30/4/07

ΜΟΝΑΞΙΑ

Μικρό διαμέρισμα στό κέντρο τῆς πόλης. Παράθυρο φωτισμένο μέσα στή νύχτα, τό τασάκι γεμᾶτο ἀποτσίγαρα, ἄλλο ἕνα ποτό στό ποτήρι. Τό χέρι παίζει νευρικά μέ τό τηλεχειριστήριο καί οἱ εἰκόνες ἐναλλάσσονται μέ ταχύτητα στήν ὀθόνη. Σκοτεινιασμένη ἡ καρδιά κι ὁ γνώριμος κόμπος στό στομάχι νά σφίγγει τά σωθικά. Βαρειά τά βλέφαρα, ἀλλά ὕπνος δέν ἔρχεται. Χαμένη ἡ ἐλπίδα, μεγάλο τό ἀδιέξοδο.

Νοιώθω τήν μοναξιά σου καί σέ καταλαβαίνω. Ἀφόρητο νά’ σαι μόνος, νά μήν ἔχεις κανένα νά σέ καταλάβει, νά μήν ἔχεις κανένα νά ἀνοίξεις τήν καρδιά σου καί νά πεῖς τόν πόνο σου, νά μήν ἔχεις κανένα νά νοιάζεται γιά σένα. Κι αὐτοί οἱ λίγοι φίλοι - ἤ μήπως γνωστοί; - νά μήν σέ καταλαβαίνουν, καί σύ νά μήν ἔχεις ὄρεξη νά ἐπαναλάβεις πάλι τήν ρουτίνα. Τίς ἴδιες βαρετές διασκεδάσεις, τίς ἴδιες ἀνούσιες κουβέντες γιά τήν τρέχουσα ἐπικαιρότητα, τά ἴδια χοντροκομμένα ἀστεῖα.

Κάποτε διάβαζες τό ἕνα βιβλίο μετά τό ἄλλο, ἤθελες νά γνωρίσεις τά πάντα, νόμιζες πώς ἡ τέχνη κι ἡ φιλοσοφία θά σέ ὁδηγήσουν στήν ἀλήθεια. Ἀλήθεια δέν βρῆκες, ἀπογοητεύτηκες καί τά βιβλία ἔγιναν περιοδικά «lifestyle», ἐντρύφησες στήν τέχνη τοῦ ἀσήμαντου, βυθίστηκες στήν εἰκονική πραγματικότητα, ἀφέθηκες στόν γυαλιστερό κόσμο τοῦ ψέμματος. Φυγή ἀπό τήν καθημερινότητα ὅλα αὐτά, ὅπως καί τά ποτά πού πίνεις, ὅπως τά ναρκωτικά πού δοκίμασες γιά ἕνα μικρό διάστημα - εὐτυχῶς αὐτά τά φοβήθηκες καί σταμάτησες.

Συντρίφτηκες ἀπό τήν ἀποτυχία τῶν σχέσεών σου, κι ἔγινες καχύποπτος, δέν ὑπάρχουν φίλοι λές, δέν ὑπάρχει ἀγάπη. Πολλές ἐναλλαγές συντρόφων, κάθε φορά τά ἴδια μεγάλα λόγια κι ἐνθουσιασμοί, στό τέλος πάντα ἀποτυχία. Μικροί θάνατοι οἱ χωρισμοί, δέν ἄντεξες τόν πόνο, κλείστηκες στόν ἑαυτό σου, κουράστηκες νά πληγώνεις καί νά πληγώνεσαι. Ὧρες - ὧρες αἰσθάνεσαι γέρος ἑκατό χρονῶν, νοιώθεις σάν ξέμπαρκος ναυτικός στό καφενεῖο, σάν κι αὐτούς πού λένε τίς ἴδιες πάντα ἱστορίες, περιμένοντας τό τέλος. Κι ὅμως εἶσαι νέος ἀκόμα...

Κάποια στιγμή πίστεψες πώς ἄν ἀποκτήσεις πολλά χρήματα θά λυθεῖ τό πρόβλημα. Αὐτό κάνουν ὅλοι εἶπες, αὐτό εἶναι τό σύνθημα τῆς ἐποχῆς, αὐτό ἔκαναν φίλοι καί γνωστοί. Ἔπεσες μέ τά μοῦτρα στήν δουλειά, ἔπαιξες στό χρηματιστήριο, κέρδισες, ἔχασες, ἀπόκτησες διάφορα, κατανάλωσες, μά ἡ μοναξιά σου παρέμεινε.

Σέ νοιώθω καί πονῶ μαζί σου. Πῶς νά ζεῖς χωρίς ἐλπίδα, πῶς νά πορευτεῖς χωρίς νόημα. Δύσκολος ὁ βίος χωρίς ὅραμα, ἀβάσταχτος ὅταν μάλιστα στό βάθος τῆς ψυχῆς σου ξέρεις ὅτι χίμαιρες κυνηγᾶς. Κανένας ἀνθρωπισμός καί καμμιά ἰδεολογία δέν μπορεῖ νά μᾶς συγκρατήσει. Σέ καταλαβαίνω ἀπόλυτα, δέν σέ κατηγορῶ - ὁμολογῶ πώς χωρίς Χριστό κι ἐγώ τά ἴδια θά ἔκανα, τά ἴδια καί χειρότερα. Δέν θέλω νά ἠθικολογήσω, δέν θέλω νά σοῦ κάνω κήρυγμα, οὔτε νά σοῦ κουνήσω τό δάχτυλο ἐπιτημιτικά. Θά’ θελα ἁπλῶς νά σοῦ πῶ δυό λόγια μέσα ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς μου.

Δέν ἦρθε ὁ Χριστός γιά τούς δίκαιους, καί τούς «ἀξιοπρεπεῖς», μά γιά τούς ἁμαρτωλούς, τούς μοναχικούς, τούς περιθωριακούς. Δέν ἀπευθύνθηκε στούς βολεμένους καί τούς περήφανους τοῦ κόσμου τούτου, μά στούς «κοπιῶντες καί πεφορτισμένους», σ’ αὐτούς πού λύγισαν κάτω ἀπό τό βάρος τῆς ζωῆς. Δέν ταυτίστηκε μέ ἐξουσίες καί πλούτη, ἀλλά ἀνακατεύτηκε μέ τίς πόρνες καί τούς τελῶνες, μέ τούς «περίεργους» καί τούς διαφορετικούς. Δέν ἦλθε νά χαϊδέψει τήν μιζέρια μας καί νά μᾶς τάξει ἀπατηλές ὑποσχέσεις, ἀλλά νά μᾶς προτείνει νά ζοῦμε καί νά σκεφτόμαστε ἀλλοιῶς, νά κάνουμε ἑκατόν ὀγδόντα μοῖρες ἀναστροφή πορείας.

Κι ἄν δυό χιλιάδες χρόνια τώρα ξεχνᾶμε τά λόγια Του, κι ἄν στό ὄνομά Του κάναμε – καί κάνουμε - ἐγκλήματα μεγάλα, κι ἄν ἀκόμα καί μεῖς πού θέλουμε νά λεγόμαστε Χριστιανοί πολλές φορές γινόμαστε Φαρισαίοι, ὁλόϊδιοι μ’αὐτούς πού κατακεραύνωσε, ὁ Λόγος του ἐπίκαιρος καί διαχρονικός μένει, δρόμος μοναδικός γιά τήν ἀλήθεια, ἀφοῦ Ἐκεῖνος εἶναι ἡ Ἀλήθεια. Ἐμεῖς ἁπλῶς ξεχνᾶμε τά λόγια Του, ξεχνᾶμε πώς μαθητής Του εἶναι μόνο ὅποιος τηρεῖ τίς ἐντολές Του, ὅποιος ἀκολουθεῖ τό θέλημά Του κι ὄχι ὅποιος δηλώνει Χριστιανός ἤ φορᾶ ράσα.

Νά κάνουμε τήν ζωή Του - ζωή μας μᾶς ζήτησε, νά ξανοιχτοῦμε στό φῶς. Νά ἀναλάβουμε τήν εὐθύνη γιά τίς πράξεις μας, νά πάψουμε νά τίς μεταθέτουμε στούς ἄλλους, νά μάθουμε νά συγχωροῦμε, νά σπουδάσουμε στήν Ἀγάπη Του.

Αὐτά εἶχα νά σοῦ πῶ ἀδελφέ μου ἀπόψε τό βράδυ, πού ὕπνος δέν σέ πιάνει. Τώρα πού ὅλα γύρω σου κι ἐντός σου ἔπαψαν νά ἔχουν σημασία, τώρα εἶναι ἡ κατάλληλη στιγμή γιά νά συναντήσεις τόν Χριστό. Φτάνει νά κάνεις ἱκεσία τήν ἀπελπισία πού νοιώθεις κι ἀπογυμνωμένος ἀπό τόν ἐγωϊσμό σου σου νά ὑψώσεις τά χέρια στόν οὐρανό καί νά κραυγάσεις ἀπό τά βάθη τῆς ψυχῆς σου: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλό !». Κι ἄν γίνει αὐτό τρόπος ζωῆς σου, θά νοιώσεις τήν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νά θερμαίνει τήν ψυχή σου, θά φωλιάσει μυστικά στήν καρδιά σου ἡ βεβαιότητα γιά τήν παρουσία καί τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ στήν ὕπαρξή σου καί στόν κόσμο ὅλο. Γιατί χαρά μεγάλη γίνεται στόν οὐρανό γιά ἕνα ἁμαρτωλό πού μετανοεῖ, χαρά μεταξύ τῶν ἀγγέλων. Κι αὐτή ἡ χαρά τοῦ Θεοῦ θά ἐγκατασταθεῖ στήν ψυχή μας, ὅπως ὑποσχέθηκε ὁ Κύριος, χαρά καί δικαιοσύνη ἐν πνεύματι ἁγίῳ, εἰρήνη, μακροθυμία, ἀγαθωσύνη, πίστη, πραότητα κι ἐγκράτεια. Ἀμήν.

π. Χρ.

28/4/07

ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΕΣ...

Εἶναι κάποιοι φίλοι πού σάν δορυφόροι γυρνοῦν γύρω ἀπό τήν Ἐκκλησία, καί τόν Χριστό λέν πώς ἀγαποῦν, ὅμως τό βάρος τῆς ψυχῆς, τούς κάνει ὅλο νά γκρινιάζουν καί τ’ ἄσχημα νά βλέπουν μόνο. Ὅπου στραβό καί παράξενο ἐκκλησιαστικό νέο ἀπ’ αὐτούς θά τ’ ἀκούσεις. Πρόθυμοι νά σοῦ ἀναλύσουν γιατί τά πράγματα εἶναι ἄσχημα καί τί μεγάλη εἶναι ἡ κρίση πού περνᾶμε, νά σοῦ ἀπαριθμήσουν λάθη ἱεραρχῶν κι ἀτοπήματα ἱερέων. Ψάχνουν ἀπεγνωσμένα σέ θεωρίες τοῦ κόσμου τούτου νά βροῦν ἀπαντήσεις καί καταπιάνονται μέ δαῦτες νά ἐξηγήσουν τά πάντα. Τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ὅμως φοβᾶμαι πώς δέν τήν ἔχουν ζήσει, κι ἔτσι στό μισοσκόταδο ἄδικα κονταρομαχοῦν σάν Δον Κιχώτηδες ἀπελπισμένοι.

Τούς ἀγαπᾶμε τούς φίλους αὐτούς καί τούς καταλαβαίνουμε, γιατί μᾶς θυμίζουν μία νόσο πού κι ἐμεῖς λιγάκι κουβαλᾶμε: Νά μήν μποροῦμε νά ζήσουμε τήν χαρά τοῦ Χριστοῦ καί νά δοξολογήσουμε «πάντων ἕνεκεν», ἀνεξάρτητα ἀπό τήν τρέλλα τοῦ παρόντος αἰῶνος. Νά εἴμαστε κολλημένοι στήν μιζέρια καί νά μήν βλέπουμε τό Φῶς, σάν τίς μύγες πού πηγαίνουν στίς ἀκαθαρσίες κι ὄχι σάν τίς μέλισσες πού τρυγοῦν τά ἄνθη.

Γιά τούς φίλους αὐτούς, μά καί γιά μᾶς τούς ἴδιους, μιά φράση ν’ ἀφιερώσουμε σάν προσευχή καί δῶρο, τοῦ μακαριστοῦ γέροντα Κλεόπα : Νά μᾶς φάει ὅλους ὁ Παράδεισος καί ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νά φωτίσει τό σκότος μας. Χριστός Ἀνέστη !

24/4/07

ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΓΕΩΡΓΙΟ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ

Πήραμε ἀφορμή ἀπό ἕνα ἀφιέρωμα της Μυριόβιβλου γιά τήν ἐπέτειο θανάτου ( 23 Ἀπριλίου 1826) τοῦ Καραϊσκάκη, γιά νά γράψουμε δυό λόγια, ν’ ἀφήσουμε δυό νοητά ἄνθη στό μνῆμα του καί νά κάνουμε ἕνα τρισάγιο γιά τήν ψυχή του.

Τώρα, πώς γίνεται καί μεῖς πού μιλᾶμε γιά τόν γέροντα Πορφύριο μέ δέος καί προσκυνᾶμε εὐλαβικά τά λείψανα τῶν νεομαρτύρων, ν΄ἀφιερώνουμε χῶρο στόν «αἱμοσταγῆ» νόθο γιό τῆς καλογριᾶς, οὐδείς ἐκσυγχρονισμένος μπορεῖ νά ἐννοήσει.

Εἶναι πού προλάβαμε καί τελειώσαμε τό σχολεῖο πρίν ἡ παιδεία καθαρθεῖ ἀπό τόν μύθο καί τούς «ἀνόητους ἡρωϊσμούς», εἶναι πού οἱ πατεράδες μας μᾶς ντύνανε τσολιαδάκια καί καμαρώναμε γι αὐτό, εἶναι καί πού αἰσθανόμαστε ἀκόμα λίγη εὐγνωμοσύνη γιά τούς ξυπόλητους πού πεθάνανε γιά νά ἀποχαυνωνόμαστε ἐμεῖς μπροστά στό ἀδηφάγο χαζοκούτι, καί νά λέμε μοντέρνες «ἐπιστημονικές» ἀπόψεις ἀσελγώντας στήν μνήμη τους.

Αἰωνία σου ἡ μνήμη Στρατηγέ ! Ποιός ξέρει πώς θά’ταν ἡ ἱστορία ἄν δέν εἶχες (ἀναγκαστεῖ νά) φύγεις νωρίς...

18/4/07

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤΗΝ ΕΞΟΧΗ...


Ἡ τράπεζα γέμει ὁ μόσχος πολύς, μετά το συμπόσιο τῆς πίστεως, κοινή τράπεζα στήν ὕπαιθρο, μικροί καί μεγάλοι μαζί. Αὐτὀ πού οἱ πρῶτοι Χριστιανοί ζοῦσαν καθημερινά, τό ψηλαφοῦμε μέ ὅλη μας τήν ἀδυναμία, ἀναζητώντας τό νόημα στήν φράση "προσκαρτεροῦντες ὁμοθυμαδόν (μέ μιά ψυχή)... κλῶντες τε κατ' οἶκον ἄρτον, μετελάμβανον τροφῆς ἐν ἀγαλλιάσει καί ἀφελότητι (ἁπλότητα) καρδίας, αἰνοῦντες τόν Θεόν..." (Πραξ.2, 46 -47).

Κι ἄν εἴμαστε χλιαροί σέ σχέση μέ ἐκείνους, κι ἄν εἴμαστε μεγαλωμένοι στήν ἀχαριστία, κι ἄν ἀπ' τήν μικρότητά μας ὅλο παρεξηγήσεις καί γκρίνιες εἴμαστε, κι ἄν τό κοσμικό μας φρόνημα μᾶς ἐμποδίζει ἀπό τό νά "τρέξουμε', ἐμεῖς καί πάλι ὁμολογοῦμε πώς ἄλλη ἐλπίδα δέν ἔχουμε ἀπό Ἐκεῖνον καί πώς μαζί μέ τούς Ἀποστόλους θέλουμε νά συμπορευτοῦμε "ἵνα διὰ τῆς ὑπομονῆς καὶ τῆς παρακλήσεως τῶν γραφῶν τὴν ἐλπίδα ἔχωμεν. ὁ δὲ Θεὸς τῆς ὑπομονῆς καὶ τῆς παρακλήσεως δῴη ὑμῖν τὸ αὐτὸ φρονεῖν ἐν ἀλλήλοις κατὰ Χριστὸν Ἰησοῦν, ἵνα ὁμοθυμαδὸν ἐν ἑνὶ στόματι δοξάζητε τὸν Θεὸν καί πατέρα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. διό προσλαμβάνεσθε (δέχεστε) ἀλλήλους, καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς προσελάβετο ἡμᾶς εἰς δόξαν Θεοῦ..." (Ρωμ.15, 4-7).

7/4/07

ΤΡΙΑΝΤΑ ΕΦΥΓΕΣ ΝΩΡΙΣ...

Πρωί 07:00 π.μ. Ὁ ἥλιος ἀρχίζει νὰ προβάλλει πίσω ἀπὸ τὶς πλαγιές τοῦ Ὑμηττοῦ. Ἕνα σύνθημα ἔρχεται νὰ ταράξει τὰ γαλήνια νερά τῆς ἀφασίας μου, τοῦ πνευματικοῦ μου θανάτου. Τριάντα ἔφυγες νωρίς. Ἕνας ἀδελφός μας δὲν εἶναι πιὰ στὴ ζωή. Τρεῖς γραμμές τὸ μήνυμα, τρείς γροθιές στὸ στομάχι.

Καθημερινὸς ὁ θάνατος, σὲ ὄλη τὴν γῆ χιλιάδες οἱ νεκροί. Νεκροί ἀπὸ πολέμους, ἀπό δυστυχήματα, ἀπό σεισμούς, λοιμούς, λιμούς καταποντισμούς… Ὅλη ἡ γῆ ἕνα ἀπέραντο νεκροταφεῖο, ἐνῶ τῆν ὥρα ποὺ ἀκούω ὄλα αὐτὰ, ἀπαθῆς τρώω μπροστἀ στὴν ὀθόνη, βυθισμένος στὰ πάθη καὶ τὶς ἰδιοτροπίες μου.

Αὐτὴ τὴ φορὰ τὸ μαντάτο δεν ἔρχεται ἀπό μακριά. Σὲ μιὰ στροφὴ τῆς Καισαριανῆς, ὁ θάνατος ἔρχεται νά μοῦ χτυπήσει τὴν πόρτα. Τριάντα ἔφυγες νωρίς. Ἕνας ἀδελφός μας χάθηκε καὶ ἦταν μόλις τριάντα. Ἴσως εἶχαν ἀρχίσει τὰ ὄνειρά του να γίνονται πραγματικότητα, ἴσως εἶχε διαψευστεῖ παντελῶς. Ἴσως ἦταν ἔξω καρδιά ἄνθρωπος, ἤ κλεισμένος στὶς σκέψεις καὶ τὸν ἑαυτὸ του. Σχέσεις καὶ φιλίες τοῦ ἔδιναν χαρά καὶ παρηγοριά, ἤ κουβαλοῦσε τὸ βάρος ἀποτυχιῶν καὶ ἀδιεξόδων; Εἶχε ἐνοχές πού δεν μποροῦσε νὰ ἀλλάξει τὸν κόσμο, τὶς συνθῆκες γύρω του, τὸν ἑαυτό του;

Τριάντα ἔφυγες νωρὶς. Ἀπὸ ἀρρώστια, πού σὲ ἔλιωσε καὶ σε ταπείνωσε; Ἀπὸ τροχαῖο; Ἔτσι ξαφνικά; Μεγάλος ὀ πόνος, πού ἀφήνει ὁ θάνατος. Ὁ ἄνθρωπός σου ἔτρεξε νὰ φωνάξει τὸν θρῆνο του στὶς πλαγιὲς τοῦ βουνοῦ. Ἦταν ὁ ἀγαπημένος; ὁ ἀδελφός; ὁ φίλος; ὁ πατέρας; ἡ μητέρα;….

Πικρός ὀ θάνατος καὶ πάντα παρών. Ἄν καὶ κάνουμε τὰ πάντα για νὰ τοῦ κρυφτοῦμε σάν στρουθοκάμηλοι πίσω ἀπό ἐγωΐσμους, πάθη, ἡδονές. Κάποιοι ἄλλοι αδελφοί μας πέρασαν ἀπό τὸ σημεῖο καὶ ἀγνόησαν τὴν εἴδηση. Θωρακισμένοι πίσω ἀπό ἰδεολογίες, φανατισμούς καὶ θρησκευτικὰ ὑποκατάστατα, ἀπώθησαν τὴν ἀλήθεια τοῦ θανάτου. Μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά γεμίσει τὴν ζωὴ του μὲ νόημα, ἐλπίδα καὶ σωτηρία ἀπὸ μεμονωμένα φθαρτά πρόσωπα, ὁμάδες, οὐτοπικά ἰδεολογήματα, πού ψάχνουν τὸν παράδεισο στὴν ὕλη. Τὰ σάβανα δὲν ἔχουν τσέπες, ἔλεγε ὁ λαός. Ὁ θάνατος εἶναι πάντα παρών. Ἐμεῖς ξεχάσαμε τὸν Θεὸ, ἀπωθήσαμε καὶ τὸν θάνατο πού μᾶς τὸν θύμιζε.

Τριάντα ἔφυγες νωρίς. Ἡ ἡλικία κοντά στήν δική μου. Ἀναπόφευκτοι οἱ συνειρμοί καὶ οἱ ταυτίσεις γιὰ μένα καὶ τοὺς πλησίον μου. Τρομοκράτης ὁ θάνατος, χωρὶς πίστη καὶ ἐλπίδα στὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἀνάστασή Του, ὁ πόνος καὶ ἡ ὀδύνη ἀσήκωτα. Θρηνῶ καὶ τρέμω μπροστά στὸν θάνατο. Ἡ πίστη μου μικρή. Ἀκόμη καὶ στὰ καθημερινὰ ἁπλὰ πράγματα εἶμαι πνευματικὰ στάσιμος, πνευματικὰ νεκρός. Ἀπογοητεύομαι εὔκολα. Πῶς λέω, ὅτι πιστεύω; Θά ἔπρεπε να πετάω καὶ σέρνομαι. Κύριε βοήθει μοι τῇ ἀπιστίᾳ. «Ξηρ γγονε τ στ μν, πλωλεν λπς μν, διαπεφωνκαμεν. Δι τοτο προφτευσον, κα επ πρς ατος. Τδε λγει Κριος Κριος. δο γ νογω τ μνματα μν, κα νξω μς κ τν μνημτων μν, κα εσξω μς ες τν γν το σραλ, κα γνσεσθε, τι γὼ εμι Κριος, ν τ νοξα με τος τφους μν, το ναγαγεν με κ τν τφων τν λαν μου. Κα δσω πνεμ μου ες μς, κα ζσεσθε, κα θσομαι μς π τν γν μν, κα γνσεσθε, τι γ Κριος, λλησα, κα ποισω, λγει Κριος Κριος (Ἰεζ. 37, 12-14).

Καλή Ἀνάσταση ἀδελφέ μου, που ἔφυγες νωρίς.

Καλή Ἀνάσταση καὶ σὲ σένα, πού μᾶς μετέφερες τὸν πόνο σου

καὶ τὰ πρωΐνα μᾶς φέρνεις στὸν νοῦ τὸν Θεὸ καὶ τὸν θάνατο.

Καλή Ἀνάσταση σέ ὅλους !

ἕνας φαντάρος...

6/4/07

Ω ΓΛΥΚΥ ΜΟΥ ΕΑΡ...

Μεγάλοι καί μικροί "ἐν δράσει". Ἡ χαρά τοῦ μαζί, κουβεντοῦλες, χαμόγελα, τεχνικές συμβουλές γιά τό "στήσιμο". Στήν προσμονή τῆς Ἀνάστασης, στήν ἀναμονή τῆς ὑπέρβασης...

Ἄλλοι στό ψαλτήρι νά ψέλνουν τά ἐγκώμια. Γλυκύτητα μέσα στήν νυχτερινή σιωπή. Πρόσωπα κουρασμένα μά καί χαρούμενα, ἀδελφοί, συνοδοιπόροι...

Τά παλιά τά χρόνια, τά ἄνθη τά ἔφερναν ἀπό τά περιβόλια καί τούς ἀγρούς. Τώρα δυστυχῶς τά ἀγοράζουμε, μά τουλάχιστον τά στολίζουμε μόνοι μας, ὅπως ἐκαναν καί οἱ γιαγιάδες μας...

Ἀργά τό βράδυ, πρίν νά μπεῖ ἡ κλειδαριά. "Καί τοῦ χρόνου, καλή ἀνάσταση νά'χουμε". Ἰκανοποίηση καί χαμόγελα, μάτια βαρειά ἀπό τήν νύστα, καλή ἀντάμωση τό πρωί στίς Ὧρες...

3/4/07

ΓΡΑΜΜΑ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΑΓΙΟ... (νέο)

Δυό φωτογραφίες κι ἕνα γράμμα. Εὐλογία οἱ ἅγιοι στήν μίζερη ζωή μας, ἐλπίδα γιά τό αὔριο, ζωντανά εὐαγγέλια γιά ὁλιγοπίστους. Νά τί ἔγραφε ὁ γέροντας Ἐφραίμ ὁ Κατουνακιώτης σ' ἕνα γράμμα στήν μητέρα του. Κοιτάξτε γλυκύτητα, ἀπολαύστε ἀγνότητα ψυχῆς, νοσταλγῆστε τήν χαμένη σας ἀθωότητα. Τήν εὐχή σου γέροντα! Καλή Ἀνάσταση ἀδελφοί !

2/4/07

ΓΡΑΜΜΑ ΑΠΟ ΜΙΑ ΦΙΛΟΛΟΓΟ.

«Από κενές φωλιές, ούτε ο καλύτερος αετός δεν μπορεί να πάρει αβγά», Ε. Πεσταλότσι.



Τι θα εισπράξουν τα παιδιά από τους καινούργιους φιλολόγους που θα τους διδάξουν ιστορία; Γιατί, μπορεί τα σχολικά εγχειρίδια να μην είναι καλά, αλλά υπάρχουν και οι άνθρωποι που θα τα διδάξουν...

Πώς θα διδάξουμε ιστορία; Στα σχολεία βλέπετε, όλοι οι "Φιλόλογοι" διδάσκουν όλα τα φιλολογικά. Η δε ιστορία απαξιώνεται από τους παλαιότερους συναδέλφους που συνήθως διοχετεύουν τον οίστρο τους στα Αρχαία, ή ελπίζουν σε ιδιαίτερα μαθήματα διδάσκοντας έκθεση. Τα δύο χρόνια που διδάσκω σε σχολείο πάντα στην κατανομή των ωρών, οι Ιστορίες μένουν τελευταίες, οι συνάδελφοι δεν τις επιλέγουν, ο κλήρος πέφτει στους νεότερους. Δύο τμήματα Νέων, δύο Αρχαίων και ένα Ιστορίας, στην καλύτερη περίπτωση.

Να πούμε πως έχουμε βιώματα; Μα κι εμείς ανήκουμε στην γενιά της τηλεόρασης, οι μνήμες ακόμη και των νεότερων γεγονότων δεν ξέρω κατά πόσον μας άγγιξαν. Όσοι έζησαν το '40 ή το '22, κοντεύουν να φύγουν από κοντά μας. Παππού, γιαγιά - Θεός σ' χωρέσ' σας - όταν ζούσατε ήμουν μικρή για να σας ρωτήσω. Τώρα στην πόλη ποιον θα βρω;

Όλα εξαρτώνται αποκλειστικά από την προσωπική μας μελέτη. Τι εμείς, τι ένας μαθηματικός…

Προ τριετίας τελείωσα την Φιλολογία Αθηνών στην οποία είχαμε μπει γύρω στα 450 (!) άτομα. Μόνο ένα μάθημα στα 40 ήταν υποχρεωτικά Ιστορία (κι αυτή αρχαία και για την ακρίβεια Ιστορία των αρχαίων Πολιτευμάτων), κι άλλο ένα δικαιούμαστε ως επιλογή (από το έτος μου το επιλέξαμε 10 παιδιά). Κι όμως, οι απόφοιτοι του τμήματός μας θεωρούνται οι κατ' εξοχήν προορισμένοι για την Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και επιτυγχάνουν στις εξετάσεις του ΑΣΕΠ περισσότερο από ότι οι απόφοιτοι του ΦΠΨ ή του Ιστορικού- Αρχαιολογικού Τμήματος.

Θα πείτε, θα έχουμε πάρει οδηγίες από τους καθηγητές στην Σχολή. Στο μάθημα της Διδακτικής ένα από τα τέσσερα εξεταζόμενα βιβλία είναι όντως η "διδακτική της ιστορίας". Μα από τις 190 σελίδες του βιβλίου, στην ύλη μας είχαμε μόλις 20, αρκετές από τις οποίες, θυμάμαι πως με εξαγρίωναν με την λογική τους.

Τυφλοί οδηγοί τυφλών και - προφανώς - με στρεβλό "τυφλοσούρτη"...

Πώς να επικαλεστούμε τον Θεό για βοηθό, αφού Εκείνος δεν παραβιάζει την ελευθερία μας και εμείς οδεύουμε πεισματικά προς τον εθνικό γκρεμό;

Παιδιά, συγγνώμη για τις ελλείψεις. Κύριε, δόξα Σοι για τις εξαιρέσεις...

Ειρήνη Κ.