πί­δα και με τέ­τοι­α πνευ­μα­τι­κή φλό­γα, ας δε­χτού­με ο έ­νας τον άλ­λο και ο­ποι­ον­δή­πο­τε ο Θε­ός μας στεί­λει, με τον τρό­πο που ο Κύ­ριος δέ­χε­ται ε­μάς στην πο­ρεί­α μας κι ας δε­χτού­με ο,τι και αν μας συμ­βεί σαν α­πό το χέ­ρι του Θε­ού, και σ' ό­λες τις πε­ρι­στά­σεις ας συμ­πε­ρι­φε­ρό­μα­στε σαν Χρι­στια­νοί· τό­τε ό­λα θα πά­νε κα­λά.

Ο πα­λιός χρό­νος έ­χει φύ­γει και πολ­λοί πε­ρι­μέ­νουν τώ­ρα τον ερ­χο­μό του νέ­ου χρό­νου στη Βα­σι­λεί­α του Θε­ού. Για κεί­νους έ­χει τε­λει­ώ­σει ο α­γώ­νας, ε­νώ ε­μείς ζού­με α­κό­μα πά­νω στη γη. Ας θυ­μη­θού­με ό­σους έ­ζη­σαν α­νά­με­σά μας, ε­κεί­νους που γνω­ρί­ζα­με κι α­γα­πού­σα­με κι ε­κεί­νους που α­πό α­προ­σε­ξί­α ού­τε καν πα­ρα­τη­ρή­σα­με. Ας θυ­μη­θού­με τους α­μέ­τρη­τους αν­θρώ­πους που πέ­θα­ναν φέ­τος δυ­στυ­χι­σμέ­νοι α­πό αρ­ρώ­στι­ες, σε δυ­στυ­χή­μα­τα, σε πο­λέ­μους. Ας θυ­μη­θού­με τους πάν­τες χω­ρίς ν' α­φή­σου­με κα­νέ­ναν έ­ξω κι ας μπού­με στην και­νού­ρια χρο­νιά με καρ­διά α­νοι­χτή για τους πάν­τες. Ας ψά­λου­με «αι­ω­νί­α η μνή­μη» για ό­λους τους κε­κοι­μη­μέ­νους πριν χω­ρι­στού­με και ας δι­α­τη­ρή­σου­με αυ­τή την αι­ω­νί­α μνή­μη στις καρ­δι­ές μας με α­γά­πη και ευ­γνω­μο­σύ­νη για το Θε­ό που έ­δω­σε να συ­ναν­τή­σου­με αν­θρώ­πους τους ο­ποί­ους μπο­ρέ­σα­με ν' α­γα­πή­σου­με και να σε­βα­στού­με, αν­θρώ­πους των ο­ποί­ων το πα­ρά­δειγ­μα μπό­ρε­σε να μας εμ­πνεύ­σει.

Εί­θε ο Θε­ός να ευ­λο­γή­σει το Νέ­ο Έ­τος. Σας εύ­χο­μαι έ­ναν ευ­τυ­χι­σμέ­νο και­νού­ριο χρό­νο, να ζή­σε­τε, ν' α­γα­πά­τε το Θε­ό, ν' α­γα­πά­τε και να ε­ξυ­πη­ρε­τεί­τε τους αν­θρώ­πους.

Το νέ­ο έ­τος ...



                                   Το νέ­ο έ­τος

                                   π. Α­λέ­ξαν­δρος Σμέ­μαν (+)







Εί­ναι πα­λιό το έ­θι­μο: την πα­ρα­μο­νή του Νέ­ου Έ­τους, ό­ταν το ρο­λό­ι κτυ­πή­σει με­σά­νυ­χτα, σκε­φτό­μα­στε τις ε­πι­θυ­μί­ες μας για το νέ­ο έ­τος και προ­σπα­θού­με να ει­σέλ­θου­με στο ά­γνω­στο μέλ­λον μ’ έ­να ό­νει­ρο, προσ­δο­κών­τας ταυ­τό­χρο­να την εκ­πλή­ρω­ση κά­ποι­ας α­γα­πη­τής μας ε­πι­θυ­μί­ας. 

Σή­με­ρα, για άλ­λη μια φο­ρά βρι­σκό­μα­στε μπρο­στά σ’ έ­να νέ­ο έ­τος.Τι ε­πι­θυ­μού­με για τους ί­διους, για τους άλ­λους, για τον κα­θέ­να; Ποι­ο εί­ναι το τέ­λος ό­λων μας των ελ­πί­δων; Η α­πάν­τη­ση εί­ναι μο­νί­μως η ί­δια αι­ώ­νια λέ­ξη: ευ­τυ­χί­α. Ευ­τυ­χές το Νέ­ο Έ­τος! Ευ­τυ­χί­α για το Νέ­ο Έ­τος! Η ι­δι­αί­τε­ρη ευ­τυ­χί­α που ε­πι­θυ­μού­με εί­ναι φυ­σι­κά δι­α­φο­ρε­τι­κή και προ­σω­πι­κή για τον κα­θέ­να, αλ­λά ό­λοι μας με­τέ­χου­με στην κοι­νή πί­στη πως αυ­τό το έ­τος η ευ­τυ­χί­α θα μάς πλη­σιά­σει, πως μπο­ρού­με να ελ­πί­σου­με σ’ αυ­τή με προσ­δο­κί­α.

Πό­τε ό­μως εί­ναι κά­ποι­ος α­λη­θι­νά ευ­τυ­χι­σμέ­νος; Με­τά α­πό αι­ώ­νες εμ­πει­ρί­ας και γνώ­σης σχε­τι­κά με τον άν­θρω­πο, δεν μπο­ρού­με πλέ­ον να ε­ξι­σώ­σου­με την ευ­τυ­χί­α με ο­ποι­ο­δή­πο­τε ε­ξω­τε­ρι­κό γνώ­ρι­σμα, π.χ. χρή­μα­τα, υ­γεί­α, ε­πι­τυ­χί­α κλπ. Γνω­ρί­ζου­με πως τί­πο­τε α­π’ ό­λα αυ­τά δεν αν­τα­πο­κρί­νε­ται πλή­ρως σ’ αυ­τή τη μυ­στη­ρι­ώ­δη και πάν­το­τε φευ­γα­λέ­α έν­νοι­α της ευ­τυ­χί­ας. Εί­ναι σα­φές πως η φυ­σι­κή ά­νε­ση φέρ­νει ευ­τυ­χί­α, αλ­λά και άγ­χος. Η ε­πι­τυ­χί­α φέρ­νει ευ­τυ­χί­α, αλ­λά και φό­βο. Εί­ναι εκ­πλη­κτι­κό πως ό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρη ε­ξω­τε­ρι­κή ευ­τυ­χί­α δι­α­θέ­του­με, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο εύ­θραυ­στη γί­νε­ται και πιο α­τί­θα­σος ο φό­βος πως θα τη χά­σου­με και θα μεί­νου­με με ά­δεια χέ­ρια. Πι­θα­νώς αυ­τός εί­ναι και ο λό­γος που ευ­χό­μα­στε ο έ­νας στον άλ­λο «μια νέ­α ευ­τυ­χί­α» για το Νέ­ο Έ­τος. Η «πα­λιά» ευ­τυ­χί­α πο­τέ δεν πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε, κά­τι πάν­το­τε έ­λει­πε. Τώ­ρα ό­μως α­τε­νί­ζου­με ξα­νά μπρο­στά μας με μια ευ­χή, έ­να ό­νει­ρο, μια ελ­πί­δα...


Χρι­στέ και Πα­να­γί­α! Το ευ­αγ­γέ­λιο πριν α­πό πά­ρα πο­λύ και­ρό εί­χε κα­τα­γρά­ψει την ι­στο­ρί­α ε­νός αν­θρώ­που που πλού­τι­σε, έ­κτι­σε και­νού­ρι­ες α­πο­θή­κες για να α­πο­θη­κεύ­σει τα α­γα­θά του, και α­πο­φά­σι­σε πως πλέ­ον εί­χε ό­λα τα α­ναγ­καί­α που εγ­γυ­ών­το την ευ­τυ­χί­α του! Εί­χε ά­νε­ση και μέ­σα. Ε­κεί­νη ό­μως τη νύ­χτα ά­κου­σε: «ά­φρων, ταύ­τη τη νυ­κτί την ψυ­χήν σου α­παι­τού­σιν α­πό σου, α δε η­τοί­μα­σας τί­νι έ­σται;» (Λουκ. 12, 20). Η στα­δια­κή συ­νει­δη­το­ποί­η­ση ό­τι τί­πο­τε δεν μπο­ρεί να κρα­τη­θεί, πως μπρο­στά μας βρί­σκε­ται ο α­να­πό­φευ­κτος θά­να­τος και η φθο­ρά, εί­ναι το δη­λη­τή­ριο που δη­λη­τη­ριά­ζει τη μι­κρή και πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη ευ­τυ­χί­α που δι­α­θέ­του­με. Αυ­τός εί­ναι σί­γου­ρα και ο λό­γος για τη συ­νή­θεια που έ­χου­με να κά­νου­με τέ­τοι­ο σα­μα­τά και θό­ρυ­βο, φω­νά­ζον­τας και γε­λών­τας, κα­θώς το ρο­λό­ι κτυ­πά­ει δώ­δε­κα την πα­ρα­μο­νή του Νέ­ου Έ­τους. Φο­βού­μα­στε να μεί­νου­με μό­νοι και σι­ω­πη­λοί, κα­θώς το ρο­λό­ι κτυ­πά­ει σαν την α­νε­λέ­η­τη φω­νή της μοί­ρας: πρώ­το κτύ­πη­μα, δεύ­τε­ρο, τρί­το και συ­νε­χί­ζει, τό­σο α­δυ­σώ­πη­τα, ο­μοι­ό­μορ­φα, τό­σο τρο­μα­κτι­κά μέ­χρι τέ­λους. Τί­πο­τε δεν μπο­ρεί να το αλ­λά­ξει, τί­πο­τε να το στα­μα­τή­σει.


Έ­τσι έ­χου­με δύ­ο πο­λύ βα­θείς και α­κα­τά­λυ­τους ά­ξο­νες της αν­θρώ­πι­νης συ­νεί­δη­σης: φό­βος και ευ­τυ­χί­α, ε­φιά­λτης και ό­νει­ρο. Η και­νού­ρια ευ­τυ­χί­α που ο­νει­ρευ­ό­μα­στε την πα­ρα­μο­νή του Νέ­ου Έ­τους θα μπο­ρέ­σει τε­λι­κά να η­ρε­μή­σει, να σκορ­πί­σει και να κα­τα­νι­κή­σει το φό­βο; Ο­νει­ρευ­ό­μα­στε μια ευ­τυ­χί­α στην ο­ποί­α να μην πα­ρα­μο­νεύ­ει ο φό­βος βα­θιά μέ­σα της, έ­νας φό­βος α­πό τον ο­ποί­ο προ­σπα­θού­με πάν­το­τε να προ­φυ­λα­χθού­με, πί­νον­τας, ή με το να εί­μα­στε συ­νε­χώς α­πα­σχο­λη­μέ­νοι, πε­ρι­βαλ­λό­με­νοι α­πό θό­ρυ­βο. Η σι­γή ό­μως αυ­τού του φό­βου εί­ναι ι­σχυ­ρό­τε­ρη α­πό κά­θε άλ­λο θό­ρυ­βο. «Ά­φρων»! Μά­λι­στα, το α­θά­να­το ό­νει­ρο της ευ­τυ­χί­ας εί­ναι εκ φύ­σε­ως α­νό­η­το σ’ έ­ναν κό­σμο μο­λυ­σμέ­νο α­πό φό­βο και το θά­να­το. Α­κό­μη και στις α­νώ­τε­ρες στιγ­μές του αν­θρώ­πι­νου πο­λι­τι­σμού, οι άν­θρω­ποι το γνω­ρί­ζουν κα­λά. Μπο­ρού­με να νι­ώ­σου­με τη θλί­ψη και τη θλι­βε­ρή α­λή­θεια πί­σω α­πό τα λό­για του με­γά­λου ποι­η­τή Α­λέ­ξαν­δρου Πού­σκιν, που τό­σο πο­λύ α­γα­πού­σε τη ζω­ή, ό­ταν έ­γρα­φε: «Δεν υ­πάρ­χει ευ­τυ­χί­α στον κό­σμο». Όν­τως, μια βα­θιά θλί­ψη δι­α­περ­νά κά­θε γνή­σια τέ­χνη. Μό­νο χα­μη­λά, στον πά­το του αν­θρώ­πι­νου πο­λι­τι­σμού, τα πλή­θη ξε­τρε­λαί­νον­ται με το θό­ρυ­βο και τις φω­νές, ως ε­άν ο θό­ρυ­βος και τα θο­ρυ­βώ­δη πάρ­τυ θα μπο­ρού­σαν να φέ­ρουν την ευ­τυ­χί­α.


«Εν αυ­τώ ζω­ή ην, και η ζω­ή ην το φως των αν­θρώ­πων, και το φως εν τη σκο­τί­α φαί­νει, και η σκο­τί­α αυ­τό ου κα­τέ­λα­βεν» (Ι­ω­άν. 1,4-5). Αυ­τό που υ­πο­νο­εί αυ­τή η φρά­ση εί­ναι πως το φως δεν μπο­ρεί να κα­τα­πο­θεί α­πό τον φό­βο και το άγ­χος, δεν μπο­ρεί να σκορ­πι­σθεί α­πό τη λύ­πη και την α­πελ­πι­σί­α. Να μπο­ρού­σαν οι άν­θρω­ποι, σ’ αυ­τή, σ’ αυ­τή τη μά­ται­η δί­ψα για στιγ­μια­ία ευ­τυ­χί­α, να έ­βρι­σκαν μέ­σα τους τη δύ­να­μη να στα­μα­τή­σουν, να σκε­φτούν, να α­τε­νί­σουν τα βά­θη της ζω­ής! Να μπο­ρού­σαν να α­κού­σουν τα λό­για, τη φω­νή που τους κα­λεί αι­ώ­νια μέ­σα σ’ αυ­τά τα βά­θη. Ας γνώ­ρι­ζαν μό­νο τι εί­ναι α­λη­θι­νή ευ­τυ­χί­α. «Την χα­ράν υ­μών ου­δείς αί­ρει α­φ’ υ­μών» (Ι­ω­άν. 16, 22). Δεν εί­ναι αυ­τό που ο­νει­ρευ­ό­μα­στε ό­ταν το ρο­λό­ι κτυ­πή­σει με­σά­νυ­κτα; Τη χα­ρά που κα­νείς δεν μπο­ρεί να α­φαι­ρέ­σει. Πό­σο σπά­νια ό­μως φτά­νου­με σε τέ­τοι­α βά­θη! Πό­σο τα φο­βό­μα­στε για κά­ποι­ο λό­γο και τα πα­ρα­με­ρί­ζου­με: «Ό­χι σή­με­ρα, αλ­λά αύ­ριο, ή με­θαύ­ριο, θα στρέ­ψω την προ­σο­χή στα ου­σι­ώ­δη και αι­ώ­νια, μό­νο, ό­χι σή­με­ρα. υ­πάρ­χει και­ρός».


Ο και­ρός ό­μως στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εί­ναι τό­σο λί­γος. Μό­νο στιγ­μές περ­νούν πριν το βέ­λος του χρό­νου σφυ­ρί­ξει πε­τών­τας προς το μοι­ραί­ο στό­χο. Για­τί κα­θυ­στε­ρού­με; Ε­πει­δή α­κρι­βώς ε­δώ, α­νά­με­σά μας, δί­πλα μας, στέ­κε­ται Κά­ποι­ος: «ι­δού έ­στη­κα ε­πί την θύ­ραν και κρού­ω» (Α­ποκ. 3, 20). Αν μό­νο πα­ρα­με­ρί­ζα­με το φό­βο μας και Τον κοι­τά­ζα­με, θα βλέ­πα­με έ­να τέ­τοι­ο μια τέ­τοι­α χα­ρά, και μια τέ­τοι­α πε­ρίσ­σεια ζω­ής, που σί­γου­ρα θα κα­τα­λα­βαί­να­με το νό­η­μα αυ­τής της φευ­γα­λέ­ας και μυ­στη­ρι­ώ­δους λέ­ξης «ευ­τυ­χί­α».


Ε­ορ­το­λό­γιο, Ε­τή­σιος Εκ­κλη­σι­α­στι­κός Κύ­κλο­ς, π. Α­λέ­ξαν­δρος Σμέ­μα­ν
Εκ­δό­σεις Α­κρί­τας