28/5/12

29η Μαΐου 1453...



Τραγούδι για την άλωση της Πόλης, 
από την συντροφιά 
του Ι.Ν. Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μοσχάτου...

(Κλείστε το player στη διπλανή στήλη) 

17/5/12

ΤΟ ΥΔΩΡ ΤΟ ΖΩΝ...




Απομαγνητοφωνημένο κήρυγμα του π. Χριστοδούλου Μ.
 
 Η ση­με­ρι­νή πε­ρι­κο­πή, α­γα­πη­τοί μου α­δερ­φοί, πε­ρι­γρά­φει κά­τι που με τα μά­τια ε­νός αν­θρώ­που της ε­πο­χής ε­κεί­νης εί­ναι το α­πο­λύ­τως πα­ρά­δο­ξο. Δεν υ­πάρ­χει ί­χνος λο­γι­κής στον τρό­πο με τον ο­ποί­ο συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται ο Χρι­στός δί­πλα στο πη­γά­δι του Ι­α­κώβ, μιας και ε­κεί κα­τα­λύ­ει κά­θε ί­χνος της ε­βρα­ϊ­κής πα­ρα­δό­σε­ως, έ­τσι ό­πως την αν­τι­λαμ­βα­νό­ταν έ­νας μέ­σος σο­βα­ρός άν­θρω­πος. Η συμ­πε­ρι­φο­ρά του Χρι­στού, α­θέ­α­τη α­π' τα μά­τια των πολ­λών, ά­φη­σε μό­νο τους μα­θη­τές με την α­πο­ρί­α. Πώς εί­ναι δυ­να­τόν να κα­τα­λύ­ει κά­ποι­ος τα ή­θη της ε­πο­χής; Πώς εί­ναι δυ­να­τόν κά­ποι­ος που θέ­λει να αυ­το­α­πο­κα­λεί­ται δι­δά­σκα­λος να τολ­μά­ει να μι­λά­ει με μια γυ­ναί­κα, η ο­ποί­α ή­ταν και αι­ρε­τι­κή και πόρ­νη; Πώς εί­ναι δυ­να­τόν να κα­τα­λύ­ον­ται έ­τσι τα ή­θη του Ισ­ρα­ήλ, με τό­ση πολ­λή ευ­κο­λί­α; 

Η σκη­νή εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή. Εί­ναι με­ση­μέ­ρι, δεν εί­ναι η ώ­ρα που φυ­σι­ο­λο­γι­κά πη­γαί­νουν οι γυ­ναί­κες για να πά­ρουν νε­ρό α­πό το πη­γά­δι. Ό­πως ξέ­ρου­με κι α­π' τα δι­κά μας τα χω­ριά οι ώ­ρες για να πά­ει κα­νείς να αν­τλή­σει νε­ρό ήταν οι πρω­ι­νές ή α­πο­γευ­μα­τι­νές, ό­ταν δεν υ­πάρ­χει ο ή­λιος ο δυ­να­τός κι έ­τσι μπο­ρεί αυ­τή η κο­πι­α­στι­κή ερ­γα­σί­α να γί­νει πιο ξεκούραστα. Κι ε­κεί θα συ­ναν­τη­θούν, ό­πως συ­ναν­τι­όν­του­σαν τα πα­λιά τα χρό­νια οι γυ­ναί­κες να μι­λή­σουν, να πουν τα δι­κά τους, μα­κριά α­πό τ' αυ­τιά των αν­δρών. Εί­ναι με­ση­μέ­ρι κι ο Χρι­στός περ­νά­ει α­πό ε­κεί. Και υ­πάρ­χει αυ­τή η γυ­ναί­κα που προ­φα­νώς εί­χε πά­ει με­ση­μέ­ρι για να μην συ­ναν­τή­σει τις άλ­λες γυ­ναί­κες. Δεν θέ­λει να εί­ναι μα­ζί τους για­τί α­πλού­στα­τα δεν την θέ­λουν και ε­κεί­νες. Τι θα μπο­ρού­σαν να κά­νουν με μια γυ­ναί­κα που εί­χε πέν­τε άν­τρες πριν και κά­θε φο­ρά δεν ή­τα­νε ε­πί­ση­μα μνη­στευ­μέ­νη κα­τά την πα­ρά­δο­ση του Ισ­ρα­ήλ; Το ί­διο θα έ­κα­νε και η δι­κή μας κοι­νω­νί­α. Ας μην σκί­ζου­με τα ρού­χα μας για τους Ε­βραί­ους. 

Αυ­τή την γυ­ναί­κα, λοι­πόν, που πά­ει το με­ση­μέ­ρι να γε­μί­σει νε­ρό συ­ναν­τά­ει ο Χρι­στός. Κι ο πα­ρα­λο­γι­σμός αρ­χί­ζει. Της μι­λά­ει ε­νώ εί­ναι Σα­μα­ρεί­τι­δα. Να θυ­μί­σου­με πως οι Ιουδαίοι περιφρονούσαν τους Σαμαρείτες, επειδή αυτοί κατά καιρούς είχαν δεχτεί διάφορες ειδωλολατρικές επιδράσεις. Έ­τσι λοι­πόν δεν ήθε­λαν να έ­χουν κα­μί­α σχέ­ση μα­ζί τους. Οι Ισ­ρα­η­λί­τες, ό­πως λέ­ει η Γρα­φή δεν έ­χουν κα­μί­α σχέ­ση με τους Σα­μα­ρεί­τες, δεν πρέ­πει να μι­λά­νε μα­ζί τους. 

Με μί­α Σα­μα­ρεί­τισ­σα, λοι­πόν, ε­πι­λέ­γει, κόντρα στην η­θι­κή της ε­πο­χής να μι­λή­σει ο Χρι­στός. Με μία αιρετική που ή­ταν γυ­ναί­κα, με την ο­ποί­α πο­τέ δεν θα έ­πια­νες μια κου­βέν­τα θε­ολογική, γι' αυ­τό ε­ξάλ­λου και οι γυ­ναί­κες δεν μπο­ρού­σαν να μι­λή­σουν στις συ­να­γω­γές, δεν ε­πι­τρε­πό­ταν. Ο λό­γος βέ­βαι­α κα­θό­λου θε­ο­λο­γι­κός δεν εί­ναι. Εί­ναι δι­ό­τι σε μια τό­σο αν­δρο­κρα­τού­με­νη κοι­νω­νί­α ό­πως ή­ταν η αρ­χαί­α κοι­νω­νί­α, θε­ω­ρού­σαν ό­τι η γυ­ναί­κα ή­ταν κατώτερη από τον άνδρα, συ­νε­πώς δεν εί­χε κα­νέ­να λό­γο να μι­λά­ει. Επιπλέον αυτή εδώ η γυναίκα ήταν αμαρτωλή, αφού εί­χε στην ζωή της πολ­λούς άν­τρες, δη­λα­δή ή­ταν στο πε­ρι­θώ­ριο της κοι­νω­νί­ας. 

9/5/12

ΜΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ...





Λό­γος γρα­πτός, το δι­ή­γη­μα η '' Κουκίτσα" του Α­λέ­ξαν­δρου Μω­ρα­ϊ­τί­δη (1850-1929). Συγ­κε­κρι­μέ­νος χώ­ρος, συ­νει­δη­τά α­πο­δε­κτός κά­τω α­πό τον ι­ε­ρό Να­ό.
Φω­τι­σμός χα­μη­λός, α­φαι­ρε­τι­κός, που προσ­δί­δει κί­νη­ση στις σκι­ές και οι­κει­ό­τη­τα στις κι­νή­σεις.
Δεν υ­πάρ­χουν η­θο­ποι­οί. Μό­νο φω­νές. Φω­νές και ή­χοι. Ή­χοι και η­μί­φως.
Μι­κρό­φω­να, μου­σι­κά όρ­γα­να, θέ­σεις ε­ναλ­λασ­σό­με­νες και στα­θε­ρές.
Προ­βαλ­λό­με­νες ει­κό­νες σε με­γά­λη ο­θό­νη.
Α­πα­λοί προ­βο­λείς φω­τός που προσ­δι­ο­ρί­ζουν τις ε­ναλ­λα­γές.

Μου­σι­κή ει­σα­γω­γή,  με το ού­τι να πάλ­λει τις χορ­δές της ευ­αι­σθη­σί­ας των με­τε­χόν­των, καλ­λι­τε­χνών και θε­α­τών, έλ­κον­τας τους στο νο­σταλ­γι­κό πα­ρελ­θόν, στη νη­σι­ώ­τι­κη φρε­σκά­δα, στην πνευ­μα­τι­κό­τη­τα της ο­μορ­φιάς, στη σε­μνή βου­βή εκ­φρα­στι­κό­τη­τα της α­πό­στα­σης.

Α­φή­γη­ση, με φω­νές που η χροι­ά τους ντύ­νει συ­ναι­σθη­μα­τι­κά τα νο­ή­μα­τα και  ζων­τα­νεύ­ει τον λό­γο. Ο πα­πα-Κο­νό­μος που μέ­νει μό­νος ξαφ­νι­κά στον ε­δώ κό­σμο, η θυ­γα­τέ­ρα του Κουκ­κί­τσα που τέ­λει­ω­σε το λα­δά­κι της και έ­σβη­σε σαν καν­τη­λά­κι μπρο­στά σε κά­ποι­ο ει­κό­νι­σμα, οι γυ­ναί­κες του νη­σιού, ο μπαρ­μπα-Γι­ωρ­γός και η φύ­ση που τα πε­ρι­βάλ­λει ό­λα, ζων­τα­νεύ­ουν και α­πο­κτούν σχή­μα, όγ­κο και υ­πό­στα­ση, μέ­σα στην υ­πέ­ρο­χη μέ­θε­ξη της μου­σι­κής με την ει­κό­να, των ή­χων α­πό το κα­νο­νά­κι και τα κρου­στά με το χρώ­μα και τις φω­το­σκιά­σεις, της φαν­τα­σί­ας που συμ­πλη­ρώ­νει και ε­ξι­δα­νι­κεύ­ει, με την ι­στο­ρί­α που βή­μα-βή­μα σε κυ­κλώ­νει.

Βι­ώ­νεις μια αιφ­νί­δια κι α­νέλ­πι­στη κα­τά­στα­ση γι­ορ­τής και ψά­χνεις για τη ρα­χο­κο­κα­λιά της. Νο­μί­ζεις πως μπαί­νεις μέ­σα σε έ­να ό­νει­ρο ε­ρευ­νών­τας το μα­κρι­νό και ά­πια­στο, αλ­λά ταυ­τό­χρο­να αν­τι­λαμ­βά­νε­σαι πως ψη­λα­φάς ο­δυ­νη­ρές αν­τι­στοι­χί­ες, ξε­σκε­πά­ζεις α­πω­θη­μέ­νες α­πώ­λει­ες και γαν­τζώ­νε­σαι κι ε­σύ με μά­τια δι­α­σταλ­μέ­να στο στα­σί­δι του Ά­γι-Αν­τώ­νη. Ο πα­πα-Κο­νό­μος α­να­ζη­τά την Κουκ­κί­τσα του. Α­να­ζη­τά την α­λή­θεια, στην ο­πτα­σί­α που α­νά­βει τα καν­τή­λια στο ξω­κλή­σι και στο­λί­ζει με λου­λού­δια και θυ­μί­α­μα τα ει­κο­νί­σμα­τα. Εί­ναι πα­ραί­σθη­ση που ξε­γε­λά τους μο­να­χι­κούς ή Ψυ­χή α­γί­α που πε­ρι­βε­βλη­μέ­νη α­πό θεί­α Χά­ρη, α­πο­χαι­ρε­τά τα α­γα­πη­μέ­να μέ­ρη και τον γλυ­κύ­τα­το ι­ε­ρέ­α- πα­τέ­ρα της;

Η πα­τρι­κή καρ­διά γνω­ρί­ζει βα­θιά μέ­σα της την α­λή­θεια. Μό­νο η α­γά­πη έ­χει τη δύ­να­μη να ξε­περ­νά τα σύ­νο­ρα της ύ­λης, να ε­πα­νέρ­χε­ται δι­α­κρι­τι­κά για να α­πα­λύ­νει τον πό­νο και να ε­πι­βε­βαι­ώ­νει πως ο θά­να­τος εί­ναι χα­ρά α­να­στά­σι­μη, πως χω­ρι­σμός δεν υ­πάρ­χει για ε­κεί­νους που κοι­νω­νούν.

Ό­ταν έ­να τα­πει­νό δι­ή­γη­μα, με­τα­τρέ­πε­ται σε πλού­σια και πρω­τό­τυ­πη θε­α­τρι­κή πα­ρου­σί­α­ση που α­να­δει­κνύ­ει ό­λη την πνευ­μα­τι­κό­τη­τα του, πέ­ρα α­πό τα μέ­σα και την τε­χνο­λο­γί­α που υ­πο­στη­ρί­ζουν την προ­σπά­θεια, εί­ναι έκ­δη­λη η α­νά­λο­γη δι­ά­θε­ση (με­ρά­κι), η ε­πί­μο­νη δου­λειά και κυ­ρί­ως το τα­λέν­το ό­λων ό­σων συ­νερ­γά­στη­καν στο πνευ­μα­τι­κό αυ­τό μνη­μό­συ­νο.

Έ­να μνη­μό­συ­νο α­γά­πης για τον πα­πα-Κο­νό­μο, για τον Α­λέ­ξαν­δρο Μω­ρα­ϊ­τί­δη που τον γέν­νη­σε, για τον μο­να­χό Αν­δρό­νι­κο που ευ­τύ­χη­σε να κοι­μη­θεί με το αγ­γε­λι­κό σχή­μα!

Σε μας, μέ­νει η βα­θιά αί­σθη­ση της ψυ­χι­κής συμ­με­το­χής στο γε­γο­νός και ο α­πό­η­χος της ευ­χής και προ­τρο­πής της Κουκ­κί­τσας: «Σώ­ζε­σθε!»

 Μ. Ψ.



5/5/12

ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ !

 
         
Ο φί­λος και συ­νο­δοι­πό­ρος πρωτοπρεσβύτερος Βα­σί­λει­ος Χρι­στο­δού­λου, έ­γρα­ψε έ­να βι­βλί­ο -  πε­ρίσ­σευ­μα καρ­διάς - με α­φορ­μή το συ­να­πάν­τη­μά του με έ­ναν άν­θρω­πο του Θε­ού, έ­ναν α­πλό στην βιοτή και πλούσιο στην ψυχή πο­λιό ι­ε­ρέ­α α­πό την ε­παρ­χί­α, τον μακαριστό πλέον π. Κων­σταν­τί­νο Σκόν­δρα, ε­φη­μέ­ριο ε­πί δε­κα­ε­τί­ες στην τα­πει­νή Κά­τω Πο­τα­μιά Γρα­νί­τσης Ευ­ρυ­τα­νί­ας.

Με­τά την κοί­μη­ση του δι­καί­ου, λί­γο με­τά την κη­δεί­α, ε­κεί στα ψη­λά βου­νά ό­που α­πέ­ριτ­τα ε­τά­φη ο γέροντας, ο π. Βα­σί­λει­ος εμ­πνεύ­στη­κε κι έ­γρα­ψε έ­να ποι­η­τι­κό κεί­με­νο που δεν εί­ναι συ­να­ξά­ρι, αλ­λά κα­τά­θε­ση καρ­διάς. Μέ­σα α­πό την ζω­ή τού “παπ­πού”, πα­ρου­σιά­ζει τον δι­κό του στο­χα­σμό για τον κό­σμο και τον Θε­ό. 

Δι­α­βά­στε το "Συ­να­πάν­τη­μα στη δύ­ση", για να ω­φε­λη­θεί­τε πνευ­μα­τι­κά με έ­ναν λό­γο δι­α­φο­ρε­τι­κό α­πό τον συ­νη­θι­σμέ­νο μα και για να ξε­φύ­γε­τε α­πο την πα­ρα­φρο­σύ­νη που ε­πι­κρα­τεί γύ­ρω μας - και θα κο­ρυ­φω­θεί τις ε­πό­με­νες μέ­ρες - ο­ρα­μα­τι­ζό­με­νοι την Βα­σι­λεί­α του Θε­ού.

Εκδόσεις ΑΘΩΣ, σελίδες 134, τιμή 5 .