30/5/11

Τί κά­νεις, άν­θρω­πε μου;


 
 Τί κά­νεις, άν­θρω­πε μου; Ζη­τάς α­πό το Θε­ό να σε σπλα­χνι­στεί, κι ε­σύ κα­τα­ρι­έ­σαι τον άλ­λο; Μη γε­λι­έ­σαι. Αν δεν συγ­χω­ρή­σεις, δεν θα συγ­χω­ρη­θείς. Το ξέρεις!


Και ό­μως, ό­χι μό­νο δεν συγ­χω­ρείς, αλ­λά πα­ρα­κα­λάς και το Θε­ό να μη συγ­χω­ρή­σει! Αν, ό­μως, δεν συγ­χω­ρεί­ται ε­κεί­νος που δεν συγ­χω­ρεί, πώς θα συγ­χω­ρη­θεί ε­κεί­νος, που και τον Κύ­ριο πα­ρα­κα­λά­ει να μη συγ­χω­ρή­σει; Αν εί­ναι κα­κό να έ­χεις ε­χθρούς, σκέ­ψου πό­σο χει­ρό­τε­ρο εί­ναι να τους κα­τη­γο­ρείς και να τους κα­τα­ρι­έ­σαι. Ε­σύ πρέ­πει να δώ­σεις λό­γο για το ό­τι έ­χεις ε­χθρούς, και κα­τη­γο­ρείς ε­κεί­νους; 

 
Πώς θα σου δώ­σει ά­φε­ση ο Θε­ός, ό­ταν Του ζη­τάς να βλά­ψει άλ­λους, την ώ­ρα που Τον πα­ρα­κα­λείς για τα δι­κά σου α­μαρ­τή­μα­τα κι έ­χεις α­νάγ­κη α­πό με­γά­λο έ­λε­ος; Ό­ταν μά­λι­στα, προ­σεύ­χε­σαι για τον ε­αυ­τό σου, γυ­ρί­ζεις τη μα­τιά σου δε­ξιά κι α­ρι­στε­ρά, χα­σμου­ρι­έ­σαι και φέρ­νεις στο νου σου χί­λιους δυ­ο λο­γι­σμούς. Ό­ταν, ό­μως, προ­σεύ­χε­σαι ε­ναν­τί­ον των ε­χθρών σου, το κά­νεις με με­γά­λη αυ­το­συγ­κέν­τρω­ση και δια­ύγεια σκέ­ψε­ως. Γνω­ρί­ζει, βλέ­πεις, ο δι­ά­βο­λος πως, ό­ταν ζη­τά­με το κα­κό των άλ­λων, στρέ­φου­με το ξί­φος ε­ναν­τί­ον μας, γι’ αυ­τό τό­τε δεν δια­σπά την προ­σο­χή μας και δεν τρα­βά­ει το νου μας ε­δώ κι ε­κεί.



 Ξέ­χα­σε, λοι­πόν, τις ξέ­νες α­μαρ­τί­ες, για να ξε­χά­σει και ο Κύ­ριος τις δι­κές σου. Για­τί αν πεις, “Τι­μώ­ρη­σε τον ε­χθρό μου”, έ­κλει­σες το στό­μα σου. Έ­χα­σε πια η γλώσ­σα σου το δι­καί­ω­μα να μι­λά­ει στο Θε­ό. Πρώ­τα-πρώ­τα ε­πει­δή ε­ξαρ­χής Τον πα­ρόρ­γι­σες, κι υ­στέ­ρα ε­πει­δή ζη­τάς πράγ­μα­τα που εί­ναι αν­τί­θε­τα στον ί­διο το χα­ρα­κτή­ρα της προ­σευ­χής. Α­φού, δη­λα­δή, προ­σέρ­χε­σαι για να ζη­τή­σεις συγ­χώ­ρη­ση α­μαρ­τη­μά­των, πώς μι­λάς για τι­μω­ρί­α; Το αν­τί­θε­το έ­πρε­πε να κά­νεις, να πα­ρα­κα­λάς για τους άλ­λους, ώ­στε στη συ­νέ­χεια να πα­ρα­κα­λέ­σεις με παρ­ρη­σί­α και για τον ε­αυ­τό σου.

Αν προ­σευ­χη­θείς για τους συ­ναν­θρώ­πους σου, τα πέ­τυ­χες ό­λα, έ­στω κι αν δεν πεις το πα­ρα­μι­κρό για τις δι­κές σου α­μαρ­τί­ες.

 Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος 

26/5/11

Η ΤΡΙΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ...




Ἁγ. Γρηγορίου Θεολόγου

Δν εναι μόνο ατ γέννηση
τν καημένων τν νθρώπων
πο ρχεται π σάρκα κααμα.
φο εναι θνητοπο γεννιονται δ
κα πεθαίνουν τόσο γρήγορα·
ατ εναι βέβαια πρώτη.

πειτα εναι τ βάπτισμα το
γίου Πνεύματος .
ταν τ φς Του κατεβαίνει
στος βαπτιζόμενους ν δατι.

τρίτη πάλι μς γενν
πτ δάκρυα κα τος πόνους μας .
πο καθαρίζουν τν εκόνα μας
π τος σπίλους τς φαυλότητας.

Στν μι γεννιέσαι π’ τος
πατέρες σου .
στν λλη γίνεσαι παιδ Θεο
στν τρίτη διος εσαι γεννήτορας .
 σο ζωή σου κολουθε τ γιο φς.


* Gregorius Nazianzen,  
TLG, Carmina quae spectant at alios (062) Occurrence 2: page 1498, line 12.



24/5/11

ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΤΑ ΜΕΓΑΛΑ...







Να τα προσέχεις τα μεγάλα κομποσχοίνια!

Όλα τα μεγάλα να τα προσέχεις!

Τα μεγάλα λόγια,

τα μεγάλα δώρα,

τις μεγάλες ευχές,

τις μεγάλες μετάνοιες,

τους μεγάλους κανόνες,

- πλην του ενός εκείνου, του Ανδρέου Κρήτης -

τις μεγάλες ευλάβειες,

τις μεγάλες αρετές.

Και πριν απ' όλα,

και πάνω απ' όλα,

τις μεγάλες σιγουριές!

Από το βιβλίο"Μετά βαθυτάτης υποκλίσεως. Ποιητικά τολμήματα",  του Μητροπολίτου Προικοννήσου κ. Ιωσήφ,
(έκδ. Επτάλοφος, Αθήνα 2010, σελίδες 144).
 

20/5/11

ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΠΑΡΑΛΥΤΟΙ...


Απομαγνητοφωνημένο κήρυγμα του π. Χριστόδουλου Μπίθα, 
στον Ι. Ναό Αγ. Παρασκευής Λευκάδος.

Ένα μήνα πριν το Πάσχα κατά την εορτή του Πουρίμ, δηλαδή  της μνήμης της σωτηρίας των Εβραίων από το διάταγμα εξόντωσής τους  από του Πέρσες, εισήλθε ο Κύριος στα Ιεροσόλυμα από την πύλη την λεγομένη προβατική. Λεγόταν έτσι γιατί ήταν η πύλη, απ’ όπου έβαζαν τα πρόβατα εκείνα που προορίζονταν για τις θυσίες στο θυσιαστήριο. Ήταν εκεί, λοιπόν, κοντά στην πύλη αυτή την Προβατική, μια δεξαμενή που λεγόταν Βηθεσδά, που σημαίνει «το σπίτι του ελέους». Και εκεί υπήρχε μια παλιά εβραϊκή παράδοση, ότι όταν ταραζόταν το νερό, κάποια στιγμή από άγγελο Κυρίου (έτσι έλεγε η παράδοση) όποιος προλάβαινε κι έπεφτε μέσα πρώτος θεραπευόταν. 

Ο Κύριος λοιπόν περνά από εκεί. Φανταζόμαστε το θέαμα. Ένα σωρό άνθρωποι, σακάτηδες, τυφλοί, αναγκεμένοι, σέρνονται γύρω από το στηθαίο της δεξαμενής και ανάμεσα σ’ όλους αυτούς ο Κύριος εστιάζει σ’ ένα πρόσωπο. Ο Κύριος που καταλαβαίνει τις ψυχές όλων μας, βλέπει έναν άνθρωπο που είναι διαφορετικός από όλους εκείνους που απευθυνόταν συνήθως στα άλλα θαύματα που έκανε. Ένας παράλυτος 38 χρόνια βρισκόταν εκεί και δεν είχε βρει ποτέ κανένα να τον ρίξει μέσα στην δεξαμενή. Ο ίδιος ήταν δύσκολο να κινηθεί. Πριν προλάβει, λοιπόν, να πει τίποτα εκείνος στον Χριστό (μάλλον δεν σκόπευε) γυρνάει ο Κύριος, τον κοιτάει στα μάτια, και του λέει: «θέλεις να θεραπευτείς;». Εκείνος αρχίζει τα παρακάλια. «Τόσα χρόνια είμαι εδώ και δεν βρέθηκε ένας άνθρωπος να με ρίξει μέσα». 

Αυτός ο άνθρωπος ο παράλυτος, μας φέρνει κατευθείαν στο νου τον παράλυτο της άλλης διηγήσεως του Ευαγγελίου. Ας το θυμηθούμε γιατί έχει σημασία. Ήταν ο Κύριος στην Καπερναούμ, σ’ ένα σπίτι και φορείο με έναν παράλυτο. Κι ήταν τόσο μεγάλη η αγάπη τους γι’ αυτόν τον άνθρωπο που γκρέμισαν, επειδή δεν μπορούσαν να μπουν, την στέγη του σπιτιού και τον κατέβασαν μέσα. Και βλέποντας την πίστη τους στον Θεό και την αγάπη τους στον φίλο τους είπε ο Ιησούς στον παράλυτο «Σού συγχωρούνται οι αμαρτίες σου».

Ας κοιτάξουμε την διαφορά. Στην μία διήγηση κάποιος που αγαπάει και αγαπιέται. Η αυτοθυσία, η αλληλεγγύη, η αγάπη των ανθρώπων των δικών του τον οδηγούν στο θαύμα. Ένας άνθρωπος άξιος να αγαπήσει και να αγαπηθεί δεν χρειάζεται να πει τίποτε άλλο. Είναι μέσα σε κοινωνία με τον Θεό και η θεραπεία γίνεται αμέσως.

Σήμερα, σε αυτή την περικοπή που ακούσαμε, έχουμε έναν άνθρωπο που ισχυρίζεται ότι 38 χρόνια δεν βρέθηκε κανείς να τον ρίξει μέσα. Είναι δυνατόν;  Είναι δυνατόν να μην βρεθεί ούτε ένας να σε ρίξει μέσα; Εδώ έχουμε ένα θαύμα διαφορετικό από άλλα. Συνήθως τον πλησιάζει ένας άντρας, μια γυναίκα με παρρησία και λένε «πιστεύω ότι είσαι ο Υιός του Δαυίδ, σώσε με». Εδώ δεν λέει κουβέντα. Ο Κύριος τον καταλαβαίνει. 

Τι συμβαίνει μ’ αυτόν τον άνθρωπο, μ’ αυτόν τον παράλυτο; Αυτός ο άνθρωπος δεν είχε αγάπη καθόλου. Δεν έβρισκε ούτε καν έναν άνθρωπο να συνδεθεί μαζί του, να πάει να περιμένει, να τον βοηθήσει. Οι άλλοι γκρέμισαν μια στέγη για να βάλουν τον αγαπημένο τους. Εδώ δεν βρέθηκε ούτε ένας να κάθεται λίγο μαζί του να του κάνει παρέα. Τι συνέβαινε με αυτόν τον άνθρωπο; Ήταν βυθισμένος στην μοναξιά του. Προφανώς μπορούμε να υποθέσουμε ότι τις μέρες που πέρναγαν μέσα στα χρόνια γκρίνιαζε, φώναζε, μουρμούραγε, τα ’χε με όλους, τους κατηγορούσε. 

Και μας έρχεται στον νου ποιος άλλος; Ο εαυτός μας. Που καθώς περνάει ο χρόνος, παράλυτοι εμείς από την αμαρτία, σιγά-σιγά χάνουμε την πίστη μας στην αγάπη. Αποτυγχάνουμε. Χάνουμε φίλους, χάνουμε παρέες. Μπορεί να χωρίσουμε. Μπορεί να έχουμε μια επαγγελματική αποτυχία. Κλεινόμαστε στον εαυτό μας, ειδικά σ’ αυτούς τους καιρούς τους περίεργους και αφιλόξενους. Κλεινόμαστε στον εαυτό μας. Και αρχίζουμε κι εμείς αυτά που λέγαν και οι προηγούμενοι. Δεν υπάρχει αγάπη, δεν υπάρχει φιλία, δεν υπάρχουν αξίες, τον εαυτό σου να κοιτάς. Και καθώς τα λέμε αυτά, όλο και περισσότερο κλεινόμαστε στον εαυτό μας. Τι θλιβερό που είναι άνθρωποι να τερματίζουν την ζωή τους και να μην έχουν ούτε ένα φίλο. Και χειρότερο από αυτό. Να μην τους αγαπούν οι συγγενείς τους και πάντα να φταιν οι άλλοι. Πάντα να φταιν οι άλλοι, ποτέ οι ίδιοι.

Ο Κύριος αφού κάνει την θεραπεία σ’ αυτόν τον άνθρωπο που θέλησε να τον ξεχωρίσει, όχι γιατί κατάλαβε ότι ήταν προφήτης, ότι ήταν δάσκαλος, ότι ήταν Μεσσίας, αλλά τον ξεχώρισε γιατί ήταν τόσο πολύ δυστυχισμένος, μα τόσο πολύ δυστυχισμένος, που όλους τους είχε διώξει από κοντά του. Όταν τον θεραπεύσει και αυτός μέσα από την χαρά της θεραπείας του σηκωθεί πάνω (ας το σκεφτούμε αυτό πως είναι να είσαι καθηλωμένος χρόνια ολόκληρα και να σηκώνεσαι πάνω), όταν σηκώνεται πάνω και αρχίζει να ζητωκραυγάζει του λέει «πήγαινε και μην ξανακάνεις τα ίδια, γιατί τότε θα ’ναι χειρότερα. Μην ξανααμαρτήσεις». Αυτή ήταν η αμαρτία του. Είχε ξεχάσει τι θα πει αγάπη. Άρα είχε ξεχάσει τι θα πει Θεός. Άρα είχε ξεχάσει τι θα πει πλησίον και συνάνθρωπος. Άρα ένοιωθε μια σκοτεινιά τεράστια μέσα στην ψυχή του. 

Πόσους ανθρώπους δεν ξέρουμε που είναι έτσι; Μπορεί να έχουν χρήματα, να έχουν κοινωνική καταξίωση, να έχουν καθωσπρεπισμό κι όμως είναι βυθισμένοι σ’ ένα σκοτάδι. Κάποιος απαισιόδοξος θα έλεγε ότι οι περισσότεροι άνθρωποι έτσι είμαστε. Κάποιος αισιόδοξος θα έλεγε ότι είμαστε έτσι αλλά μπορεί να το καταλαβαίνουμε. Η πραγματικότητα της κοινωνίας, ειδικά στις μεγάλες πόλεις, μας θυμίζει πάρα πολύ την σημερινή περικοπή. Άνθρωποι παράλυτοι ψυχικά, ηθικά, από τις αξίες. Που όλη την ώρα λένε «αν είχα κάποιον να με βοηθήσει τότε μπορεί να άλλαζα. Αν υπήρχε Θεός και μου εμφανιζόταν και μου ’κανε ένα θαύμα, τότε μπορεί να άλλαζα». Αν, αν, αν… και εν τω μεταξύ πάντα φταίνε οι άλλοι.

Κι όπως λέει εκείνο το τραγουδάκι το ωραίο: «πάντα γι’ άλλους μιλάμε». Ποτέ για τον εαυτό μας. Πρόθυμοι να κουτσομπολέψουμε, να κατηγορήσουμε, να οικτίρουμε τον οποιονδήποτε. Φτάνει να μην μας πουν τίποτα για τον εαυτό μας. Όταν μας πουν κάτι θυμώνουμε, παρεξηγιόμαστε, βρίζουμε, έχουμε όλες τις δικαιολογίες του κόσμου. Κανείς δεν έχει δικαιολογία παρά μόνο εμείς. Έτσι κάνουμε. Κι όσο μεγαλώνουμε χειρότεροι γινόμαστε.

Ποια είναι η ελπίδα λοιπόν; Η ελπίδα είναι το παράδειγμα του άλλου παραλυτικού. Η ελπίδα είναι ότι όταν ο άνθρωπος αποφασίσει να πει ένα όχι σε αυτή την πεπτωκυία φύση, την χοϊκή, την χωμάτινη που μας τραβάει προς τα κάτω, που θέλει να μας κλείσει στον εαυτό μας, όταν αποφασίσει ότι πρέπει να αγαπήσει ακόμα κι αν η φύση του, η αμαρτία του του λέει το αντίθετο, όταν αποφασίσει ότι πρέπει να συγχωρήσει, όταν αποφασίσει ότι δεν πρέπει να κατακρίνει, τότε έρχεται η χάρις του Θεού και αναπληρώνει αυτά που φαίνονται αδύνατα για μας. 

Έτσι, λοιπόν, όπως μάθαμε σε αυτή την μικρή και όμορφη ενορία της πόλης της Λευκάδος, πριν από χρόνια έγινε ένα θαύμα την ημέρα της αγίας Βαρβάρας. Μετατέθηκε η εορτή του θαύματος για την σημερινή ημέρα, επειδή έβρεχε συνήθως την ημέρα της αγίας Βαρβάρας, για να μπορεί να γίνεται η λιτανεία, να χαίρεται ο λαός, να συμμετέχει και να δοξολογεί, επειδή ακριβώς είναι τόσο μεγάλο το πρόβλημα από τις ασθένειες αυτές τις μολυσματικές, όπως ήταν τότε η ευλογιά. Τώρα τα ’χουμε ξεχάσει, μ’ ένα χαπάκι μπορούμε πολλά να διορθώνουμε και με την πρόοδο της ιατρικής, αλλά τότε οι άνθρωποι υπέφεραν πάρα πολύ. Κι η μοναδική παρηγοριά που είχαν ήταν η λιτανεία, η παράκληση στον Κύριο. Έγινε ένα θαύμα, λοιπόν, όπως διηγούνται οι παλιοί. Και δοξάζεται ο Θεός για αυτή την θαυματουργική επέμβασή Του.

Μόνο ας σκεφτούμε, καθώς εορτάζουμε το θαύμα. Από κείνους όλους τους ανθρώπους που, είτε θεραπεύτηκαν, ή γλίτωσαν από τον θάνατο πόσοι άραγε δοξολόγησαν με την ίδιά τους την ζωή; Ας θυμηθούμε εκείνη την διήγηση με τους λεπρούς. Δέκα θεραπεύτηκαν οι άλλοι εννιά που πήγαν; λέει ο Κύριος. Από κείνους τους ανθρώπους τους καλούς που θεραπεύτηκαν, που γλίτωσαν πόσοι άραγε αναγνώρισαν πέρα από τα πανηγύρια μια φορά τον χρόνο κι ίσως ένα τάμα, πόσοι αναγνώρισαν το θαύμα στη ζωή τους, ούτως ώστε να αλλάξει η ζωή τους, να προχωρήσουν προς τον Θεό, να πιστέψουν στο Ευαγγέλιο, να αρχίσουν να ζουν στην εκκλησία των μυστηρίων, να πάψουν να βλέπουν τυπικά την εκκλησία, να πάψουν να κατηγορούν τους άλλους, να κατηγορούν τους επισκόπους, τους ιερείς κι έτσι οι ίδιοι να συνεχίζουν να κάνουν τα δικά τους. Πόσοι άραγε; Μόνο ο Θεός το ξέρει.

Είμαστε σίγουροι όμως ότι απ’ όλους εκείνους τους ανθρώπους που ευεργετήθηκαν τότε θα υπήρξαν άνθρωποι που θα κατάλαβαν το σημαντικότερο. Αυτό που καλείται ο καθένας μας να αναγνωρίσει. Ότι το θαύμα δεν είναι κάτι που γίνεται απέξω μας, για να μας λύσει ένα θέμα, μια αρρώστια, μια αποτυχία. Το θαύμα αρχίζει και το ζει ο άνθρωπος όταν αφιερώσει την ζωή του στον Θεό. Προσέξτε, όταν λέμε να αφιερώσει, δεν εννοούμε να γίνει μοναχός, ιερέας ή ο,τιδήποτε άλλο. Αυτό είναι κλίση. Να αφιερώσω, σημαίνει να βάλω ως κέντρο της ζωής μου τον Χριστό, να καταλάβω πως ζωή δίχως νόημα δεν είναι ζωή, ζωή δίχως αγάπη δεν είναι ζωή.

Αυτό είναι το κήρυγμα του ευαγγελίου. Δεν είναι οι νόμοι και οι κανόνες. Αυτά υπάρχουν απλώς να μας δείχνουν, όπως λέει ο απόστολος Παύλος, ποια είναι η αμαρτία μας. Ο νόμος του Θεού είναι η αγάπη. Μόνο αυτή μπορεί να σώσει τον κόσμο που αιματοκυλιέται καθημερινά σε πολέμους, σε εγκλήματα, σε ταραχές, καταστροφές.
Πως κατάντησε η Ελλάδα, το βλέπετε. Πώς κατάντησε! Εμείς που ζούμε στην κάποτε παλιά Αθήνα, που έλεγε το τραγουδάκι «διαμαντόπετρα στης γης το δαχτυλίδι», την βλέπουμε τώρα τσαλακωμένη, καταματωμένη, με το κέντρο της το όμορφο, με τα νεοκλασσικά κτήρια, με τα αγάλματα των ποιητών και των μεγάλων σοφών μουτζουρωμένα, μαυρισμένα, με σπασμένες τις προθήκες των καταστημάτων, με ανθρώπους να χτυπάει ο ένας τον άλλο και κανείς να μην ξέρει γιατί χτυπάει και ποιον χτυπάει.

Μόνο η αγάπη μπορεί να σώσει αυτό τον κόσμο. Όχι γιατί έχουμε στο μυαλό μας ουτοπίες ότι τάχα θα γίνει κάποτε κάποια χιλιετής βασιλεία ή κάποια χριστιανική δημοκρατία. Ο Χριστός το απέκλεισε αυτό. Ετούτος ο κόσμος θα τελειώσει έτσι όπως πορεύεται. Με τον άρχοντα του κόσμου τούτου, τον σατανά, να διαφεντεύει τις πληγές όλων των ανθρώπων που είναι παράλυτοι. Αλλά όπως λέει η αποκάλυψη (που δεν είναι ένα μελλοντολογικό βιβλίο αλλά είναι με έναν άλλο τρόπο ειπωμένο αυτό που λέει και το κατά Ιωάννην ευαγγέλιο και οι επιστολές της αγάπης του μαθητού της αγάπης Ιωάννου), όποιος συνταχθεί με το Αρνίον, με τον Χριστό θα σωθεί. Όποιος συντάσσεται με τον Χριστό δεν κινδυνεύει από τίποτα. Όποιος μετέχει των αγίων μυστηρίων και της Θείας Κοινωνίας, αλλά συνειδητά, όχι τυπικά, όχι εθιμοτυπικά.

Χριστιανοί πρέπει να γινόμαστε για να σωθούμε, για να νιώσουμε την χαρά. Όχι επειδή είμαστε Έλληνες ή ήταν οι πατεράδες μας ή οι μαμάδες μας. Χριστιανοί πρέπει να γινόμαστε γιατί καταλάβαμε ότι ο άνθρωπος ο παράλυτος δεν έχει μέλλον. Ότι ο άνθρωπος ο παράλυτος σε αυτή την ζωή θα ’ναι μόνος του και δεν θα βρίσκει ούτε έναν άνθρωπο να του συμπαρασταθεί. Και θα παρακαλεί και θα παρακαλεί και θα τα βάζει με όλους. Μόνο η αγάπη αδερφοί μου μπορεί να σώσει αυτό τον κόσμο. Μόνο ο Χριστός δηλαδή.

Έτσι, λοιπόν, κάθε φορά που βρισκόμαστε μπροστά στην ανάμνηση ενός θαύματος, συνεχώς δηλαδή, γιατί η εκκλησία μας κάθε μέρα την γιορτάζει την ανάμνηση του θαύματος, ας θυμόμαστε. Θαύμα κατά την ορθόδοξη θεολογία δεν είναι η έκτακτη υπερφυσική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Αλλά θαύμα πραγματικό είναι το να ζει ο άνθρωπος το θαύμα αυτό κάθε μέρα στην ζωή του. Να δοξάζει το πρωί που σηκώνεται και να λέει «Δόξα τω Θεώ, είναι θαύμα που ζω! Θα μπορούσα να ’χα πεθάνει». Να τρώει και να κάνει τον σταυρό του όχι τυπικά, αλλά να λέει «Δόξα τω Θεώ που έχω να φάω, έστω κι ένα καρβέλι ψωμί». Να τελειώνει το βράδυ και να λέει «Δόξα τω Θεώ που βγήκε η σημερινή ημέρα! Κι αν έκανα λάθη Θεέ μου σε παρακαλώ συγχώρεσέ με. Δόξα τω Θεώ για το δώρο της ζωής!»

Όταν και όσο ο άνθρωπος αρχίζει να αντιμετωπίζει την ζωή του σαν θαύμα, τότε συγκλονισμένος βλέπει χιλιάδες θαύματα να γίνονται γύρω του. Δεν χρειάζεται πια αποδείξεις. Δεν χρειάζεται να διαβάσει κανείς βιβλία με θαύματα. Το ζει το θαύμα. Γιατί ζει Κύριος ο Θεός. Ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω. Ο Θεός να είναι μαζί μας, να μας ευλογεί, να μας φωτίζει! Η Αγία Βαρβάρα και η Αγία Παρασκευή με τις πρεσβείες τους στον Κύριο να μας δυναμώνουν και να μας κάνουν να πορευόμαστε τον δρόμο Του! Αμήν!       

               

18/5/11

Η Μεγάλη Εβδομάδα κι εμείς...

Αργήσαμε λίγο, αλλά το δημοσιεύουμε γιατί αξίζει να το διαβάσετε...


 Ομιλία π. Β. Χ.

Ποιό μέτρο αναδεικνύει την μεγαλειότητα αυτής της εβδομάδος που αποκαλούμε Μεγάλη; Είναι το μέτρο της παρουσίας του Θεού. Ο Θεός καταφέρνει με έναν απερινόητο τρόπο να χωρέσει την ύπαρξή Του μέσα σε επτά ημερολογιακές ημέρες. Διανύοντας ο άνθρωπος τις ημέρες αυτές και αναλογιζόμενος αυτήν την Θεϊκή παρουσία, αρχίζει και αντιλαμβάνεται κάτι συγκλονιστικά αντινομικό, το πόσο μικρή τελικά είναι αυτή η εβδομάδα. Τα επτά εικοσιτετράωρα είναι ελάχιστα. Μεγάλος είναι ο Θεός, που καταφέρνει να αποκαλυφθεί μέσα σε χρόνο γήινο συνάμα και λειτουργικό. Ξέχειλες οι ημέρες από τον Θεό, όπως τα ποτήρια των διψασμένων, με τα οποία αχόρταγα θέλουν να ρουφήξουν νερό, να ξεδιψάσουν. Αχόρταγος και ο γήινος χρόνος, διψασμένος ο ανθρώπινος βίος θέλουν να πλημμυρίσουν Θεό. 


 Μέσα σ’ αυτήν την εβδομάδα λοιπόν εμπερικλείεται όλο το νόημα του κόσμου, φυλάγεται όλη  μας η ύπαρξη, διακυβεύεται η αιωνιότητά μας, αποφασίζουμε αν θα ζήσουμε η αν θα πεθάνουμε. Αν είναι έτσι τα πράγματα, ριγος καταλαμβάνει την ύπαρξή μου, όταν προσπαθώντας κάθε χρόνο να κοιτώ τον εαυτό μου καθισμένο μέσα στο άγιο Βήμα, με το βιβλιαράκι των ακολουθιών στο χερι μου, ακροώμενος τα ψαλλόμενα και ταυτόχρονα σεριανίζοντάς τα με την όρασή μου, μήπως τελειώσει η Μεγάλη Εβδομάδα και παραμείνω σαν ένας αμήχανος θεατής που δεν κατάλαβε τίποτα απ’ την παράσταση που μόλις τελείωσε, και το μόνο που του απέμεινε είναι το πρόγραμμα της εκδήλωσης στα χέρια του. 

Μεγάλη λοιπόν η εβδομάδα και το ζητούμενο απ’ τον άνθρωπο είναι να μπορέσει, σαν τις μέρες που δεν το καταφέρνουν και γι’ αυτό ξεχειλίζουν, να μπορέσει να βαστάξει την παρουσία του Θεού. Να μπορέσει να χωρέσει τον Θεό, να Τον περιχωρήσει, να Τον αγκαλιάσει, να Τον περικλείσει μέσα στην περιορισμένη ύπαρξή του. Ο Θεός δίνεται, σκορπίζεται με τρόπο αφειδώλευτο και ο άνθρωπος αποδεικνύεται ανίκανος να βαστάξει το βάρος ενός τέτοιου Θεού. Ασφυκτικά μικρός για να μπορέσει να χωρέσει το εκτόπισμα ενός Θεού, που αγαπά τρελά και παράφορα τον άνθρωπο, μέχρι θυσίας σταυρικής.


  Δεν αντέχει ο άνθρωπος έναν τέτοιο Θεό. Δεν ξέρει πως να διαχειριστεί την αγάπη, τον έρωτά Του. Δεν έμαθε ποτέ πως είναι να αγαπάς. Ευτέλισε την λέξη και τώρα που η Αγάπη τον προσεγγίζει, του κτυπά την πόρτα της καρδιάς, εκείνος το βάζει στα πόδια. Τρέχει πανικόβλητος να εξομολογηθεί τις τελευταίες μέρες, να απενοχοοποιηθεί, να προλάβει να νηστέψει λίγες μερούλες, να έρθει λαχανιάζοντας να κοινωνήσει κοπαδιαστά, στριμωγμένος μέσα στους πολλούς, νομίζοντας ότι δεν φαίνεται, ότι θα περάσει απαρατήρητος απ’ το πολιορκητικό βλέμμα του Θεού, για να μπορέσει έτσι να κοιμήσει την συνείδησή του, να μην μπει στην περιπέτεια να αγαπηθεί και να αγαπήσει, απλώς να βγάλει την ετήσια υποχρέωσή του. 



Η σημερινή ημέρα πάνω στα δύο πρόσωπα που πρωταγωνιστούν, - της πόρνης γυναίκας και του μαθητή Ιούδα- τα οποία μέσα στην υμνολογία παρουσιάζονται συνεχώς αντιπαραβαλλόμενα,  σμιλεύει ανάγλυφα όλα όσα προείπαμε.

Ο Θεός και στους δύο δίνεται με τρόπο χορταστικό, σπάταλο και αφειδώλευτο. Και στους δύο αποκαλύπτεται ως αγάπη. Στον μεν Ιούδα ως αγάπη επιλογής, τον επιλέγει, τον τιμά να είναι ένας απ’ τους δώδεκα φίλους Του, τους οικείους Του, τους εμπιστευτικά κοντινούς, Στην δε πόρνη γυναίκα δίνεται ως αγάπη υπαρκτική. Κτίζει δηλαδή την ύπαρξή της με επιθυμία ερωτική, Να επιθυμεί διακαώς να υπάρχει αγαπητικά, να είναι τρυφερή, εγκάρδια και φιλούσα. 



Στην πορεία της ζωής τους βλέπουμε το πως οι δύο αυτοί άνθρωποι διαχειρίστηκαν αυτόν τον Θεό, αυτό το δόσιμο του Θεού. Το ξεκίνημα διαχειρίσεως αυτής της αγάπης είναι ιλιγγιωδώς αντιθετικό. Ο μεν Ιούδας φαίνεται να προσεταιρίζεται τον Θεό, να Τον πλησιάζει, αποδεχόμενος το κάλεσμά Του. Γίνεται ένας απ’ τους δώδεκα, κινείται στον χώρο του Θεού. Η πόρνη γυναίκα απ’ την άλλη σπαταλάει γρήγορα αυτό το δόσιμο απομακρυνόμενη του Θεού. Διαστρέφει την αγάπη,  αυτή την παρακαταθήκη τρυφερότητας που της είχε δοθεί, την εξαντλεί στα όρια της σάρκας. Νομίζει ότι η αγάπη υπάρχει για να ταΐζει το «εγώ», να ικανοποιεί την ύπαρξη, και έτσι καταρρακώνεται στην εναλλαγή της απρόσωπης ηδονής. 



Στις κινήσεις ζωής των δύο αυτών υπάρξεων έρχεται να προστεθεί και μία τρίτη, η κίνηση του Θεού. Ο Θεός και στις δύο περιπτώσεις συνεχίζει να δίνεται, να προσφέρεται. Δεν τιμωρεί, δεν θυμώνει, δεν αναστέλλει το δόσιμό Του. Παραμένει προκλητικά εραστής, Νυμφίος μανικός του ανθρώπου. Η συγκλονίζουσα διαπίστωση είναι ότι, αυτό το δόσιμο του Θεού δεν είναι ανερχόμενο αλλά βαθμηδόν κατερχόμενο. Ο Θεός γνωρίζεται και προσφέρεται ταπεινούμενος, κενώνοντας την ύπαρξή Του. Κατρακυλά την κατηφόρα της απομάκρυνσης του ανθρώπου για να τον προλάβει. Κατρακυλά μέχρι σαρκώσεως, χλευασμού, θανάτου και σταυρού, έως του άδου.
Στην συνειδητοποίηση αυτού του τρόπου του Θεού είναι που αλλάζει το σκηνικό για τους δύο σημερινούς πρωταγωνιστές. Αρχίζει μία αντιθετική πορεία, απομάκρυνσης του ενός επιστροφής της άλλης.

Ο ιδιοτελής και πονηρός μαθητής δεν βάσταξε τον Θεό. Δεν άντεξε ένα Θεό να δίνεται. Υπήρξε στον χώρο του Θεού αλλά ποτέ στον τρόπο Του. Η συνειδητοποίηση από μέρους του ότι έχει μπροστά του έναν Θεό που δεν ανέρχεται σε δύναμη και δόξα, - άρα άχρηστο για την ιδιοτελή του ματιά, για τον εγωιστικό τρόπο ύπαρξής του - αλλά κατέρχεται σε ταπείνωση αγάπης, τον κάνει να προδόσει, να βυθιστεί στο σκότος «την χάριν αποβάλλεται και τω βορβόρω συμφύρεται» . Δεν ήταν απλά φιλάργυρος, ήταν πολύ μικρός για έναν τόσο μεγάλο Θεό!

Η πόρνη γυναίκα αγγίζει τα όρια της ανυπαρξίας της. Εξαντλημένη απ’ την κατασπατάληση της τρυφερότητάς της σε  εγωτικά κακέκτυπα ερώτων, ψηλαφά το μηδέν, ομολογεί σοκαριστικά το σκοτάδι της «Οίμοι! λέγουσα, ότι νυξ μοι υπάρχει, οίστρος άκολασίας, ζοφώδης τε και ασέληνος, έρως της αμαρτίας». Εκεί στο μηδέν και στο σκοτάδι, στον άδη της ανυπαρξίας της συναντά τον Θεό. Τον Θεό που αγαπώντας αμετανόητα κατεβαίνει στο μηδέν, μπαίνει στο σκοτάδι, γίνεται ένα καθημαγμένο τίποτα. Εκεί στον χώρο της αδυναμίας «την σην αισθομένην Θεότητα», Τον ερωτεύεται. Δηλαδή, γιγαντώνει την καρδιά της, ανοίγει την ύπαρξή της, γίνεται ικανή με την αγάπη, - μόνο με την αγάπη, όχι με καθήκοντα, με ευσεβισμούς, με σαρακοστιανές τσαπατσουλιές δήθεν ευλάβειας – να σηκώσει το βάρος ενός τόσο μεγάλου Θεού. Γι’ αυτό και δεν λέει τίποτα μόνο κάνει. Χύνει το μύρο σπάταλα και στην πράξη της αυτή χύνεται η ίδια ανενδοίαστα στην αγάπη και το έλεός Του. Λύνει τα πανέμορφα μαλλιά της και σπογγίζει τα πόδια Του. Λύνει τις αγκυλώσεις, τα «δήθεν» και τα «πρέπει», ο,τι την κρατά δέσμια στην φθορά, ξαναβρίσκει την δοσμένη και χαμένη τρυφερότητά της και μ’ αυτήν σπογγίζει στάλα στάλα την άγάπη Του, την συγχώρησή Του, το έλεός Του. 

Δεν ξέρουμε το όνομά σου, μα ούτε ακούσαμε και την λαλιά σου. Βλέποντας την τυπολατρεία και αδιαφορία να γιγαντώνονται παντού δίπλα μας, εύχομαι το απευκταίο, να μην είχα γεννηθεί μέσα στην Εκκλησία, να μην υπήρχα ως κλητός Του, ως ιερέας του, προνομιούχος της χάριτός Του, γιατί κάπως έτσι Τον χάσαμε, ως δεδομένο, ως ρουτίνα, ως φολκλόρ, αλλά να βυθιζόμουν στην πορνεία. Καλύτερα στο τίποτα, στην ανυπαρξία, μπας και κάποτε σε ερωτευόμουν...  


16/5/11

Ἀναγνώστης καθιστανέσθῳ...


"Ἀναγνώστης καθιστανέσθῳ πρῶτον δοκιμῇ δεδοκιμασμένος, μὴ γλωσσόκοπος, μὴ μέθυσος, μηδὲ γελωτολόγος∙ εὔτροπος, εὐπειθής, εὐγνώμων, ἐν ταῖς κυριακαῖς συνόδοις πρῶτος σύνδρομος, εὐήκοος, διηγηματικός, εἰδὼς ὅτι εὐαγγελιστοῦ τόπον ἐργάζεται" (Διαταγαί Κλήμεντος Ρώμης).


Χαρά για όλους μας κατά την εκδρομή στην όμορφη Λευκάδα, η χειροθεσία σε αναγνώστη που έκανε ο Σεβ. Λευκάδος Θεόφιλος στον  I.M. που διακονεί επικουρικά το ψαλτήρι μας. Φωνάξαμε "Άξιος" και δακρύσαμε, αφού όσα αναφέρει πιο πάνω το κείμενο του Κλήμεντος επισκόπου Ρώμης, ισχύουν ακριβώς για τον αδελφό μας.
Άξιος...



12/5/11

ΟΙ ΜΥΡΟΦΟΡΕΣ, ΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ ΚΙ ΕΜΕΙΣ...




 
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Χριστοδούλου Μπίθα,
στην Κυριακή των Μυροφόρων.

Εί­ναι εντυπωσιακό που στις δύ­σκο­λες στιγ­μές της ζω­ής μας οι χα­ρα­κτή­ρες μας και η ψυ­χο­σύν­θε­σή μας τό­σο πο­λύ φα­νε­ρώ­νε­ται, έ­τσι που να εκ­πλησ­σό­με­θα α­πό το πώς μπο­ρεί έ­νας άν­θρω­πος που μέ­χρι χθες φαι­νό­ταν ή­συ­χος ή δυναμικός να εί­ναι τώ­ρα πα­νι­κο­βλη­μέ­νος. Και από την άλλη κά­ποι­ος που φαι­νό­ταν να μην συμ­με­τέ­χει και πο­λύ σε ό­σα γί­νον­ται, να βγαί­νει μπρο­στά και να δο­ξά­ζε­ται. Αυ­τή την συγ­κε­κρι­μέ­νη η­μέ­ρα που ο Χρι­στός βρι­σκό­ταν στον τά­φο, ό­λοι ε­κεί­νοι που Του υ­πο­σχόν­του­σαν ό­τι θα πέ­σουν και στην φω­τιά για Ε­κεί­νον, ο Πέ­τρος, ο Θω­μάς, ο α­γα­πη­μέ­νος Του Ι­ω­άν­νης, κά­θον­ταν μέ­σα σε ένα σπί­τι και κλαί­γα­νε. Ένοιωθαν δι­α­λυ­μέ­νοι και δεν μπο­ρού­σαν να πι­στέ­ψουν ό­τι ό­λα τε­λεί­ω­σαν. Ό­τι ο δά­σκα­λος ή­ταν νε­κρός. Ό­τι ο προ­φή­της που εί­χαν α­κο­λου­θή­σει δεν υ­πήρ­χε πια. Κά­ποι­ες στιγ­μές μάλ­λον εί­χα­νε πι­στέ­ψει ό­τι εί­ναι ο Μεσ­σί­ας, ό­τι εί­ναι ο Θε­ός. Ύ­στε­ρα, αυ­τό που εί­δαν τα μά­τια τους, τον Κύριό τους σταυρωμένο κι άψυχο, τους α­πο­γο­ή­τευ­σε. 


 Και κα­θώς αυ­τοί έκλαιγα­ν, δυ­ο άλ­λοι, α­πό τους κρυ­φούς μα­θη­τές, δύ­ο ε­πι­φα­νή μέ­λη της ε­βρα­ϊ­κής κοι­νω­νί­ας, ο Ι­ω­σήφ ο α­πό Α­ρι­μα­θαί­ας και ο Νι­κό­δη­μος - αυ­τός που ο­νο­μά­στη­κε νυ­χτε­ρι­νός μα­θη­τής του Κυ­ρί­ου για­τί τον συναντούσε κρυ­φά, για τον φό­βο προ­φα­νώς των άλ­λων Φα­ρι­σαί­ων - αυ­τοί οι δύ­ο βγαί­νουν μπρο­στά, γί­νον­ται ρε­ζί­λι θα λέ­γα­με με α­πλά λό­για, μπρο­στά στα μά­τια των ο­μο­ε­θνών τους αυτοί που ή­ταν σπου­δαί­οι και τρα­νοί σε μια κοι­νω­νί­α που εί­χαν ε­ξέ­χου­σες θέ­σεις. Ζητούν α­πό έ­ναν ρω­μαί­ο δι­οι­κη­τή το σώ­μα του νε­κρού δα­σκά­λου τους. Ε­κεί­νη η στιγ­μή γι’ αυ­τούς τους δύ­ο εί­ναι στιγ­μή πα­λι­κα­ριάς. Ο­ρια­κή στιγ­μή, λε­βεν­τιάς. Οι μα­θη­τές οι α­γα­πη­μέ­νοι, κρυμ­μέ­νοι. Κι αυ­τοί ε­κτί­θεν­ται, βγαί­νουν μπρο­στά και δεν τους νοιά­ζει τί­πο­τα.

Κι αυ­τοί δεν έ­χουν κα­τα­λά­βει ό­τι ο δά­σκα­λος ή­ταν ο Μεσ­σί­ας. Ό­μως ε­κεί­νη τη στιγ­μή νι­ώ­θουν την α­νάγ­κη ε­πι­τέ­λους να φα­νε­ρω­θού­ν. Τό­σο και­ρό που ο δά­σκα­λος ή­ταν ζων­τα­νός και δί­δα­σκε κρυ­βόν­του­σαν. Ό­ταν πέ­θα­νε ένοιωσαν ό­τι έ­πρε­πε να κά­νουν το χρέ­ος τους. Α­φού κα­νείς δεν πά­ει, θα πά­με ε­μείς. Α­φού έ­χου­με την δυ­να­τό­τη­τα να χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με την ι­δι­ό­τη­τά μας, θα το κά­νου­με. Δεν μας νοιά­ζει α­πο­λύ­τως τί­πο­τα πια. Ε­μείς Τον α­γα­πή­σα­με πο­λύ.

 
            Α­πό κον­τά και οι γυ­ναί­κες. Ό­λες αυ­τές οι γυ­ναί­κες που Τον α­κο­λου­θού­σαν ως μα­θή­τρι­ες. Αυ­τές που ξέ­ρου­με και οι άλ­λες, οι α­νώ­νυ­μες που δεν θα μά­θου­με πο­τέ, αλ­λά που ζουν σε κοι­νω­νί­α με τον Θε­ό αιώνια. Παίρ­νουν μια α­πό­φα­ση. Να πά­νε στον τά­φο να κά­νουν τα πρέποντα σ’ έ­ναν νε­κρό. Οι μα­θη­τές δεν α­κο­λου­θούν. Θα μπο­ρού­σε κά­ποι­ος να πει: «αυ­τά εί­ναι γυ­ναι­κεί­ες δου­λει­ές, δεν πά­νε οι άν­τρες». Δεν εί­ναι έ­τσι. Όποι­ος έ­χει χά­σει έ­να α­γα­πη­μέ­νο του πρό­σω­πο, ξέ­ρει πο­λύ κα­λά πόσο α­νάγ­κη έχει να πά­ει στο μνή­μα, να κά­τσει δί­πλα, πα­λεύ­ον­τας μέ­σα του με την σκέ­ψη ό­τι αυ­τός που α­γα­πού­σε δεν υ­πάρ­χει πια κι ό­τι πι­θα­νόν να ζει στην Βα­σι­λεί­α των Ου­ρα­νών. Πάν­τως θέ­λει να εί­ναι ε­κεί. Πό­σο μάλ­λον ό­ταν μπο­ρείς να τον αγ­γί­ξεις σα­βα­νω­μέ­νο. Να κλά­ψεις πά­νω α­πό το νε­κρό σώ­μα του. 

Οι μα­θη­τές, λοι­πόν, φο­βι­σμέ­νοι. Οι κρυ­φοί μα­θη­τές φα­νε­ρω­μέ­νοι. Και οι γυ­ναί­κες στο μνη­μεί­ο. Πως φα­νε­ρώ­νον­ται οι χα­ρα­κτή­ρες κι οι ψυ­χο­συν­θέ­σεις! Ο συ­ναι­σθη­μα­τι­σμός των γυ­ναι­κών τις κά­νει ν’ α­φή­σουν τον ορ­θο­λο­γι­σμό στην ά­κρη «πέ­θα­νε πια, πά­ει πια, τώ­ρα μπο­ρεί και να μας πιά­σουν, τώ­ρα χα­θή­κα­με». Και να πού­ν: «Θα πά­με. Ε­μείς Τον α­γα­πή­σα­με. Πρέ­πει να κά­νου­με ό­λα αυ­τά τα χρει­α­ζού­με­να, να α­πο­δώ­σου­με τις τι­μές. Να τον αγ­γί­ξου­με λί­γο, έ­στω και νε­κρό». 

 
Πα­λεύ­ει ο άν­θρω­πος α­νά­με­σα στο συ­ναί­σθη­μα και τον ορ­θο­λο­γι­σμό σ’ ό­λη του την ζω­ή. Δεν εί­ναι μό­νο οι γυ­ναί­κες και οι άν­τρες. Εί­ναι και οι χα­ρα­κτή­ρες. Υ­πάρ­χουν άν­τρες συ­ναι­σθη­μα­τι­κοί και υ­πάρ­χουν και γυ­ναί­κες που έ­χου­νε πο­λύ έν­το­νο ορ­θο­λο­γι­σμό. Κι ο κα­θέ­νας νο­μί­ζει ό­τι η κό­σμος εί­ναι ό­πως ε­κεί­νος τον βλέ­πει. «Το θέαμα κείται κατά τον θεατήν». Ό­μως κά­που αλ­λού εί­ναι η α­λή­θεια. Πάν­τα η α­λή­θεια βρίσκεται στην α­ρε­τή. Στην με­σό­τη­τα. Σ’ αυ­τό που ο­δη­γεί στον Θε­ό. Σ’ αυ­τό που μας φέρ­νει κον­τά στους αν­θρώ­πους.

Ο­χυ­ρώ­νον­ται οι συ­ναι­σθη­μα­τι­κοί άν­θρω­ποι πί­σω α­πό τον συ­ναι­σθη­μα­τι­σμό τους. Πολ­λές φο­ρές πί­σω α­πό τον υ­πέρ-συ­ναι­σθη­μα­τι­σμό τους. Κι όταν παχίζουν ν΄ α­γα­πήσουν, ε­νώ εί­ναι ι­κα­νοί για το κα­λύ­τε­ρο, κά­νουν το χει­ρό­τε­ρο. Μπερ­δεύ­ον­ται, θυ­μώ­νουν, ε­κνευ­ρί­ζον­ται, πειράζονται, πα­ρε­ξη­γούν­ται.
Ο­χυ­ρώ­νον­ται οι πιο λο­γι­κοί άν­θρω­ποι πί­σω α­πό τον ορ­θο­λο­γι­σμό τους: «Δεν χρει­ά­ζον­ται πολ­λά-πολ­λά, ού­τε πολ­λές συγ­κι­νή­σεις. Δεν μπο­ρώ να ε­κτί­θε­μαι, ε­γώ εί­μαι λο­γι­κός άν­θρω­πος». Και τις πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές και αυ­τό το προ­τέ­ρη­μα χά­νε­ται μέ­σα στο ε­λάτ­τω­μά του.

Ού­τε το έ­να, ού­τε το άλ­λο. Το ζη­τού­με­νο εί­ναι η α­ρε­τή, που λένε οι Πατέρες. Το μέ­τρο που έ­λε­γαν οι αρ­χαί­οι. Έ­νας άν­θρω­πος που έ­χει πλού­σιο συ­ναί­σθη­μα θα πρέ­πει να πο­ρευ­τεί εν Χρι­στώ για να μπο­ρέ­σει αυ­τόν τον συ­ναι­σθη­μα­τι­σμό να μην τον έ­χει ως α­πλώς έ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της φύ­σης του, αλ­λά να τον κά­νει πραγ­μα­τι­κά α­ρε­τή. Και να σκέ­φτε­ται λο­γι­κά και να δι­α­τη­ρή­σει έ­να συ­ναι­σθη­μα­τι­κό κό­σμο πλού­σιο.

 Και αυ­τός που εί­ναι εγ­κε­φα­λι­κός να προ­σέ­ξει. Να προ­σέ­ξει πο­λύ. Για­τί μέ­σα σε αυ­τό τον ορ­θο­λο­γι­σμό, πολ­λοί άν­θρω­ποι περ­νά­νε την ζω­ή τους χω­ρίς να νι­ώ­σου­νε συγ­κι­νή­σεις, χω­ρίς να νι­ώ­σου­νε χα­ρές. Ό­λα τα κο­σκι­νί­ζουν, ό­λα τα με­τρά­νε. Και βέ­βαι­α βλέ­πουν τους άλ­λους και λέ­νε «ε­γώ δεν μπο­ρώ να ’­μαι έ­τσι».

Κι ό­μως, α­λί­μο­νο σε αυ­τόν που δεν μπό­ρε­σε να α­φή­σει το συ­ναί­σθη­μά του πλού­σιο. Αλίμονο σ’αυτόν που δεν αγάπησε, όπως λέει το τραγούδι. Να νι­ώ­σει την χα­ρά, να νι­ώ­σει την λύ­πη, να νι­ώ­σει την συμ­με­το­χή στην χα­ρά και τον πό­νο του άλ­λου. Και εί­ναι πε­ρι­χα­ρα­κω­μέ­νος σε ι­δε­ο­λο­γή­μα­τα του τύπου «αυ­τό εί­ναι το σω­στό, ε­κεί­νο το λά­θος».

 Κι α­λί­μο­νο α­π’ την άλ­λη πλευ­ρά, σε ε­κεί­νον που πνιγ­μέ­νος στο συ­ναί­σθη­μά του και δεν μπορεί να το ε­λέγ­χει. Στην εκ­κλη­σι­α­στι­κή ζω­ή, κα­λεί­ται ο άν­θρω­πος ό­λα να τα α­να­μορ­φώ­σει, ό­λα να τα αλ­λοι­ώ­σει, ό­λα να τα κα­θα­γιά­σει. Βε­βαί­ως και δεν αλ­λά­ζου­με οι άν­θρω­ποι. Ί­διοι μέ­νου­με. Ό­μως μπο­ρού­με να κι­νη­θού­με προς την αρετή κι ε­κεί να συ­ναν­τή­σου­με και τους άλ­λους και να ε­πι­κοι­νω­νή­σου­με.

Βλέ­που­με τους μα­θη­τές, λοι­πόν, ό­λους πριν α­πό την εμ­φά­νι­ση του Κυ­ρί­ου, του α­να­στη­μέ­νου Χρι­στού και πριν α­πό την Α­νά­λη­ψη και την Πεν­τη­κο­στή να δι­α­τη­ρούν ό­λα αυ­τά τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά που έ­χου­με κι ε­μείς. Πού εί­ναι ε­κεί­νος Θω­μάς που έ­λε­γε «θα πά­ω να πε­θά­νω μα­ζί Του»; Πού εί­ναι ε­κεί­νος ο Πέ­τρος που έ­λε­γε πως θα θυσιάσει την ζωή του; Τον εί­δα­με λί­γο αρ­γό­τε­ρα να Τον προ­δί­δει τρεις φο­ρές. Πού εί­ναι ε­κεί­νος ο Ι­ού­δας ο ζη­λω­τής, ο έν­θερ­μος; Πρό­δω­σε και αυ­το­κτό­νη­σε. Πού εί­ναι ο Ι­ω­άν­νης, ο α­γα­πη­μέ­νος, που ο Κύριος κά­τω α­πό τον σταυ­ρό τον ξε­χώ­ρι­σε και του εί­πε: «α­πό δω και πέ­ρα η μά­να μου θα εί­ναι μά­να σου». Που ή­τα­νε αυ­τοί; Κλει­σμέ­νοι στα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της φύ­σης τους. Ό­πως εί­μα­στε και ε­μείς.

Και κά­νου­με πολ­λές φο­ρές το με­γά­λο λά­θος, ό­ταν ερ­χό­μα­στε στην εκ­κλη­σί­α, να φορ­τω­νό­μα­στε με ι­δε­ο­λο­γή­μα­τα ή με συ­ναι­σθη­μα­τι­σμούς και να νο­μί­ζου­με ό­τι έ­τσι θα πο­ρευ­τού­με, πως δεν χρει­ά­ζε­ται ν’ αλ­λά­ξου­με τί­πο­τα. Αρ­κεί να μά­θου­με τα τυ­πι­κά, να μά­θου­με λί­γη θε­ο­λο­γί­α, να μά­θου­με τε­λο­σπάν­των τα ε­ξω­τε­ρι­κά της θρη­σκεί­ας και α­πό ’­κει και πέ­ρα να μην α­μαρ­τά­νου­με. Δεν εί­ναι έ­τσι. Νο­μί­ζου­με ό­τι εί­ναι έ­τσι. Δεν χω­ρά­ει στον πα­λιό α­σκό το και­νού­ριο κρα­σί. Για­τί το και­νού­ριο κρα­σί θα σκί­σει τον α­σκό. Και το τρα­γι­κό λά­θος εί­ναι ό­τι ερ­χό­μα­στε στην εκ­κλη­σί­α, προ­τάσ­σου­με ό­λα τα κα­λά μας, τα προ­τε­ρή­μα­τά μας κι ό­σα με νύ­χια και με δόν­τια μέ­σα στην α­να­σφά­λειά μας μπο­ρέ­σα­με να ι­σορ­ρο­πή­σου­με στον χα­ρα­κτή­ρα μας και με­τά α­να­ρω­τι­ό­μα­στε: Μα για­τί δεν πά­ω κα­λά πνευ­μα­τι­κά; Για­τί κα­τα­κρί­νω συ­νε­χώς; Για­τί έ­χω τό­σο πολ­λή λύ­πη; Για­τί έ­χω τό­σα πολ­λά νεύ­ρα; Για­τί μου φταί­νε πάν­τα οι άλ­λοι; Για­τί δεν μπο­ρώ να συγ­χω­ρή­σω; Αυ­το­δι­και­ω­νό­μα­στε και λέ­με «μα οι άλ­λοι φταί­νε, εί­ναι ξε­κά­θα­ρο. Οι άλ­λοι εί­ναι αι­ρε­τι­κοί, προ­βλη­μα­τι­κοί, ε­γώ μια χα­ρά εί­μαι». Και δεν κα­τα­λα­βαί­νου­νε ό­τι α­κρι­βώς το ί­διο πράγ­μα λέ­γα­με και πριν. Μό­νο που τώ­ρα το λέ­με με θρη­σκευ­τι­κά λό­για, ε­νώ πριν το λέ­γα­με με άλ­λα λό­για, με ό,τι πι­στεύ­α­με.

Ακούσαμε σήμερα να λέει στην επιστολή του α­πό­στο­λος
Ι­ω­άν­νης, ο ευ­αγ­γε­λι­στής της α­γά­πης, αυ­τός που συ­νέ­γρα­ψε αυ­τές τις κα­τα­πλη­κτι­κές, συγ­κλο­νι­στι­κές ε­πι­στο­λές της α­γά­πης και αυ­τό το θε­ο­λο­γι­κό­τα­το ευ­αγ­γέ­λιο. Αυ­τός που δυ­στυ­χώς η α­νο­η­σί­α μας και ο φα­να­τι­σμός μας και η α­κα­τη­χη­σί­α μας τον έ­χει κά­νει «τσε­λε­μεν­τέ» της μελ­λον­το­λο­γί­ας. Την «Αποκάλυψη» που έ­γρα­ψε δια της με­γά­λης του α­γά­πης για τον Χρι­στό και μέ­σα α­πό την θε­ο­πτεί­α που εί­χε και που δεν έ­χει δι­α­φο­ρές ού­τε α­πό το ευ­αγ­γέ­λιο του, ού­τε α­πό τις ε­πι­στο­λές της α­γά­πης, μό­νο έ­χει μια άλ­λη γλώσ­σα κι έ­να άλ­λο κέν­τρο αλ­λά λέ­ει τα ί­δια πράγ­μα­τα. Λέει λοιπόν ο Απόστολος Ι­ω­άν­νης  ό­τι ο Χρι­στός ή­ταν ό­λος Φως.  Κι ό­ποι­ος νο­μί­ζει ό­τι έ­χει κοινωνία μα­ζί του, ό­τι έ­χει τον Θε­ό μα­ζί του, αλλά ζει στο σκο­τά­δι, εί­ναι ξε­γε­λα­σμέ­νος, γιατί ζει μέσα στο ψέμμα.

Για­τί το να ζήσει ο άν­θρω­πος στο Φως, ση­μαί­νει ν’ α­φή­σει τον πα­λιό του ε­αυ­τό για να τον ξα­να­βρεί και­νού­ριο. Ση­μαί­νει ό­τι το σκο­τά­δι της ψυ­χής του θα μπο­ρέ­σει επιτέλους να φω­τι­στεί. Και ό­λη αυ­τή η μι­ζέ­ρια που κου­βα­λά­ει, εί­τε εί­ναι μορ­φω­μέ­νος και πα­ρα­μορ­φω­μέ­νος, εί­τε υ­περ­συ­ναι­σθη­μα­τι­κός-δη­λα­δή εύ­θι­κτος, εί­τε εί­ναι δει­λός-εί­τε  άν­θρω­πος με­γά­λης τόλ­μης, το ζη­τού­με­νο εί­ναι να βγει στο φως. Να βγού­με στο φως, να το νι­ώ­σου­με. Δεν το νι­ώ­θου­με. Κλει­σμέ­νοι εί­μα­στε στον ε­αυ­τό μας, μι­κρά φο­βι­σμέ­να αν­θρω­πά­κια που ε­πα­να­λαμ­βά­νου­με ό­,τι ε­πα­να­λαμ­βά­νει ο κό­σμος. Και ξε­χνά­με ό­τι το να ζεις στο Φως εί­ναι κά­τι άλ­λο.

Ας α­νοί­ξου­με το κα­τά Ι­ω­άν­νην ευ­αγ­γέ­λιο. Ας α­νοί­ξου­με τις  ε­πι­στο­λές της α­γά­πης κι ας δι­α­βά­σου­με. Έ­χου­με κα­μί­α σχέ­ση μ’ αυ­τά; Ή μή­πως μοι­ά­ζου­με πε­ρισ­σό­τε­ρο, άλ­λοι με τα­λιμ­πάν, άλ­λοι με βου­δι­στές, άλ­λοι με μαρ­ξι­στές, άλ­λοι με ο,τι­δή­πο­τε εν πά­σει πε­ρι­πτώ­σει πε­ρι­έ­χει την κα­τά­λη­ξη –ι­στές, την κα­τά­λη­ξη –ι­σμός. Μή­πως αυ­τός ο –ι­σμός μας κά­νει να σκεφτόμαστε κι εμεις με την λογική του κόσμου τούτου, όπου ο έ­νας κα­τη­γο­ρεί τον άλ­λο και τε­λι­κά ό­λοι φο­βό­μα­στε και την σκιά μας; Μή­πως φο­βό­μα­στε κά­θε ώ­ρα και κά­θε στιγ­μή τον θά­να­το; Μή­πως εί­μα­στε συ­νε­χώς αγ­χω­μέ­νοι, νευ­ρι­κοί, ε­κνευ­ρι­σμέ­νοι; Και μή­πως δεν έ­χου­με κα­μί­α σχέ­ση με το Φως;

«Νυν πάν­τα πε­πλή­ρω­ται φω­τός», λέ­ει. Κι ε­μείς γι’ αυ­τό το Φως εί­μα­στε στην εκ­κλη­σί­α, δεν υ­πάρ­χει άλ­λος λό­γος να εί­μα­στε. Κι ε­μείς σή­με­ρα κά­νου­με αυ­τά τα μνη­μό­συ­να, για­τί έ­χου­με μια ελ­πί­δα ό­τι η ζω­ή συ­νε­χί­ζε­ται και με­τά α­πό ε­δώ. Αλ­λά για να το καταλάβουμε αυτό θα πρέ­πει το Φως του Χριστού ε­δώ σ’αυτή την ζωή να το νι­ώ­σου­με.

Λέ­νε κά­ποι­οι, εί­ναι σκλη­ρό αυ­τό που λέ­ει η εκ­κλη­σί­α. Δεν εί­ναι σκλη­ρό. Δεν τι­μω­ρεί κα­νέ­να ο Χρι­στός. «Κα­νέ­να δεν κο­λά­ζει» λέ­ει ο ά­γιος Ι­ω­άν­νης ο Δα­μα­σκη­νός «ο Θε­ός στον μέλ­λον­τα αι­ώ­να. Εί­ναι ό­μως η μέ­θε­ξις τρυ­φή, η δε α­με­θε­ξί­α κό­λα­ση». Εί­ναι δη­λα­δή η σχέ­ση με τον Θε­ό και τον συ­νάν­θρω­πο, αυ­τό που δη­μι­ουρ­γεί την κοι­νω­νί­α της χα­ράς με τον Θε­ό. Και αυ­τό συ­νε­χί­ζε­ται και με­τά. Εν πά­σει πε­ρι­πτώ­σει, ε­μείς δεν εί­μα­στε ε­δώ για να κρί­νου­με τι θα γί­νει με­τά. Εί­ναι του Θε­ού το θέ­λη­μα αυ­τό. Ό­μως εί­ναι κρί­μα, γε­νιά με τη γε­νιά, χι­λιά­δες άν­θρω­ποι να φεύ­γουν α­π’ αυ­τό τον κό­σμο και να μην έ­χου­ν νι­ώ­σει την χα­ρά τού να δί­νον­ται στον δι­πλα­νό τους. Να εί­ναι βου­λι­αγ­μέ­νοι στην γκρί­νια, στην μουρ­μού­ρα, στην α­χα­ρι­στί­α, στον θυ­μό.

Λέ­νε κά­ποι­οι, για­τί τα λες συ­χνά αυ­τά, πες και κά­τι άλ­λο. Ό­χι. Θα το λέ­ω, να μου ε­πι­τρέ­ψε­τε, μέ­χρι να πε­θά­νω. Για­τί αν κά­τι εί­ναι που μας δι­α­λύ­ει τις ψυ­χές και τις ζω­ές εί­ναι ό­τι εί­μα­στε βου­τηγ­μέ­νοι σε αυ­τή την μαυ­ρί­λα και δεν υ­πάρ­χει φως στην ζω­ή μας. Για­τί δεν κά­νου­με τί­πο­τα άλ­λο από το να πα­ρε­ξη­γού­με και να πα­ρε­ξη­γού­με­θα, να μουρ­μου­ρά­με και να γκρι­νι­ά­ζου­με. Κι αν κά­ποι­ος δεν εί­ναι έ­τσι και πει «μα για­τί τα λέ­ει, ε­γώ δεν τα κα­τα­λα­βαί­νω», να α­να­ρω­τη­θεί μή­πως έ­τσι εί­ναι.
Ας δού­με την χώρα μας πως εί­ναι, βου­τηγ­μέ­νη στην μαυ­ρί­λα. Κι αν κά­ποι­ος λέ­ει ό­τι ε­γώ δεν εί­μαι κα­κός και δεν πει­ρά­ζω κα­νέ­να, ας κοι­τά­ξει κι ας ε­ξε­τά­σει την ψυ­χή του. Πό­σο φως έ­χει; Πό­ση χα­ρά έ­χει; Πό­σο την με­τα­δί­δει στους γύ­ρω του; Κου­ρα­στή­κα­με με αυ­τά τα πρέ­πει που α­στα­μά­τη­τα ε­κτο­ξεύ­ει ο έ­νας στον άλ­λο.

Αυ­τό που μας λεί­πει εί­ναι λί­γο χα­ρά, λί­γο πραγ­μα­τι­κή χα­ρά. Ό­χι η χα­ρά που δί­νει το αλ­κο­όλ, το ναρ­κω­τι­κό, η έκ­στα­ση μιας στιγμιαίας η­δο­νής που τελικά οδηγούν στην οδύνη και στο ανικανοποίητο. Αλ­λά αυ­τή η έκ­στα­ση που φέρ­νει η ζω­ή κον­τά στον Χρι­στό. Ό­ποι­ος την δο­κί­μα­σε λί­γο, με­τά λυ­πά­ται που δεν την έ­χει και πα­ρα­κα­λεί τον Θε­ό να του την φέ­ρει. Ό­ποι­ος δεν την δο­κί­μα­σε πο­τέ, ας προ­σπα­θή­σει. Ας ζη­τή­σει, ας πα­ρα­κα­λέ­σει. Η ζω­ή περ­νά­ει και χά­νε­ται κι εί­ναι τρα­γι­κό να πε­ρά­σει η ζω­ή μας και να μην πά­ρου­με εί­δη­ση α­πό αυ­τή την γεύ­ση του Φω­τός.

Δεν εί­ναι τα λό­για αυ­τά α­παι­σι­ό­δο­ξα. Σαν κι εμας ήταν οι μα­θη­τές πριν την Πεντηκοστή. Ό­λα τα εί­χαν α­φή­σει α­πο­φα­σι­σμέ­νοι. Εί­χαν έρ­θει σε σύγ­κρου­ση με με τους ο­μο­ε­θνείς, τους συγ­γε­νείς τους. Κι ό­μως εί­χαν ό­λα αυ­τά τα ε­λατ­τώ­μα­τα που έ­χου­με κι ε­μείς. Ε­κεί κα­τα­λή­γου­με. Μό­νο ό­ταν ήρ­θε η Πεν­τη­κο­στή φω­τί­στη­καν και άλ­λα­ξε η ζω­ή τους. Και έγιναν μάρ­τυ­ρες του Κυ­ρί­ου. Και έγινα­ν α­πό­στο­λοι των ε­θνών. Αυ­τούς να α­κο­λου­θή­σου­με. Κι αν μας φαί­νε­ται φο­βε­ρό να αι­σθαν­θού­με τους ε­αυ­τούς μας α­πο­στό­λους, ας το σκε­φτού­με λί­γο να εί­μα­στε μι­κροί α­πό­στο­λοι. Στην οι­κο­γέ­νειά μας, στους γεί­το­νές μας, στους γύ­ρω μας, σ’ ό­ποι­ον μπο­ρού­με τε­λο­σπάν­των. Αλ­λά αυ­τό που λέ­με ό­τι πι­στεύ­ου­με, να το πι­στεύ­ου­με. Για­τί κα­νείς δεν ξέ­ρει πό­τε έρ­χε­ται το τέ­λος. Για­τί ο Νυμ­φί­ος έρ­χε­ται μέ­σα στο μέ­σον της νυ­κτός. Ο Θε­ός να μας δί­νει δύ­να­μη, να μας δί­νει ευ­λο­γί­α να πο­ρευ­ό­μα­στε!  Χριστός Ανέστη!
 


10/5/11

Η ιδιαιτερότητα του ιερού βιβλίου της Αποκάλυψης...


Γεωργίου Πατρώνου, Η Αποκάλυψη του Ιωάννη,
εκδ. Αποστολικής Διακονίας 2009, σελ. 56-62

Διαβάστε με προσοχή...
 
Η Αποκάλυψη, δεν μπορεί να είναι προϊόν δραματικών και εκστατικών παθολογικών καταστάσεων, αλλά έργο μιας υψηλής σύλληψης, ποιητικής και συγχρόνως ρεαλιστικής θεολογίας, με βαθιά αίσθηση της ιστορικής πραγματικότητας και ελπιδοφόρας εσχατολογικής προοπτικής. Είναι γνωστό ότι το εσχατολογικό στοιχείο είναι έκδηλο και ισχυρό στο κείμενο αυτό. Αλλ' όχι με την έννοια μιας στατικής πραγματοποιηθείσης εσχατολογίας ή με την έννοια μιας μελλοντολογικής προσέγγισης και προφητικής καταγραφής των γεγονότων του μέλλοντος, αλλά με τη βαθιά σημασία μιας δυναμικής και «λειτουργικής εσχατολογίας» μέσα στο παρόν.



Κεντρικό πρόσωπο κι εδώ στην Αποκάλυψη, όπως και στο Δ ' Ευαγγέλιο, είναι ο Ιησούς Χριστός και μάλιστα ως « μνός το Θεο» και ως « αρων τήν μαρτίαν το κόσμου» (Ίωάν. 1,29. 36). Μια θυσιαστική θεολογία που διαπερνά όλα τα στάδια της θείας Οικονομίας από την πρώτη ως τη δεύτερη και εσχάτη έλευση του Χριστού), που είναι και το αντικείμενο του Ευαγγελίου αλλά και της Αποκάλυψης του Ιωάννη. 
Δίχως μερικές βασικές ερμηνευτικές προϋποθέσεις, θα μας πει επιπρόσθετα η έρευνα, δεν είναι δυνατή η πλήρης και ορθή κατανόηση της Αποκάλυψης παρά μόνο υπό το φως των τριών Επιστολών του Ιωάννη, του Δ' Ευαγγελίου και της «μικράς αποκάλυψης», που όπως μνημονεύσαμε βρίσκεται στο Ευαγγέλιο του Μάρκου (κεφ. 13). Εδώ ακριβώς έγκειται και η ερμηνευτική δυσκολία για την κατανόηση του ιστορικού και θεολογικού περιεχομένου της Αποκάλυψης. Προϋποθέτει μια βαθιά και πλατιά γνώση της «αποκαλυπτικής» της Κ. Διαθήκης αλλά και της ευρύτερης αποκαλυπτικής φιλολογίας της Π. Διαθήκης και των χρόνων της μεσοδιαθηκικής περιόδου, όπως ήδη έχουμε μνημονεύσει και πιο πάνω. 

 
Γι' αυτό τον λόγο κι εμείς ακόμη οι βιβλικοί μελετητές, με ειδικές γνώσεις της θεματολογίας της ερμηνευτικής θεολογίας και της αποκαλυπτικής φιλολογίας, είμαστε πολύ διστακτικοί και προσεκτικοί όταν καταπιανόμαστε με τα δυσχερέστατα προβλήματα της Αποκάλυψης του Ιωάννη. Κι ενώ αυτό συμβαίνει μ' εμάς τους ειδήμονες, έρχονται από την άλλη πλευρά ένα πλήθος ιεροκηρύκων και «λογίων», υποτίθεται ευσεβών, χριστιανών, χωρίς συγκεκριμένη γνώση και χωρίς τις δέουσες θεολογικές και ερμηνευτικές προϋποθέσεις, και ασχολούνται με σοβαροφάνεια και γράφουν εκτεταμένα πολλές φορές βιβλία για την Αποκάλυψη. Και μάλιστα αυτά τα κείμενα είναι φορτισμένα με έντονες ενθουσιαστικές τάσεις και μ' ένα πνεύμα άκρατου αποκαλυπτισμού που θυμίζουν νοσηρές καταστάσεις ψυχοπαθολογικής μελλοντολογίας. 

Η Αποκάλυψη του Ιωάννη, επαναλαμβάνουμε για άλλη μια φορά, δεν είναι ούτε ένα «προφητικό» κείμενο για κάποια υποτιθέμενη ιστορία του μέλλοντος ούτε και μια αρχαία ερμηνευτική προσπάθεια μελλοντολογικής και εσχατολογικής κατανόησης της ιστορίας. Χωρίς αμφιβολία είναι ένα καταπληκτικό κείμενο και διεισδυτικό έργο που ανατέμνει προφητικά την ιστορία και διερευνά εσχατολογικά το παρόν. Το έργο της Αποκάλυψης φανερώνει μεγάλη αίσθηση ποιμαντικής ευθύνης και θεολογικής ωριμότητας εκ μέρους του ιερού συγγραφέα αλλά και προϋποθέτει βαθύτατη ιστορική γνώση και παιδευτική σοφία εκ μέρους του μελετητή.

 
Τα ιστορικά προβλήματα και τα ποιμαντικά θέματα που ο απόστολος Ιωάννης αντιμετωπίζει με πραγματική υπευθυνότητα στις Επιστολές του και στο Δ΄ Ευαγγέλιο, με τον ίδιο ρεαλισμό τ' αντιμετωπίζει και στην Αποκάλυψη, με τη διαφορά ότι χρησιμοποιεί σ' αυτήν μιαν περισσότερο ποιητική, αλληγορική και συμβολική γλώσσα, ιδιαίτερα οικεία στη σύγχρονη του αποκαλυπτική φιλολογία. Θα τολμούσαμε μάλιστα να πούμε, πως η Αποκάλυψη του Ιωάννη παρά την ποιητική και συμβολική της μορφή είναι τελικά το ρεαλιστικότερο ποιμαντικό έργο της Κ. Διαθήκης, αφού δεν εξωραΐζει την ιστορία, δεν κινείται στον χώρο των ψευδαισθήσεων, και είναι παντελώς ελεύθερη από τις υπάρχουσες ενθουσιαστικές εσχατολογικές τάσεις της εποχής. Προβάλλει δε με παρρησία τη θυσιαστική μορφή του Ιησού Χριστού ως «τύπο ζως» για τους πιστούς, μέσα μάλιστα σ' έναν κόσμο έντονων πειρασμών, μεγάλων δυσχερειών και φρικιαστικών διωγμών. 

Η Αποκάλυψη του Ιωάννη, κατά συνέπεια, αν και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως το μοναδικό προφητικό κείμενο της Κ. Διαθήκης - και ο ιερός συγγραφέας Ιωάννης ως ο προφήτης του Χριστιανισμού με την τρέχουσα έννοια- διαθέτει στις σελίδες της έντονο και πλούσιο το «προφητικό» στοιχείο αλλά με μια έννοια εκκλησιολογικής λειτουργίας ζωής, αφού στα υπάρχοντα αδιέξοδα προβάλλεται μια νέα δημιουργική προοπτική. Η προφητική έμπνευση και ο ιστορικός ρεαλισμός δεν είναι δύο μεγέθη αντίθετα. Γι' αυτό στην Αποκάλυψη προβάλλεται με έμφαση αυτός ο σαφής προφητικός ρεαλισμός για μια αποτελεσματική αντιμετώπιση των άμεσων και ποικίλων προβλημάτων του παρόντος, έστω και δια μέσου μιας γριφώδους συμβολικής και «αποκαλυπτικής» γραφής, για τους λόγους που ήδη έχουμε αναφέρει. 

Όταν, για παράδειγμα, ο Ιωάννης ομιλεί για την «πόρνην τήν μεγάλην τήν καθημένην πί δάτων πολλν , μεθ' ς πόρνευσαν ο βασιλες τς γς» (Αποκ. 17,1-2), ασφαλώς και δεν εννοεί κάποια πόρνη γυναίκα που θα έρθει στο μέλλον για να γεννήσει τον αντίχριστο, όπως υποστηρίζουν σήμερα πολλοί, αλλά ομιλεί για τη σύγχρονη του Ρώμη, την ανδροκτόνο και ανθρωποκτόνο εκείνη ειδωλολατρική πρόκληση, «τις διέφθειρε τήν γν ν τ πορεί ατς» (12,2). Όπως η παλιά Βαβυλώνα, « μήτηρ τν πορνν καί τν βδελυγμάτων τς γς» (17,5), προκαλούσε με τα πλούτη και τα θέλγητρα της και καλούσε σε αποστασία τον παλιό Ισραήλ κατά την αρχαιότητα, έτσι και τώρα η Ρώμη επιζητεί να εκπορνεύσει και να εκμαυλίσει τον νέο Ισραήλ. 

Και πάλι, όταν ομιλεί για «τόν ριθμόν το θηρίου» που είναι χξστ', δηλ. 666, ασφαλώς και δεν εννοεί κάποιον αποκαλυπτικό αριθμό του αντίχριστου που μέλλει να έρθει στο μέλλον, όπως επίσης διατείνονται πολλοί αφελώς σήμερα, αλλά κάτω από τη συμβολική αυτή διατύπωση υποκρύπτεται πιθανώς ο αυτοκράτορας, αφού ο αριθμός αυτός «νθρώπου γάρ στιν» (Αποκ. 13,18), κατά την χαρακτηριστική διασάφηση του ιερού συγγραφέα. Στην εξουσία του τελευταίου αποδίδεται η ειδωλοποίηση της δύναμης και κατ' επέκταση κάθε αντίχριστη πολεμική επιθετικότητα κατά των χριστιανών και της Εκκλησίας του Χριστού. 

Με αυτά και μόνο τα δύο απλά παραδείγματα παρουσιάζεται ο ιερός συγγραφέας της Αποκάλυψης να είναι ιδιαίτερα ρεαλιστής, αφού γνωρίζει καλά την παρούσα ιστορική και συνάμα τραγική πραγματικότητα, δεν την αποκρύπτει αλλά είναι πολύ προσεκτικός στις διατυπώσεις του για λόγους ποιμαντικής σκοπιμότητας, ώστε να μην προκαλέσει περισσότερο την κοσμική εξουσία και ξεσπάσουν χειρότεροι διωγμοί εναντίον των πιστών. Έτσι, η αποκαλυπτική γλώσσα των εικόνων, των συμβόλων και των ποιητικών εκφράσεων, γίνεται το κατάλληλο εργαλείο στα χέρια του «προφήτη» και «αποκαλυπτή» Ιωάννη για τη συνέχιση του κατηχητικού και ποιμαντικού του έργου και απ' αυτόν ακόμη τον τόπο της εξορίας του. 
Ίσως το ευρύ αναγνωστικό κοινό να μη γνωρίζει, πως με τον τίτλο αυτό υπάρχουν πολλά κείμενα που καλύπτουν θεολογικά ενδιαφέροντα επηρεασμένα από τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης καθώς και της Καινής και είναι γραμμένα από αγνώστους σε μας συγγραφείς την ίδια περίπου περίοδο και επενδυμένα με τον ίδιο φιλολογικό μανδύα. Τέτοια έργα είναι, ως παράδειγμα, από τον χώρο της Παλαιάς Διαθήκης, η ποκάλυψις Μωϋσέως, η ποκάλυψις Βαρούχ και η ποκάλνψις νώχ , έργα ψευδεπίγραφα αλλά μεγάλου θεολογικού ενδιαφέροντος, που αποδόθηκαν σε ιερές μορφές της ιστορίας και της θεολογικής παράδοσης του Ιουδαϊσμού. Έργα επηρεασμένα από τη θεματολογία της Καινής Διαθήκης, ψευδεπίγραφα και αυτά και με τον ίδιο εμφαντικό τίτλο, αναφέρουμε και πάλι ενδεικτικά, την ποκάλυψη Πέτρου, την ποκάλυψη Παύλου, καθώς και τις Αποκαλύψεις Α' και Β' ακώβου, γνωστικής προέλευσης και γι' αυτό δεν περιλήφθηκαν στον κανόνα της Καινής Διαθήκης, αλλά με ενδιαφέρουσες για την επιστήμη θεολογικές προσεγγίσεις. 

Όλα αυτά τα έργα χρησιμοποιούν κοινά φιλολογικά μοτίβα, κάνουν εκτεταμένη χρήση των συμβόλων και των εικόνων και η αποκαλυπτική σημειολογία, μαζί με την ιουδαϊκή τυπολογία, είναι διάσπαρτη κατά μήκος των κειμένων. Στην εξέλιξη του διηγηματικού και μυθοπλαστικού χαρακτήρα των έργων παρουσιάζονται κάθε λίγο αποκαλυπτικές φιγούρες, που μας παραπέμπουν σε πρότυπα φιλολογικά του παρελθόντος, όπως η συμβολική παράσταση της «μεγάλης πόρνης» (Αποκ. 17,1) που συμβόλιζε για τον προφήτη Ιερεμία τη Βαβυλώνα (Ιερ . 51,13· Αποκ . 17,15) και για άλλους προφήτες τη Νινευή, ενώ για τον Ιωάννη της Αποκάλυψης «μεγάλη πόρνη» είναι η κραταιά Ρώμη. Και ονομάζονται οι πόλεις αυτές «πόρνες», διότι εκεί πραγματοποιείται ο ηθικός και πνευματικός ευτελισμός των ανθρώπων και ο κίνδυνος αλλοτρίωσης για τους πιστούς, όπως ακριβώς συμβαίνει με μια κοινή πόρνη που ουσιαστικά ευτελίζει τους άνδρες. 

Είναι ενδεικτικό, επίσης, ότι στο έργο αυτό συχνά προτάσσονται εκφράσεις του τύπου «καί εδον...», « βλέπεις τοτο γράψον...», η «γράψον ον εδες... καί μέλλει γενέσθαι μετά τατα» κ.λπ. (Αποκ. 1,11.19), για να δοθεί έμφαση στην ακολουθούσα πρόταση και να πάρει «οράνιο κύρος» η διδαχή του κειμένου. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που ο γραμματικός αυτός τύπος «καί εδον» επαναλαμβάνεται κατά κόρον στην Αποκάλυψη, πάνω από είκοσι επτά φορές και κυρίως πριν από οραματικές συμβολικές παραστάσεις. Το δραματικό και εκστατικό στοιχείο προβάλλεται, ως εκ τούτου, έντονα στα έργα αυτού του είδους για λόγους εντυπωσιασμού κυρίως των λαϊκών στρωμάτων της κοινωνίας. Κατά συνέπεια, τα αποκαλυπτικά έργα δεν μας μυούν σε κάποια άρρητα και ουράνια μυστικά, και πολύ περισσότερο δεν μας αποκαλύπτουν κατά έναν προφητικό τρόπο κάποια μελλοντικά γεγονότα ή μελλοντικά μυστηριώδη φαινόμενα, και τα οποία για τους πιο πολλούς θεωρούνται «σφραγισμένα σφραγσιν πτά»! 

Στο σημείο αυτό, πρέπει να διευκρινισθεί επιπλέον, ότι οι αναφερόμενες συχνά «εκστατικές» καταστάσεις, που μπορεί να συμβούν στη ζωή κάποιων ανθρώπων είναι πολύ σπάνιες και βιολογικά επικίνδυνες, διότι αδρανοποιούν κάποιες βασικές βιολογικές λειτουργίες του οργανισμού, όπως την αναπνοή και το κυκλοφορικό, και γι' αυτό η διάρκεια τους είναι υπόθεση δευτερολέπτων και ασφαλώς όχι μακρόχρονη ώστε να συλλάβει κανείς και να γράψει ένα ολόκληρο βιβλίο, της έκτασης μάλιστα της Αποκάλυψης τον Ιωάννη! Εκτός εάν αντιλαμβανόμαστε τα «οράματα» αυτά ως καταστάσεις κάποιας υποτιθέμενης «εκστατικής» εμπειρίας, με μια έννοια θρησκευτικής παθολογίας που μας παραπέμπει πλέον σε καθαρά ψυχονευρωτική παθογένεια. Οι χαρισματικές πνευματικές εμπειρίες των ’γιων της Εκκλησίας είναι άλλης φύσεως και άλλης ποιότητας, κοινωνίας με το ’Aγιο Πνεύμα εν προσευχή και σιωπή και δεν πρέπει να γίνεται σύγχυση με τις προηγούμενες κραυγαλέες καταστάσεις προς χάριν εντυπωσιασμού. Στον χώρο της Εκκλησίας και υπό την παρουσία του Αγίου Πνεύματος λειτουργεί κανείς με «σώας τάς φρένας» και όχι «χοντα πνεμα λαλον» (Μαρκ. 9,17) και βρίσκεται ασφαλώς σε κατάσταση σωματικής άσκησης και πνευματικής εγρήγορσης.