27/3/08

Κάτι σαράβαλες ψυχές…


«Ημάρτομεν, ηνομήσαμεν, ηδικήσαμεν ενώπιόν σου, ουδέ συνετηρήσαμεν, ουδέ εποιήσαμεν καθώς ενετείλω ημίν…»

Η περίοδος της Σαρακοστής υπάρχει για να θυμόμαστε την αστοχία μας. Και δε θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, καθώς η κατάνυξη που δημιουργείται στις μακρές ακολουθίες, όπως επίσης και οι ψαλμοί συμβάλλουν περισσότερο στο να εξετάσουμε το τι είναι εκείνο που μας απομακρύνει από το Θεό και τον πλησίον.

Κοινός παράγοντας σε ό,τι μπορώ να σκεφτώ και να αισθανθώ για την αμαρτία μου είναι ένας: ο εγωισμός. Δεν πρόκειται για κάτι καινούργιο, αλλά περνώντας τα χρόνια μπορείς να το ερμηνεύσεις και να το επεξηγήσεις από διαφορετική οπτική γωνία. Έτσι, συνειδητοποιώ ότι σε κάθε σχέση μου με τους συνανθρώπους μου προσπαθώ να πάρω και όχι να δώσω, να μιλήσω και όχι να ακούσω, να ορίσω εγώ τις συνθήκες της και όχι να αφεθώ σε αυτήν, περιμένω να πάρω αναγνώριση και όχι να δώσω, περιμένω να τα κάνει ο άλλος όλα και εγώ να μην κάνω τίποτα. Και όταν δώ τον άλλον να μου προσφέρει λιγότερα από όσα νομίζω ότι πρέπει, παραπονιέμαι, θίγομαι και μπορεί να θέλω να απομακρυνθώ – έτσι έχω μάθει, ό,τι δε μου κάνει το πετάω. Στην ουσία ζώ σε έναν μικρόκοσμο και δε θέλω να βγώ από αυτόν. Θυμάμαι που είχα διαβάσει και στους πατέρες, ότι τις περισσότερες φορές μόνοι μας δημιουργούμε την κόλασή μας και κλεινόμαστε μέσα σε αυτήν.

Όλα αυτά σχηματίζουν την εικόνα μιας σαράβαλης ψυχής, ανάπηρης να αγαπήσει, να αισθανθεί, να αφεθεί, να ερωτευτεί. Κι αν όλα αυτά δεν μπορεί η ψυχή μου να τα κάνει με τον συνάνθρωπο που τον βλέπει, πώς περιμένει να αγαπήσει το Θεό που δεν τον βλέπει; Πολύ φοβάμαι ότι εάν ζούσα την εποχή του Χριστού, θα πήγαινα, θα άκουγα το λόγο Του και μετά θα γύριζα σπίτι μου. Στην ουσία ο λόγος Του θα με είχε αφήσει ανέγγιχτο και θα συνέχιζα να ζώ την συμβατική ζωή μου.

Μεγάλη ελπίδα μού δίνουν τα παραδείγματα των Αγίων και κάποιων ανθρώπων δίπλα μας που προσφέρουν όλη τους τη ζωή στους άλλους ανθρώπους – και τελικά στον ίδιο το Χριστό. Παρηγοριά μού δίνει ο γέροντας Πορφύριος που λέει ότι η σχέση με το Χριστό είναι αγάπη, έρωτας, ενθουσιασμός, λαχτάρα του θείου. Μας λέει να αγαπάμε το Χριστό για αυτόν, ποτέ για μας. Αν αγαπάμε την Εκκλησία και αφεθούμε ολοκληρωτικά σε αυτήν, αγαπάμε το συνάνθρωπο, αγαπάμε το Θεό, αγαπάμε και τον εαυτό μας που είναι μέσα στην εκκλησία. Ζούμε στο φώς της Χάριτος του Θεού. Ζούμε στον επί γής Παράδεισο.

Με την ελπίδα της Ανάστασης εύχομαι όλοι μας να διαβούμε «το της νηστείας μέγα πέλαγος».

Ζ.Κ. : Ένας σαραβαλιασμένος που ελπίζει...

21/3/08

ΣΥΓΧΩΡΗΣΗ (συνέχεια...)

Ο εὐαγγελικὲς περικοπὲς τῶν Κυριακῶν τοῦ Τριωδίου, χουν μεταξύ τους να κοιν σημεο: παρουσιάζουν τὴν μαρτία ὡς μαρτία νώπιον το Θεο. Βλέπουμε τν Τελώνη ν πηγαίνει στὸν ναό, γι ν ζητήσει συγνώμη κα ν πευθύνεται στν Θε λέγοντας: « Θες λάσθητί μοι τ μαρτωλ» (Λκ. 18, 13). Ἐνῶ ς Τελώνης ἁμάρτησε ἔναντι τῶν συνανθρώπων του, συγχώρηση ζητάει πρωτίστως π τν Θε στν χρο το ναο.

λλ κα σωτος: «μαρτον ες τν ορανν κα νώπιόν Σου κα οκέτι εμ ξιος κληθναι υός Σου» (Λκ. 15, 21.), λέει πρς τν πατέρα του. « πρτος ἔναντι τοῦ ὁποίου μάρτησα δν εσαι σύ, πατέρας μου, πο κατασπατάλησα τν περιουσία σου, λλ εναι Θες το ποίου κατέχρανα τν εκόνα, λέρωσα κα σπίλωσα τν τίμια εκόνα μ τν ποία περιποιήθηκε τν παρξη κα τν πόστασή μου».

Κα στν τρίτη παραβολή, τν παραβολ τς Κρίσεως, βλέπουμε τὸν διο τὸν Θε ν λέει: «πείνασα κα οκ δώκατέ μοι φαγεῖν, δίψησα κα οκ ποτίσατέ με» Λκ. 15, 21 – «ατ πο δν κάνατε στν συνάνθρωπό σας δν τ κάνατε σ μένα· στ πρόσωπο το δελφο εμαι γώ, ρα μαρτία σας εναι μαρτία πο νάγεται σ μένα».

Κα ο δικές μας μαρτίες, πο χουν σν βάση τους τν γωισμ κα τ φιλαυτία, τ φιληδονία, τ φιλοϋλία, τ φιλαργυρία, τν λισμό, τν πνευματική μας μυωπία, εναι μαρτίες σωτερικές, ἁμαρτίες πο τς ζομε μέσα μας κα μς τρνε τ σωθικά. Εναι μαρτίες πο καταστρέφουν κα καταβροχθίζουν τς σχέσεις μας μ τος συνανθρώπους κα τος δελφούς μας. Ἀποτελοῦν ὅλες μαζὶ τὴ μία μαρτία πο διαπράττουμε ἐνώπιον το Θεοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς βαλε τ σφραγίδα τς εκόνας Του, κα μᾶς δωσε τ δυνατότητα ν φτάσουμε μ τ χάρι Του στν μοίωσή Του. Κι ἐμεῖς ἀμαυρώσαμε κα τ κατ’ εκόνα κα τ καθ’ μοίωση. Κι τσι, ζομε σ ατ τ ζωώδη κατάσταση τῆς καθημερινότητάς μας. Δν μεταμορ­φώνεται αυτός μας, δν ναγεννται, δν ζε κάπως πι πνευματικά.

Στεκόμαστε λοιπν νώπιον το Θεο κα ζητομε αὐτὴ τ δεύτερη συγχώρηση. φο συμφιλιωθομε μ τος δελφούς μας, μ τος διπλανούς μας, κα ασθανθομε λιγάκι τι γκρεμίζονται τ τείχη ποὺ μᾶς χωρίζουν, προχωρομε στν λλη συμφιλίωση, τὴ συμφιλίωση μ τ πρόσωπο το Θεο κα Πατέρα μας. Ατ συμφιλίωση, ατ συγχώρηση βάζει τν Θε στν χρο τς ψυχς μας. Κι ἔτσι ρχίζουν ο σωτερικοί, οἱ πνευματικο ναστεναγμο τς ποκεκαλυμμένης λήθειάς Του μέσα στν καρδιά μας. τσι μπορομε κι μες ν Τν χουμε τν Θεό.


Ὑπάρχουν ἄλλα δύο «συν-» τῆς «συν-χώρησης». Λέγεται στ βιβλίο το Δευτερονομίου (κα περιγράφεται ναλυτικ ἀπὸ τὸν γιο Νικόδημο) πς σ ατ τν γώνα πο κάνουμε, ζητομε κα χουμε νάγκη π τν συμπαράσταση το διου το Θεο. δική μας ατηση συγνώμης π Ατν, Τν καθιστ «συνεκπολεμούντα» (Δευτ. 1, 30.) μαζί μας – ατς ν πολεμ γι μς κα ν φέρνει σ πέρας τν δικό μας γώνα.

Κι κόμη παραπάνω, ἔχουμε ἀνάγκη νὰ γινόμαστε «συμπορευόμενοι» μ Ατόν. χι ν συμπορεύεται Θες στν δικό μας γώνα –ατ εναι τ προηγούμενο– λλ ν συμπορευόμαστε μες στν δική Του πορεία κα δό. Τ βράδυ τῆς Κυριακῆς τν Βαΐων θ ψάλλουμε: «συμπο­ρευθμεν Ατ κα συσταυρωθμεν κα νεκρωθμεν δι’ Ατὸν τας το βίου δοναῖς». Ατ συγχώρηση πο θ ζητήσουμε π τν Θεό, θ μς δώσει μὲν τν ασθηση τι στν γώνα μας κα στν πορεία μας εναι κα Ατς συνοδοιπόρος, λλ ταυτόχρονα θ μς δηγήσει κα στ ν μπορέσουμε κι μες ν πορευθομε τ δική Του δό· ν συσταυρωθομε, ν ζήσουμε τ πάθος Του, γι ν μπορέσουμε ν συζήσουμε μαζί Του κα ν συναναστηθομε.

Νικόλαος Μεσογαίας, "Ἀπό τό καθ' ἡμέραν στό καθ' ὁμοίωσιν".

19/3/08

Δεῖτε στό http://pammtax.blogspot.com/
γιά τίς ἐπισκέψεις πού κάναμε στό ἵδρυμα "Μ. Κόκκορη" καί στό " The brain - ἡ δύναμη τοῦ μυαλοῦ".


17/3/08

Τί θὰ πεῖ συγχώρηση;


Τί θ πε συγχώρηση; Συγχώρηση θ πε ν νοίξουμε τν πόρτα τς ψυχς μας γι ν φιλοξενηθε στν χρο της συν­άνθρωπός μας, γείτονάς μας, συγγενής μας, γυναίκα ντρας μας, τ παιδιά μας, τ δέλφια μας, ο συνάνθρωποί μας – ποιος μᾶς περιβάλλει κα ποιος ἐνδεχομένως μς δημιουργεῖ κάποια δυσκολία στν σχέση μας μαζί του. Εναι τόσο δύσκολο πολλς φορς ν χουμε τν ρχοντιὰ ν ζητήσουμε ο διοι συγνώμη! νὰ ἔχουμε τ θάρρος ν δεχθομε τν ατηση τς συγνώμης ἀπὸ τὸν λλο κα ν διαγράψουμε ατ πού μᾶς χωρίζει, ατ πού μᾶς πικραίνει, ατ πού μᾶς κάνει ὄχι μόνο ν μ νιώθουμε τὸν διπλανό μας σν δελφὸ, λλ νὰ μὴν τὸν νιώθουμε κν σν πλησίον.

«Σύν-χώρεση»· ατ τ «σν» σημαίνει «μαζί». Τὸν γώνα ατ πρέπει ν τν κάνουμε, πως μᾶς λέει κκλησία μας, μέσα π μιὰ ζω συμφιλίωσης – κι δ πάρχει τ «σύν». συγχώρηση δηγε στ συμφιλίωση, συμφιλίωση στ συναδέλφωση, συναδέλφωση στ συμπόρευση, στ συνάθληση, κα τέλος σ ατ πο πόστολος Παλος περιγράφει, στὴν εὐλογημένη κατάσταση τοῦ ν γίνουμε σύμψυχοι, «τ ν φρονοντες» (Φιλ. 2, 2.), «μι ψυχ συναθλοῦντες» (Φιλ. 1, 27.) ν εμαστε νωμένοι σν μία ψυχή, μ να κοιν φρόνημα, νωμένοι στ πρόσωπο το Θεο κα τς γάπης πο Ατς δίδαξε κα νέπνευσε σ μς.

Τί ραες λέξεις! «Συγχώρηση», «συμφιλίωση», «συναδέλφωση», «συμπόρευση», «συνάθληση», κα κατάσταση τοῦ ν εμαστε «σύμψυχοι» – μ μία ψυχ νωμένοι.

Ὑπάρχει ὅμως καὶ μία ἄλλη σκάλα, ποὺ προκύπτει ἀπὸ μία ἄλλη συγχώρηση, τὴν συγχώρεσή μας ἀπὸ τὸν Θεό (ἡ μετάνοια ποὺ ἔλεγαν τὰ τροπάρια). Πόσα δὲν ἔχουμε κάνει πού μᾶς ἀπομακρύνουν ἀπὸ Αὐτόν! Πόσα δὲν ἔχουμε κάνει πού μᾶς κάνουν δύσκολη τὴν αἴσθηση τῆς παρουσίας Του στὴ ζωή μας! Ἐμεῖς φταῖμε ποὺ δημιουργοῦμε τὴν ὁμίχλη τῶν παθῶν μας, ἐμεῖς φταῖμε ποὺ ἔχουμε αὐτὴ τὴ θολούρα τῶν ἀδυναμιῶν μας. Μᾶς λείπει ἡ ἀρχοντιὰ καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς ὁμολογίας τῆς ἁμαρτίας μας. (συνεχίζεται...)

Νικόλαος Μητροπολίτης Μεσογαίας, "Ἀπό τό καθ' ἡμέραν στό καθ' ὁμοίωσιν".

12/3/08

"ΤΟ ΣΤΑΔΙΟΝ ΤΩΝ ΑΡΕΤΩΝ ΗΝΕΩΚΤΑΙ"

Γνώριζε, αδελφέ μου ότι γι’ αυτό πρέπει να καθόμαστε μέσα στο κελί μας, για να μη μαθαίνουμε τα κακά έργα των ανθρώπων, και τότε τους βλέπουμε όλους ως άγιους· αλλά αν ελέγχουμε, και παιδεύουμε και κρίνουμε και εξετάζουμε και αδικούμε και μεμψιμοιρούμε, τότε λοιπόν σε τι διαφέρει η ζωή στην ησυχία από τη ζωή στις πόλεις; (Όπου οι άνθρωποι γκρινιάζουν ασταμάτητα, κατηγορούν ο ένας τον άλλον, μιλάνε μόνο για τα στραβά του κόσμου τούτου, δεν βλέπουν τίποτε καλό να υπάρχει πουθενά κι έχουν κάνει την τηλεόραση πνευματικό τους οδηγό σε όλα τα παραπάνω).

Και τι άλλο υπάρχει χειρότερο από τη ζωή στην έρημο, αν δεν απαλλαγούμε από όλα αυτά; αν δεν ησυχάζεις στην καρδιά σου, ησύχασε τουλάχιστον με την γλώσσα σου· και αν δεν μπορέσεις να τακτοποιήσεις τους λογισμούς σου, τακτοποίησε τουλάχιστον τις σωματικές σου αισθήσεις· και αν δεν είσαι μόνος με τη διάνοια σου, μείνε τουλάχιστον μόνος με το σώμα σου· και αν δεν θέλεις να εργάζεσαι σωματικά, να λυπάσαι τουλάχιστον με τη διάνοια σου· και αν δεν μπορείς να αγρυπνάς όρθιος, αγρύπνησε καθιστός ή ξαπλωμένος στο κρεβάτι σου. (Γιατί το ζητούμενο και για εμάς τους χριστιανούς που ζούμε στήν ερημία των πόλεων, είναι να φτάσουμε με την βοήθεια του Θεού να ζούμε σα να’ μαστε στην έρημο, ώστε να’ χουμε την ειρήνη του Αγίου πνεύματος).

Και αν δεν μπορείς να νηστεύσεις δύο ημέρες, νήστευσε τουλάχιστον ως το απόγευμα· και αν δεν μπορείς πάλι ως το απόγευμα, μη χορταίνεις την κοιλιά σου· και αν δεν είσαι άγιος στην καρδιά, γίνε καθαρός στο σώμα σου· και αν δεν πενθεί η καρδιά σου, ας πενθεί το πρόσωπο σου· και αν δεν μπορείς να ελεήσεις, μίλησε τουλάχιστον ως αμαρτωλός· και αν δεν είσαι ειρηνοποιός, μη γίνεσαι τουλάχιστον φιλοτάραχος. (Γιατί νηστεία δίχως αγώνα πνευματικό, χωρίς καθαρό νου και καρδιά, μπορεί να είναι απλώς μια συνήθεια – άσε που οι περισσότεροι την κατήργησαν κι αυτή).

Και αν δεν υπάρχεις ικανός και έμπειρος, γίνε ακούραστος στο φρόνημα· και αν δεν είσαι νικητής, μη υπερηφανεύεσαι μπροστά στους αίτιους και υπεύθυνους· και αν δεν μπορείς να φράξεις το στόμα εκείνου του κατηγορεί τον αδελφό του, φύλαξε τουλάχιστον το δικό σου, και μη συμφωνήσεις μαζί του. (Γιατί περίσσεψε η κατάκριση, η αργολογία και το κουτσομπολιό κι όπου σταθείς κι όπου βρεθείς, ο ένας κατηγορεί τον άλλο).

Αγίου Ισαάκ του Σύρου, Λόγος ΝΗ΄

7/3/08

Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ (συνέχεια)

Μητροπολίτου Άντονυ (Μπλουμ) του Σουρόζ +

Η εξομολόγηση πριν από όλα είναι συνάντηση και συμφιλίωση. Είναι συνάντηση με τον Χριστό που ποτέ δεν μας στρέφει τα νώτα, αν κι εμείς φεύγουμε μακριά. Μερικές φορές μία τέτοια συνάντηση μπορεί να γίνει έμπνευση για ολόκληρη τη ζωή και να μας δώσει δύναμη και κουράγιο να διάγουμε το υπόλοιπο του βίου. Συχνά αμαρτάνουμε σοβαρά ενώπιον του Θεού. Υπάρχουν κάποιες στιγμές της ζωής που μας χωρίζουν από Εκείνον με έναν ιδιαίτερα βίαιο τρόπο, στιγμές μεγάλης απιστίας...


Υπάρχουν φορές που προσερχόμαστε στην εξομολόγηση γιατί θέλουμε να ανανεώσουμε την εγγύτητα της σχέσης που έχει τραυματιστεί. Ας έχουμε κατά νου, ότι για να επανασυνδέσουμε τη φιλία μας χρειάζεται ν’ ανοίξουμε με ειλικρίνεια την καρδιά μας και να φανερώσουμε τις αστοχίες και τα λάθη που έχουν πληγώσει αυτή τη σχέση. Δεν χρειάζεται να καταφεύγουμε σε λίστες αμαρτιών, ούτε να ερευνούμε τα βιβλία για ν’ ανακαλύψουμε την αμαρτία μας. Αλλά μόνο να σκύψουμε μέσα μας και να εξετάσουμε τη συνείδησή μας. Ας χρησιμοποιήσουμε απλούς τρόπους γι’ αυτού του είδους την αυτογνωσία. Τι ήταν αυτό που προτιμήσαμε στη θέση του Χριστού; Τι είναι αυτό που μας κράτησε σε αδράνεια, ώστε να παραμείνουμε χωρίς καρπό;

Ας προσπαθήσουμε μέσα από τις γραμμές του Ευαγγελίου να επισημάνουμε όχι εκείνα που μας κρίνουν, αλλά τα λόγια που μιλούν στην καρδιά μας, όπως έγινε με τους μαθητές: “ουχί η καρδία ημών καιομένη ήν εν ημίν, ως ελάλει ημίν εν τη οδώ και ως διήνοιγεν ημίν τας γραφάς;” Ας ανακαλύψουμε κι εμείς τον λόγο που μας θερμαίνει την καρδιά, που αγγίζει τα βάθη της ύπαρξης και μας φέρνει σε κοινωνία με τον Κύριο. Αυτό είναι το κριτήριο. Στην πραγματικότητα δεν έχει τόση σημασία αν αθετήσαμε κάποιους κανόνες. Αυτό που μας ζημιώνει είναι, ότι απομακρυνόμαστε από την ευλογημένη κοινωνία της χάριτός Του.

Ας ερευνήσουμε λοιπόν από την αρχή, όχι με τη στείρα λογική της ενοχής, αλλά με απώτερο σκοπό να σταθμίσουμε πώς χάσαμε την εμπιστοσύνη και την αγάπη που προς στιγμήν γευθήκαμε. Ας θυμηθούμε εκείνα τα λόγια που πύρωσαν την καρδιά μας κι έδωσαν καθαρότητα στο λογισμό μας, που κίνησαν τη θέλησή μας στο αγαθό και έφεραν γαλήνη στα μέλη μας και τα μεταμόρφωσαν από σάρκινα σε σώμα ιερό: ιερό γιατί μέσα από το βάπτισμα ενωθήκαμε με τον σαρκωμένο Χριστό, μέσα από το Χρίσμα γίναμε δοχείο του Πνεύματος και με τα άχραντα μυστήρια γινόμαστε Σώμα Χριστού. Αυτή την εμπειρία ας μεταφέρουμε στην εξομολόγηση, μετανοώντας όχι για κάτι αφηρημένο, που βρίσκεται σε κάποια λίστα αμαρτιών, αλλά για κείνες τις επιλογές που διέρρηξαν τη φιλία και κοινωνία μας με τον Σωτήρα Χριστό.

4/3/08

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΗΘΙΝΗ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Μητροπολίτου Άντονυ (Μπλουμ) του Σουρόζ +

Η σωστή στάση προσέλευσης στο Μυστήριο της Ιεράς Εξομολόγησης, είναι καθοριστική στην πρόοδό μας, καθώς αγωνιζόμαστε για την απελευθέρωση από τα πάθη μας. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν παρά μία επιφανειακή, εξ ακοής γνωριμία με τον Χριστό γι’ αυτό και τους ενθαρρύνω να Τον γνωρίσουν καλύτερα μέσα από την ανάγνωση του Ευαγγελίου. Από μία τέτοια προσέγγιση αρχίζει κανείς να καταλαβαίνει αν το πρόσωπο του Χριστού τον ελκύει, εάν επιθυμεί να γίνει όμοιος με τον Χριστό και να κτίσει με Εκείνον μία σχέση φιλίας.

Ας αναρωτηθούμε λοιπόν αν το στοιχείο της φιλίας υπάρχει στη δική μας σχέση με τον Χριστό. Ας ρωτήσουμε τον εαυτό μας εάν προσπαθήσαμε με κάποιο τρόπο να Του δώσουμε χαρά και να συμπαρασταθούμε στο έργο Του. Αν το συμπέρασμα είναι ότι η σχέση αυτή μας αφήνει αδιάφορους, θα χρειαστεί να επανεξετάσουμε τι σημαίνει τελικά να είμαστε Χριστιανοί. Εάν όμως νιώθουμε ειλικρινά τον Χριστό ως φίλο, ας αρχίσουμε να ρωτούμε τον εαυτό μας καθημερινά: Τι έκανα, τι είπα, τι σκέφτηκα και αισθάνθηκα, που μπορεί να Του δώσει χαρά ή θλίψη; Κι αυτό ακριβώς το βίωμα ας μεταφέρουμε στην Εξομολόγηση: “Ανάμεσα στην τελευταία και τη σημερινή εξομολόγηση υπήρξα ένας άπιστος, ένας αδιάφορος, ένας δειλός σύντροφος ή αντιθέτως, παραστάθηκα ως φίλος...”.

Όταν προσερχόμαστε στην εξομολόγηση σπεύδουμε πρόσωπο με πρόσωπο προς έναν φίλο. Δεν πρόκειται να μας κρίνει και να μας καταδικάσει κανείς. Ας πολεμήσουμε τον φόβο που μας διακατέχει γι’ αυτό που πρόκειται να συμβεί. Ερχόμαστε στον Ένα της Τριάδος που όντας Θεός επέλεξε από αγάπη για μας να γίνει Άνθρωπος, ν’ αναλάβει πάνω Του την ανθρώπινη φθορά και να δώσει τη ζωή Του για μας. Η ζωή και ο θάνατός Του είναι η απόδειξη ότι η αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο είναι τόσο μεγάλη ώστε να μπορούμε να τον πλησιάσουμε χωρίς δισταγμό, με την προσδοκία ότι σε κάθε περίπτωση θα αγκαλιάσει την αδυναμία μας, πέρα από ηθικές αξιολογήσεις.

Ας είμαστε βέβαιοι ότι, εάν κάποιος πρόκειται να θρηνήσει για την αναξιότητα και την αμαρτία μας με συμπόνια, έλεος, αγάπη δεν είναι παρά Εκείνος – που θα ήταν πρόθυμος να σαρκωθεί και να πεθάνει έστω και για έναν μόνο αμαρτωλό, γιατί δεν μπορεί να υπομείνει την απώλεια κανενός. Αυτός λοιπόν είναι ο Χριστός, στον οποίο προσερχόμαστε κατά την εξομολόγηση. Προσδοκά την ίαση, την παραμυθία, την στήριξή μας – όχι την κρίση και καταδίκη μας. (συνεχίζεται...)

(Από το περιοδικό: ΕΠΙΓΝΩΣΗ Τεύχος 86, Φθινόπωρο 2003).