31/8/07

ΚΑΛΑ ΠΟΥ ΕΣΥ ΠΕΘΑΝΕΣ ΝΩΡΙΣ...

" Καλά ἄντρα μου πού ἐσύ πέθανες νωρίς, νά μήν τό δεῖς αὐτό. Νά μήν δεῖς τίς ἐλιές πού χρόνια τίς περιποιόσουνα, νά' ναι καμμένες. Τώρα κάθε φορά πού θά' ρχομαι στό μνῆμα σου, θά χω νά κλαίω καί τό χωράφι μας ἀπέναντι στόν λόφο. Πού νά φανταστεῖς ἄντρα μου πώς τέτοιο κακό θά μᾶς ἔβρισκε. Περάσαν Γερμανοί, περάσαν στρατοί κι ἀντάρτες, μά δέν τό ξανάδαμε αὐτό...

Καλά πού ἔφυγες νωρίς νά μήν δεῖς τό βιός σου κατεστραμμένο, τίς ἐλιές πού σπουδάσαν τούς γιούς καί παντρέψαν τίς κόρες μας. Τίς ἐλιές πού μέ τόσο κόπο ἀνάστησες, πού τίς ἀγάπαγες σάν νά' ταν παιδιά σου κι αὐτές...


Καλά πού ἔφυγες νωρίς καί δέν εἶδες καμμένο τόν κάμπο, τό βιός τῶν χωριανῶν μας καί τά βουνά κατακαμμένα, πᾶνε τά ψηλά τά πεῦκα πού τα' ντυναν καί τά 'μόρφαιναν, πάει κι ὁ καθαρός ἀέρας πού δρόσιζε τίς ψυχές μας...


Πάει κι ἡ ρεματιά ἡ κατάφυτη, πού παίνεμα τό' χαμε, εἴκοσι λεπτά διαδρομῆς μέσα στήν πυκνή βλάστηση γιά νά φτάσουμε στό χωριό μας, ὅλοι μᾶς λέγαν γιά τήν διαδρομή αὐτή πώς ἀπ' τίς πιό ὄμορφες στήν Πελοπόννησο ἦταν, πού οἱ ἀθρώποι κατέβαιναν ἀπ' τά αὐτοκίνητα καί περπατοῦσαν καί χαιρόταν ἡ ψυχή τους καί ξεχνοῦσαν τήν Παλιοαθήνα πού θά τά φάει τώρα τά παιδιά μας νά πᾶνε γιά δουλειές, τί νά κάνουν πιά ἐδῶ;"...


Ὁ μονόλογος εἶναι περίπου πραγματικός, συμπίλημα ἀπό τό μοιρολόϊ γιά τόν τόπο τους, δυό γυναικῶν στήν Νέα Φιγαλεία Ἠλείας, τόπο τοῦ γράφοντος τό παρόν κείμενο...

Τό χωριό ἀπό τόν δορυφόρο, πρίν τήν καταστροφή .
Ὅλο σχεδόν αὐτό τό πράσινο πού βλέπουμε στήν φωτό κάηκε...


27/8/07

ΟΔΥΝΗ ΚΑΙ ΘΛΙΨΗ...

Γυρίσαμε ἀπό τίς διακοπές μέ ὀδύνη καί θλίψη ἀνείπωτη. Τόσος πόνος, τόση δυστυχία στόν τόπο μας. Τέτοια καταστροφή ἔχει νά γίνει (κατ'ἀναλογίαν) ἀπό τόν πόλεμο. Ἡ Πελοπόννησος ἀπό τήν καταστροφή πού ἔκανε ὁ Ἰμπραήμ τό 1825, ἔχει νά πάθει τέτοια ζημιά. Πέρα ἀπό τούς θανάτους, πάμπολλοι ἄνθρωποι θά ἀναγκαστοῦν νά μεταναστεύσουν στίς πόλεις γιά νά βροῦν (ποῦ;) δουλειά.

Μᾶς ἐνοχλοῦν καί μᾶς θυμώνουν οἱ (ὅσοι) δημοσιογράφοι πού φτιάχνουν φτηνά μελό πάνω στόν πόνο τῶν ἄλλων, μᾶς ἐξοργίζουν οἱ
(ὅσοι) πολιτικοί πού τέτιοες στιγμές κάνουν προεκλογικό ἀγῶνα.

Κλεῖστε τίς τηλεοράσεις, γιατί ὁ πόνος τοῦ ἄλλου δέν εἶναι θέαμα. Ἄν θέλετε ἐνημέρωση, ὑπάρχει τό ραδιόφωνο καί τό διαδίκτυο.

Εἶναι καιρός γιά προσευχή καί μνήμη θανάτου. Εἶναι καιρός νά ἀναλογιστοῦμε τήν ἁμαρτία μας καί νά θυμηθοῦμε τήν ματαιότητα τοῦ βίου μας....


12/8/07

ΜΟΝΟΣ ΜΟΥ ΧΤΕΣ ...

Μερικοί ἀπό μᾶς νομίζουμε ὅτι οἱ Ἅγιοι εἶναι κάτι σάν supermen τῆς πίστεως, χωρίς θλίψεις καί πειρασμούς, πάντα ἀγέρωχοι καί δυνατοί. Ἔτσι ἀπογοήτευση μᾶς πιάνει κάθε φορά πού άκοῦμε ὅτι "ἡ μόνη πραγματική τιμή στόν Ἅγιο εἶναι ἡ μίμησή του" καί λέμε ὅτι αὐτά εἶναι γιά λίγους καί ὄχι γιά μᾶς τούς ἁπλούς ἀνθρώπους κτλ. Ξεχνᾶμε πώς ὁ Χριστός μᾶς κάλεσε ὅλους νά γίνουμε Ἅγιοι, Θεοί κατά χάριν Του καί πώς οἱ Ἅγιοι ἦταν σάν κι ἐμᾶς, ἄνθρωποι κανονικοί πού πόνεσαν, ἀπογοητεύτηκαν καί ἔκλαψαν, ὅμως ἀκολούθησαν τήν κλήση τοῦ Θεοῦ καί σώθηκαν.
Διαβάστε ἐδῶ ἕνα ποίημα τοῦ ἐκ τῶν μεγίστων, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, μιᾶς ψυχῆς εὐαίσθητης καί χαριτωμένης, για να δεῖτε πώς καί τοῦ Ἁγίου ἡ ψυχή σάν τήν δική μας πονᾶ, μά στήν χάρη τοῦ Θεοῦ βρίσκει τήν παρηγοριά κι ὄχι στοῦ κόσμου τούτου τά ἀδιέξοδα...




Μόνος μου χτές ἀπό τίς πίκρες στραγγισμένος
Σέ δάσος σύσκιο βαρύθυμος καθόμουν.
Μ᾿ ἀρέσει, ἀλήθεια, αὐτό τό φάρμακο στίς θλίψεις,
μέ τήν ψυχή μου ν᾿ ἀναδεύω σκέψεις σιωπηλά.
Αὔρες ψιθύριζαν μ᾿ ἀηδόνια καλλικέλαδα
κι ἀπ΄᾿ τά κλαδιά γλυκό ἀποκάρωμα χυνόταν,
θαρρεῖς καί σου΄ φευγε ἡ ζωή.

Κι ἀπό τά δέντρα τά ὀξύφωνα τζιτζίκια, φίλοι τοῦ ἥλιου,
πλημμύριζαν τό δάσος μέ τίς φλύαρες φωνές τους.
Σιμά ρυάκι δροσερό ἔβρεχε τά πόδια
καί μες στό δάσος ἔτρεχε ἀπαλά.
Πώς μέ συνεῖχε ὡστόσο δυνατή ἡ ὀδύνη
κι ἔτσι δέν μέ τραβοῦσαν διόλου ἐτοῦτα.

Ὁ νοῦς, σάν τόν στομώνει ὁ πόνος, τέρψεις δέν γυρεύει.
Κι ἐγώ μέσα στίς συστροφές τῆς ταραγμένης σκέψης
σ᾿ ἀντίμαχες ἰδέες παραδομένος:
Ποιός στάθηκα, ποιός εἶμαι, τί θά γίνω; Δέν ξέρω καθαρά.
Κι ἄλλος σοφότερός μου οὔτε κι ἐκεῖνος.
. . .
Στάσου. Μπρός στόν Θεό ὅλα δεύτερα. Τόπο στόν Λόγο.

Μάταια δέν σ᾿ ἔπλασε ὁ Θεός,
μά ἐγώ ἀντιστέκομαι, μικρόψυχος, στόν ὕμνο.
Σκοτάδι ἐδώ κι ἐκεῖ τοῦ Λόγου τό βασίλειο κι ὅλα ξάστερα,
γιά τόν Θεό ἀντικρύζοντας, γιά στήν φωτιά νά τυραννιέσαι.
Μόλις μέ γλύκανε ἔτσι ὁ νοῦς, πάει κι ὁ πόνος.
Κι ἀπό τό σύσκιο δάσος χτές γυρίζοντας στό σπίτι,
μια χαμογέλαγα παράξενα
καί μιά σιγόκαιγε ἡ καρδιά μέ σκέψη ἀνταριασμένη.

8/8/07

ΠΑΛΕΥΕΙΣ ΑΚΟΜΑ ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΑΒΟΛΟ;

Κάθε φορά πού διαβάζουμε ἕνα κείμενο τοῦ Ν. Καζαντζάκη, νοιώθουμε χαρά καί λύπη συνάμα. Χαρά πού ὁ Θεός προίκισε ἕναν ἄνθρωπο μέ τόσο μεγάλο συγγραφικό ταλέντο καί πεῖνα ὑπαρξιακή, καί λύπη γιατί ἡ εὐαίσθητη αὐτή ψυχή δέν βρῆκε τήν Ἀλήθεια, ἀλλά βασανίστηκε ἀπό τό ἀνικανοποίητο καί τήν ἀπιστία. Νομίζουμε ὅτι ἡ τότε Ἱ. Σύνοδος ἔκαμε λάθος πού τά' βαλε μέ τόν Καζαντζάκη (δέν τόν ἀφόρισε παρά τά ὅσα λανθασμένα γράφονται). Κατανοοοῦμε τίς τότε ἱστορικές συνθῆκες, μά θά ἀρκοῦσε μιά τοποθέτηση πάνω στίς ἀπόψεις τοῦ Καζαντζάκη καί μιά κουβέντα συμπαράστασης στόν ψυχικό Γολγοθᾶ του. Κοιτᾶξτε ἐδῶ τό ἀδιέξοδο τοῦ νοῦ του, τόν σεβασμό πού δείχνει στόν ἀσκητή καί στίς ἀπόψεις του, μά καί πώς ὁ ἴδιος ἐντοπίζει τήν ἀρρώστεια του!


— Παλεύεις ακόμα με το Διάβολο, πάτερ Μακάριε; ρώτησα.

— Όχι πια, παιδί μου· τώρα γέρασα, γέρασε κι αυτός μαζί μου· δεν έχει δύναμη · παλεύω με το Θεό.

Με το Θεό! έκαμα ξαφνιασμένος- κι ελπίζεις να νικήσεις;

—Ελπίζω να νικηθώ, παιδί μου· μου απόμειναν ακόμα τα κό­καλα- αυτά αντιστέκουνται.

Βαριά η ζωή σου, γέροντα μου· θέλω κι εγώ να σωθώ, δεν υπάρχει άλλος δρόμος;

— Πιο βολικός; έκαμε ο ασκητής και χαμογέλασε με συμπόνοια.

— Πιο ανθρώπινος, γέροντα μου.

— Ένας μονάχα δρόμος.

Πώς τον λεν;

—Ανήφορο- ν' ανεβαίνεις ένα σκαλί- από το χορτασμό στην πείνα, από τον ξεδιψασμό στη δίψα, από τη χαρά στον πόνο- στην κορφή της πείνας, της δίψας, του πόνου κάθεται ο Θεός. Στην κορφή της καλοπέρασης κάθεται ο Διάβολος- διάλεξε.

— Είμαι ακόμα νέος· καλή 'ναι η γης, έχω καιρό να διαλέξω. Άπλωσε ο ασκητής τα πέντε κόκαλα του χεριού του, άγγιξε το γόνατο μου, με σκούντηξε:

— Ξύπνα, παιδί μου, ξύπνα, πριν σε ξυπνήσει ο Χάρος. Ανατρίχιασα.

— Είμαι νέος, ξανάπα για να κάνω κουράγιο.

—Ο Χάρος αγαπάει τους νέους· η Κόλαση αγαπάει τους νέους - η ζωή 'ναι ένα μικρό κεράκι αναμμένο, εύκολα σβήνει, έχε το νου σου, ξύπνα!

Σώπασε μια στιγμή, και σε λίγο:

Είσαι έτοιμος; μου κάνει. Αγανάχτηση με κυρίεψε και πείσμα.

— Όχι! φώναξα.

— Αυθάδεια της νιότης! Το λες και καυχιέσαι, μη φωνάζεις· δε φοβάσαι;

— Ποιος δε φοβάται; Φοβούμαι. Κι ελόγου σου, πάτερ άγιε, δε φοβάσαι; Πείνασες, δίψασες, πόνεσες, κοντεύεις να φτάσεις στην κορφή της σκάλας, φάνηκε η πόρτα του Παραδείσου· μα θ' ανοίξει η πόρτα αυτή να μπείς; θ' ανοίξει; είσαι σίγουρος;

Δυο δάκρυα κύλησαν από τις κόχες των ματιών του- αναστέ­ναξε- και σε λίγο:

Είμαι σίγουρος για την καλοσύνη του Θεού· αυτή νικάει και συχωρνάει τις αμαρτίες του ανθρώπου! — Κι εγώ είμαι σίγουρος για την καλοσύνη του Θεού - αυτή λοιπόν μπορεί να συχωρέσει και την αυθάδεια της νιότης.

— Αλοίμονο να κρεμόμαστε μονάχα από την καλοσύνη του Θεού- η κακία τότε κι η αρετή θα μπαιναν αγκαλιασμένες στον Παράδεισο.

— Δεν είναι, θαρρείς, γέροντα μου, η καλοσύνη του Θεού τόσο μεγάλη;


Κι ως το 'πα, άστραψε στο νου μου ο ανόσιος, μπορεί, μα, ποιός ξέρει, μπορεί ο τρισάγιος στοχασμός, πώς θα 'ρθει καιρός της τέλειας λύτρωσης, της τέλειας φίλιωσης, θα σβήσουν οι φωτιές της Κόλασης, κι ο Άσωτος Υιός, ο Σατανάς, θ' ανέβει στον ουρανό, θα φιλήσει το χέρι του Πατέρα και δάκρυα θα κυλήσουν από τα μάτια του: «Ήμαρτον!» θα φωνάξει κι ο Πατέρας θ ανοίξει την αγκάλη του: «Καλώς ήρθες», θα του πει, «καλώς ήρθες, γιε μου· συχώρεσε με που σε τυράννησα τόσο πολύ!».

Μα δεν τόλμησα να ξεστομίσω το στοχασμό μου· πήρα ένα πλάγιο μονοπάτι να του το πω: — Έχω ακουστά, γέροντα μου, πώς ένας άγιος , δε θυμάμαι τώρα ποιος, δεν μπορούσε να βρει ανάπαψη στην Παράδεισο. Άκουσε ο Θεός τους στεναγμούς του, τον κάλεσε: «Τί έχεις κι ανα­στενάζεις;» τον ρώτησε- «δεν είσαι ευτυχής;». — «Πώς να 'μαι ευ­τυχής, Κύριε;» του αποκρίθηκε ο άγιος. «Στή μέση μέση του Παρά­δεισου ένα συντριβάνι και κλαίει».

«Τί συντριβάνι;»

— «Τα δάκρυα των κολασμένων».

Ό ασκητής έκαμε το σημάδι του σταυρού, τα χέρια του έτρε­μαν.


— Ποιος είσαι; έκαμε με φωνή ξεψυχισμένη - ύπαγε οπίσω μου Σατανά! Έκαμε πάλι το σταυρό του τρεις φορές, έφτυσε στον αέρα:

— Ύπαγε οπίσω μου Σατανά, ξανάπε, κι η φωνή του τώρα είχε στερεώσει.

Άγγιξα το γόνατο του πού γυάλιζε στο μεσόφωτο- το χέρι μου πάγωσε.

— Γέροντα μου, του κάνω, δεν ήρθα εδώ να σε πειράξω, δεν είμαι ο Πειρασμός - είμαι ένας νέος που θέλει να πιστέψει απλοϊκά, χωρίς να ρωτάει, όπως πίστευε ο παππούς μου ο χωριάτης - θέλω, μα δέν μπορώ.

Αλίμονο σου, αλίμονο σου, δυστυχισμένε· το μυαλό θα σε φάει, το «εγώ» Θα σε φάει. Ό αρχάγγελος Εωσφόρος, που εσύ υπερασπίζεσαι και θές να τον σώσεις, ξέρεις πότε γκρεμίστηκε στην Κόλα­ση; Όταν στράφηκε στο Θεό κι είπε: Εγώ. Ναί, ναί, άκου νεαρέ, και βάλ' το καλό στο νου σου: Ένα μονάχα πράμα κολάζεται στην Κόλαση, το «εγώ». Το «εγώ», ανάθεμα το!

Τίναξα το κεφάλι πεισματωμένος:
Με το «εγώ» αυτό ξεχώρισε ο άνθρωπος από το ζώο, μην το κακολογάς, πάτερ Μακάριε.

— Με το «εγώ» αυτό ξεχώρισε από το Θεό. Πρώτα όλα ήταν ένα με το Θεό, ευτυχισμένα στον κόρφο του. Δεν υπήρχε εγώ καί συ κι εκείνος· δεν υπήρχε δικό σου καί δικό μου, δεν υπήρχαν δυο, υπήρχε ένα· το Ένα, ο Ένας. Αυτός είναι ο Παράδεισος πού ακούς, κανένας άλλος- από κει ξεκινήσαμε, αυτόν θυμάται καί λαχταρίζει η ψυχή να γυρίσει- βλογημένος ο θάνατος! τί 'ναι θάνατος θαρρείς; Ένα μουλάρι, το καβαλικεύουμε και πάμε.

Μιλούσε, κι όσο μιλούσε το πρόσωπο του φωτίζονταν γλυκό, ευτυχισμένο χαμόγελο ξεχύνονταν όπα τα χείλια του κι έπιανε όλο του το πρόσωπο. Ένιωθες βυθίζονταν στον Παράδεισο.

— Γιατί χαμογελάς, γέροντα μου;

— Είναι να μη χαμογελώ; μου αποκρίθηκε· είμαι ευτυχής, παιδί μου- κάθε μέρα, κάθε ώρα, γρικώ τα πέταλα του μουλαριού, γρικώ το Χάρο να ζυγώνει.

Είχα σκαρφαλώσει στα βράχια για να ξομολογηθώ στον άγριο τούτον απαρνητή της ζωής- μα είδα ήταν ακόμα πολύ ενωρίς-η ζωή μέσα μου δεν είχε ξεθυμάνει, αγαπούσα πολύ τον ορατό κόσμο, έλαμπε ο Εωσφόρος στο μυαλό μου, δεν είχε ακόμα αφα­νιστεί μέσα στην τυφλωτική λάμψη του Θεού. Αργότερα, συλλο­γίστηκα, σα γεράσω, σαν ξεθυμάνει μέσα μου κι ο Εωσφόρος.

Σηκώθηκα. Άσκωσε ο γέροντας το κεφάλι.

— Φεύγεις; έκαμε· άε στο καλό, ο Θεός μαζί σου.

Και σε λίγο, περιπαιχτικά: — Χαιρετίσματα στον κόσμο.

— Χαιρετίσματα στον ουρανό, αντιμίλησα' και πες στο Θεό, δε φταίμε εμείς, φταίει αυτός πού έκαμε τον κόσμο τόσο ωραίο.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ (1883-1957)

3/8/07

ΔΕΝ ΚΑΘΟΜΑΙ, ΤΑΞΙΔΕΥΩ...

Ένας από τους φημισμένους Πατέρες της Ερήμου στην Αίγυπτο του 4ου αιώνα, ο αγιος Σεραπίων ο Σινδωνίτης, ταξίδευε μια φορά για προσκύνημα στη Ρώμη. Εκεί του είπαν για μια περίφημη έγκλειστη, μια γυναίκα που ζούσε πάντα σ' ένα μικρό δωμάτιο, χωρίς ποτέ να βγαίνει έξω. Δυσπιστώντας για τον τρόπο της ζωής της - γιατί ο ίδιος ήταν ένας μεγάλος περιπλανώμενος - ο Σεραπίων την επισκέφθηκε και τη ρώτησε: «Γιατί κάθεσαι εδώ;» κι εκείνη του απάντησε: «Δεν κάθομαι. Ταξιδεύω».


Δεν κάθομαι. Ταξιδεύω. Ο κάθε Χριστιανός θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει αυτά τα λόγια για τον εαυτό του. Το να είσαι Χριστιανός σημαίνει να είσαι ταξιδιώτης. Η κατάστασή μας, λένε οι Έλληνες Πατέρες, είναι σαν κι' αυτή του Ισραηλιτικού λαού μέσα στην έρημο του Σινά. Ζούμε σε σκηνές, όχι σε σπίτια γιατί πνευματικά είμαστε πάντα σε κίνηση. Ταξιδεύουμε μέσω του εσωτερικού χώρου της καρδιάς, σ' ένα ταξίδι που δεν μετριέται με τις ώρες του ρολογιού μας, ή με τις μέρες του ημερολογίου γιατί είναι ένα ταξίδι έξω απ' το χρόνο και μέσα στην αιωνιότητα.

Ένα από τ' αρχαιότερα ονόματα για τον Χριστιανισμό, ήταν απλώς «η οδός». «Εγένετο δε κατά τον καιρόν εκείνον», λέγεται στις Πράξεις των Αποστόλων, «τάραχος ουκ ολίγος περί της οδού» (
19,23)· ο Φήλιξ, ο Ρωμαίος κυβερνήτης της Καισάρειας, αναφέρεται «ακριβέστερον ειδώς τα περί της οδού» 24,22). Είναι μια ονομασία που δίνει έμφαση στον πρακτικό χαρακτήρα της Χριστιανικής πίστης. Ο Χριστιανισμός είναι κάτι περισσότερο από μια θεωρία για το σύμπαν, κάτι περισσότερο από διδασκαλίες γραμμένες στα χαρτιά· είναι ένα μονοπάτι που παίρνουμε ταξιδεύοντας -με τη βαθύτερη και ουσιαστικώτερη έννοια, η οδός της ζωής.

Υπάρχει μόνο ένα μέσο για ν' ανακαλύψουμε την αληθινή φύση του Χριστιανισμού. Πρέπει ν' ανοίξουμε το βήμα σ' αυτό το μονοπάτι, να συντονιστούμε σ' αυτόν τον τρόπο ζωής και μετά θ' αρχίσουμε ν' αντιλαμβανόμαστε μόνοι μας. Όσο παραμένουμε έξω, δεν μπορούμε να κατανοήσουμε σωστά. Βέβαια είναι ανάγκη να μας δοθούν οδηγίες πριν ξεκινήσουμε· είναι ανάγκη, να μας πουν ποιους δείκτες ν' αναζητήσουμε, και πρέπει να έχουμε και συντρόφους. Πράγματι, χωρίς καθοδήγηση από άλλους είναι σχεδόν αδύνατο ν' αρχίσουμε το ταξίδι. Αλλά οδηγίες που έδωσαν άλλοι ποτέ δεν μπορούν να είναι υποκατάστατο για την άμεση, την προσωπική εμπειρία.

Ο καθένας καλείται να επαληθεύσει για τον εαυτό του ό,τι έχει διδαχθεί, ο καθένας χρειάζεται να ξαναζήσει την παράδοση που έχει λάβει. «Το Σύμβολο της Πίστεως», είπε ο Μητροπολίτης Φιλάρετος της Μόσχας, «δεν σου ανήκει αν δε το έχεις ζήσει». Κανείς δεν μπορεί να ταξιδεύει μ' όλη του την άνεση σ' αυτό το ταξίδι που είναι το πιο σημαντικό απ' όλα. Κανείς δεν μπορεί να είναι Χριστιανός από δεύτερο χέρι. Ο Θεός έχει παιδιά, αλλά δεν έχει εγγόνια.

Κάλλιστος Γουέαρ, Επίσκοπος Διοκλείας, "Ο Ορθόδοξος Δρόμος".

2/8/07

ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ ΤΟΥ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Καλό μήνα - καλή Παναγιά νά'χουμε!

Ο Αύγουστος είναι ο μήνας της Παναγίας! Όσο κι αν περιλαμβάνει αυτός ο μήνας και μια μεγάλη δεσποτική εορτή -τη Μεταμόρφωση του Χριστού- ο Αύγουστος είναι ο κατ' εξοχήν θεομητορικός μήνας του χρόνου. Ακόμη πιο πολύ κι από τον Μάρτη, τον μήνα του Ευαγγελισμού. Γιατί δεν είναι μόνο η γιορτή, η Κοίμηση της Παναγίας στις 15 Αυγούστου, που χρωματίζει όλο τον μήνα. Είναι προπάντων ολόκληρο το πριν από την Κοίμηση δεκαπενθήμερο: Οι καθημερινές Παρακλήσεις στην εικόνα της Παναγίας με την κατάνυξη και τη συντριβή τους. Η νηστεία, η πιο φιλάνθρωπη όλου του χρόνου, μιας και δεν λείπουν τα παντοειδή φρούτα και λαχανικά. Τα μελτέμια που προϊδεάζουν για τον επερχόμενο χειμώνα και κάνουν πιο ποθητή τη μητρική αγκαλιά.


Αυτός ο «δεκαπεντισμός», όπως τον λένε στη Μυρτιδιώτισσα των Κυθήρων, είναι που κάνει τον Αύγουστο αποκλειστικό μήνα της Παναγίας. Όπως το Άγιον Όρος είναι το αποκλειστικό Περιβόλι Της!

Όμως τι είναι ένας μήνας ή το δάκτυλο μιας χερσονήσου, όταν πρόκειται για τη «Μεγαλόχαρη», την «Παντάνασσα», την «Πλατυτέρα των Ουρανών»;

Κανένα πρόσωπο στην Εκκλησία δεν εγνώρισε τόσο μεγάλη χάρη απο τον Θεό. Αλλά και κανένα πρόσωπο δεν αφιερώθηκε τόσο νωρίς και τόσο ανεπιφύλακτα στου Θεού το θέλημα. Στο Ναό εισήλθε «ως τριετίζουσα δάμαλις», και στο μήνυμα του Ευαγγελισμού, το ανήκουστο, απάντησε: ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου (Λουκ. 1,38). Γι' αυτό την εχαρίτωσε ο Θεός και την μακαρίζουν πάσαι αι γενεαί ως την Κεχαριτωμένη. Γι' αυτό και η Εκκλησία δεν αρκέσθηκε να την κηρύξει Αγία, και την ονόμασε Παναγία. Και επειδή δέχθηχε στη γαστέρα Της παν το πλήρωμα της Θεότητος σωματικώs, ήταν πολύ φυσικό να μη φθάνει ένας μόνο χαρακτηρισμός για να εκφράσει ολόκληρο το μυστήριο της Παναγίας.

Γι' αυτό ο λαός μας της έδωσε άπειρα ονόματα, είτε ανάλογα με τις ιδιότητές Της, είτε ανάλογα με τα τοπωνύμια των προσκυνημάτων Της. Έτσι την είπε Γρηγορούσα, Γοργοεπήκοο, Γλυκοφιλούσα, Οδηγήτρια, Λαοδηγήτρια, Ελεούσα, Παμμακάριστο, Περίβλεπτο, Δεξιοκρατούσα, Επταβηματίζουσα, Μυρτιδιώτισσα, Βαλουκλιώτισσα, Καμαριανή, Λαμπινή, Πορταΐτισσα κ.ά. Απ' όλον αυτόν τον πλούτο των ονομάτων και επιθέτων, που δείχνουν πόσο ζωντανή και βαθειά μένει πάντα η λατρεία της Παναγίας στη λαϊκή μας ευσέβεια, θα αναλύσουμε εδώ με συντομία μόνο ένα χαρακτηρισμό Της, που φαίνεται να εκφράζει και να συνοψίζει συγχρόνως και όλους τους άλλους μαζί. Πρόκειται για τον χαρακτηρισμό Πλατυτέρα των Ουρανών.

Τι εννοούμε λοιπόν μ' αυτή την προσωνυμία της Θεοτόκου; Είναι απλώς μια υπερβολή της πιστευούσης ψυχής; Είναι ένας ρητορισμός της βυζαντινής γραμματείας; Ή μήπως έχει και συγκεκριμένο θεολογικό περιεχόμενο ένας τέτοιος χαρακτηρισμός; Δεν χωρεί καμμιά αμφιβολία ότι η Παναγία ονομάστηκε «Πλατυτέρα των Ουρανών» γιατί εχώρεσε στη γαστέρα Της «τον αχώρητον Θεόν». Οι ουρανοί δεν τον χωρούσαν και τον εχώρεσε η μήτρα της Παρθένου! Γι' αυτό ο υμνωδός διερωτάται θαυμαστικώς: «Ο αχώρητος παντί πώς εχωρήθη εν γαστρί;»;

Αυτή όμως είναι μόνο η μία πλευρά του νομίσματος· το ένα μόνο μέρος της ιστορίας. Υπάρχει και η άλλη, που έχει κι αυτή τη σπουδαιότητά της, και μάλιστα το συγκλονιστικό ενδιαφέρον της, γιατί αφορά εμάς τους ανθρώπους και όχι τον Θεό. «Πλατυτέρα των Ουρανών» λέγεται η Παναγία, όχι μονάχα γιατί εχώρεσε τον «αχώρητον Θεόν», αλλά γιατί χωρεί και άλλους, που για πολλούς λόγους δεν χωρεί ο ουρανός! Στον ουρανό, δηλαδή στη Βασιλεία των Ουρανών, δεν χωρούν όλοι. Θέση και δικαίωμα εκεί έχουν μόνο οι άγιοι, οι εκλεκτοί. Οι αμαρτωλοί και βέβηλοι δεν έχουν εκεί θέση. Όμως στης Παναγίας την καταφυγή και προστασία τολμούν να πλησιάσουν κι αυτοί ζητώντας έλεος και πρεσβείες και μεσιτεία. Γνωρίζοντας οι αμαρτωλοί πως είναι από τη γη η Παναγία, την αναγνωρίζουν μάνα όλου του κόσμου: «και Σε μεσίτριαν έχω προς τον φιλάνθρωπον Θεόν...», ψάλλουμε στην Παράκληση. Η Παναγία λοιπόν χωρεί περισσότερα από τον ουρανό και εν σχέσει με μας τους ανθρώπους. Γι' αυτό είναι και από αυτή την άποψη των ουρανών Πλατυτέρα!

Ας ευχηθούμε να μη στερηθεί κανείς πιστός και κανείς άνθρωπος τη σωτήρια πρεσβεία Της προς τον Υιό Της και Λόγο και Σωτήρα του κόσμου!

Αρ. Αυστραλίας Στυλιανός, απόσπασμα από το έργο: «Ενσαρκώσεις του Δόγματος», εκδ. Δόμος