28/2/17

Σαρακοστή, η δεκάτη του έτους



Στην Παλαιά Διαθήκη, o λαός του Ισραήλ είχε διδαχθεί να προσφέ­ρει μια δεκάτη κάθε χρόνο στον Θεό, το ένα δέκατο δηλαδή από την παραγωγή της γης: Το μέρος προσφερόταν εκ μέρους του όλου: οι Ισραηλίτες, προσφέ­ροντας στον Θεό τούς πρώτους καρπούς όσων Αυτός τους είχε δώσει, ζητούσαν την ευλογία Του πάνω σ’ ολόκληρη τη σοδειά τους. Ήταν ένας τρόπος να ομολογούν ότι η γη ανήκει στον Θεό, ενώ εμείς δεν είμαστε παρά οι οικονόμοι των δωρεών Του. Προσφέρο­ντας έτσι τη δεκάτη, Του αντιπροσφέρουμε με ευγνωμοσύνη όλα όσα είναι δικά Του. Οι Ισραηλίτες αισθάνονταν πώς αυτή η πράξη της προσφοράς δεν ήταν μια απώλεια, αλλά ένας εμπλουτισμός. Ο εορ­τασμός της σοδειάς ήταν καιρός χαράς και αγαλλιάσεως.

Αυτή η ιδέα της δεκάτης εφαρμοζόταν από τους πρώτους Χριστιανούς κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Η περίοδος της Σαρακοστής εθεωρείτο ως η δεκάτη του έτους, το ένα δέκατο πού αφιερώνεται ειδικά στον Θεό. Τηρώντας τη Σαρακοστή, ομολογούμε πως ολόκληρη η ζωή μας, μαζί με όλες τις στιγμές της, είναι δώρο του Θεού προς εμάς. Προσφέροντας έτσι ένα κομμάτι της επικαλούμαστε την ευλογία Του σε ολόκληρη τη ζωή μας, Η Σαρακοστή υποδηλώνει τον εξαγιασμό του χρόνου. Ο ασκητισμός της Σαρακοστής επιβεβαιώνει ότι ο χρόνος δεν βρίσκεται απλώς υπό τον έλεγχο μας, ούτε μπορούμε να τον εκμεταλλευόμαστε εγωιστικά και με τον τρόπο πού θεωρούμε καλύτερο, αλλά ότι ανήκει στον Θεό. Εμείς δεν είμαστε οι κυρίαρχοί του αλλά οι οικονόμοι του. Έτσι, η νηστεία της Σαρακοστής γίνεται ένας τρόπος να επιστραφεί στον Θεό ό,τι είναι δικό Του, και μπορούμε να εφαρμόσουμε πάνω της τα λόγια πού χρησιμοποιούνται στη Θεία Λειτουργία αμέσως πριν από την επίκληση του αγίου Πνεύματος, πάνω από τα δώρα του άρτου και του οίνου: «Τά σά ἐκ τῶν σῶν σοί προοφέρομεν κατά πάντα καί διά πάντα».


Κάλλιστος Ware

ΠΡΟΣΚΛΑΙΟΝΤΕΣ

                                                            

Τριγυρνά  μες τους προσκλαίοντες
κι η θύρα μπρος ενθύμημα
της εξορίας του.
Πιο δόλιος
ο που πήρε το δρόμο
του επιτιμίου
παρά
αυτός που
άμαθος ξεκινά
κι η πόρτα θα του ανοιχτεί,
σαν έρθει του χρόνου
το γύρισμα.
Ποτέ πρόναος δε στέγασε
τόσους στεναγμούς,
ποτέ θύρα
δε δέχτηκε τόσα βλέμματα
προσμονής και λαχτάρας.
Η αυλή χορτάριασε,
 σκόνη στάθηκε κι έφυγε,
ο ήλιος κι η βροχή
ξέπλυναν και στέγνωσαν
τα κρίματα,
η οφειλή ακόμη
μεγάλη μα
το έλεος
μεγαλύτερο.
Ώσπου  η Αγάπη
έκανε κάλεσμα,
έγινε κοινωνία,
δρασκέλισε το δρόμο,
να φέρει γρηγορότερα
εντός
αυτόν που χαμηλώνει το κεφάλι,
αυτόν που δυσωπεί,
αυτόν που στανικώς
θα κοιτάξει κατάματα
την αξία του
και θα νιώσει
και πάλι
γιος αγαπητός.
                                                                                                                 Ειρήνη
                                                                                                               αρχή Μ. Τεσσαρακοστής

25/2/17

ΑΡΧΗ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ!



Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Χριστοδούλου Μπίθα




   φωτό: pcris
 
Αρχίζει η Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Ανοίγει ένα καινούριο κεφάλαιο μέσα στη διάρκεια του χρόνου. Μια ευκαιρία για όλους μας, μια μεγάλη δυνατότητα, ένας δρόμος που σε 50 μέρες θα φτάσει στο βράδυ της Αναστάσεως. Για τους περισσότερους ανθρώπους γύρω μας είναι απλώς μια τριήμερη άδεια και η Καθαρά Δευτέρα μια ευκαιρία να πετάξουν αετό, να γεμίσουν τα τραπέζια τους με αγαθά, να δουν τα αγαπημένα τους πρόσωπα μέσα στην σχόλη της ημέρας. Για εκείνον, ὀμως, που θέλει να ακολουθήσει τα χνάρια του σταυρωμένου και αναστάντος Χριστού είναι μια ευκαιρία. Είναι μια περίοδος που ο άνθρωπος έχει την δυνατότητα να έρθει αντιμέτωπος με την αδυναμία του. Να συναισθανθεί την μοναξιά του, την αναπηρία του, την δυσκολία του, την ανευθυνότητά του, την σκληροκαρδία του, την κατάκρισή του, την κατάθλιψή του, την οργή του και όλα αυτά που τυραννούν την ψυχή μας και το μυαλό μας και μας χωρίζουν από τον συνάνθρωπο.






20/2/17

Για καλύτερα πρόσφορα !

Μια εκδήλωση με την αρωγή της αδελφής μας Γεωργίας Κοφινά, 
με σκοπό να μάθουν την παρασκευή πρόσφορου όσες και όσοι δεν ξέρουν 
και να βελτιωθούν όσες και όσοι ήδη ζυμώνουν!








Ένα μοιρολόι στους μοναχούς...


...ὀπως το αφηγείται ο Λουδοβίκος των Ανωγείων
 σε μια υπέροχη βραδιά στους Ταξιάρχες...



17/2/17

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΧΩΡΑ ΤΗΣ ΛΥΠΗΣ...


Κείμενο που εκφωνήθηκε από τον πρωτ. Βασίλειο Χριστοδούλου 
στην παρουσίαση του βιβλίου του π. Χριστοδούλου Μπίθα,
 στο Πνευ­μα­τι­κό Κέν­τρο Ἱ.Ν.Παμ­με­γί­στων Τα­ξια­ρχῶν Μο­σχά­του (15.1.17)







 Έ­νας α­π’ τους με­γά­λους ποι­η­τές και κρι­τι­κούς του 19ου αι­ώ­να ο Στε­φάν Μα­λαρ­μέ (Stéphane Mallarmé) εί­χε πει πως «τα πάν­τα στον κό­σμο υ­πάρ­χουν για να κα­τα­λή­ξουν σ’ έ­να βι­βλί­ο». Ε­γώ θα πρό­σθε­τα - δι­ευ­ρύ­νον­τας ερ­μη­νευ­τι­κά τη σκέ­ψη του Μα­λαρ­μέ, πως υ­πάρ­χουν για να κα­τα­λή­ξουν σε μί­α συ­νάν­τη­ση, για να κοι­νω­νη­θούν σε μί­α σχέ­ση, για να γνω­στο­ποι­η­θούν μέ­σα α­πό μια α­νά­γνω­ση, για να ι­δω­θούν μέ­σα α­π’ τη σχι­σμή του πό­νου, α­π’ τη ρωγ­μή του θα­νά­του· υ­πάρ­χουν ώ­στε κά­ποι­ος, κά­πο­τε, να τα α­να­δε­χθεί.



T­ι κρα­τά­ω α­πό το πα­ρελ­θόν και τι πε­τά­ω...



Νί­κος Πορ­το­κά­λο­γλου

Σκέ­ψεις με α­φορ­μή το τε­λευ­ταί­ο βι­βλί­ο του Στά­θη Ν. Κα­λύ­βα




... Στην αρ­χή της κρί­σης η κρυ­φή μου ελ­πί­δα ή­ταν πως αυ­τή η α­νώ­μα­λη προ­σγεί­ω­ση στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα θα μας ο­δη­γού­σε διά της βί­ας σε μια ε­νη­λι­κί­ω­ση. Μια σκλη­ρή μα­τιά στον κα­θρέ­φτη, μια με­τά­νοι­α, μια αλ­λα­γή πλεύ­σης. Έ­να restart. Για να συμ­βούν ό­λα αυ­τά ό­μως υ­πάρ­χει μια α­πλή και δύ­σκο­λη προ­ϋ­πό­θε­ση: να ψά­ξεις και να πα­ρα­δε­χτείς τα λά­θη σου.

 Προ­σω­πι­κά έ­χω πε­ρά­σει δύ­ο με­γά­λες κρί­σεις στη ζω­ή μου, μί­α λί­γο με­τά τα τριά­ντα και μί­α γύ­ρω στα πε­νήν­τα. Και στις δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις προ­σπά­θη­σα να πεί­σω τον ε­αυ­τό μου πως έ­φται­γαν η κοι­νω­νί­α, οι δι­σκο­γρα­φι­κές ε­ται­ρεί­ες, οι γυ­ναί­κες, οι φί­λοι ή το ά­σχε­το κοι­νό που δεν κα­τα­λα­βαί­νει τα με­γα­λο­φυ­ές μου έρ­γο, αλ­λά δεν τα κα­τά­φε­ρα. Κι έ­τσι α­ναγ­κά­στη­κα με βα­ριά καρ­διά να ρί­ξω την ευ­θύ­νη σε μέ­να. Να ζη­τή­σω βο­ή­θεια και να ψά­ξω τα λά­θη μου. Να βρω τι πή­γε στρα­βά και να α­πο­φα­σί­σω τι κρα­τά­ω α­πό το πα­ρελ­θόν και τι πε­τά­ω. Να ξα­να­δώ δη­λα­δή ποι­ος εί­μαι, πού εί­μαι και που πά­ω...








15/2/17

Οδός μετανοίας



Του ασώτου ο δρόμος
το πικρό σου βίωμα
μία αέναη της καρδιάς επιστροφή...

Μια ανάμνηση χαμένης οικειότητας
κάποιας πατρίδας
που σε ζέστανε στον κόρφο της
το  χάδι στα μαλλιά  σου
όταν ήσουνα παιδί

κάποιας καρδιάς ο χτύπος
που πάντα όταν αργούσες
σε περίμενε
καρτερικά αγναντεύοντας
το δρόμο
πριν απ την κρίσιμη στροφή.

Όταν ο κόσμος ήταν τέλεια μονοσήμαντος
πλασμένος από άδολη αγάπη
εγγεγραμμένος ανεξίτηλα
μες στου μυαλού
τα πιο ακραία πλάτη
και στης ψυχής σου
την πιο βαθιά σχισμή.

Για να μπορείς να επιστρέφεις πάντοτε
όταν η ζωή σου κείτεται
σε ερείπια
όταν η ελπίδα που σε στήριξε
έγινε άνεμος
κι οι πόθοι σου σπαράγματα αρπαγής...

Και μέσα από την ήττα, τον πόνο
και τον όλεθρο
να γίνει ετούτη
η μακρινή ανάμνηση
μία σωτήρια νησίδα μετανοίας

για να γυρίσεις ναυαγός
και τραγικό ναυάγιο
στη θαλπωρή
της πατρικής σου γης...


 Όλγα

14/2/17

Η παραβολή και εμείς


Έχει, άμεση σχέση η παραβολή αυτή με τον Θεό Πατέρα και την ιστορία της ανθρωπότητας, πού χαρακτηριστικά χωρίζεται σε δύο μέρη, σε δύο γιους.
Eμείς που βρισκόμαστε; Ποιόν αντιπροσωπεύουμε; Δεν είναι εύκολο να πούμε. Είναι επικίνδυνο βιαστικά να απαντήσουμε· αυτό μας διδάσκει η παραβολή.
Ο νεώτερος υιός από την αρχή πού ζήτησε στανικά το επιβάλλον μέρος της ουσίας, μέχρις ότου δαπανήσει τα πάντα και γίνει ισχυρός λιμός σ' όλη τη μακρινή χώρα και πεθάνει της πείνας αυτός και οι πολίτες της χώρας εκείνης. . . Μέχρις ότου γίνουν όλα αυτά, ήταν ζαλισμένος, δεν ήταν στα καλά του, ήταν έκτος εαυτού. Δεν μπορούσε να διακρίνει, να καταλάβει τί έκανε. Μόνο μετά από όλα αυτά «ἦλθεν εἰς ἑαυτόν».
Άρα, αν βρισκόμαστε στην κατάσταση αυτή του νεώτερου γιου, πριν έλθει εις εαυτόν, σημαίνει ότι είμαστε στην πραγματικότητα εκτός εαυτών και δεν ξέρουμε που βρισκόμαστε, τί μας γίνεται, τί αντιπροσωπεύουμε. Ή και αν νομίζουμε ότι ξέρομε —πού συνήθως νομίζουμε— πέφτουμε έξω. Και μόνο αν έλθουμε εις εαυτούς κάποτε, με τη βοήθεια του Θεού, θα ανακαλύψουμε τη φτώχεια και τη γυμνότητά μας.
Αλλά και ο πρεσβύτερος υιός δεν είναι λιγότερο εκτός εαυτού. Ψεύδεται και αλλοφρονεί: Κάνει πεισματικά το θέλημά του — «ὠργίσθη καί οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν»— και νομίζει ότι έχει όλο το δίκιο με το μέρος του.  Αυτοδικαιώνεται με τα λόγια του και ταυτόχρονα αναιρείται με τη διαγωγή του, αποδεικνυόμενος κενός οιηματίας, ξένος προς το ήθος του ουρανίου Πατρός. «Τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι»: Υπολογίζει τον χρόνο, την κτίση· όχι την αιωνιότητα, την άκτιστη χάρη, πού μιά ροπή κάνει θεολόγο τον ληστή πού μετανοεί.
Κατηγορεί τον αδελφό του για ασωτεία και ανταρσία και ο ίδιος δεν υπακούει στον πατέρα του. Ενώ διαλαλεί την διαρκώς άψογη στάση του —«οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον»— την ίδια στιγμή όχι εντολή αυστηρή για δουλειά αρνείται, αλλά παράκληση πατρική για συμμετοχή σε οικογενειακή χαρά καταπατεί.
Άρα δεν είναι εύκολο μόνοι μας να πούμε που βρισκόμαστε, γιατί μπορεί να πέφτουμε έξω, μπορεί να είμαστε εκτός εαυτών και να μην το ξέρουμε, να μην το αντιλαμβανόμαστε.
Τί φοβερό να είσαι τόσο μακριά, ενώ βρίσκεσαι μέσα στο σπίτι! Και το ακόμη φοβερότερο, να εφαρμόζεις τις εντολές και να μην καταλήγεις στη γεύση του μόσχου του σιτευτού, να μην γίνεσαι δαιτυμών λαμπρός του μεγάλου Συμποσίου που προσφέρεται «υπέρ της Οικουμένης».

Αρχιμ. Βασίλειος Ιβηρίτης


6/2/17

Εξομολογούμενοι πάντοτε τα ίδια...




Αν κάποιος προσέρχεται στην εξομολόγηση λέγοντας «δεν ξέρω τί να πω», τότε αυτό σημαί­νει ότι δεν έχει ποτέ σκεφτεί σε βάθος τί θα μπο­ρούσε -και επομένως τί θα όφειλε- να είναι· και ως εκ τούτου ικανοποιείται από τη σύγκριση του μ' αυτό πού ήταν την προηγούμενη μέρα, ή από τη σύγκριση του μ' άλλους όμοιούς του.

Κι όσο τα χρόνια περνούν κι εμείς προσερχό­μαστε στην εξομολόγηση επαναλαμβάνοντας πάντοτε τα ίδια πράγματα, τότε αποδεικνύεται ότι δεν έχουμε ντραπεί ποτέ, δεν έχουμε πονέσει ποτέ πραγματικά· αποδεικνύεται ότι αποδεχόμα­στε την αμαρτωλότητά μας με τέλεια αδιαφορία. «Πραγματικά, λέω ψέματα, αλλά κι όλος ο κόσμος το ίδιο δεν κάνει; Γίνομαι αιτία σκανδάλου, αλλά τούτο ισχύει και για όλο τον κόσμο. Λησμονώ τον Θεό, αλλά και πώς θα μπορούσα να Τον θυμάμαι; Μπροστά από εκείνους που έχουν την ανάγκη μου προσπερνάω, αλλά δεν μπορείς και να σταματάς μπροστά στον καθένα!»... Έτσι σκεφτόμαστε. Αν όμως είμαστε τόσο αδιάφοροι προς εμάς τους ίδιους, ακόμη μεγαλύτερη αδιαφορία θα δείξουμε και προς τους άλλους ανθρώπους - ό,τι και να τους συμβεί θα μας αφήνει εντελώς ξένους. Αχ! και να μπορούσαμε για μία έστω φορά να δούμε (όπως βλέπει ο Θεός) τις συνέπειες των ενεργειών μας ή της απραξίας μας! Μακάρι να μπορούσαμε να δούμε πόση σημασία έχει μία λέξη πού λέγεται ή δεν λέγεται! Μακάρι να μπορούσαμε να διαβλέψουμε τί επακόλουθα μπορεί να δημιουργήσει στη ζωή ενός άλλου ανθρώπου η επιτέλεση ή μη μιας πράξης, πόσο καθοριστικός μπορεί ν' αποδειχτεί για την τύχη του ένας λόγος ή μία εξυπηρέτηση δική μας...

Να λοιπόν γιατί ερχόμαστε διαρκώς να εξομο­λογηθούμε τα ίδια πράγματα; επειδή ούτε μία φορά δεν έχουμε παρατηρήσει ότι αυτά μας μετατρέπουν σε τέρατα και θαμπώνουν μέσα μας την εικόνα του Θεού· την εικόνα εκείνη πού έχει χαραχτεί στα βάθη της ύπαρξής μας και πού ο Θεός, τρόπον τινά, μας έχει εμπιστευθεί, αλλά εμείς σταδιακά καταστρέφουμε, αμαυρώνουμε και βεβηλώνουμε, είτε λόγω αδιαφορίας, είτε λόγω κακίας - όχι λόγω μιας κακίας εμπαθούς, αλλά λόγω των μικρών και ασήμαντων καθημε­ρινών μας κρίσεων κακίας.

Anthony Bloom