30/12/14

Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά

Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά
Ψηλή μου δεντρολιβανιά (*)
Κι αρχή καλός μας χρόνος
Εκκλησιά με τ' άγιο θόλος (*)
Άγιος Βασίλης έρχεται
Και δε μας καταδέχεται (*)
Από την Καισαρεία
Συ είσ' αρχόντισσα κυρία (*)
Βαστάει πένα και χαρτί
Ζαχαροκάντυο ζυμωτή (*)
Χαρτί χαρτί και καλαμάρι
Δες και με το παλικάρι (*)


Ας δούμε λοιπόν πώς εξηγείται η ασυναρτησία... Η ιστορία μας διαδραματίζεται στο Βυζάντιο. Σε εκείνα τα χρόνια οι φτωχοί και χαμηλών στρωμάτων άνθρωποι δεν είχαν το δικαίωμα να μιλούν στους αριστοκράτες παρά μόνο σε γιορτές όπου μπορούσαν να τους απευθύνουν ευχές.



Κάποιος νεαρός λοιπόν, ταπεινής καταγωγής, ήταν ερωτευμένος με μια αρχοντοπούλα. Επειδή δεν ήταν κοινωνικά αποδεκτό να την πλησιάσει παρά μόνο σε περίοδο εορτών για να της απευθύνει ευχές, αποφάσισε ανάμεσα στα κάλαντα του Μεγάλου Βασιλείου να εντάξει και ένα ερωτικό ποίημα που είχε συνθέσει! Αρχίζει λοιπόν και βάζει ενδιάμεσους στίχους (αυτούς με τα αστεράκια).
Με αυτόν τον τρόπο και τα κάλαντα θα έλεγε ακολουθώντας τους κοινωνικούς κανόνες αλλά ταυτόχρονα θα παίνευε την καλή του..!



Την αποκαλεί ψηλή, σαν δεντρολιβανιά. Επειδή φορούσε ένα από τα ψηλά τα κωνικά καπέλα με το τούλι στην κορυφη, την παρομοιάζει με Εκκλησιά με το Άγιο θόλος (θόλος εκκλησίας). Της λέει ότι δεν τον καταδέχεται (ο Άη Βασίλης δεν έχει να κάνει!) γιατί είναι αρχόντισσα κυρία. Τέλος κλείνει με τις γαλυφιές! Την λέει ζαχαροκάντυο ζυμωτή, δηλαδή φτιαγμένη από ζάχαρη (γλυκειά μου) και την παρακαλεί να του ρίξει μια ματιά. Έτσι λοιπόν αυτά τα παράδοξα Κάλαντα πέρασαν από γενιά σε γενιά και έγιναν τα πιο διαδεδομένα σε όλο τον ελληνικό χώρο.

ΚΑΛΗ ΚΑΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ ΧΡΟΝΙΑ!!!

28/12/14

Από την αυτογνωσία στην Αγάπη...


Καλή κι ευλογημένη χρονιά!


Τρίτη και τελευταία ομιλία του π. Χριστοδούλου Μπίθα, με θέμα «Από την αυτογνωσία στην Αγάπη», στο πλαίσιο του προγράμματος «ΕΝΟΡΙΑ εν δράσει…», η οποία πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου, στον Ι. Ν. Ευαγγελιστρίας Πειραιώς, 

Θυμίζουμε ότι η πρώτη ομιλία είχε θέμα «Από την μετάνοια στην αυτομεμψία», ενώ η δεύτερη «Από την αυτομεμψία στην αυτογνωσία».







ΕΔΩ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΣΤΟ YOUTUBE

25/12/14

Μέσα μας γίνεται η Γέννηση

Τά Χριστούγεννα στην ποίηση* Εκτύπωση


Μέσα μας γίνεται η Γέννηση.
Έξω στέκει το σχήμα της –
Μας φανερώνεται…
Γιώργος Θέμελης, ΙΙΙ. Φάτνη


alt Ο Θεός, η φύση, ο θάνατος και ο έρωτας αποτελούν, όπως είναι γνωστό, τα βασικότερα θέματα της Ποίησης. Στον χώρο της μετά Χριστόν Ελληνικής Ποίησης, το θρησκευτικό στοιχείο είναι ιδιαίτερα σύνηθες, τα δε Χριστούγεννα, όπως και το Πάσχα, θεωρούνται ως μία από τις κατεξοχήν προσφιλείς και ακατάπαυστα ισχύουσες πηγές έμπνευσης των Ελλήνων Ποιητών.


Στην Εφημερίδα της 25ης Δεκεμβρίου του 1887, ο κορυφαίος μας λογοτέχνης Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851 – 1911), «η κορυφή των κορυφών» κατά τον Κωνσταντίνο Καβάφη, είχε γράψει: «Εάν το Πάσχα είναι η λαμπροτάτη του Χριστιανισμού εορτή, τα Χριστούγεννα βεβαίως είναι η συγκινητικωτάτη».Αναμφισβήτητα, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο «άγιος των ελληνικών γραμμάτων», σχετίζεται άμεσα και με τον ποιητικό χώρο, όχι μόνον επειδή έχει συνθέσει και ποιήματα, αλλά επειδή ολόκληρο το πεζογραφικό του έργο αποπνέει την μαγεία του ποιητικού λόγου. Ο Μιλτιάδης Μαλακάσης πίστευε ακράδαντα πως ο Παπαδιαμάντης ήταν ο «καλύτερος ποιητής» που είχε γνωρίσει· ο Κωστής Παλαμάς είχε γράψει πως «Ὁ Ἀλέξαντρος Παπαδιαμάντης, ποιητὴς μὲ τὸν πεζὸ λόγο, καὶ κάποτε, / μὰ πολὺ σπάνια, μὲ τὸ στίχο…»· και ο Παύλος Νιρβάνας είχε εκφράσει ανεπιφύλακτα την άποψη ότι «Ο Παπαδιαμάντης δὲν εἶναι γραμματάνθρωπος, εἶναι ποιητής».


Στο διήγημα «Στὸ Χριστὸ στὸ Κάστρο» (1892), στο οποίο ο Παπαδιαμάντης αποθέτει την άμετρη τρυφερότητα της χριστιανικής του αγάπης, υπάρχει κι ένα ποίημα αναφερόμενο στον ναό της Γέννησης:

Με χρόνους με καιρούς και ήμισυ καιρού,

κάποιος αμαθής, αμαρτωλός χυδαίος,

καμμία γυναίκα του λαού πτωχή

σ’ ενθυμείται κι έρχεται να σου φέρ’

όχι χρυσόν, αλλά ολίγο λιβάνι,

ένα κερί κι ολίγο λάδι στην μποτίλια

σ’ εσέ που είσαι όλων ο δοτήρ.


Ο μέγιστος ποιητής μας Κωστής Παλαμάς (1859 – 1943), η κεντρική μορφή της λογοτεχνικής γενιάς του 1880, παρουσιάζεται ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένος με τις γιορτές της Ορθόδοξης Εκκλησίας, τις οποίες προσεγγίζει και υμνεί μέσω της ποίησής του, με ξεχωριστή δε κατάνυξη στέκεται μπροστά στο «θαύμα» των Χριστουγέννων, σ’ αυτό το Μεγάλο Μυστήριο της ενανθρώπησης του Θεού. Θα ’λεγε κανείς πως το Αστέρι της Βηθλεέμ, αυτό το Αστέρι που οδήγησε τους Μάγους στη ταπεινή φάτνη όπου γεννήθηκε ο Χριστός, οδήγησε και τη σκέψη του κι αποτέλεσε την έμπνευση για το θαυμάσιο ποίημά του με τίτλο «Ἀστέρι Θεϊκό».

Τι φως και χρώμα κι ομορφιά να

σκόρπιζε το αστέρι

όπου στην κούνια του Χριστού
τους μάγους έχει φέρει;… (απόσπασμα).

Ένα ακόμη χριστουγεννιάτικο ποίημα του Κωστή Παλαμά, θαυμάσιο μέσα στην απλότητά του, είναι το «Νά’ μουν τοῦ σταύλου ἕν’ ἄχυρο». Εδώ, είναι σαφέστατη η επιθυμία του ποιητή να πλησιάσει ταπεινά το νεογέννητο θείο Βρέφος και να ενστερνισθεί το λυτρωτικό μήνυμα που εκπορεύεται από τη φτωχική φάτνη…

Να ’μουν του σταύλου έν’ άχυρο, ένα φτωχό κομμάτι,

την ώρα π’ άνοιξ’ ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι!

Να ’δώ την πρώτη του ματιά και το χαμόγελό του,

το στέμμα των ακτίνων του γύρω στο μέτωπό του,

να λάμψω από τη λάμψη του κι εγώ σα διαμαντάκι,
κι από τη θεία του πνοή να γίνω λουλουδάκι… (απόσπασμα).

Το εκπληκτικό ποίημα του Κωστή Παλαμά «Ἕνας Θεός» αφενός μεν εκφράζει με γλαφυρότητα τα συναισθήματα του ποιητή, μπροστά στο θαύμα της ενανθρώπησης του Θεού, και αφετέρου καταδεικνύει το θαύμα που συντελέστηκε στην ίδια την ψυχή του… Η Γέννηση του Θεανθρώπου γεννά  στην ψυχή του ποιητή – και σε κάθε ανθρώπινη ψυχή – την ελπίδα, την πίστη και την αγάπη… Αυτό, άλλωστε, δεν είναι και το βαθύτερο νόημα των Χριστουγέννων;

Ω, μέσα μου γεννιέται ένας Θεός
και το κορμί μου γίνεται ναός,
δεν είναι ως πρώτα φάτνη ταπεινή
μέσα μου λάμπουν ξάστεροι ουρανοί,
το μέτωπό μου λάμπει σαν αστέρι…
Φέρτε μου, Μάγοι – θεία βουλή το γράφει –
τα σμύρνα της ελπίδας, το λιβάνι
της πίστης, της αγάπης το χρυσάφι!... (αποσπάσματα).

Το λαμπρό αστέρι, οι τρεις Mάγοι και η ταπεινή φάτνη της Βηθλεέμ αποτελούν τα βασικότερα θεματικά στοιχεία στις χριστουγεννιάτικες ποιητικές συνθέσεις, όπως στη «Νύχτα Χριστουγεννιάτικη» του Γεωργίου Δροσίνη (1859 – 1951).

Την άγια νύχτα τη Χριστουγεννιάτικη
λυγούν τα πόδια
και προσκυνούν γονατιστά τη φάτνη τους
τ’ άδολα βώδια.
Κι ο ζευγολάτης ξάγρυπνος θωρώντας τα
σταυροκοπιέται
και λέει με πίστη απ’ της ψυχής τ’ απόβαθα
Χριστός γεννιέται!
Την άγια νύχτα τη Χριστουγεννιάτικη
κάποιοι ποιμένες
ξυπνούν από φωνές ύμνων μεσούρανες
στη γη σταλμένες.
Κι ακούοντας τα Ωσαννά απ’ αγγέλων στόματα
στο σκόρπιο αέρα,
τα διαλαλούν σε χειμαδιά λιοφώτιστα
με τη φλογερα.
Την άγια νύχτα τη Χριστουγεννιάτικη
- ποιός δεν το ξέρει; -
των Μάγων κάθε χρόνο τα μεσάνυχτα
λάμπει τ’ αστέρι.
Κι όποιος το βρει μέσ’ στ’ άλλα αστέρια ανάμεσα
και δεν το χάσει
σε μια άλλη Βηθλεέμ ακολουθώντας το
μπορεί να φτάσει.

Ένα ακόμη συνηθέστατο θεματικό μοτίβο στα χριστουγεννιάτικα ποιήματα είναι το πυκνό χιόνι, όπως επίσης το αναμμένο τζάκι και το καμπαναριό της εκκλησιάς. Στο πασίγνωστο κι αγαπημένο ποίημα «Χριστούγεννα» του Στέλιου Σπεράντζα (1888 – 1962) (ο οποίος έχει κυρίως ασχοληθεί με τη συγγραφή παιδικών ποιημάτων), ο μικρός Χριστός προσκαλείται σ’ ένα φτωχικό σπίτι, όπου θα βρει φαγητό και ζεστασιά…
Στη γωνιά μας κόκκινοalt
τ’ αναμμένο τζάκι.

Τούφες χιόνι πέφτουνε
στο παραθυράκι.
Όλο απόψε ξάγρυπνο
μένει το χωριό,
και κτυπά Χριστούγεννα
το καμπαναριό.
Έλα, Εσύ που Αρχάγγελοι
σ’ ανυμνούνε απόψε,
πάρε από την πίττα μας,
που ευωδιά και κόψε.
Έλα, κι η γωνίτσα μας
καρτερεί να ’ρθείς.
Σούστρωσα, Χριστούλη μου,
για να ζεσταθείς.


Στον Στέλιο Σπεράντζα ανήκουν και οι στίχοι του γνωστού, χριστουγεννιάτικου τραγουδιού «Χιόνια στὸ καμπαναριό». Στίχοι και μελωδία που κατακλύζουν τη σκέψη με νοσταλγικές αναμνήσεις, και την ψυχή με άφατη τρυφερότητα…
«Χριστούγεννα» είναι, επίσης, ο τίτλος ενός όχι ιδιαίτερα γνωστού ποιήματος του Τέλλου Άγρα (1899 – 1944) [φιλολογικό ψευδώνυμο του ποιητή και κριτικού Ευαγγέλου Ιωάννου], στο οποίο κυριαρχεί το μοτίβο του «πυκνού χιονιού»…
Όξω πέφτει αδιάκοπο και πυκνὸ το χιόνι, alt

κρύα και κατασκότεινη κι αγριωπή η νυχτιά.

Είναι η στέγη ολόλευκη, γέρνουν άσπροι κλώνοι,

μες στο τζάκι απόμερα ξεψυχά η φωτιά…

…Πέφτει ακόμη αδιάκοπο κι άφθονο το χιόνι,

όλα ξημερώνονται μ’ άσπρη φορεσιά,

στον αγέρα αντιλαλούν του σημάντρου οι στόνοι,

κάτασπρη, γιορτάσιμη λάμπει η εκκλησιά

… (αποσπάσματα).



Από τους μεταγενέστερους εκπροσώπους της Νεοελληνικής Ποίησης, η Ζωή Καρέλλη (1901 – 1998), μία εξαιρετική ποιήτρια, θεατρική συγγραφέας και δοκιμιογράφος, έχει γράψει τέσσερα υπέροχα ποιήματα με τίτλο «Παραμονή της Γέννησης», που ανήκουν στη Συλλογή «Πορεία» (1940). Πραγματικά συναρπαστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το 4ο ποίημα:
…Εκείνος που δεν γεννά, δεν γεννάται, alt
δεν αναγεννάται ποτέ, Κύριε,
της Γέννησης «σκήνωσον εν εμοί»,
ο την Σάρραν και την Ελισσάβετ
γονίμους διδάξας, προς δόξαν σου αιώνιαν.
Ο Γιάννης Ρίτσος (1909 – 1990), στην 4η στροφή του 1ου μέρους της «Ρωμιοσύνης» του,
(Όταν σφίγγουν το χέρι, ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο / όταν χαμογελάνε, ένα μικρό χελιδόνι φεύγει μες απ’ τ’ άγρια γένεια τους / όταν κοιμούνται, δώδεκα άστρα πέφτουν απ’ τις άδειες τσέπες τους…), αναμφίβολα ανακαλεί στη μνήμη του το αστέρι της Βηθλεέμ, γράφοντας τον στίχο: δώδεκα άστρα πέφτουν… Με τους δώδεκα αστερισμούς (δώδεκα άστρα) ο ποιητής υπαινίσσεται το φαινόμενο των πεφταστεριών, η δε πτώση ενός αστεριού είναι ίσως ένα σημάδι θεϊκό, ένα μήνυμα ελπίδας (άστρο της Βηθλεέμ)…


Στη Συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη (1911 – 1996) «Ο Ήλιος ο ηλιάτορας» (1971) ανήκουν δύο θαυμάσια δίστιχα, η συντομία των οποίων είναι αντίστροφα ανάλογη προς την αλήθεια του νοήματός τους…
Πολλά δε θέλει ο άνθρωπος
να ’ν’ ήμερος να ’ναι άκακος
λίγο φαΐ λίγο κρασί
Χριστούγεννα κι Ανάσταση.


Στη Συλλογή του Νικηφόρου Βρεττάκου (1912 – 1991) «Διεθνής παιδούπολη Πεσταλότσι» ανήκει το υπέροχο ποίημα «Το παιδί με τη σάλπιγγα», το οποίο – όπως ακριβώς αναγράφεται ως υπότιτλος – αποτελεί ένα «Παιδικό χριστουγεννιάτικο σχέδιο τυπωμένο σε κάρτα» και εμπερικλείει το βαθύτερο νόημα των Χριστουγέννων, την Αγάπη.
Αν μπορούσες να ακουστείς
θα σου έδινα την ψυχή μου
να την πας ως την άκρη του κόσμου.
Να την κάνεις περιπατητικό αστέρι ή ξύλα
αναμμένα για τα Χριστούγεννα – στο τζάκι του νέγρου
ή του Έλληνα χωρικού. Να την κάνεις ανθισμένη μηλιά
στα παράθυρα των φυλακισμένων. Εγώ
μπορεί και να μην υπάρχω ως αύριο.
Αν μπορούσες να ακουστείς
θα σου έδινα την ψυχή μου
να την κάνεις τις νύχτες
ορατές νότες, έγχρωμες,
στον αέρα του κόσμου.
Να την κάνεις αγάπη.


 Ο Μίλτος Σαχτούρης (1919 – 2005), στο ποίημά του «Χριστούγεννα 1948», συνδέει τη Γέννηση του Χριστού με τα γεγονότα του Εμφυλίου…
Σημαία alt
ακόμη
τα δίκανα στημένα στους δρόμους
τα μαγικά σύρματα
τα σταυρωτά
και τα σπίρτα καμένα
και πέφτει η οβίδα στη φάτνη
του μικρού Χριστού
το αίμα το αίμα το αίμα… (απόσπασμα).



Το εκτενές ποίημα «Παραμονή Χριστουγέννων» του Τάσου Λειβαδίτη (1922 – 1988) ανήκει στη Συλλογή «Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο», που γράφτηκε στη Μακρόνησο, το 1950. Πρόκειται για ένα ποίημα βαθιά ανθρώπινο και απέραντα τρυφερό. Και μόνο στο άκουσμα της ευχής «Καλά Χριστούγεννα», η ψυχή του συντρόφου κατακλύζεται από θαλπωρή…
…Σηκώνεις το γιακά της χλαίνης σου. Χιονίζει. alt
Μια πλάκα φωνογράφου στο Διοικητήριο. Πιο μακριά
η σιωπή. Καλή νύχτα, καλά Χριστούγεννα.
Συλλογιέσαι τ’ άστρα πίσω απ’ την καταχνιά
σκέφτεσαι πως αύριο μπορεί να σε σκοτώσουν.
Μα απόψε αυτή η φωνή είναι μια τσέπη μάλλινη
χώσε τα χέρια σου.
- Καληνύχτα, Θωμά. Καλά Χριστούγεννα.
Κ’ η καρδιά σου φωτίζεται σαν χριστουγεννιάτικο τζάμι.


Το πανανθρώπινο νόημα των Χριστουγέννων εκφράζεται μ’ έναν εκπληκτικό τρόπο στο ποίημα του Τάσου Λειβαδίτη «Γέννηση», που ανήκει στη Συλλογή «Ο αδελφός Ιησούς». Πρόκειται για μία σύνθεση, που πέρα από την ποιητική δεινότητα του Τάσου Λειβαδίτη καταδεικνύει τόσο το πνευματικό όσο και το ψυχικό ανάστημα του ποιητή…
Έν’ άλλο βράδυ τον άκουσα να κλαίει δίπλα. Χτύπησα την
πόρτα και μπήκα. Μου ’δειξε πάνω στο κομοδίνο ένα μικρό ξύλινο
σταυρό. «Είδες, μου λέει – γεννήθηκε η ευσπλαχνία.» Έσκυψα
τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ,
γιατί θα περνούσαν αιώνες και αιώνες  και δε θα ’χαμε να
πούμε τίποτα ωραιότερο απ’ αυτό.


Ένα υπέροχο χριστουγεννιάτικο ποίημα με τίτλο «λάμπουν σαν δάκρυα τα Χριστούγεννα» έχει γράψει ο Τόλης Νικηφόρου (1938 – ). Το ποίημα ανήκει στη Συλλογή «Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο» (1999).
Ένας μικρός χριστός γεννιέται πάλι αύριο,
μόνος στον κόσμο.
ένας μικρός χριστός που ζωγραφίζει θαμπά
στο τζάμι δέντρα για τα παιδιά,
καράβια για τα όνειρα,
ένα παραμύθι της αγάπης για τους απελπισμένους.
παραμονή και τα χιλιάδες φώτα της πλατείας
στα μάτια του λάμπουν σαν δάκρυα.
«Η εικόνα αυτού του ποιήματος προέρχεται από τα παιδικά μου χρόνια, όταν κολλούσα τον χειμώνα τη μύτη μου στο τζάμι της μπαλκονόπορτας και έβλεπα για ώρες έξω την έρημη τότε απέραντη Πλατεία Δικαστηρίων. Ήμουν ένα μοναχικό παιδί, όχι από δική μου επιλογή. Έπαιζα και διάβαζα μόνος μου στο σπίτι, θάμπωνα το παγωμένο τζάμι με το χνότο μου και σχημάτιζα ζωγραφιές με το δάχτυλό μου, γελούσα και δάκρυζα μόνος μου, ονειρευόμουν μόνος μου. Νομίζω ότι από τότε κατάλαβα βαθιά τη μοναξιά και έμαθα να ζω και να αγωνίζομαι χωρίς ελπίδα» γράφει χαρακτηριστικά ο ίδιος ο ποιητής… (Πηγή: TranslatumGreekTranslationForum).

Η άγια νύχτα των Χριστουγέννων, το αστέρι, που με το ανέσπερο φως του οδήγησε τους τρεις Μάγους στη φάτνη της Βηθλεέμ, και το πανανθρώπινο μήνυμα της Αγάπης, που συνεπάγεται η ενανθρώπηση του Θεού, δεν θα πάψουν ποτέ να αποτελούν πηγή έμπνευσης για τους ποιητές…
Ολοκληρώνοντας αυτό το κείμενο, ανακαλώ στη μνήμη μου τους στίχους του Κωστή Παλαμά: Φέρτε μου, Μάγοι – θεία βουλή τὸ γράφει – / τὰ σμύρνα τῆς ἐλπίδας, τὸ λιβάνι / τῆς πίστης, τῆς ἀγάπης τὸ χρυσάφι! κι ομολογώ με συγκίνηση πως, εδώ και χρόνια, αυτοί ακριβώς οι στίχοι είναι γραμμένοι – με γραφή ανεξίτηλη – τόσο στη σκέψη όσο και στην ψυχή μου…

Εύχομαι από καρδιάς σε όλους Καλά κι Ευλογημένα Χριστούγεννα! Με υγεία και με… τα σμύρνα της ελπίδας, το λιβάνι της πίστης και της αγάπης το χρυσάφι! Γιατί είναι σίγουρο πως με την ελπίδα, την πίστη και την αγάπη μπορεί κανείς να δει ότι πίσω απ' την καταχνιά υπάρχει πάντα... το φως!
 
*  Γιόλα Αργυροπούλου – Παπαδοπούλου, ποιήτρια, 
επ. καθηγήτρια της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών

Από την ιστοσελίδα Παλμογράφος

23/12/14

Το ραντεβού των Χριστουγέννων



Που θα πε­ρά­σου­με τα Χρι­στού­γεν­να; Ποι­ους θα ε­πι­σκε­φτού­με; Ποι­ους θα προ­σκα­λέ­σου­με;” 

Ε­ρω­τή­μα­τα που ό­λοι μας σκε­φτό­μα­στε τις μέ­ρες αυ­τές.

Και ό­μως, το ... ραν­τε­βού των Χρι­στου­γέν­νων δεν εί­ναι ού­τε στα ο­ρεκτι­κά και πλού­σια φα­γη­τά, ού­τε στην πε­ρι­πέ­τεια σε μια ξέ­νη χώ­ρα. Το ραν­τε­βού των Χρι­στου­γέν­νων εί­ναι η συ­νάν­τη­ση του Θε­ού με τον άν­θρω­πο. Το ραν­τε­βού των Χρι­στου­γέν­νων γί­νε­ται στη φάτ­νη! Ε­κεί που ο Θε­ός έ­γι­νε άν­θρω­πος. Ε­κεί που “η Παρ­θέ­νος τον Υ­πε­ρού­σιον τί­κτει”. Ε­κεί στα χνώ­τα των ζω­ών, στο φτω­χι­κό στά­βλο. Ε­κεί εί­ναι ο τό­πος της συ­νάν­τη­σης με αυ­τό που λα­χτα­ρά η ψυ­χή σου και δεν το βρί­σκει ού­τε στα τα­ξί­δια, ού­τε στο φα­γο­πό­τι, ού­τε καν στις Χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κες ευ­χές.

Α­λή­θεια, που εί­ναι η φάτ­νη σή­με­ρα; Που εί­ναι ο τό­πος που ο Θε­ός μπο­ρεί να 'ρ­θει τό­σο κον­τά μας;

Ό­μως, η φάτ­νη εί­ναι τό­σο κον­τά σου... εί­ναι μέ­σα σου... Ε­κεί δί­νει ραν­τε­βού ο Χρι­στός! Σκύ­ψε και κοί­τα­ξε στην κάρ­δια σου. Θα βρεις έ­ναν στά­βλο! Έ­ναν στά­βλο γε­μά­το α­κα­θαρ­σί­ες, ε­γω­ι­σμούς, πεί­σμα­τα, πε­ρη­φά­νι­ες, υ­πο­κρι­σί­ες, μυ­στι­κές α­μαρ­τω­λέ­ς ε­πι­θυ­μί­ες.....

“Μα μπο­ρεί να γεν­νη­θεί εδω ο Χρι­στός;” 
Μια ε­ρώ­τη­ση που θα κά­νεις κι ε­σύ κι ε­γώ και ο­ποι­οσ­δή­πο­τε ει­λι­κρι­νής άν­θρω­πος, μό­λις ρί­ξει μια μα­τιά μέ­σα του.
"Ναι", εί­ναι η α­πάν­τη­ση, αν ό­μως κα­θα­ρί­σεις την κάρ­δια σου, ε­δω εί­ναι το ραν­τε­βού που έ­χει ο Θε­ός μα­ζί σου. Ε­δώ μέ­σα θα έρ­θει να γεν­νη­θεί ο Χρι­στός.

Που θα κά­νεις φέ­τος τα Χρι­στού­γεν­να;

θα τα κά­νεις μέ­σα σου; θ’ α­νοί­ξεις την κάρ­δια σου; θα προ­σκα­λέ­σεις τον με­γά­λο ε­πι­σκέ­πτη; Τα αλ­λά ραν­τε­βού ο­δη­γούν στην α­πο­γο­ή­τευ­ση, στο άγ­χος, στην α­γω­νί­α, στο θά­να­το. Το ραν­τε­βού στη φάτ­νη ο­δη­γεί σε μια και­νούρ­για ζω­ή, μια ζω­ή με ει­ρή­νη, μια ζω­ή αι­ω­νί­α!

Ω, να μπο­ρού­σα να βρω ό­λους αυ­τούς που τρέ­χουν ε­δώ κι ε­κεί, και να τους πω; “πού τρέ­χε­τε; Λά­θος δώ­σα­τε ραν­τε­βού. Ε­λά­τε στη φάτ­νη! Α­νοίξ­τε την κάρ­δια σας. Ε­κεί θα γεν­νη­θεί ο Χρι­στός!




22/12/14

Η Ιστορία ενός Μεγάλου Έρωτα!




Κάποτε ήταν ένας μεγάλος Βασιλιάς, όμοιός του δεν είχε ξαναϋπάρξει, κάνεις δεν τολμούσε να του αντιταχθεί, άρχοντες και λαός τον σέβονταν και τον τιμούσαν. Ακόμα οι βασιλιάδες των γύρω βασιλείων τον φοβόντουσαν και του επέδιδαν τιμές, ένας Βασιλιάς των Βασιλέων.  Κάποια στιγμή ο μεγάλος Βασιλιάς ερωτεύτηκε μια χωριατοπούλα από την πιο φτωχή οικογένεια του πιο φτωχού χωριού του Βασιλείου του.


Σκέφτηκε λοιπόν να πάει να την συναντήσει στην καλύτερη του άμαξα, μαζί με όλη την βασιλική του φρουρά και την βασιλική ορχήστρα και να την ντύσει με τα πιο όμορφα ρούχα του και να λούσει όλη την οικογένεια της με τα δώρα του. Δεν ήταν δυνατόν να αρνηθεί μια τέτοια πρόταση καμία γυναίκα του Βασίλειου, πόσο μάλλον η πιο φτωχή των πιο φτωχών.


Τότε όμως του ήρθε μια σκέψη που τον τάραξε! Θα με αγαπάει όμως; Δεν ήθελε να δεχτεί την πρόταση του από φόβο ή σεβασμό, ήθελε να τον αγαπήσει πραγματικά. Δεν ήθελε η αγαπημένη του να τον δοξάσει, λόγω της δύναμης και του μεγαλείου του, αλλά ήθελε εκείνος να την δοξάσει και να την ανυψώσει. Ήθελε την αγαπημένη του ως Βασίλισσα και συνοδοιπόρο στην ζωή του ως Βασιλιά, δεν ήθελε μια άβουλη, τρομαγμένη δούλα. Κατάλαβε λοιπόν ότι ο έρωτας χρειάζεται ελευθερία και η ελευθερία χρειάζεται ισότητα.


Έπειτα χαρούμενος του ήρθε μια άλλη σκέψη: «Θα την ανυψώσω και θα την κάνω όμοιά μου και μετά θα της κάνω την πρότασή μου. Θα της δώσω τίτλους, τιμές και δώρα και θα την κάνω την πιο πλούσια αρχοντοπούλα του Βασιλείου μου». Μετά όμως συνειδητοποίησε ότι το πρόβλημα συνέχιζε να υπάρχει. Στην καλύτερη περίπτωση να τον εκτιμήσει και να τον αγαπήσει από ευγνωμοσύνη για τα πλούσια δώρα του και στην χειρότερη περίπτωση θα έβλεπε όλες τις κινήσεις του, ως πονηρό τρόπο για να την κάνει να τον αγαπήσει, έναν τρόπο για να εξαγοράσει την αγάπη της.


Έτσι, συνειδητοποίησε την τραγικότητα του μεγαλείου και της δύναμής του, που ήταν για πρώτη φορά εμπόδιο. Ναι, εμπόδιο μπροστά στην μεγάλη επιθυμία του. Προβληματισμένος και λυπημένος περνούσε την ώρα μην ξέροντας τι να κάνει, μέχρι που άξαφνα σκέφτηκε για μια λύση στα διλήμματα του. Η λύση όμως αυτή όμως θα απαιτούσε από αυτόν να κάνει την υπέρτατη θυσία. Εφόσον δεν μπορούσε να αναβιβάσει την αγαπημένη του στο ύψος του, χωρίς να την σκλαβώσει η χειρονομία του, σκέφτηκε να κατεβεί αυτός στο ύψος της. Να απεκδυθεί όλα τα πλούτη, την δόξα και την δύναμή του και να γίνει ένας φτωχός κάτοικος του φτωχότερου χωριού της αγαπημένης του. Να βρει εκεί μια δουλειά, για να ζήσει δίπλα της, να την γνωρίσει, να την προσεγγίσει και αν πήγαιναν όλα καλά, να αγαπηθούνε και μετά να την αναβιβάσει στην δόξα του και να την κάνει βασίλισσά του.


Αυτή είναι μια όμορφη ιστορία του Δανού Χριστιανού Φιλοσόφου Søren Kierkegaard μέσα από την οποία εικονίζεται η ενανθρώπηση του Θεού. Ο μεγάλος Βασιλιάς είναι ο Θεός και η φτωχή χωριατοπούλα, η πεσμένη ανθρωπότητα. Δεν ήταν δυνατόν να τον αγαπήσουμε:  (α) αν έρχονταν με όλη την δόξα και την δύναμή Του, θα τον δεχόμασταν από φόβο, θα μας στερούσε την ελευθερία να τον απορρίψουμε, (β) ούτε και αν μας έκανε αμέσως Θεούς θα τον αγαπούσαμε πραγματικά γιαυτό που είναι, αλλά για αυτό που μας έδωσε. Έτσι, ο Θεός αποφάσισε να πάρει την μορφή ενός φτωχού ανθρώπου, να κατοικήσει μεταξύ μας, να μας δείξει ποιος είναι πραγματικά, ώστε να τον αγαπήσουμε και να μας αναβιβάσει μετά στο ύψος Του, να μας κάνει παιδιά και αδέλφια Του, Θεούς κατά χάρη. Πως είναι δυνατόν να μην τον αγαπήσεις; Και όμως πολύ δεν τον αγάπησαν, αντίθετα πολλοί τον παρεξήγησαν, γιατί δεν τον είδαν με την βασιλική του ενδυμασία, έτσι τον θεώρησαν μια ταλαίπωρη φυσιογνωμία της ιστορίας και ακόμα χειρότερα έναν απατεώνα…. Εμείς άραγε πως τον βλέπουμε; Η μεγάλη Του θυσία κέρδισε την δική μας σκληρή καρδιά;