30/9/07

ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ !


Ἕνας μῆνας, τελείωσε. ἕνας μῆνας ἀρχίζει. Κυλᾶ ὁ χρόνος, φεύγει καλπάζοντας, ἀφήνοντας πίσω ρυτίδες βαθειές τίς λύπες μας, πετάγματα τίς χαρές μας. Ἡ ζωή συνεχίζεται καί μεῖς πορευόμαστε ἀδύναμοι μέσα στίς μικρότητές μας, τά πάθη μας, τούς φόβους καί τά ἄγχη μας.

Βάρος ἀσήκωτο ἡ ἀστοχία μας, ἀφήνει τά σημάδια της στήν ψυχή, μᾶς σκοτίζει τό νοῦ, μᾶς τραβᾶ πρός τά κάτω, ἀποδιώχνει τήν ἐλπίδα. Θάνατος πνευματικός βασιλεύει ὁλόγυρα, τό ἀσήμαντο κυριαρχεῖ ὁλοένα καί περισσότερο στόν περίγυρο.

Δέν ἔχουμε ἀλλη ἐλπίδα ἀπό τόν Χριστό, ἀποκάμαμε ἀπό τίς δικές μας προσπάθειες, μιά φτωχή προαίρεση ἔχουμε νά καταθέσουμε στά πόδια σου Κύριε. Φώτισον μας τό σκότος, παράχωρησε νά γίνουν οἱ θλίψεις μας δοκιμασίες πού θά φέρουν τήν ἐλπίδα, πού θά μᾶς ὁδηγήσουν στό Φῶς σου.

Ἕνας μῆνας ἔφυγε, ἕνας μῆνας ἔρχεται. Ἄς ἀφεθοῦμε στό ἔλεός Του, κι ἄς νοιώσουμε τήν χαρά τῆς συμπόρευσης στόν δρόμο πρός τήν ὄντως Χαρά, στήν ὄντως Ζωή. Καλό μῆνα!

27/9/07

ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΝ...


Νά πάλι κα Ρεπούση μας που μᾶς ἔπιασε τό πατριωτικό μας, ἀλλά πώς νά τό κάνουμε, ἔχουμε καί γερή μνήμη. Γιατί ο Νικήτας Σταματελόπουλος, ο επονομαζόμενος Νικηταράς, δεν ήταν απλώς ένας αγωνιστής που του χρωστάμε πολλά εμείς οι αχάριστοι κληρονόμοι του Νεοελληνικού κρατιδίου (Δερβενάκια, Μάχη του Βαλτετσίου, άλωση Τριπολιτσάς κ.α.). Ήταν και ένας ωραίος ιδιόρρυθμος άνθρωπος, αφιλοκερδής και θυμόσοφος.

Βγήκε πάμπτωχος από την επανάσταση και μισότυφλος ζούσε περιμένοντας κάποια τιμητική σύνταξη. Αντ' αυτής, το 1839 κλείστηκε στην φυλακή τις Αίγινας, απ΄όπου βγήκε με παρέμβαση του Μακρυγιάννη. Την σύνταξη την πήρε τελικά λίγο πριν πεθάνει, στις 25 Σεπτεμβρίου του 1849.
Κατά την επιθυμία του, ενταφιάσθηκε δίπλα στον θείο του Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, στο Α' Κοιμητήριο των Αθηνών.


Παραθέτουμε εδώ ένα περιστατικό (εν περιλήψει) από την ζωή του. Για περισσότερα, στο εξαιρετικό πόνημα του ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΤΑΜΕΛΟΥ "ΝΙΚΗΤΑΡΑΣ", εκδ. ΕΣΤΙΑ.

Μετά τη μάχη της Κλεισούρας, στο Αγιονόρι στις 28 Ιουλίου 1822, δυό μέρες μετά τα Δερβενάκια, όλοι οι καπεταναίοι και τα πεινασμένα γυναικόπαιδα από τα γύρω χωριά, έπεσαν με βουλιμία στη διανομή και αρπαγή λαφύρων. Μόνο ένας δεν άπλωσε το χέρι του, δεν καταδέχτηκε να πάρει τίποτα από τα πλούσια λάφυρα, ο Νικηταράς, ο πρωτεργάτης της νίκης. Με φτάνει είπε, η Ελευθερία της Πατρίδας. Οι στρατιώτες του με κόπο κατάφεραν να πάρει σαν ενθύμιο ένα διαμαντοστόλιστο σπαθί και ένα άλογο.

Αλλά και αυτά δεν τα κράτησε για τον εαυτό του. Το σπαθί το δώρησε αργότερα στον έρανο που έκανε η Πελοποννησιακή Γερουσία (ευτυχώς αρνήθηκαν και του το επέστρεψαν), το δε άλογο που ήταν μάλιστα και κολοβό, το χάρισε στον Τσοπανάκο για να μπορεί ν’ ακολουθεί έφιππος τα παλικάρια στις μάχες. Ο φτωχός Τσοπανάκος ευχαρίστησε τον Νικηταρά με το ακόλουθο σατιρικό τετράστιχο:


Το δώρο σου Νικηταρά
Είν’ άλογο χωρίς ουρά

ή μου στέλνεις το κριθάρι
ή σου στέλνω το τομάρι.

26/9/07

ΜΕΤΕΚΛΟΓΙΚΟΝ Β΄

Ὁ κ. Αβαρίδης... εἶχεν ἐκλεχθῆ ἄλλοτε καί διατελέσει δίς βουλευτής. Τήν τελευταίαν φοράν μάλιστα, κάποιος ἐν Ἀθήναις ἰδών αὐτόν μιά τῶν ἡμερών ἀναγινώσκοντα ἐν καφενείῳ τά πρακτικά τῆς συνεδριάσεως τῆς προτεραίας ἐν τῆ Νέα Εφημερίδι, τόν ἠρώτησεν ἄν δέν ἦτο παρών εἰς τήν συνεδρίασιν. “Ὄχι, ἤμουν, ἀπήντησεν ὁ κ. Ἀβαρίδης, ἀλλά καλύτερα τά γράφει ἐδῶ”. Εἶναι ἀληθές ὅτι κατά τήν σύνοδον ἐκείνην, ὡς καί καθ’ ὅλην τήν περίοδον δέν εἶχε καλοχορτάσει τόν ὕπνον ἐπί τῶν ἐδωλίων τῆς αἰθούσης τῶν συνεδριάσεων. Μόλις ἔκλειε τούς ὀφθαλμούς, καί γείτων συνάδελφος, λίαν υποχρεωτικός, πολιτικός φίλος, τόν ἐξύπνα ἀποτόμως σείων αὐτοῦ τόν βραχίονα, καί τοῦ ἐσύριζεν εἰς τό οὔς μίαν λέξιν πάντοτε. Ναί ἤ Ὄχι. Σχεδόν κάθε δέκα λεπτά ἐγίνετο ψηφοφορία. Κοπιωδεστάτη ὑπῆρξεν ἡ σύνοδος ἐκείνη. Τά νομοσχέδια ἐπέπιπτον σωρηδόν, ὡς βροχή, ὡς χάλαζα, κ’ ἐτάραττον τόν ὕπνον τοῦ ἀγαθού ἐπαρχιώτου...

...Τόν παλαιόν καιρόν αἱ ἐκλογαί ἐγίνοντο μέ ὄρεξιν, μέ πεῖσμα καί μέ μυθιστορικάς πολλάκις περιπετείας... Εἰς τάς βουλευτικάς ἐκλογάς πάλιν ἄν κ’ ἐψηφοφόρουν πολλοί, τό καλόν ἦτο ὅτι δέν εχρειάζοντο σφαιρίδια, ἴσχυον τά ψηφοδέλτια. Τοιαῦτα μικρά δελτάρια χάρτου, εἰς καλός γραμματεύς ἠδύνατο νά συντάξη πεντακόσια εἰς δύο ὥρας. Ἐπ’ αὐτῶν ἔγραφε τά ὀνόματα τῶν ὑποψηφίων οὔς ἤθελε, χωρίς κάν νά έρωτήση τόν ψηφοφόρον τίνας ἐπιθυμεῖ νά ἐκλέξη. Καί εἰς τόν κατάλογον τῶν ψηφοφορησάντων δέν ἦτο ἀνάγκη νά ἐγγράφωνται πάντοτε ὀνόματα ζώντων. Διά τῆς προσθήκης διακοσίων ἤ τριακοσίων ψηφοδελτίων ἐπ’ ὀνόματι ἰσαρίθμων συχωρεμένων, ὁ δήμαρχος καί ἡ ἐπιτροπή ἠδύνατο νά κεραυνοβολήσωσι τούς ἀντιπάλους, πλάττοντες αὐτοί ἀντιπροσώπους, οὔς ἤθελον.

Ἐάν ὅμως οἱ ἀντίθετοι τούς διέβαλλον ἐπί κιβδηλεία καί πλαστογραφία, εὔκολον ἦτο νά ἐξαφανίσωσι πᾶν ἴχνος εἰσορμῶντες διά τοῦ παραθύρου εἰς τόν τόπον τῆς ἐκλογῆς, κλέπτοντες διά νυκτός τήν μοναδικήν καί εὐμετακόμιστον μέ τό χάρτινον φορτίον κάλπην, καί καταστρέφοντες αὐτήν καί τό περιεχόμενον, συγχρόνως δέ ὑπογράφοντες ἀναφοράν πρός τόν κύριον νομάρχην, καί παρακαλοῦντες αὐτόν εὐσεβάστως νά διατάξη νέας ἐκλογάς, “ἐπειδή οἱ ἀντίθετοι, βλέποντες τήν ἀποτυχίαν των, ἐξηφάνισαν τήν κάλπην”.

(Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, Οἱ Χαλασοχώρηδες, Ἄπαντα, τόμ. 2, κριτική ἐκδ. Ν. Α. Τριανταφυλλοπούλου, ἐκδ. Δόμος).

13/9/07

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ...


...εν όψει εκλογών...

«Κι όσα σημειώνω τα σημειώνω γιατί δεν υποφέρνω να βλέπω το άδικο να πνίγει το δίκιο. Κι αφού ο Θεός θέλησε να κάμει νεκρανάσταση στην Πατρίδα μου, να τη λευτερώσει από την τυραγνία των Τούρκων, αξίωσε κι εμένα να δουλέψω κατά δύναμη, λιγότερον από τον χερότερο πατριώτη μου Έλληνα.

Γράφουν σοφοί άντρες πολλοί, γράφουν τυπογράφοι ντόπιοι, και ξένοι διαβασμένοι για την Ελλάδα. Ένα πράμα μόνο με παρακίνησε κι εμένα να γράψω: ότι τούτη την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί κι αμαθείς, και πλούσιοι και φτωχοί, και πολιτικοί και στρατιωτικοί, και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι. Όσοι αγωνιστήκαμεν, αναλόγως ο καθείς, έχομεν να ζήσομεν εδώ. Το λοιπόν δουλέψαμεν όλοι μαζί να τη φυλάμε κι όλοι μαζί, και να μη λέγει ούτε ο δυνατός «εγώ», ούτε ο αδύνατος. Ξέρετε πότε να λέγει ο καθείς «εγώ»; όταν αγωνιστεί μόνος του και φκιάσει ή χαλάσει, να λέγει «εγώ»· όταν όμως αγωνίζονται πολλοί και φκιάνουν, τότε να λένε «εμείς». Είμαστε στο «εμείς» κι όχι στο «εγώ».

Και στο εξής να μάθομε γνώση, αν θέλομε να φκιάσομε χωριό να ζήσομε όλοι μαζί. Έγραψα γυμνή την αλήθεια, να ιδούνε όλοι οι Έλληνες ν’ αγωνίζονται για την πατρίδα τους, για τη θρησκεία τους· να ιδούνε και τα παιδιά μου και να λένε: «Έχομε αγώνες πατρικούς, έχομε θυσίες - αν είναι αγώνες και θυσίες.

Και να μπαίνουν σε φιλοτιμία και να εργάζονται στο καλό της πατρίδας τους, της θρησκείας τους και της κοινωνίας - ότι θα είναι καλά δικά τους. Όχι όμως να φαντάζονται για τα κατορθώματα τα πατρικά, όχι να πορνεύουν την αρετή και να καταπατούν το νόμο, και να 'χουν την επιρροή για ικανότη»

(ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ, Β' 463)


11/9/07

ΑΝ ΕΙΜΑΙ ΜΗΔΕΝ, ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ ΓΙΑΤΙ Μ' ΕΠΛΑΣΕΣ;


Καί πάλι ἕνα ποίημα τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου, τοῦ τόσο εὐαίσθητου αὐτοῦ φίλου τοῦ Θεοῦ. Δέστε πώς βίωνε τόν πόνο του, πληγωμένος ὄχι ἀπό τούς αἱρετικούς πού τόσο τόν πολέμησαν, ἀλλά ἀπό τούς ὁμόδοξούς του ἐπισκόπους καί τούς ὀπαδούς τους. Τόση εὐαισθησία, τόση κατά Θεόν ἀπελπισία, τόση Χάρις...

Τό ξέρω, δυό φορες μ
᾿ ἀπολακτίσατε.
Ἄν δίκαια, ὁ θεός νά σᾶς συγχωρέσει·
Ἄν ἄδικα, πάλι ὁ θεός νά συγχωρέσει.
Κατηγορία βαριά ἀκόμη κι ἔτσι δέν θά σᾶς προσάψω.
Πλήν ἔχω ἐξαντληθεί, ποθῶ τό τέλος τῶν δεινῶν.
Ἀπ' ὅλα τά παρόντα κορεσμένος,
Πλούτη καί φτώχεια, ἐχθρούς καί φίλους.

Τά ἀπόντα ἐκείνα εὐχή μου ν᾿ ἀπολαύσω.
Ἀκροτελεύτιος λόγος. Τόν τολμῶ κι ἄκου τήν σκέψη:

Ἄν εἶμαι ἕνα μηδέν, Χριστέ μου, γιατί μ
᾿ ἔπλασες;
Κι ἄν κάτι ἀξίζω, γιατί οἱ τόσες περιπέτειες;

9/9/07

Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΟΥ Γ. ΜΥΛΩΝΑ

Τήν Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου πρό τῆς Ὑψώσεως, μνήμη τῶν ἐν τῇ Μ. Ἀσία μαρτυρησάντων Ἁγίων, Χρυσοστόμου Σμύρνης, Ζήλων Εὐθυμίου, Μοσχονησίων Ἀμβροσίου, Κυδωνιῶν Γρηγορίου, τοῦ Ἰκονίου Προκοπίου καί τῶν ἄλλων κληρικῶν τε καί λαϊκῶν Μικρασιατῶν μαρτύρων.


Ο Γ. Μυλωνάς ήταν από τη Σμύρνη, μετείχε στην αθλητική και πνευματική ζωή της πόλης και γνώρισε από κοντά τον Χρυσόστομο, από την πρώτη μέρα που έφθασε στην Ιωνία ως τις τελευταίες ώρες της μεγάλης αγωνίας. Η σοβαρότητα, η εγκυρότητα και η διεθνής αναγνώριση της επιστημονικής βαρύτητος του Γ. Μυλωνά, δίνουν στην μαρτυρία του αξία ντοκουμέντου. Την παραθέτουμε:


«Κατά τις τελευταίες ημέρες του Σεπτεμβρίου 1922, μια ομάδα φοιτητών του International College της Σμύρνης και εγώ, βρεθήκαμε φυλακισμένοι σε απαίσιο υπόγειο, σ' ένα από τα μπουντρούμια του Διοικητηρίου της Σμύρνης. Σ' αυτό ήταν ασφυκτικά στριμωγμένοι Έλληνες Χριστιανοί αιχμάλωτοι, μάλλον άνθρωποι προωρισμένοι για θάνατο. Τις βραδυνές ώρες φύλακες παρελάμβανον θύματα που ετυφεκίζοντο.

Στις 5 το απόγευμα της τελευταίας ημέρας του θλιβερού Σεπτεμβρίου, ο Τουρκοκρής εκείνος με διέταξε να τον ακολουθήσω στην αυλή. Είσαι δάσκαλος» με ρωτά. "Αυτήν την τιμή είχα" του απαντώ. "Και οι άλλοι που ήσαν μαζί σου είναι φοιτητές;" -"Ναί", του λέγω. "Γρήγορα μάζεψέ τους και φέρε τους εδώ". - "Ελάτε μαζί μου έξω", λέγω στους συντρόφους μου. "Φαίνεται ότι ήρθε η ώρα μας. Εμπρός με θάρρος". Ποια ήταν η έκπληξή μας όταν ακούσαμε τον Τουρκο-Κρητικό να λέει: "Δεν θα σας σκοτώσω, θα σας σώσω. Απόψε θα θανατωθούν όλοι όσοι είναι στο μπουντρούμι, γιατί έφεραν και άλλους που δεν έχουμε χώρο να τους στοιβάξουμε. Θα σας σώσω σήμερα, γιατί ελπίζω αυτό να με βοηθήσει νά λησμονήσω μια τρομερή σκηνή που αντίκρυσαν τα μάτια μου, σκηνή στην οποία έλαβα μέρος". Και συνέχισε "Παρακολούθησα το χάλασμα του Δεσπότη σας. Ήμουν μ' εκείνους που τον τύφλωσαν, που του 'βγάζαν τα μάτια και αιμόφυρτο, τον έσυραν από τα γένεια και τα μαλλιά στα σοκάκια του Τουρκομαχαλά, τον ξυλοκοπούσαν, τον έβριζαν και τον πετσόκοβαν. Βαθειά εντύπωση μου έκανε και αξέχαστος παραμένει η στάση του. Στα μαρτύρια που τον υπέβαλαν δεν απήντα με φωνές, με παρακλήσεις, με κατάρες.

» Το πρόσωπό του το κατάχλωμο, το σκεπασμένο με το αίμα των ματιών του, το πρόσωπό του είχε εστραμμένο προς τον Ουρανό και διαρκώς κάτι ψιθύριζε που δεν ηκούετο πέρα από την περιοχή του. Ξέρεις εσύ, δάσκαλε, τι έλεγε;" - "Ναι ξέρω" του απήντησα. "Έλεγε: Πάτερ Άγιε, άφες αυτοίς, ου γάρ οίδασι τί ποιούσι". - "Δεν σε καταλαβαίνω, δάσκαλε, μα δεν πειράζει. Από καιρού σε καιρό, όταν μπορούσε, ύψωνε κάπως το δεξί του χέρι και ευλογούσε τους διώκτες του. Κάποιος πατριώτης μου αναγνωρίζει την χειρονομία της ευλογίας, μανιάζει, μανιάζει και με το τρομερό μαχαίρι του κόβει και τα δυό χέρια του Δεσπότη. Εκείνος σωριάστηκε στη ματωμένη γη με στεναγμό που φαινόταν ότι ήταν μάλλον στεναγμός ανακουφίσεως παρά πόνου. Τόσο τον λυπήθηκα τότε που με δύο σφαίρες στο κεφάλι τον αποτελείωσα. Αυτή είναι η ιστορία μου. Τώρα που σας την είπα ελπίζω πως θα ησυχάσω. Γι' αυτό σας χάρισα τη ζωή ". "Και πού τον έθαψαν;" ρώτησαμε αγωνία. "Κανείς δεν ξέρει πού έρριξαν το κομματιασμένο του κορμί"»*.

Και μόνο η περιγραφή αυτή αρκεί για την κατάρριψη κάποιων ενδοιασμών ή δισταγμών ως προς την αγιότητα του Χρυσοστόμου. Ο Χρυσόστομος πέθανε ευλογώντας τους βασανιστές και δημίους του.

6/9/07

ΠΕΡΙ... ΚΑΥΛΟΤΟΜΙΑΣ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ

Για να ξεχαστούμε λίγο από τις θλιβερές πρόσφατες και παλαιές μνήμες των καταστροφών (θα επανέλθουμε τάχιστα), ιδού κάποια «ιδιαίτερα» ιστορικά γεγονότα από την εποχή του Ιουστινιανού, όπως καταγράφονται σε επιστημονική εργασία. (Κων/νου Πιτσάκη, Οι περιθωριακοί στό Βυζάντιο, (Πρακτικά ημερίδας), Iδρυμα Γουλανδρή – Χόρν, Αθήνα 1999).


" Ήδη κατά τους πρώτους χρόνους της βασιλείας του (528 ή 529) μαθαίνουμε από τους ιστορικούς ότι ο Ιουστινιανός εξαπο­λύει ένα άνευ προηγουμένου διωγμό κατά των ομοφυλοφίλων. Υπο­τίθεται ότι την αφορμή παρέχουν ωρισμένες κατηγορίες κατά αρ­χιερέων από διάφορες περιοχές, ως κακώς βιούντων περί τα σω­ματικά και αρσενοκοιτούντων.

Δύο από αυτούς, ό Ρόδου Ησαΐας και ο Διοσπόλεως της Θράκης Αλέξανδρος, συλλαμβάνονται, οδη­γούνται στην Κωνσταντινούπολη, ανακρίνονται, καθαιρούνται «υπό Βίκτωρος επάρχου της πόλεως» λέγει ο Μαλάλας (αλλά προφα­νώς η έκφραση αποδίδει συνεκδοχικά την τυπική διαδικασία, οσο­δήποτε συνοπτική και αν ήταν, που θα πρέπει ασφαλώς να έγινε, καθηρέθησαν, απλώς, ο Θεοφάνης), και ο μεν Ησαΐας «βασανίζεται πικρώς» και εξορίζεται, ο δε Αλέξανδρος «καυλοτομείται» καί διαπομπεύεται.82

Άλλα το γεγονός δίνει αφορμή να εξαπολυθη ένα πραγματικό κύμα τρομοκρατίας κατά των ομοφυλοφίλων. Η επιβαλλομένη ποι­νή είναι γενικά η καυλοτομία: "και ευθέως προσέταξεν ο αυτός βασιλεύς τους εν παιδεραστίαις ευρισκομένους καυλοτομείσθαι (Μαλάλας)· τους τε ούτως αλισκομένους τα αιδοία περιηρημένους επόμπευον (Προκόπιος)· ούτος ό βασιλεύς και κατά των ανδρομανών πολύς έπνευσε και πλείστους δια ταύτην την αιτίαν εκόλασε, την αιδώ τούτων εκτέμνων" (Ζωναράς). Η ποινή συνοδεύεται, όπως είδαμε, από διαπόμπευση* ενίοτε μετριάζεται με τη χρήση άλλων βασανιστικών μεθόδων: "Και διεβλήθησαν τότε τινές ως αρρενοφθόροι. Ό δε βασιλεύς διάταξιν έξεφώνησεν έχουσαν ούτως· πάντας τους ευρισκομένους, τους μεν καυλοτομείσθαι, των δε καλά­μους οξείς έμβάλλεσθαι εις τους πόρους των αιδοίων αυτών, και ούτω κατά την αγοράν γυμνούς θριαμβεύεσθαι (Γεώργιος Μονα­χός) — και έτεροι πολλοί κατεσχέθησαν αρρενοφθόροι. Και τους μεν εκαυλοκόπησε, τοις δε καλάμους οξείς εμβάλλεσθαι εις τους πόρους των αιδοίων προσέταξε, και γυμνούς κατά την αγοράν θριαμβευθήναι (Κεδρηνός).83 (Είναι ίσως το πικρώς βασανίσας πού μας παραδίδει ο Μαλάλας για τον Ρόδου Ησαΐα)".

82. Οι πη­γές: Malalas 18.18: 436 (Malalas, 253)· Θε­ο­φά­νης, Ι, 177 (De Boor)' Κε­δρη­νός, Ι, 645-646 (έκδ. Βόν­νης). Ό Θε­ο­φά­νης πα­ρέ­χει, και λε­πτο­μέ­ρει­ες για τη δι­α­πόμ­πευ­ση: καυ­λο­το­μη­θέν­τες και πομ­πεύ­σαν­τες, του κή­ρυ­κας βο­ών­τος" Ε­πί­σκο­ποι όν­τες το τί­μιον σχή­μα μη έ­νυ­βρί­ζε­τε. Ό Μα­λά­λας έ­χει α­πλώς (για τον Α­λέ­ξαν­δρο): καυ­λο­το­μή­σας έ­πόμ­πευ­σεν εις κρα­βα­τα­ρί­αν

83. Τα χω­ρί­α γε­νι­κώ­τε­ρα για τον δι­ωγ­μό, πέ­ρα α­πό τη συγ­κε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση των δύ­ο αρ­χι­ε­ρέ­ων, η ο­ποί­α μνη­μο­νεύ­ε­ται στις τρεις πη­γές της προ­η­γου­μέ­νης ση­μει­ώ­σε­ως: Μα­λά­λας, έν­θ' ά­νωτ.' Θε­ο­φά­νης, έν­θ' α­νωτ.' Προ­κό­πιος, Α­νέκ­δο­τα, 11.34-36: έκδ.Haury-Wirth, III, 76· Ζω­να­ράς, 14.7. 2-3: έκδ. Βόν­νης, III, 158-159" Γε­ώρ­γιος Μο­να­χός, Π, 645 (De Boor Wirth)· Κε­δρη­νός, εν­θ' ά­νωτ.