29/5/10

ΜΝΗΜΗ 29ης ΜΑΪΟΥ



   ΣΤΑ  ΤΕΙΧΗ

Ποίημα, Μ. Ψ. 




Πομπή σιωπηλή

ατέλειωτη

αργοσβήνει αποφασιστικά

προς τον ορίζοντα



Χιλιάδες υπερασπιστές

με ελεύθερο βηματισμό

και βούληση

πορεύονται στη σκιά

στη συντελεσθείσα θυσία



Η νύχτα

έχει καλύψει το μοιραίο

την άλωση

θα ακολουθήσει η πτώση



Η ανώφελη προσφορά

μεγαλειώδης

γεγονός

καθαρά πνευματικό.




27/5/10

ΠΤΩΧΕΥΣΗ Ή ΠΛΟΥΤΟΣ;

 Εδώ και μήνες ζούμε το δράμα της πτώχευσης, ή μάλλον του κινδύνου της πτώχευσης. Τρομοκρατημένοι πολίτες από την παρακολούθηση του θρίλερ που ονομάζεται “Τέρμα η ευδαιμονία”, τρέχουν έξω στα καφέ για να το συζητήσουν και να το ρίξουν λιγάκι έξω, ρε αδερφέ.

Κάποιοι στην αρχή δεν το πίστεψαν, άλλοι διατύπωσαν την άποψη πως θα έπρεπε να πληρώσουν αυτοί που φταίνε, κι άλλοι νόμισαν πως δεν θα τους αγγίξει η κρίση. Σίγουρα πάντως το κρατήσαμε μακριά από τις καρδιές μας και από την συνειδητοποίηση της φτώχειας που απειλητικά πλησίαζε.
Σιγά-σιγά άρχισε να μας γίνεται αντιληπτό, όχι επειδή το φιλοσοφήσαμε-εξ άλλου πως να φιλοσοφήσεις κάτι το οποίο δεν το παίρνεις σοβαρά. Άρχισαν οι περικοπές, άρχισε να μειώνεται ο μισθός, άρχισε να κόβεται το δώρο, άρχισαν οι απολύσεις. Ο φόβος γιγάντωσε και θόλωσε το μυαλό μας. Και τώρα τι;
Αλήθεια, πόσοι άρχισαν να αναρωτιούνται για το αν θα έχουν να φάνε; πόσοι πραγματικά είναι σε αυτό το επίπεδο; μα είναι πράγματα αυτά; δηλαδή εκεί πρέπει να φτάσουμε, θα πούμε έντονα διαμαρτυρόμενοι.
Αν ησυχάζαμε για λίγο για να σκεφτούμε τι φοβόμαστε. Ξέρω είναι δύσκολο να ησυχάσει η καρδιά και να σταματήσει το μυαλό να στέλνει επικινδυνολογίες στο σώμα, όμως αν για λίγο προσπαθήσουμε να ησυχάσουμε χωρίς να πέσουμε σε εκείνη την πολύ γνωστή μας κατάσταση του ωχαδερφισμού, θα δούμε κατάματα για τι είδους στέρηση μιλάμε. 

Ζούμε κατέχοντας, ζούμε και χαιρόμαστε επειδή έχουμε καλύτερο φουστάνι, επειδή αποκτήσαμε καλύτερο αυτοκίνητο, επειδή μπόρεσαμε να μείνουμε σε καλό ξενοδοχείο, ζούμε επειδή έχουμε να ξοδέψουμε και να επιδειχτούμε. 
Αλήθεια, πόσο μας γεμίζουν όλα αυτά; ποιες αξίες μπορούν να μείνουν ακλόνητες στην αδιαφορία για επίδειξη; τι είμαστε αν δεν έχουμε; ποιοι είμαστε αν δεν ξοδέψουμε; ποιοι είμαστε αν δεν αγοράσουμε καινούργιο φόρεμα στον επόμενο γάμο, γιατί αυτό το φοράγαμε στον προηγούμενο; πως θα μπορέσουμε να αντέξουμε την ντροπή που ο γάμος μας δεν έχει την πολυτέλεια της ξαδέρφης μας; πως θα αρνηθούμε την πρόταση για μοίρασμα του τραπεζιού στο γνωστό και πολύ in σκυλάδικο;

Μόνο αυτό το "κατέχω" αναγνωρίζω στον εαυτό μου; Τι μένει εκεί πίσω από το φόβο της έλλειψης της ευδαιμονίας μου; Η φούσκα πως έχω χρήματα έσκασε. Τα δάνεια ακόμη και για τις διακοπές μου, ή για οτιδήποτε φαινόταν must, σταμάτησε να ισχύει σαν δυνατότητα. Κι εγώ που είμαι; Πως θα πορευθώ; ποιες αξίες και ιδανικά θα έχω; Εγώ που μέχρι χθες πίστευα στην αυτοδυναμία μου και στην ισχυρότητα της ευδαιμονίας μου, τι θα κάνω σήμερα που ίσως χρειαστώ βοήθεια; που θα απευθυνθώ; ω τι ντροπή να πρέπει να ζητώ βοήθεια από τους ανθρώπους που συνήθως τους έβλεπα ανταγωνιστικά. Από όλους αυτούς που θεωρούσα ότι εγώ θα τους έδειχνα ότι είμαι καλύτερος, πως τώρα θα πρέπει να σκύψω το κεφάλι και να πω πως δεν μπορώ να είμαι καλύτερος;
Δεν μπορώ ούτε να έχω, ούτε να συμμετέχω ανταγωνιστικά, ούτε να κορδώνομαι πως ο γιός μου διορίστηκε στο δημόσιο και ευτυχώς βολεύτηκε το παιδάκι μου, ή ότι η κόρη μου κάνει μπαλέτο, αγγλικά, γαλλικά και πιάνο. Τι θα έχω τέλος πάντων να πω στην επόμενη ανταγωνιστική εμφάνιση; Εντάξει σίγουρα φταίνε αυτοί που καταχραστήκανε το χρήμα. Ναι, όμως κι εγώ βοήθησα με την στάση μου, αυτή την τόσο γνωστή μου στάση: “εγώ να ' μαι καλά κι ας πάνε να πνιγούνε όλοι οι άλλοι”. Ποιος δε το σκέφτηκε αυτό, ποιος ακόμη και σήμερα αν του πούνε ότι δεν θα θιχτεί η προσωπική του καλοπέραση και η καλοπέραση των πολύ δικών του προσώπων δεν θα επαναπαυτεί κι ας κατεβαίνει σήμερα με πανό φωνάζοντας για την κλεψιά του δημοσίου χρήματος. 

Είμαστε σα τα κακομαθημένα παιδιά, που ζητούν να περνούν αυτά καλά κι ας πάει να καεί ο κόσμος όλος. Ζούμε σε μια φούσκα που λέγεται εαυτούλης μου και πάντα θα προσπερνάμε τους άλλους στη σειρά γιατί εγώ βιάζομαι, πάντα θα μπαίνουμε στα μέσα συγκοινωνίας πριν βγουν οι άλλοι γιατί κανείς δεν θα μου προηγηθεί, βιάζομαι να πάρω πρώτος το άγιο φως, γιατί θα έχω ευλογία μεγαλύτερη κι ας ποδοπατήσω ακόμη και τον παπά για να είμαι πρώτος. Μα σε τι είμαι πρώτος; σε τι θέλω να είμαι πρώτος όταν μένω μόνος στην κορφή ενός βουνού που αποτελείται από αντικείμενα και η ψυχή μου μαυρίζει και δεν ικανοποιείται με τίποτα και δώστου εμείς ψηλώνουμε την κορφή του στοιβάζοντας κι άλλα αντικείμενα. Για ποια πρωτιά μιλάμε που η γεύση της είναι κατάθλιψη και απέραντη μοναξιά;

Ξημερώνει μια νέα εποχή που μας δίνεται η δυνατότητα να βρούμε νέες αξίες. Ζούμε ιστορικές στιγμές όπου η ευδαιμονία θα πρέπει φεύγοντας να μας αφήσει αξίες που δεν κινδυνεύουν από την φθορά. Δεν είμαστε ότι κατέχουμε γιατί τότε θα ήταν σα να παραδεχόμαστε πως η ψυχή μας έχει την ίδια αξία με αυτά που προσκολλάται, πως γίνεται ίση κι όμοια με αντικείμενα φθαρτά και πρόσκαιρα.
 Η ψυχή μας είναι ταξιδευτής και δεν χωράει στην ύλη. Γίνεται ανώτερη αν της δώσουμε το χώρο να γίνει, γινόμαστε ότι  αγαπάμε. Εμείς αποφασίζουμε τι θα γράψουμε στην ψυχή μας και είτε την καταδικάζουμε στον θάνατο είτε την ανασταίνουμε και της δίνουμε την δυνατότητα να ζήσει την άνοιξη για πάντα...

Φωτεινή

23/5/10

Ένα ρίγος στην ψυχή...


"Στα κακοτράχαλα τα βουνά
με το σουράβλι και το ζουρνά
πάνω στην πέτρα την αγιασμένη
χορεύουν τώρα τρεις αντρειωμένοι.
Ο Νικηφόρος κι ο Διγενής
κι ο γιος της Άννας της Κομνηνής.
Δική τους είναι μια φλούδα γης
μα εσύ Χριστέ μου τους ευλογείς
για να γλυτώσουν αυτή τη φλούδα
απ' το τσακάλι και την αρκούδα.
Δες πώς χορεύει ο Νικηταράς
κι αηδόνι γίνεται ο ταμπουράς.
Από την Ήπειρο στο Μοριά
κι απ' το σκοτάδι στη λευτεριά
το πανηγύρι κρατάει χρόνια
στα μαρμαρένια του χάρου αλώνια.
Κριτής κι αφέντης είν' ο Θεός
και δραγουμάνος του ο λαός"


Ένα ρίγος στην ψυχή και τα ματια υστερα βουρκώνουν. Όχι για τα περασμένα τα μεγαλεία, όχι για τη λεβεντια και τους υμνους εις την ελευθερία. Μα για τουτο το       " Κριτής κι αφέντης είναι ο Θεός" και το φρονημα του λαου μου που αλώθηκε. Καθισμένη στο γραφείο, με τον ήλιο να γιορτάζει την μέρα μου, μενω σκεπτική, μάλλον θλιμμένη. Ποτέ οι Έλληνες δεν βαδίσαμε ενωμένοι, ποτέ με τήν γνώση για το ποιος ήταν ο αληθινός μας αφέντης κι από που κρατάει η σκούφια μας. Πάντα οι Έλληνες κυκλώματα, πάντα μπερδεμένοι, διχασμένοι, σα να μην το' χαμε σε καλό να ευχαριστιόμαστε την ησυχία μας και να ριχνόμαστε στη δουλειά. Πώς να χωρέσουμε όλοι οι κουμανταδόροι σε μια δημοκρατία που δεν ξεχειλώνει, πως να το κάνουμε, ώστε να γίνει το θέλημα του καθενός.


Τώρα, το " τσακάλι" και η " αρκούδα" έγιναν οι εαυτοί μας, ο αριστερός και ο δεξιός, ο άρχοντας και ο χωριάτης εαυτός μας, ο Ευρωπαίος κι ο ανατολίτης, ο αενάως διαμαρτυρόμενος και πάντοτε υπογείως κατεργαζόμενος μέσα και βύσματα, ο ριγμένος οικονομικά και ο ξοδεύων "πλαστικά" ακόρεστα.


Κι η Ελλαδίτσα; Η πατρίδα μου; Με τα πανώ τα κρεμασμένα στον Παρθενώνα της και τα κλειστά λιμάνια "για να μην πτωχεύσουμε"; Η πατρίδα της γιαγιάς μου απ' την Αττάλεια και το παράσημο στο συρτάρι του πατέρα μου; Τι θα μείνει όταν φύγουν εκείνοι; Ποιος θα πει για την ιστορία στα παιδια, βρε παιδιά, που να μην είναι πολιτικώς ορθή, αλλά αληθινή να' ναι; 



Και γιατί δεν μάθαμε ποτέ ιστορία; Και πως έπρεπε να τη μάθουμε δηλαδή, αν όχι "από την υποκειμενική σκοπιά της Ελλάδας;" Από την υποκειμενική πλευρά τίνος, τελοσπάντον, έπρεπε να μας την μάθουν οι εκσυγχρονισμένοι πολιτικώς ορθοι αυτού του τόπου, για να μην ξανακάνουμε τα ίδια λάθη οι νεότεροι; Αναρωτιέμαι, τώρα που διδαχθήκαμε την ιστορία του τόπου μας από όλες τις άλλες υποκειμενικές σκοπιές, εκτός από τη δική μας, είμαστε πιο πολιτισμένοι; Δεν έχω ξαναδεί λαό, που οι προσωπικές μαρτυρίες, οι οικογενειακές τραγωδίες και τα αιματοκυλισμένα χωριά του, να λένε τόσο διαφορετικά την ιστορία, από αυτή που διδάσκει στα σχολειά και τα πανεπιστήμιά του!

Έχεις δίκιο Φωτεινή*, μονοπάτι απάτητο οι μνήμες, πόνος, ξεριζωμός εμφύλιος, λήθη, λαϊκισμός, λαϊκισμός, λαϊκισμός, στάχτη σκορπισμένη στους ανέμους. Δεν ξέρω αν έχει μέλλον το έθνος μου.


Δική τους είναι μια φλούδα γης
μα εσύ Χριστέ μου ας τους ευλογείς..
.

( *βλέπε προηγούμενη δημοσίευση)                                                                                       Ελευθερία



20/5/10

ΤΟ ΕΘΝΟΣ ΜΟΥ


   Βλέπω το έθνος μου να ταξιδεύει στο χρόνο ακυβέρνητο. Ιστορικές μνήμες πλημμυρίζουν και πονούν τη ψυχή μου. Οι αγωνίες των προγόνων σβήνουν σα γράμματα στην άμμο από το κύμα του μοντερνισμού. Αναζητώ μες την ψυχή μου τις εικόνες από το χθες. Αναδιπλώνω τις μνήμες από τις γυάλινες προθήκες, κτερίσματα ενός έθνους σε τάφους ξεχασμένους από τα παιδιά του.
  Το αίμα της καρδιάς μου κινεί τον λογισμό μου και με άρμα το όνειρο ταξιδεύει στον πολιτισμό του έθνους μου. Τα μνημεία αρχίζουν να ζωντανεύουν ψάχνοντας να βρω τη συνέχεια και τον δικό μου λόγο ύπαρξης.  Άνθρωποι σαν και μένα παίρνουν την θέση τους πίσω από την ασπίδα και καβαλώντας το άλογο τους τρέχουν στη μάχη. Φωνές ακούγονται και διαπεραστικοί ήχοι από κοντάρια και σπαθιά που διεκδικούν έναν καλύτερο τρόπο ζωής.


  Ο χρόνος μετριέται με μάχες για την προστασία του έθνους - φυλής. Οι άνθρωποι μια συνεχής ροή αίματος στο φτερό της ιστορίας. Τόση λεβεντιά να την καταπίνει ο αχόρταγος Άδης και να τελειώνει η ανθρώπινη ζωή χωρίς καμιά ελπίδα.
        - Μίλα παππού, πες μας ιστορίες για τη λεβεντιά, για το μεγαλείο του πνεύματος που η αγωνία σμίλευσε τον ήλιο μέσα στο μάρμαρο. Τον βαθύ πόνο της μοναξιάς που δεν μπορούσε να φιλιώσει με τους θεούς. Την αναζήτηση που έγινε φίλη με την σοφία ψηλαφώντας την υποψία ενός άγνωστου θεού. Και η αγωνία συναντήθηκε με τον άγνωστο θεό, ήρθε κι έγινε φίλος μας κι αδερφός μας. Μας αγάπησε μέχρι θανάτου και μας έφερε ένα νέο τρόπο ζωής. Ήρθε για να μας οδηγήσει σε άλλα πεδία μαχών πιο προσωπικά, πιο αληθινά. Κι άρχισε η ζωή να έχει νόημα.

  
  Όλοι οι διψασμένοι της γης ήπιαν από το νερό της Ζωής και άνθισαν. Έγιναν το προζύμι που έφερε την αλλαγή. Μια νέα ελευθερία άνοιξε τα φτερά της σαν στοργική μάνα και μετέφερε τα παιδιά της σε μια νέα γη. Το αίμα συνέχισε να ποτίζει την γη. Αυτοί που ποθούσαν το φως έκαναν ύμνο τον πόνο τους και άνοιγαν μονοπάτια για να διαβούν οι ανήμποροι κι οι απροστάτευτοι. Σαν κάποτε σταμάτησαν οι πόλεμοι ξεμείναμε σα φοβισμένα παιδιά. Αρνηθήκαμε σαν από ανασφάλεια, σαν από ντροπή τους γονείς μας και μιμηθήκαμε τους προστάτες μας που έσπευσαν να μας διδάξουν τους τρόπους τους και τις φορεσιές τους. Πιθηκίσαμε αυτό που δεν είμαστε.   Απομακρυνθήκαμε από την σοφία παύοντας να ελπίζουμε, να συγχωρούμε, να αγαπάμε, να ζούμε. Δίχως ταυτότητα αρχίσαμε να τρέχουμε προς άγνωστη κατεύθυνση.

- Μίλα πατέρα για την πραγματική αξία του ανθρώπου, για την Αλήθεια και την όντως Ζωή. Για την ομορφιά της απλότητας των ανθρώπων που αγαπούσαν τη σοφία και η ταπείνωση τους ευωδίαζε αγιοσύνη. Πες μας για το μεράκι, το φιλότιμο που δημιουργούσε πολιτισμό και την μεγάλη αγκαλιά που χώραγε όλους τους λαούς χωρίς να φοβάται. Που μπορούσε να δώσει και να πάρει χωρίς να κινδυνεύει να χαθεί...
  Ο δρόμος της ιστορίας του έθνους μου, ένα δύσβατο μονοπάτι μνήμης, απάτητο. Ο ήλιος έριξε τις αχτίδες του στα χέρια μου και τα υλικά της ιστορίας  άρχισαν να ζωντανεύουν. Ο πόνος πήρε σχήμα και δημιούργησε αντικείμενα μνήμης που φωτίζουν το παρελθόν και ανοίγουν με το ξεχορτάριασμα στη δημοσιά του έθνους μου, το δρόμο για το μέλλον .

Φωτεινή

15/5/10

ΟΙ ΟΔΙΤΕΣ...


Εμεις οι χριστιανοί, οι αποκαλούμενοι παλαιότερα Οδίτες...

 Είμαστε οι αποσυνάγωγοι, οι ασεβείς του «νόμου του Θεού», οι παράνομοι των μεγάλων αυτοκρατοριών, οι αντιρρησίες των βασιλιάδων, οι επικηρυγμένοι εις θάνατον των σπουδαίων σοσιαλιστικών παραδείσων. Εμείς, που αγαπήσαμε το Φως, που ως κόλαση ορίσαμε την αχαριστία και την μιζέρια  κι ύστερα μας φυλάκισαν στα κολαστήρια βαρυφορτωμένων με μεγάλα λόγια καθεστώτων, γιατί τάχα ενοχλούσαν οι "σκοταδιστικές" ιδέες μας. Οι πτωχοί τω πνεύματι, σ’ ένα κόσμο που νομίζει ότι τα ξέρει όλα. Κάποιοι από μας, κάποτε, αλώνισαν τον κόσμο με δυο σανδάλια και την ψυχή ξεχειλισμένη από Χριστό, κάποιοι από εμάς καταδικαστήκαν ως "άθεοι" κι επαναστάτες, γιατί δεν προσκυνούσαν, κάποιοι από εμάς πέθαναν απ’ τους λοιμούς περιμαζεύοντας άρρωστα παιδιά που τα πετούσαν στο δρόμο για το «κοινό καλό».



 Έτσι μας έμαθαν οι παλιοί συνοδοιπόροι μας, να μένουμε στα παρασκήνια όταν ο κόσμος ζει την κάθε παρωδία του, για να του απλώνουμε τα χέρια μας, όταν η αυλαία καταρρέει. Εμείς, της κάθε εποχής οι Οδίτες, πεθάναμε συχνά για ότι πιστέψαμε, κλάψαμε για τον κόσμο που κατρακυλούσε, όταν όλοι χειροκροτούσαν ξέφρενα την πρόοδο του, κοιτάξαμε με την ψυχή φουσκωμένη από χαρά τον ήλιο, χαμογελώντας σαν παιδιά, όταν ο κόσμος γκρίνιαζε. Ο κόσμος που ύστερα από τόσο χειροκρότημα κατρακυλούσε, ο κόσμος που  μας θεωρούσε αφελείς και μας περιγελούσε.



Μας λένε δεισιδαίμονες εκείνοι που φοβούνται τον θεό ή τους «κακούς», τους δυτικούς ή τους ανατολίτες, ή το κακό το μάτι της γειτόνισσας, τους Αμερικάνους, τους Κινέζους ή τους Ρώσους, τους συνωμότες ή τους εξωγήινους, ή τη γκαντεμιά τους επειδή δεν πρόλαβαν να φτύσουν τον κόρφο τους. Οπισθοδρομικούς μας λένε ακόμα, οι δήθεν εκσυγχρονιστές  της ιστορίας, με τα λόγια τα ξύλινα και τα χέρια τα βαμμένα με αίμα.



Έτσι είμαστε εμείς οι αποκαλούμενοι Οδίτες. Που ξέρουμε πως μες στην αμαρτία η χάρη περισσεύει και δε βαστάει η απελπισία στην ψυχή μας. Που μάθαμε με το αίμα της ψυχής μας πως επανάσταση θα πει, να τα βάζεις με το δυνάστη και το χάος μέσα σου. Τόσες αυτοκτονίες γύρω τους κι εμάς που υμνούμε τη Ζωή μας βλέπουν οι «πολιτισμένοι» σα χαμένους. Πολιτικώς ορθοί δε γίναμε ποτέ, γιατί ούτε από  πολιτική, ούτε από ορθότητα λογαριάζει η συγχώρεση.



Εμείς, γινήκαμε "δειλοί" όταν θάρρος σήμαινε να σκοτώνεις τον άλλο για να του «μάθεις να σκέπτεται». Εμείς, οι φτωχούληδες του Θεού, το αλάτι της γης, γνωρίζουμε το Θεό από τα μάτια του αδελφού και τα λάθη μας απ’ το απλωμένο χέρι του Χριστού αντίκρυ μας. Οι  Οδίτες, βλέπεις, μετρούν τον κόσμο μ’ αγκαλιές και χαμόγελα, έτσι που δεν αγοράζεται ποτέ η ελπίδα τους ούτε πουλιέται. Μοναχά μοιράζεται και όταν λιγοστεύει της δίνει Λόγο ο ουρανός να πορεύεται. Γι’ αυτό οι χριστιανοί δε νιώθουν μόνοι, μα προσεύχονται για την μοναξιά που βασιλεύει στις ψυχές των ανθρώπων.



Μόνο αυτή τη μέρα έχω κι είναι ό,τι έχω τούτη η μέρα. Κι αν με ρωτήσεις θα σου πω,  πως θέλω να 'μαι με ετούτους τους τρελούς, τους Οδίτες, που λένε «ταξίδι» τη ζωή και Δρόμο το Θεό τους, που έχουν για Θεό εκείνον που έκλαψε γι’ αυτούς και που χαμογελούσε στα παιδιά. Εκείνον που έβαλε πάνω από τις ένθεες αυταπάτες των νόμων και τις επηρμένες πολιτικώς ορθές διακηρύξεις την Αγάπη. Θέλω να πορευτώ με λογισμό και με όνειρο το δρόμο το λιγότερο ταξιδεμένο, με πνεύμα και αλήθεια,  πεινώντας και διψώντας τη δικαιοσύνη, με έρωτα για τη ζωή που να μην την αφήσω να τελειώσει ποτέ και λέω ν’ αφήσω τις ήττες και τις κρίσεις για εκείνους που ονειρευτήκαν ένα καθωσπρέπει εξοχικό, μια δόξα αδειανή κι ένα αυτοκίνητο ακριβό για μες την πόλη...



ΥΓ: Ξέρω, θα πεις πως κάποιοι από εμας έπραξαν τ' αντίθετα στο διάβα του χρόνου. Υπηρέτησαν τις εξουσίες, ξέχασαν τον λόγο της Αγάπης, φανατίστηκαν και πρόδωσαν τον λόγο του Χριστού. Δίκιο έχεις, μα εγώ σου μιλάω για όσους ποθούν τον δρόμο Του ν'ακολουθήσουν, τους Οδίτες...


Ελευθερία

11/5/10

ΠΑΡΑΠΛΕΥΡΕΣ ΑΠΩΛΕΙΕΣ...


 Του Γιώργου Κόρδη

Ένας λαός που ζητά να ’χει δικαίωμα λόγου δίχως να γνωρίζει καλά καλά τη σημασία της σιωπής, ένας λαός που θεωρεί το ξεφωνητό λόγο, ένας λαός που επιμένει πως είναι τρεις οι νεκροί ,ενώ οι “απολίτιστοι” αμερικάνοι του CNN προσμετρούν στους νεκρούς και το έμβρυο που κάποιοι αγανακτισμένοι πολίτες δεν τού ’δωσαν το δικαίωμα να έρθει στον κόσμο μας τον πικρό και τον γλυκύ, τον άσχημο κι ωραίο… 


 Ενας λαός που ολοένα να αιτιολογήσει και κυρίως να δικαιολογήσει ζητά και δεν αναλογίζεται, δεν φέρνει στην καρδιά του διόλου τους ανθρώπους που έχασαν τους δικούς τους, τις μανάδες , τους πατεράδες, τον άνδρα τον τραγικό και μόνον που απόψε θα κληθεί να ξενυχτήσει την αγαπημένη του και να νεκρολογήσει το παιδί του, ένα παιδί που δεν θα μπορέσει ποτέ να τον φωνάξει πατέρα… Ένας λαός που μόνο δικαιώματα γνωρίζει και μόνον τα δικά του συμφέροντα αναγνωρίζει και υπερασπίζεται, ο ίδιος που δεν παραχωρεί στιγμή από το χρόνο του για να περάσει ο πεζός απέναντι, ο ίδιος που προσπερνά και χώνεται στην ούρα πρώτος, ο ίδιος λαός που διπλοπαρκάρει και που πάντα θα βρει με την επίκληση του κακού κράτους τη δικαιολογία για κάθε ανοησία του…ο ίδιος ανεύθυνος λαός…. εμείς…όλοι εμείς χωρίς τους τέσσερις που χαντακώσαμε σήμερα… εμείς χωρίς ένα κομμάτι μας που δεν μας πονάει ο χαμός του και που αύριο θα συνεχίσουμε να ζούμε ψιθυρίζοντας ανερυθρίαστα όπως και άλλοι βάρβαροι κατακτητές κατά καιρούς…”τι να κάνουμε, συγνώμη, παράπλευρες απώλειες…”.


Ανάμεσα μας, σίγουρα πολλοί είναι αυτοί που θα κλάψουν αληθινά και θα πονέσουν και θα ντραπούν και θα αναλάβουν την ευθύνη τους - τη λίγη ή την μεγάλη- για το κατάντημα μας. Πολλοί ίσως να ξυπνήσουν αύριο διαφορετικοί με βάρος στην καρδιά και με απόφαση να αλλάξουμε κάτι στον τόπο. Όχι απλά φωνάζοντας προς τη μεριά των απατεώνων και των κακών της ιστορίας, όχι φαρισαϊκά αγανακτώντας ενάντια στα στραβά της κοινωνίας περιμένοντας να αλλάξουν μαγικά μόνα τους σ’ ένα μεταφυσικό ιστορικό χωρόχρονο…


Σίγουρα ανάμεσα μας υπάρχουν πρόσωπα που ξέρουν πως είτε με την συμμετοχή, είτε με την αποχή, είτε με τις φωνές, είτε με τη φασαρία ,ή τη σιωπή, όλοι είμαστε συνένοχοι σ’ αυτό που τα τελευταία χρόνια μας έφερε εδώ. Όχι απλά στο χείλος της οικονομικής καταστροφής ,αλλά στο χείλος της απραξίας και της αδράνειας, στην πλήρη σχεδόν απουσία δημιουργίας και παραγωγής και ζωής. Όλοι φταίμε που γίναμε ένας λαός στείρος, ένας λαός που απλά αυνανίζεται και σχεδόν δεν παράγει τίποτα. Ένας λαός που άλλοτε έπιανε την πέτρα κι έφτιαχνε Παρθενώνα και Αγιά Σοφιά και τα γεφύρια της Άρτας και τα ξωκλήσια της Τουρκοκρατίας και που στόλιζε και τα κουτάλια του ακόμη για να τρώει το φτωχό του φαί αρχοντικά, έντεχνα.. Ένας λαός που έστησε τραγωδίες για να υμνήσει τα όρια του ανθρώπου και το χρώμα της ύβρης να αναδείξει. Ένας λαός που τραγούδησε ρεμπέτικα τον καημό του και τη φτώχεια του και με ένα καραγκιόζη καθρέφτη βρήκε το κουράγιο να διακωμωδήσει τον εαυτό του. Ένας λαός που κάποτε έπιανε χώμα και ελευθέρωνε πνεύμα που ήξερε να φτιάχνει δομές, που γνώριζε να οργανώνει το χάος, να παράγει ρυθμό να βάζει της θάλασσας τον παλμό στα έργα των χειρών του, και να στήνει τη δημοκρατία, τη μέγιστη τέχνη της συν-ύπαρξης των ελεύθερων πολιτών.

 
Υπάρχει όμως και ο άλλος λαός.. που δεν συμφωνεί με τη σαλότητα τη δική μας με τη λοξή ματιά μας, με την ασύμμετρη απειλή του μη ορθολογικού μας λόγου… Αυτό το λαό παρακαλούμε να μας επιτρέψει να υπάρξουμε απλά και να μπορούμε χωρίς τύψεις και ντροπή να θρηνούμε νεκρούς που δεν θεωρούμε παράπλευρες απώλειες, και να σιωπούμε και να κάνουμε όλα όσα υπόγεια άλλα μάταια και μικρά ζυμώνουν τη ζωή και την κοινωνία και την καθολικότητα της ζωής ολονών μας…Ας επιτραπεί και στα αρνία να δώσουν μαλλί και κρέας για να χορτάσει ο βύθιος δράκων της απύθμενης και ίσως τυφλής Ιστορίας τη άλογη πείνα του για αίμα αθώων και για χρώματα άδολα ονείρων ερωτικών…

Γ. Κόρδης, Αγιογράφος, Επίκουρος καθηγητής στην εικονογραφία, στην Θεολογική σχολή Αθηνών, 5-5-2010
Αγιογραφίες Γ. Κόρδης


 

8/5/10

Η ψυχή όμως, πνοή είναι του Θεού...


Διαβάζοντας ένα βιβλίο με αρχαία ταφικά επιγράμματα (Επιτάφιος Λόγος, Αρχαία Ελληνικά επιτύμβια επιγράμματα, εκδόσεις Άγρα), σεργιάνι στα νεκροταφεία των αιώνων, επ' ελπίδι Αναστάσεως. Ο ανθρώπινος πόνος ίδιος στους αιώνες. Ο άνθρωπος απελπισμένος μπροστά στην ανυπαρξία, απαρηγόρητος, ιδιαίτερα όταν έχει μια θεολογία που ταυτίζεται με την φυσική. Όταν δηλαδή ερμηνεύει την προέλευση των όντων χωρίς να δίνει ελπίδα και λύσεις για τη σωτηρία τους.




Η φύση οδοστρωτήρας, κραταιός ο θάνατος  κι ανήμποροι  οι ισχυροί απέναντί του. Μάταιος οποιοσδήποτε συναισθηματισμός, κάθε λυρισμός που προσπαθεί να σώσει ό,τι  πολυτιμότερο, την ύπαρξη, το πρόσωπο, την αγάπη...


Μα τι πάνω απ’ τα τέκνα μας στενάζουμε βαριά,
που μήτε των θεών η δύναμη από τον Άδη δεν τα σώζει;

Αντίπατρου Σιδωνίου 2ος αιώνας π. Χ.

Εγώ που με το γέλιο εφαίδρυνα το βίο των ανθρώπων τον πολυστένακτο, ο Φιλιστίων από τη Νίκαια, ενταύθα κείμαι-απομεινάρι μιας ζωής. Πολλούς θανάτους πέθανα, μα σαν κι αυτόν ποτέ μου.

Ανωνύμου

Η Λαμίσκη, που τη στερνή πνοή της άφησε στης γέννας τις οδύνες, στις λιβυκές ακτές κοντά στο Νείλο, κείται. Είκοσι χρονώ. Τα δίδυμα της χαθήκαν κι εκείνα. Κι εσείς κορίτσια, που δώρα φέρνετε, πάνω στο μνήμα το ψυχρό, θερμό το δάκρυ χύστε.

Διοσκουρίδου 3ος αιώνας π. Χ.


Τριών χρονών και στο πηγάδι έπαιζε κοντά ο Αρχιάναξ
Της μορφής του το άλαλο είδωλο τον δελέασε
και κάθυγρο τον άρπαξε απ’ το νερό η μάνα.
Να’ χει ζωή; Ίχνος ζωής; Αυτό έτρωγε το νού της.
Τις Νύμφες, όχι, τ’ αγγελούδι δεν τις μίανε.
Τώρα στα γόνατα της μάνας του, ύπνο αξύπνητο κοιμάται.

Ποσείδιππου 3ος αιώνας π.Χ.

Αλίμονο! Ύπνο αξύπνητο κοιμάται ο Θηρίμαχος.
Στη σκέπη της βελανιδιάς πυρ ουρανού τον κοίμησε.

Διοτίμου Μιλησίου 1ος αιώνας π. Χ.







Σώθηκε από τη λαίλαπα και τη μανία της θάλασσας και τώρα κείται ναυαγός στη λιβυκή αμμουδιά, όχι μακριά από την ακτή. Ξεπνοημένος και γυμνός, ύπνο βαθύ κοιμάται ο καραβοτσακισμένος. Κι οχιά ολέθρια τον σκοτώνει. Μάταια λοιπόν πολέμησε τα κύματα σπεύδοντας στη στεριά και στη μοίρα που όφειλε; 

Σταφυλλίου Φλάκκου 1ος αιώνας π. Χ.

Αρμύρα στάζουν τα μαλλιά σου κόρη δύσμοιρη. Ναυάγησες και χάθηκες στον πόντο, Λυσιδίκη. Τη θάλασσα σαν είδες να αγριεύει τρόμαξες και ρίχτηκες στα κύματα από το κοίλο πλοίο. Τώρα το όνομά σου δηλώνει ο τάφος στην πατρίδα σου την Κύμη, πλην τα οστά σου κύμα ψυχρό της ακτής τα λευκαίνει. Πικρό κακό για τον πατέρα σου: σε γάμο σε οδηγούσε, μα μήτε κόρη μήτε και νεκρή σε πήγε.

Ξενοκρίτου Ροδίου

Πικρό κακό, γαμπρό ή νύφη να θρηνείς. Μα ουδένα πένθος πιο βαρύ απ’ το διπλό χαμό τους - σαν το χαμό του Λυκαίνιου και της Εύπολης, της καλής του, που ο γάμος του ετελεύτησε την πρώτη μόλις νύχτα, όταν σωριάστηκε το δώμα.

                                                                                                                           Ανώνυμου




Πέντε χρονώ παιδί, αμέριμνη η ψυχούλα μου, κι ο άκαρδος με άρπαξε ο Άδης. Καλλίμαχο με λέγανε. Μα μη με κλαις. Μικρή η ζωή μου στάθηκε αλλά και στης ζωής τα βάσανα μικρό μερίδιο είχα.

Ανωνύμου


 
Ποιος λίθος δεν εδάκρυσε στο θάνατο σου Κάσσανδρε, ποια πέτρα εσέ τον αγλαό θα λησμονήσει; Μοίρα ανελέητη σε χάλασε και βάσκανος, στα μόλις είκοσί σου κι έξι. Χήρα η καλή σου τώρα, τους δόλιους τους γονιούς στο πένθος το βαθύ βυθίζεις.

Ανωνύμου

Το κρίμα τον γονιών μου που γεννήθηκα. Και που γεννήθηκα στον Άδη κατεβαίνω ο δυστυχής. Τίποτα δεν ήμουν. Γεννήθηκα. Και πάλι όπως πριν τίποτα θα γίνω. Γιατί μηδέν και τίποτα το γένος των ανθρώπων.

Ανωνύμου



Λειψά έφαγα, λειψά ‘ήπια. αρρώστησα πολύ. Και πέθανα. Έστω κι αργά. Στα τσακίδια λοιπόν όλοι σας

Σιμωνίδου του Κείου 556-467/6 π.Χ.

Του Ποσείδιππου τέσσερις γιους το σπίτι καταπλάκωσε, τέσσερις γιούς μαζί του άρπαξε ο Άδης, την πάσα ελπίδα του πατέρα αφανίζοντας. Τα μάτια του , όλο να κλαίει, να γοά, χάσαν το φως τους. Νύχτα κοινή κατέχει τώρα και τους πέντε.

Απολλωνίδου Σμυρνέως 1ος αιώνας π.Χ.

Την Κρηθίδα την πολύλογη, που αστεία ωραία γνώριζε την πήρε η σιωπή. Τον ύπνο που όλες οφείλουν κοιμάται.

Καλλίμαχου 4ος π.Χ.

Κάτω απ’ την πλάκα κείμαι. Έρωτα μ’ έλεγαν. Άδικα κόπηκα, σαν τριαντάφυλλο της άνοιξης. Στα τέσσερά μου έσπασε 
της μοίρας μου το νήμα.
Ρώμη 2ος αιώνας μ. Χ.



Νόμος όλων ο νόμος του θανάτου. Άτρεπτη των Μοιρών η βούληση. Ότι αυτές κρατούν τ’ αδράχτι και το νήμα γνέθουν.

Όστια Ιταλίας 2ος μ.Χ. αιώνας.




Κοιτώνα νυφικό μου φτιάχναν οι γονείς μου, μα η Μοίρα τάφο πρόσταξε. Από το ρόδο γρηγορότερα μαράθηκα. Κι ενθάδε κείμαι.

Βιθυνία 4ος αιώνας μ.Χ.



           
Να όμως ένας λόγος διαφορετικός, γεμάτος πόνο μα συνάμα με ελπίδα παραμυθητική,  Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος , ψυχή ευαίσθητη και ποιητική έκλαψε τη μάνα του την Νόννα, τον αδελφό του τον Καισάριο, τον πατέρα του τον Γρηγόριο, τον φίλο του τον Βασίλειο. Τους έκλαψε και μόνος έμεινε να στοχάζεται τον δικό του θάνατο. Προσδοκώντας την Ανάσταση:






Ποίος βίος; Από τάφο βγαίνοντας προς τάφο πάλι βαδίζω˙ για να γίνει χωνευτήρι άσπλαχνο του δόλιου σώματός μου……

Σκόνη ολούθε, στα μάτια μου χτυπά, ώστε πολύ μακριά απ’ τα φώτα του Θεού μου να βρεθώ, τοίχους στα σκοτεινά να ψηλαφώ, να σκοντάφτω πέρα και ‘δώθε, κι έξω απ’ της αιώνιας ζωής τη στράτα τα πόδια μου να’ χω.

Όμως εγώ από τον Χριστό μου δεν θα πάψω ποτέ σφιχτά να κρατιέμαι, κι όταν ακόμη απ’ τα δεσμά θα λύνομαι του χωματένιου μου βίου. Γιατί δυσύνθετος είμαι. Το σώμα μου φτιάχτηκε από τούτα, γι’ αυτό και συνεχώς κάτω προς το δικό του χώμα νεύει. Η ψυχή όμως πνοή είναι του Θεού και την υπέρτατη μοίρα της σφοδρώς πάντοτε ποθεί, που είναι μαζί του στα ουράνια.

Γρηγορίου Θεολόγου, Έπη Ηθικά, Περί της του εκτός ανθρώπου ευτελείας.
Μεταγραφή: Επίσκοπος Ροδοστόλου Χρυσόστομος


Φώτιος

4/5/10

Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη...


Καθώς η Άνοιξη φουντώνει κι όλη η φύση αναστατώνεται, ας θυμηθούμε ότι η ζωή δεν εξαρτάται από το τι θα φάμε και πόσα θα καταναλώσουμε, αλλά κυρίως από το πόσο θα ζήσουμε την ομορφιά της...


Ξεχνάμε πως μια φορά μονάχα ζούμε, πως κάθε στιγμή που χάνουμε γκρινιάζοντας για πράγματα υλικά, στιγμή χαμένη είναι, αφού δεν πρόκειται να ξανάρθει...


 Μοιάζουμε σαν τα ζωύφια που ζουν τον κύκλο της επιβίωσης, ανύποπτα για το πεπερασμένο της ύπαρξής τους. Αναπαράγονται, τρώνε, αφοδεύουν, σα να πρόκειται να ζήσουν αιώνια.


Όμως εκείνα σε καλύτερη μοίρα από μας είναι, αφού δεν θλίβονται, δεν αγχώνονται, δεν οργίζονται. Δεν έχουν ψυχή φτιαγμένη για τα μεγάλα και σπουδαία, κι έτσι ατάραχα ζουν μέσα στην ομορφιά της φύσης...


 Κι εμεις άστοχοι πάντα κι άμυαλοι, αρρωσταίνουμε την ψυχή μας για πράγματα υλικά, απασχολούμε το νου μας με τα ανούσια, ανήμποροι να δούμε τον παράδεισο που μας έβαλε ο Θεός. Μακριά του, ξεχνάμε τον Λόγο Του, ξεχνάμε που μας είπε να μην μεριμνάμε και να μην αγχωνόμαστε για την αυριανή μέρα, γιατί αρκετά προβλήματα έχουμε σήμερα....

 

...πως δεν ωφελεί να κερδίσουμε τον κόσμο όλο, αν είναι να χάσουμε την ψυχή μας.


Μικροί κι αστείοι, αφήνουμε τον χρόνο να περνάει και δεν σκεφτόμαστε πως την φετεινή άνοιξη δεν θα την ξαναζήσουμε, μήτε ξέρουμε πόσες ακόμα ανθοφορίες θα δούμε, ούτε πόσο χρόνο διαθέτουμε...


Ας αφήσουμε λοιπόν λίγο τις έγνοιες για τα ΔΝΤ και τους μισθούς, κι ας θυμηθούμε τα ουσιώδη και τα καίρια της ζωής, το "ενός εστί χρεία", που μας ζητήθηκε. Ας δοξολογήσουμε που ζούμε, που αναπνέουμε, που αγαπάμε. Ας ελπίζουμε κι ας χαιρόμαστε και μαζί με τον εθνικό μας ποιητή* ας ψάλλουμε  ύμνο στην Άνοιξη:



Πάλι μου ξίπασε τ αυτί γλυκειάς φωνής αγέρας,
κι έπλασε τ' άστρο της νυχτός και τ' άστρο της ημέρας,
Ολίγο φως και μακρινό σε μέγα σκότος κ' έρμο,
Η δύναμη σου πέλαγο, κ' η θέληση μου βράχος.


Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρι
η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι
με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει
όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.

 

Εστησε ο Ερωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη,
κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκειά της ώρα,
και μές στη σκιά, που φούντωσε και κλεί δροσιές και μόσχους,
ανάκουστος κελαηδισμός και λιποθυμισμένος


Τριαντάφυλλα 'ναι θεϊκά στην κόλαση πεσμένα.
Κι άνθιζε μέσα μου η ζωή μ' όλα τα πλούτια πώχει,
Συχνά τα στήθια εκούρασα, ποτέ την καλοσύνη,
Πάντ' ανοιχτά, πάντ' άγρυπνα, τα μάτια της ψυχής μου.


Και μέσ' στης λίμνης τα νερά, όπ' έφθασε μ' ασπρούδα,
έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα...


Κι η Φύση βρήκε την καλή και τη γλυκιά της ώρα.
Νερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα.
Χύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη.
Τα σπλάχνα μου και η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν

 

Δεν το 'λπιζα να ν' η ζωή μέγα καλό και πρώτο...



Φωτό: X.M.
 *Στίχοι από τους "Ελεύθερους Πολιορκημένους" του Διονυσίου Σολωμού