29/2/12


Κυριακή της Συγγνώμης

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Χριστοδούλου Μπίθα

 


Αρχίζει η Μεγάλη Τεσσαρακοστἠ. Ανοίγει ένα καινούριο κεφάλαιο μέσα στη διάρκεια του χρόνου. Μια ευκαιρία για όλους μας, μια μεγάλη δυνατότητα, ένας δρόμος που σε 50 μέρες θα φτάσει στο βράδυ της Αναστάσεως. Για τους περισσότερους ανθρώπους γύρω μας είναι μια τριήμερη άδεια και η αυριανή μέρα μια ευκαιρία να πετάξουν αετό, να γεμίσουν τα τραπέζια τους με αγαθά, να δουν τα αγαπημένα τους πρόσωπα μέσα στην σχόλη της ημέρας. 

Για εκείνον που θέλει να ακολουθήσει τα χνάρια του σταυρωμένου και αναστάντος Χριστού είναι μια ευκαιρία. Είναι μια περίοδος που ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να έρθει αντιμέτωπος με την αδυναμία του. Να συναισθανθεί τη μοναξιά του, την αναπηρία του, την δυσκολία του, την ανευθυνότητά του, την σκληροκαρδία του, την κατάκρισή του, την κατάθλιψή του, την οργή του και όλα αυτά που τυραννούν την ψυχή μας και το μυαλό μας και μας χωρίζουν από τον συνάνθρωπο. 

Η Μ. Τεσσαρακοστή αδελφοί μου, είναι μια πολύ μεγάλη ευκαιρία. Για όποιον το θελήσει. Δεν είναι μια ενασχόληση με τις τροφές, αλλά είναι μια στροφή προς τα μέσα. Είναι η ευκαιρία που έχει ο άνθρωπος μέσα στον χρόνο, μία ακόμη ευκαιρία απ' τις τόσες που δίνει η εκκλησία, να κοιτάξει τον εαυτό του στον καθρέφτη κι αντί να του χαμογελάσει, να ψάξει. Ορθόδοξη εκκλησία χωρίς αυτογνωσία δεν υπάρχει. Ορθόδοξη εκκλησία χωρίς μετάνοια δεν υπάρχει. 

Η Εκκλησία μας είναι εκκλησία σωσμένων; Όχι. Είναι εκκλησία μετανοούντων. Κανένας δεν είναι σωσμένος πριν φτάσει το τέλος. Ο καθένας από μας μπορεί να κάνει το χειρότερο ή το καλύτερο στη ζωή του. Μπορεί χίλιες φορές να πέσει και χίλιες φορές να αμαρτήσει. Αλλά ταυτόχρονα χίλιες φορές μπορεί να σηκωθεί. Μπορεί να ζήσει μεγάλες περιόδους όπου αισθάνεται φρίκη, στεναχώρια, θλίψη, μοναξιά. Μπορεί να φτάνει στην τρέλα πολλές φορές, να μισεί όλο τον κόσμο. 

Εκείνο που έχει σημασία δεν είναι αν θα πέσουμε. Εκείνο που έχει σημασία είναι αν θα καταλάβουμε ποιοι είμαστε και που πάμε. Εκείνο που έχει σημασία είναι να μην πιστεύουμε ότι ο κόσμος είναι έτσι όπως νομίζουμε τώρα, αυτή τη στιγμή, και να αυτοδικαιωνόμαστε. Εκείνο που έχει σημασία είναι να υψώνουμε τα μάτια στον ουρανό και να λέμε "Μα Θεέ μου, γεννήθηκα για να τρώω, να πίνω και να κάνω μόνο σωματικές λειτουργίες;"

 Εκείνο που έχει σημασία είναι να μην παραδοθούμε στο μίσος, που είναι το πιο εύκολο πράγμα όταν πονάει η ψυχή. Πίσω από κάθε θυμωμένο άνθρωπο, πίσω από κάθε ένα που ενοχλεί τους γύρω του, που καταστρέφει, που πονάει την οικογένειά του, κρύβεται μια συσσωρευμένη οργή. Κρύβεται ένας πονεμένος άνθρωπος. Κρύβεται μια ανείπωτη θλίψη. Κι ο,τιδήποτε δεν έχει τον τρόπο να θεραπευτεί, ξεσπάει. Είτε προς τα έξω, είτε προς τα μέσα με την κατάθλιψη. 

Η εκκλησία μας είναι εκκλησία μετανοούντων, όχι βολεμένων. Όχι ανθρώπων που ορέγονται την εξουσία. Όχι εκείνων που θέλουνε να ακολουθούν ένα τύπο ή ένα νόμο, για να αισθάνονται ότι τάχα είναι καλύτεροι από τους άλλους. Η εκκλησία μας είναι εκκλησία που δίνει την μεγάλη ευκαιρία στον άνθρωπο να σωθεί. Δηλαδή, τι θα πει αυτό; Να ολοκληρωθεί, να γίνει ακέραιος, σώος. Ακέραιος σαν άνθρωπος. Να ολοκληρώσει τον λόγο για τον οποίο ήρθε στον κόσμο. Που δεν είναι ίδιος με των ζώων. Δεν είναι για να ζει με τα ένστικτά του. Αλλά είναι για να γίνει χάριτι Θεού άγιος. Μια φράση που υπάρχει πολλές φορές στα πατερικά κείμενα, στις ζωές των αγίων, στο στόμα τους, αλλά που νομίζω ότι πια έχει ξεχαστεί από εμάς. 

Πάμε στην εκκλησία γιατί νιώθουμε μια ανακούφιση. Πολλοί από εμάς έχουμε ξεχάσει και τον σωστό τρόπο να ορίζουμε τον εαυτό μας στην Εκκλησία. Αντί να λέμε "συμμετέχουμε στην Θεία Λειτουργία" λέμε "παρακολουθήσαμε την Θεία Λειτουργία". Και δεν είναι σχήμα λόγου. Πολλοί από εμάς είμαστε απέξω, ακόμα κι αν είμαστε μέσα.   Αφήστε που ο περισσότερος κόσμος γύρω μας που λέει ότι είναι ορθόδοξος, δεν έχει ούτε ορθή δόξα αλλά ούτε γνωρίζει ποιος είναι ο Χριστός.
Πριν από 2 χιλιάδες χρόνια έγινε ένα τρομερό σκάνδαλο στην ιστορία. Οι άνθρωποι δεν μπόρεσαν ακόμη να το εννοήσουν. Ο Θεός έγινε άνθρωπος κι ήρθε να ζήσει ανάμεσά μας, να μας μιλήσει, να μας υποδείξει. Δεν Τον σταυρώσαμε απλώς. Ασταμάτητα Τον σταυρώνουμε. Έθνη, λαοί, εκκλησίες, επίσκοποι, ιερείς, λαϊκοί Τον σταυρώνουμε. Τον αρνούμεθα. Κι όπως είπαμε πριν δεν έχει σημασία τόσο αν θα Τον αρνηθείς. Κι ο Πέτρος Τον αρνήθηκε κι έγινε πρώτος. Σημασία έχει αν μετανοείς.  

Όταν κάποτε, πριν από πολλές δεκαετίες, βρέθηκα στο Άγιο Όρος και κατέκρινα κάποιο μοναχό που φερότανε άσχημα μου είπε ένας γέροντας: "Μην λες τίποτα για κανένα, δεν ξέρεις το βράδυ που θα πάει στο κελί του πόσο θα κλάψει γι' αυτά που έκανε". Κι εκεί κατάλαβα αυτή τη μεγάλη δυνατότητα που δίνει η ορθόδοξη εκκλησία. Όχι ο θεσμός, η εκκλησία. Όχι τα ντουβάρια αλλά το Σώμα του Χριστού. Η μεγάλη ευκαιρία που δίνει στον άνθρωπο εβδομηκοντάκις επτά να πέφτει κι εβδομηκοντάκις επτά να σηκώνεται. Και τότε κατάλαβα γιατί εκείνοι οι Χριστιανοί όταν είδαν την οχλοβοή του 4ου αιώνα αποφάσισαν να φύγουν στην έρημο. Αυτοί που ζούσαν με το Ευαγγέλιο στην καρδιά γιατί έλεγαν κάθε μέρα "να κάνουμε αρχή μετανοίας, να κάνουμε αρχή". Και λέει κάποιος, μα πως είναι δυνατόν ένας άνθρωπος που έχει ζήσει δεκαετίες στην έρημο, ένας Μέγας Αντώνιος, ένας Άγιος Μακάριος να λέει να κάνω αρχή; Εγώ έμαθα απ' τους γύρω μας ότι είμαστε καλοί χριστιανοί και αξιοπρεπείς και οι άλλοι έχουν πρόβλημα. Πως είναι δυνατόν αυτό το σκάνδαλο, ένας ασκητής να λέει "δώσε μου Θεέ την ευκαιρία να κάνω αρχή"; 

Ο λόγος της ερήμου, ο λόγος της εκκλησίας μας υποδεικνύει τον δρόμο της αλήθειας. Συνεχώς πέφτουμε, τον εαυτό μας δεν τον ξέρουμε. Είναι ξένος, παράξενος, πολλές φορές μας είναι αφόρητος. Το να κάνουμε αρχή σημαίνει να βρίσκουμε κάθε μέρα τον εαυτό μας. Το να κάνουμε αρχή σημαίνει να αναγνωρίζουμε τα λάθη μας. Το να κάνουμε αρχή σημαίνει κάθε μέρα να γνωρίζουμε σε μεγαλύτερο βάθος τους λόγους των πράξεών μας. Το να κάνουμε αρχή σημαίνει ότι κάθε μέρα ανασταινόμαστε και ξεκινάμε τη ζωή μας πάλι από την αρχή. Το να κάνουμε αρχή σημαίνει ότι ακουμπάμε στο πετραχήλι του ιερέα τις ενοχές μας, τις αμαρτίες μας, τα πάθη μας κι αλαφρώνουμε την ψυχή μας. Και ξαναξεκινάμε απ' την αρχή. 

Το να κάνουμε αρχή σημαίνει ότι πολεμάμε τους φόβους μας, βάζουμε περισσότερο στην καρδιά μας τον λόγο του Χριστού. Και παύουμε να τρέμουμε το αύριο. Το να κάνουμε αρχή σημαίνει ότι αφήνουμε την ευχαριστία να φωλιάζει μέσα στα φυλλοκάρδια μας κι έτσι χαιρόμαστε την ημέρα ό,τι κι αν γίνεται γύρω. Το να κάνουμε αρχή σημαίνει ότι βρίσκουμε επιτέλους το νόημα. Και κάθε μέρα το ξαναβρίσκουμε. Και κάθε μέρα ευχαριστούμε τον Θεό που γεννηθήκαμε. Και κάθε μέρα θεωρούμε ότι ζούμε ένα θαύμα. 

Είπαν οι δυτικοί αδερφοί μας ότι θαύμα είναι μια έκτακτη υπερφυσική ενέργεια. Δηλαδή, η θεραπεία μιας αρρώστιας για παράδειγμα. Όμως για την ορθόδοξη παράδοση, θαύμα είναι κάτι άλλο. Θαύμα είναι αυτή την ζωή που μου δόθηκε να την ζω με χαρά. Κι άμα το κάνω αυτό, κάθε μέρα ζω πολλά θαύματα. Το θαύμα ενός χαμόγελου. Το θαύμα μιας συγγνώμης. Το θαύμα ότι βοήθησα έναν άνθρωπο. Το θαύμα που επικοινώνησα μ' έναν άλλο. Το θαύμα που ευχαρίστησα τον Θεό για ένα πουλί που πέρασε μπροστά μου, για ένα λουλούδι που άνθισε, για ένα βιβλίο που διάβασα. Το θαύμα αυτό της ζωής όταν αρχίζει κανείς και το ζει, παύει να έχει οργή. Κι όταν οργίζεται κάνει αρχή. Παύει να έχει γκρίνια. Κι όταν τον πιάνει γκρίνια κάνει αρχή. Κι έτσι η ζωή παύει να είναι μαύρη, ό,τι κι αν γίνεται γύρω. 

Αυτή την ευκαιρία έχουμε αυτή την Μ. Τεσσαρακοστή. Και κάθε Τετάρτη και κάθε Παρασκευή και κάθε σαρανταήμερο των Χριστουγέννων και κάθε Δεκαπενταύγουστο. Τα ξεχάσαμε αυτά οι άνθρωποι. Και μείναμε μόνοι μας και φοβισμένοι. Μόνοι με τα καταναλωτικά αγαθά μας, που ο Θεός τα 'δωσε κι αυτά, που προίκισε το μυαλό ανθρώπων να τα βρίσκουν. Μόνοι μας, κλεισμένοι σε διαμερίσματα, μ' ένα σωρό μηχανήματα γύρω, αλλά τόσο φριχτά μόνοι και ανόητοι. Το να κάνουμε αρχή σημαίνει να ανασταινόμαστε κάθε μέρα. Να νικάμε τον θάνατο κάθε μέρα. Γιατί νικάμε τον πνευματικό θάνατο. 

Θα ακούσουμε τώρα μια υπέροχη ευχή ενός μεγάλου ασκητή της εκκλησίας μας, του Αγίου Εφραίμ του Σύρου. "Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου, πνεῦμα ἀργίας, περιεργίας, φιλαρχίας, καί ἀργολογίας μή μοι δῷς. Πνεῦμα δέ σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονής καί ἀγάπης χάρισαί μοι τῷ σῷ δούλῳ. Ναί, Κύριε Βασιλεῦ, δώρησαί μοι τοῦ ὁράν τά ἐμά πταίσματα, καί μή κατακρίνειν τόν ἀδελφόν μου, ὅτι εὐλογητός εἶ εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Αμήν." Να μπορούσαμε αδερφοί μου αυτό μόνο το μικρό κείμενο, αυτό το ποίημα το υπέροχο που βγήκε πραγματικά μέσα από την μετάνοια του Αγίου Εφραίμ, να το κάναμε πράξη. Δεν χρειάζεται τίποτα άλλο. Να μπορούσαμε αυτή τη Μ. Τεσσαρακοστή να παίρναμε κάθε λέξη, κάθε κόμμα, κάθε πνεύμα από αυτό το υπέροχο ποίημα της ζωής και να το κάναμε ζωή, δική μας! 

Θα φτάναμε, ναι αδερφοί μου, το βράδυ της Αναστάσεως να ήμασταν ευτυχισμένοι. Να βλέπουμε όλο τον κόσμο όμορφο και να 'χουμε πραγματικά γευτεί τη Βασιλεία Του. Κι όταν θα ψέλνουμε "Χριστός ανέστη εκ νεκρών" να 'χουμε την βεβαιότητα ότι η ζωή δεν τελειώνει αλλά συνεχίζεται για πάντα, αιώνια στην αγκαλιά του Θεού. Αν μπορούσαμε να σταματήσουμε λιγάκι αυτή την θλιβερή κατάκριση των πάντων, με τόσα προσχήματα δικαιοσύνης. Τόσο πολύ δικαιολογούμε τους εαυτούς μας, να γινόμαστε κι εμείς ζώα σαν κι εκείνους που κατηγορούμε. Να βρίζουμε πολιτικούς, να βρίζουμε ανθρώπους στον δρόμο όταν οδηγούμε. Να βρίζουμε συναδέλφους, να βρίζουμε τον καθένα. Και δεν καταλαβαίνουμε ότι έτσι κρινόμαστε. 

Η Μ. Τεσσαρακοστή είναι μια πάρα πολύ μεγάλη ευκαιρία. Δεν έχει σκοτάδι, δεν έχει στεναχώρια. Έχει χαρά. Έχει την χαρά της εναλλαγής. Έχει την χαρά της ποικιλίας. Έχει την χαρά μιας συνάντησης. Την χαρά της προσευχής και του στοχασμού. Έχει την χαρά μιας προηγιασμένης, που καθώς πέφτει το σούρουπο, βάζουμε στο στόμα μας το σώμα και το αίμα του Χριστού και γεμίζει η ύπαρξή μας με νόημα. Έχει την χαρά των Χαιρετισμών. Αυτό το υπέροχο ποίημα για την Παναγία μας. Έχει μια μεγάλη χαρά η Μ. Τεσσαρακοστή όταν την ανακαλύψεις. Έχει την χαρά να βρίσκεις το μέτρο στις τροφές. Έχει την χαρά να περιμένεις την Μ. Εβδομάδα. Έχει την χαρά να ζήσεις το δώρο της Αναστάσεως. Τι κρίμα που οι περισσότεροι φεύγουνε παίρνοντας ένα κερί, δηλαδή τίποτα. 

Ο εορτολογικός κύκλος της εκκλησίας μας δεν φτιάχτηκε για τον τύπο. Αν εμείς τον είδαμε έτσι δεν φταίει ούτε η αποστολική εκκλησία, ούτε οι άγιοι, ούτε οι πατέρες, που έδωσαν αίμα για να πάρουν πνεύμα. Φταίμε εμείς. Εμείς, που μας έχει φάει η ρουτίνα, η καθημερινότητα, το πήγαιν' έλα, το κυνήγι του χρήματος, η πολιτικολογία, η ενασχόληση με το φθηνό θέαμα. Αδερφοί μου, η Μ. Τεσσαρακοστή είναι μια μεγάλη γιορτή. Η γιορτή της ελπίδας του ανθρώπου. Ας την ακολουθήσουμε έτσι όπως εκείνοι το παρήγγειλαν. 

Αφήστε τον εαυτό σας να συγκινηθεί από μία σκέψη. Είμαστε η συνέχεια σε μια ανθρώπινη αλυσίδα αιώνων. Είμαστε ο μόνος οργανισμός σε τούτω δω τον κόσμο εδώ και χρόνια, που γενιά με γενιά, χέρι με χέρι, κουβέντα την κουβέντα, χαμόγελο το χαμόγελο, ελπίδα την ελπίδα έχουμε μια παράδοση. Ετούτος ο τόπος στέρεψε από παραδόσεις. Όλα γίναν φολκλόρ, χάρτινα, ψεύτικα. Η εκκλησία έχει μια αδιατάραχτη συνέχεια. Λέμε λόγια που τα είπαν οι πατέρες μας 1000, 1500, 1800 χρόνια πριν. Κοινωνούμε το ίδιο σώμα και αίμα που κοινώνησαν οι απόστολοι. Λέμε τα ευαγγέλια που κι εκείνοι έλεγαν στους μαθητές τους. Προσκυνούμε τον Ιησού Χριστό όπως έκαναν τόσοι άγιοι, όσιοι και μάρτυρες. 

Η εκκλησία είναι ένα πλοίο αδερφοί μου. Κι όποιος είναι μέσα στο πλοίο αυτό και το εννοεί, δεν θα πεθάνει αλλά θα έχει Ζωή Αιώνιο. Ο Χριστός το λέει αυτό, Εκείνος το υπόσχεται. Φτάνει να πάρουμε τον εαυτό μας στα σοβαρά. Φτάνει να σταματήσει αυτό το πέσιμο, το τρίψιμο μέσα στη λάσπη που ζούμε, ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Ξεχαστήκαμε και πολλές φορές δείχνουμε τους άλλους και λέμε "κοίτα πως είν' αυτοί, κοίτα πως είν' οι άλλοι, αυτοί είναι εχθροί, αυτοί είναι κακοί κι αυτοί έτσι". Και ξεχνάμε. Το θηρίο το κρύβουμε μέσα μας. Την αμαρτία την κρύβουμε μέσα μας. 

Ζωή χωρίς Χριστό δεν είναι ζωή. Ζωή χωρίς χαρά δεν είναι ζωή. Ζωή χωρίς ελπίδα δεν είναι ζωή. Ας το πιστέψουμε. Μόνο που για να μας δοθεί πρέπει να το ζητήσουμε. Χρησιμοποιώντας όλα τα δώρα που έδωσε ο Θεός. Και το νου και την ψυχή και την καρδιά. Τίποτα δεν γίνεται μόνο απ' τον Θεό. Όλα γίνονται με την συνεργία του ανθρώπου και του θείου παράγοντα. Όλα γίνονται όταν η ψυχή του ανθρώπου σκιρτήσει και πει "δεν μπορώ να ζω άλλο έτσι, δεν αντέχω να είμαι έτσι". Όλα γίνονται όταν σαν εκείνο τον άσωτο πούμε "δεν μπορώ να τρώω χαρούπια μαζί με τα γουρούνια, θέλω να γυρίσω στην αγκαλιά του Πατέρα, κι ας τρώω μαζί με τους υπηρέτες". 

Αυτός ο πατέρας δεν προδίδει ποτέ, μόνο αγαπάει. Ετούτος ο πατέρας μέσα στη διάρκεια της Μ. Τεσσαρακοστής μας περιμένει με μια πολύ μεγάλη αγκαλιά. Να τον ακολουθήσουμε. Ετούτος ο πατέρας είναι μόνο αγάπη. Και οι άγιοι της Εκκλησίας μας, όπως ο Άγιος Εφραίμ ο Σύρος ήταν όλο αγάπη. Δεν φοβόντουσαν τίποτα, μόνο αγαπούσαν. Και το μόνο που τους ένοιαζε ήταν μην κλείσουν τα μάτια τους κι έχουνε χάσει την αγάπη αυτή του πατέρα και βρεθούν στο σκοτάδι της ανυπαρξίας, την έλλειψη της κοινωνίας.

Αδερφοί μου, η Μ. Τεσσαρακοστή είναι καιρός μετανοίας. Είναι μια μεγάλη ευκαιρία που πρέπει να αρπάξουμε. Όσο μπορούμε. Να μαζευόμαστε στην εκκλησία, να προσευχόμαστε. Και να προσευχόμαστε και για τον λαό μας που βρίσκεται σε δεινή κατάσταση. Όχι επειδή του κόβονται οι μισθοί. Αλλά επειδή έχασε κάθε πίστη και κάθε ελπίδα. Όχι επειδή κινδυνεύει από φτώχια. Αλλά γιατί έχει καταντήσει να είναι ένας λαός που δεν πιστεύει σε τίποτα, που προσπαθεί να ζήσει τρώγοντας τις σάρκες του. Και αυτό δεν γίνεται. Να μαζευόμαστε στην εκκλησία όλο τον χρόνο. Να γίνουμε μια γροθιά που όμως δεν θα χτυπήσει τους άλλους, αλλά θα ενωθεί και θα γίνει εκκλησία. Και να παρακαλεί για τον κόσμο όλο, για την ειρήνη του σύμπαντος κόσμου και την ειρήνη των ανθρώπων γύρω μας, που τόσο πολύ είναι πονεμένοι.

Αδερφοί μου, δια της μετανοίας ο άνθρωπος παίρνει τον εαυτό του σοβαρά. Και γίνεται μια αγκαλιά για τον διπλανό. Και στην οργή του άλλου βάζει την αγκαλιά. Στον θυμό του άλλου βάζει την ειρήνη. Στην απελπισία του άλλου βάζει το χαμόγελο και το νόημα. Ας το βρούμε πρώτα στη ζωή μας κι ύστερα να το μεταδώσουμε και στους άλλους. Όπως είπε εκείνος ο υπέροχος άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ "ειρήνευσε εσύ και μαζί σου θα ειρηνεύσουν χιλιάδες άλλοι". Σε μια πόλη που παραλογίζεται και αυτοκαταστρέφεται. Σε μια χώρα που βυθίζεται στην ανυπαρξία. Να γίνουμε πάλι απόστολοι. Δεν είναι φοβερό, δεν είναι παράξενο. Αυτό μας ζήτησε. Εκείνος το ζήτησε. "Τι με λέγεις Κύριε Κύριε και ου ποιείς α εγώ λέγω" λέει. Μην με λες Κύριε, είπε, μην με αποζητάς και δεν κάνεις αυτά που λέω. Κι εκείνος ζήτησε "Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη". Αυτό μας ζήτησε. Ας το κάνουμε αδερφοί μου. 

Δεν είναι αργά. Σ΄ όποια ηλικία και να 'μαστε και σε όποια κατάσταση. Όσο κι αν πέσαμε, δεν είναι αργά. Ποτέ δεν είναι αργά με την αγάπη του Χριστού. Νίκησε ο ληστής πάνω στον σταυρό. Ακόμα κι αν έχεις κάνει κακό ποτέ δεν είναι αργά. Η αγάπη του Χριστού είναι εκεί και μας περιμένει. Και καθώς μας περιμένει σπουδάζουμε την αγάπη μέσα απ' τον λόγο Του, μέσα απ' τον λόγο και τις ζωές των αγίων και παίρνουμε δύναμη και γινόμαστε άγιοι κι εμείς. Αυτή είναι η ελπίδα μας. Ας το πιστέψουμε. Αμήν!         

28/2/12

Χάνοντας τόν Θεό ἀπ’ τόν σωστό δρόμο!


  
Φαντάζει ἀπίθανο! Κι ὅμως, συνιστᾶ μία ὀδυνηρή πραγματικότητα. Νά παλεύεις τόν Θεό καί Ἐκεῖνος νά ξεμακραίνει. Νά περνᾶνε οἱ Σαρακοστές, τά Τριώδια κι αὐτός ὁ Θεός νά μήν γίνεται οἰκεῖος, προσωπικός, θά ‘λεγα σημαντικός. Νά ἐξακολουθεῖς χρόνια ὁλόκληρα ἕναν θρησκευτικό τρόπο ζωῆς καί ποτέ μά ποτέ νά μήν γευτεῖς «ἔριφον» μετά τῆς φίλης καρδίας σου. 



Δέν ὑφίσταται ἀνατριχιαστικότερος φόβος ἀπ’ τό νά σταθεῖς κάποια στιγμή ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ ἀπαριθμώντας Του τά θρησκευτικά σου κατορθώματα, σίγουρος γιά τήν ἀποδοχή τους,  καί ν’ ἀκούσεις ἀπό Ἐκεῖνον τό «οὐκ οἶδα ὑμᾶς». 

Σέ ὅλη τήν προπαρασκευαστική περίοδο τοῦ Τριωδίου ἀνιχνεύουμε μέσα ἀπό τά εὐαγγελικά κείμενα αὐτή τήν διαστροφή τῆς πνευματικῆς ζωῆς, νά ζεῖς δηλαδή στόν χῶρο τοῦ Θεοῦ παραμένοντας ἄγευστος τοῦ τρόπου Του. 

 

Ἀπόλυτος τηρητής τῶν ἐντολῶν Του ὁ Φαρισαῖος κι ὅμως, δομήτωρ -ταυτόχρονα- τοῦ αὐτοθεωτικοῦ εἰδώλου του. Συνέστιος στήν πατρική οἰκία ὅλα του τά χρόνια ὁ πρεσβύτερος υἱός, χωρίς ποτέ ὅμως νά τήν ζήσει ὡς δική του. Ἀνίκανος νά ὑπάρξει μέ τόν τρόπο ἐλευθερίας τοῦ υἱοῦ, συνθλίβει τήν ὕπαρξή του στήν κατηγορία ὑπάκουου δούλου ἑνός προσωπολήπτη ἀφεντικοῦ. Θρησκευτικοί, καλοκάγαθοι ἄνθρωποι οἱ παριστάμενοι ἐνώπιον τοῦ ἀδέκαστου κριτή, ἀσφυκτικά κλεισμένοι ὅμως στήν αὐτάρκειά τους, μέ τήν ἀπορία ἔκδηλα ζωγραφισμένη στά πρόσωπά τους -ἀργά βέβαια- γιά τό πῶς δέν «μυρίστηκαν» τήν σαρκωμένη παρουσία Του παντοῦ γύρω τους. Νηστευτές οἱ ἀποδέκτες τῶν τελευταίων εὐαγγελικῶν λόγων τοῦ Κυρίου, ἀλλά «ἀπέχοντες τῶν μισθῶν αὐτῶν», ἐξαιτίας τῆς ὑποκρισίας καί κακομοιριᾶς τους.

Ἡ περίοδος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ὡς χῶρος ἀποκάλυψης τοῦ Θεοῦ, συγκεφαλαιώνει μέ τόν σαρανταήμερο θεολογικό συμβολισμό της, ὅλη τήν περιπέτεια ἀνθρώπου καί Θεοῦ. Ἀγωνία Θεϊκῆς καταδίωξης, περιπέτεια βρότειας ἐπιστροφῆς. Δέν ἀνοίγεται μπροστά μας σάν πεδίο θρησκευτικῶν ἀνδραγαθημάτων. Ὑπάρχει γιά νά στήνουμε καρτέρι στόν Θεό. Γίνεται ὁ Ζακχαιϊκός δρόμος, διά τοῦ ὁποῖου ὁ Χριστός «μέλλει διέρχεσθαι», μ’ ἐμᾶς νά προσπαθοῦμε κάπου, κάπως νά ἀνέβουμε, «θέλοντες ἰδεῖν τόν Ἰησοῦν».

Ἡ Σαρακοστή ὑπάρχει ὡς διάβαση μά καί ὡς παραμονή. Μπαίνουμε στόν λειτουργικό αὐτόν χῶρο τοῦ Θεοῦ ἐπιθυμώντας νά Τόν ἀπολαύσουμε, μέ τήν ἔνταση νιόπαντρου ζευγαριοῦ σέ γαμήλιο ταξίδι. Κάθε τι φαντάζει περισπασμός, ἐμπόδιο καί ταραχή. Παραμερίζεται γιά νά μήν χαθεῖ τό πρόσωπο, γιά νά ἔρθει στό προσκήνιο τῆς ζωῆς ἡ ἐρώμενη ὕπαρξη καί μόνον αὐτή. Περιστέλλουμε τά πάντα (φαγητά, πολύβουες ἀσχολίες, ξεκούραση, πάθη καί ραθυμία) - ὅπως τό νιόπαντρο ζευγάρι ἀφήνει πίσω φίλους καί γνωστούς γιά τό γαμήλιο ταξίδι- ἐπικεντρωμένοι στήν παρουσία Του, στό «ἕνα οὗ ἐστι χρεία». Παραμονή σέ σχέση μαζί Του ἡ Σαρακοστή, νά σέ διαπορθμεύει στήν Ἀναστάσιμη νύχτα, στό Πάσχα τῆς Βασιλείας Του.

Ὁ τρόπος αὐτῆς τῆς σχέσης εἶναι αὐτό πού στήν Ἐκκλησία μας ὀνομάζουμε πνευματική ζωή, ὀρθόδοξη ἄσκηση. Στήν διαστρέβλωση τοῦ νοήματος τῆς ἄσκησης καί κατ’ ἐπέκταση ὅλης τῆς Σαρακοστῆς εἶναι πού συναντᾶται ἡ τραγωδία νά χάσεις τόν Θεό βαδίζοντας τόν σωστό δρόμο.

Ἡ ὀρθόδοξη ἄσκηση δέν εἶναι περιστασιακή. Εἶναι ὁ τρόπος πού ζῶ τήν κάθε μέρα τῆς ζωῆς μου. Εἶναι ὁ τρόπος πού ἀδειάζω τόν ἑαυτό μου γιά νά βάλω τόν Θεό μου. Μέσα ἀπό τήν ἄσκησή μου ἐκφράζω τόν πόθο μου πρός τόν Θεό καί ταυτόχρονα τή θέλησή μου νά ἀναγνωρίσω, νά δῶ κατάματα τόν θλιβερό ἑαυτό μου. Γι’ αὐτό ἡ ἄσκηση δείχνει ὄχι τήν ἀξία μας ἀλλά τήν θέλησή μας.

Ἡ ἄσκηση πού κάνω δέν εἶναι γιά νά γίνω ἄξιος, γιά νά γίνω ἅγιος, γιά νά ἑλκύσω τόν Θεό, εἶναι γιά νά πλατύνω τήν ὕπαρξή μου, νά καταστήσω εὐάλωτη τήν καρδιά μου στίς προσεγγίσεις τοῦ Θεοῦ. Νά μπορῶ καθημερινά νά ζῶ τήν συγκλονιστική ἀλήθεια τῆς πανταχοῦ παρουσίας Του. Γιά νά μήν ξεχνῶ ὅτι ὁ Θεός εἶναι παρών στή ζωή μου, ὅτι καθημερινά ἵσταμαι ἐνώπιόν Του. Εἶτε κοιμᾶμαι, εἴτε εἶμαι ξύπνιος, εἶτε ζῶ εἴτε πεθαίνω, ὁ,τιδήποτε καί ἄν εἶμαι, αὐτό πού ἔχει σημασία εἶναι ἡ βεβαιότητα ὅτι παρίσταμαι ἐνώπιόν Του. Ἡ ἀσκησή μου εἶναι τό κάθισμά μου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Νά μήν ζητῶ ἐγώ νά δῶ τόν Θεό, ἀλλά νά μέ βλέπει Ἐκεῖνος.

Ἡ διαστρέβλωση ὅλου τοῦ ἀσκητικοῦ μόχθου ἔρχεται ὅταν θεωρεῖται ὡς ὁ σκοπός τῆς κάθε σαρακοστῆς, τῆς κάθε νηπτικῆς περιόδου τῆς Ἐκκλησίας μας καί ὄχι σάν ἐργαλεῖο, σάν μέσο γιά τό πλησίασμα τοῦ Θεοῦ. Νομίζουμε ὅτι ἡ σαρακοστή ὑπάρχει γιά νά νηστεύουμε, γιά νά ἀσκούμαστε, γιά νά ἐλεοῦμε καί νά προσευχόμαστε καί κάπου ἐκεῖ χάνεται τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ, ξεμακραίνει ἡ ὕπαρξή Του, γιατί στήν πραγματικότητα ποτέ δέν ζητήθηκε, ποτέ δέν διψάστηκε, ποτέ δέν ἔγινε ποθητός ἀπό ἐμᾶς. Ἄν τά μέσα ἀναχθοῦν σέ σκοπό τότε ἡ περιπέτεια ἔλαβε τέλος. Αὐτόματα θεωρεῖς τόν ἑαυτό σου πλήρη, ἱκανό καί δικαιωμένο. Ὁ Θεός κατακτᾶται ὡς ἔπαθλο τῶν κόπων σου καί αὐτός ὁ Θεός τελικά εἶναι πολύ εὔκολος, ἀδύναμος, καθόλου σαγηνευτικός. 

Καθώς τά χρόνια περνοῦν, ζώντας αὐτή τή θρησκευτική ζωή τά πάντα γίνονται ρουτίνα, ἡ ἔκπληξη πεθαίνει, ἡ συμπεριφορά τυποποιεῖται καί ἡ ἀπουσία τοῦ Θεοῦ συνηθίζεται. 

Μέ τήν ἄσκησή μου θέλω νά μαθαίνω γιά τούς δρόμους καί τίς πορείες Του, νά σκαρφαλώνω σέ συκομορέες λαχταρώντας Τον, ὥστε ἄμποτες τό θελήσει νά στρέψει τό βλέμμα Του καί νά μέ κοιτάξει. Μία φορά μόνο νά μέ κοιτάξει φθάνει. Θά βρίσκομαι ἐκεῖ μέ τήν ἄσκησή μου, ἀ λ η θ ι ν ό ς καί ὁλόγυμνος ἀπό ψευδαισθήσεις καί εὐσεβισμούς, καί θά Σοῦ φωνάζω τήν κραυγή τοῦ ποιητή: «Νἆμαι τώρα μπροστά σου γυμνός κι ἀνυπεράσπιστος καί ἄτρωτος σάν τό νεκρό στίς γκρίζες πλάκες τοῦ νεκροτομείου.
Ἄν ὄχι μέ τήν στοργή σου, σκέπασέ με τουλάχιστον μέ λίγη συγχώρεση. Κρυώνω»

π. Βασίλειος Χριστοδούλου 


26/2/12

ΚΑΛΗ ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ!


 

  Ἡ ζωή κάθε χριστιανοῦ στηρίζεται στήν προσπάθειά του νά καλλιεργήσει τά χαρίσματα πού τοῦ δόθηκαν ἀπό τόν Δημιουργό προκειμένου νά φτάσει στή θέωση, δηλαδή νά πλησιάσει τόν Θεό καί νά ἐπικοινωνήσει μαζί Του. Ἡ Ἐκκλησία μας γιά νά βοηθήσει τόν πιστό στόν ἀγῶνα του αὐτόν, προτείνει τήν ἐσωτερική ἄσκηση, πού ὅμως πρέπει νά φωτίζεται ἀπό τή θεία χάρη. Μία ἀπό τίς πνευματικές αὐτές ἀσκήσεις εἶναι καί ἡ νηστεία.

Ἡ λέξη νηστεία προέρχεται ἀπό τό στερητικό μόριο νή καί τό ρῆμα ἔδω, πού σημαίνει τρώγω, δηλαδή δηλώνει τήν ἀποχή ἀπό κάποιες κατηγορίες τροφῶν (ψάρια, κρέας ζώων καί πτηνῶν, τά γεννήματα καί τά παράγωγά τους, ὅπως τυρί καί γάλα, αὐγά, ἐλαιόλαδο). Ἡ ἀποχή αὐτή, σκοπό ἔχει τήν ἀσκητική ὑπακοή τοῦ ἀνθρώπου γιά τή χαλιναγώγηση τῶν παθῶν του. Μέσῳ τῆς νηστείας ὁ πιστός περιορίζει τίς ἐπιθυμίες, τιθασεύει τά πάθη καί ἀποδεσμεύεται ἀπό τά ὑλικά ἀγαθά, ὥστε εὐκολότερα νά ἐπιθυμήσει τά ἀγαθά τῆς οὐράνιας βασιλείας. Ὁ χαρακτήρας της εἶναι ἀνασταλτικός καί καθαρτικός. Ὁ ἄνθρωπος ἀσκώντας τό σῶμα στήν ἑκούσια στέρηση, ἀποφεύγει νά ἐνδώσει στήν ἁμαρτία. Ὅπως ἡ σωματική ἄθληση χαρίζει ζωντάνια καί εὐκαμψία, ἔτσι καί ἡ ψυχική ἄσκηση προσφέρει πνευματική ἀνύψωση.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα νηστείας ἀντλοῦμε ἀπό τήν Καινή Διαθήκη: Ὅλη ἡ ζωή τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου ὑπῆρξε μιά συνεχής νηστεία, ὅπου μέσῳ τοῦ τρόπου ζωῆς του ἔλαβε ἀπό τόν Κύριο τόν ἄκρως ἐπαινετικό λόγο: «οὐκ ἐγήγερται ἐν γεννητοῖς γυναικῶν μείζων Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ» (Ματθ. 11, 11). Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μαζί μέ τίς ἄλλες θλίψεις, ἀπαρίθμησε καί τή νηστεία στά παθήματά του γιά τά ὁποῖα καυχιόταν. Τό μεγαλύτερο παράδειγμα τῶν εὐεργετικῶν ἐπιδράσεων τῆς νηστείας μᾶς τό δίδει βεβαίως ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Ὁποῖος πρίν ἀρχίσει τή δημόσια δράση Του, νήστεψε σαράντα ἡμέρες στήν ἔρημο, δίνοντας σέ ἐμᾶς ἕνα πνευματικό ἐφόδιο πρός ἀποφυγή τῶν πειρασμῶν.  

Ὁ Μ. Βασίλειος σημειώνει χαρακτηριστικά ὅτι ἡ νηστεία ἔχει ἴση ἡλικία μέ τήν ἀνθρωπότητα, διότι νομοθετήθηκε στόν Παράδεισο καί βασίστηκε στήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ νά μήν δοκιμάσουν οἱ πρωτόπλαστοι τούς καρπούς ἀπό τό δέντρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ. Ἐφόσον δέν τηρήθηκε ἡ νηστεία αὐτή, ὁ ἄνθρωπος ἐκδιώχθηκε ἀπό τόν κῆπο τῆς Ἐδέμ, ἔχασε τήν ἐπικοινωνία του μέ τόν Θεό καί ἀμαύρωσε τά χαρίσματα πού τοῦ εἶχαν δοθεῖ. Ἡ νηστεία κατά τήν ἐκκλησιαστική παράδοση εἶναι ὅπλο κατά τῶν δαιμόνων, διότι ὅπως διαβάζουμε στήν Καινή Διαθήκη: «τοῦτο τό γένος (τό δαιμονικό) ἐν οὐδενί δύναται ἐξελθεῖν εἰ μή ἐν προσευχῇ καί νηστείᾳ» (Μάρκ. 9, 29).

Ἡ ἀποχή ἀπό τίς τροφές δέν δηλώνει σέ καμία περίπτωση περιφρόνηση ὁρισμένων εἰδῶν τροφῆς. Δέν ὑπάρχουν καθαρές καί ἀκάθαρτες τροφές, καθώς ὅλα ἔχουν δημιουργηθεῖ «καλά λίαν» ἀπό τόν Δημιουργό. Ἡ διάκρισή τους σχετίζεται μέ τή θρεπτική καί πεπτική ἱκανότητά τους, καθώς οἱ νηστήσιμες τροφές εἶναι πιό λιτές καί λιγότερο πλούσιες σέ πρωτεΐνες, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νά μή μεριμνᾶ μέ πάθος γιά τίς σωματικές του ἀνάγκες, ἀλλά νά στρέφεται ἀνεπηρέαστος πρός τά ἄνω καί ἡ σκέψη του ἐλαφρότερη νά ἀναζητᾶ τούς πνευματικούς θησαυρούς. 

Ἡ νηστεία δέν πρέπει νά θεωρεῖται ἄρνηση τῶν φυσικῶν ἀναγκῶν, ἀλλά ἄρνηση τοῦ ὑπέρμετρου καταναλωτισμοῦ, ἀφοῦ θέτει τίς βάσεις γιά νά μένει ὁ ἄνθρωπος ἀκλόνητος ἐνώπιον τῶν πειρασμῶν, πού τόν βάλλουν διαρκῶς στήν καθημερινότητά του. 

Ἡ νηστεία δέν περιορίζεται βεβαίως μόνο στίς τροφές, ἀλλά πρέπει νά ἑστιάζεται κυρίως στό νοῦ καί τήν ψυχή. Τί ὠφελεῖ ἄν δέν τρῶμε κρέας, ἀλλά κατατρῶμε μέ τά μάτια μας τά ὑπάρχοντα τοῦ συνανθρώπου μας ἤ συκοφαντοῦμε τόν πλησίον μας καί φθονοῦμε τήν εὐτυχία του; Ἡ τυπική νηστεία ὅσο αὐστηρή κι ἄν εἶναι, ἄν δέν συνοδεύεται ἀπό τήν πραγματική ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἀνθρώπων, σίγουρα δέν ἔχει καμία ἀξία. Ἀπεναντίας, ἀποτελεῖ παγίδα γιά ὅσους νομίζουν ὅτι βαδίζουν τό δρόμο τῆς ἀρετῆς, ἀλλά οὐσιαστικά δέν βλέπουν τό ἁμάρτημά τους, γιά νά τό διορθώσουν. Τέτοια νηστεία ἔκαναν οἱ Φαρισαῖοι, ἀφοῦ νήστευαν ἐπιδεικτικά, ὑποκριτικά, πρός τό θεαθῆναι.

Ἡ νηστεία δέν δύναται ἀπό μόνη της νά φέρει τή σωτηρία, ἀλλά πρέπει νά ἐπικουρηθεῖ καί ἀπό ἄλλες ἀρετές καί ἐνέργειες, ὅπως προσευχή, ἀγάπη, ταπείνωση, ἀγαθοεργίες, μετοχή στά ἱερά μυστήρια, κυρίως στήν Ἐξομολόγηση καί τή Θεία Εὐχαριστία.

Δυστυχῶς, ἡ νηστεία σήμερα, θεωρεῖται ἀπό πολλούς ὡς ἀναχρονιστική, ξεπερασμένη, ἀνούσια, ἄν ὄχι ἀφελής καί ἄχρηστη. Ἀκόμα ὅμως καί ἄν πιστεύεται ὅτι ἡ νηστεία δέν ταιριάζει σέ μιά ἐποχή «ἐξέλιξης καί προόδου» ἔχουμε νά ἀντιτάξουμε ὅτι ἡ πιό γνήσια πρόοδος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι αὐτή τῆς ψυχῆς του, ἡ ὁποία εἶναι ἀθάνατη καί αἰώνια. Ἡ τεχνολογία καί ἡ ἐξέλιξη τῶν ὑλικῶν πραγμάτων, ἄν καί εἶναι σεβαστές καί σίγουρα ἀπαραίτητες στή ζωή μας, δέν μποροῦν νά ἀπαντήσουν στά διαχρονικά ἐρωτήματα τῶν ἀνθρώπων γιά τή ζωή καί τό θάνατο, τό λόγο τῆς ὕπαρξής μας καί τό σκοπό τῆς δημιουργίας. Σ’ αὐτά τά ἐρωτήματα ἡ ἀπάντηση τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας εἶναι ἀστείρευτη πηγή, πού δροσίζει τόν κάθε διψασμένο καί χαρίζει ἐλπίδα πώς τό τέλος τῆς ἐπίγειας ζωῆς δέν εἶναι τό τέλος τοῦ παντός, ἀλλά ἡ ἀρχή τῆς ἑνώσεώς μας μέ τόν Θεό.

Σωτήριος Κόλλιας, Θεολόγος
 

21/2/12

Πρός νεοέλληνες αδελφούς...



Ὑ­πάρ­χουν τρεῖς δυ­νά­μεις, οἱ μό­νες πού μπο­ροῦν νά ὑ­πο­δου­λώ­σουν γιά πάν­τα τή συ­νεί­δη­ση αὐ­τῶν τῶν ἀ­δυ­νά­μων ἐ­πα­να­στα­τη­μέ­νων, εἶ­ναι: τό θαῦ­μα, τό μυ­στή­ριο, ἡ αὐ­ταρ­χι­κό­τη­τα ! Τ' ἀ­πώ­θη­σες καί τά τρί­α αὐ­τά (ἐσύ Χριστέ), δί­νον­τας ἔ­τσι ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα. 


  Τό τρο­με­ρό καί βα­θύ Πνεῦ­μα, σέ εἶ­χε συμ­πα­ρα­σύ­ρει μέ­σα στό Να­ό καί σοῦ εἶ­χε πεῖ: "Θές νά ξέ­ρεις ἄν εἶ­σαι γιός τοῦ Θε­οῦ; Πέ­σε κά­τω ἀ­πό δῶ ψη­λά, για­τί εἶ­ναι γραμ­μέ­νο πώς οἱ ἄγ­γε­λοι θά σέ συγ­κρα­τή­σουν καί θά σέ στη­ρί­ξουν, δέν θά τραυ­μα­τι­στεῖς κα­θό­λου, καί τό­τε θά ξέ­ρεις ἄν εἶ­σαι γιός τοῦ Θε­οῦ, καί θ' ἀ­πο­δεί­ξεις ἔ­τσι τήν πί­στη στόν Πα­τέ­ρα σου". Μά ἀ­πό­δι­ω­ξες καί τού­τη τήν πρό­τα­ση, δέν ὅρ­μη­σες νά πέ­σεις κά­τω. Ἔ­δει­ξες τό­τε μιά ὑ­πέ­ρο­χη πε­ρη­φά­νεια, ὁ­λό­τε­λα θεί­α, μά γιά τούς ἀν­θρώ­πους, ρά­τσα ἀ­δύ­να­μη κι ἐ­πα­να­στα­τη­μέ­νη, δέν εἶ­ναι θε­οί ! Ἤ­ξε­ρες πώς κά­νον­τας ἕ­να βῆ­μα, μιά χει­ρο­νο­μί­α γιά νά ὁρ­μή­σεις, θά ἐ­νο­χλοῦ­σες τόν Κύ­ριο καί θά­χα­νες τήν πί­στη σου σ' Αὐ­τόν. Μά ὑ­πάρ­χουν πολ­λοί σάν κι ἐ­σέ­να ; 


Μπο­ροῦ­σες νά πα­ρα­δε­χτεῖς ἔ­στω καί γιά μιά στιγ­μή ὅ­τι οἱ ἄν­θρω­ποι θά­χαν τή δύ­να­μη ν' ἀν­τέ­ξουν σ' ἕ­να πα­ρό­μοι­ο πει­ρα­σμό; Εἶ­ναι τά­χα μέ­σα στήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση ν' ἀ­πο­δι­ώ­χνει τό θαῦ­μα, καί στίς σο­βα­ρές στιγ­μές τῆς ζω­ῆς μπρο­στά σε βα­σι­κά κι ἐ­πί­μο­να προ­βλή­μα­τα, νά δι­α­τη­ρεῖ τήν ἐ­λεύ­θε­ρη κρί­ση τῆς καρ­διᾶς;

 "Ἀ­δελ­φοί Κα­ρα­μά­ζωφ" - Φι­ον­τόρ Ντο­στο­γι­έφ­σκι

16/2/12

Υπενθύμιση σε ανησυχούντες Χριστιανούς...



Μήν λοι­πόν φρον­τί­σεις μέ ἀ­γω­νί­α γιά τά δι­κά σου θέ­μα­τα, ἀλ­λά ἄ­φη­σέ τα στόν Θε­ό. Για­τί, ἄν φρον­τί­σεις ἐ­σύ, φρον­τί­ζεις σάν ἄν­θρω­πος· ἄν ὅ­μως προ­νο­ή­σει ὁ Θε­ός, προ­νο­εῖ ὡς Θε­ός. Μήν φρον­τί­σεις γι' αὐ­τά, ἀ­δι­α­φο­ρών­τας γιά τά σπου­δαι­ό­τε­ρα, για­τί ὁ Θε­ός δέν θά δεί­ξει με­γά­λο ἐν­δι­α­φέ­ρον γι' αὐ­τά. Γιά νά προ­νο­εῖ λοι­πόν σέ με­γά­λο βαθ­μό ὁ Θε­ός γι' αὐ­τά, ἐμ­πι­στεύ­σου ὅ­λα αὐ­τά στόν Θε­ό. Για­τί, ἄν σύ ὁ ἴ­διος ἀ­σχο­λη­θεῖς μέ αὐ­τά ἀ­φή­νον­τας τά πνευ­μα­τι­κά, δέν θά δεί­ξει με­γά­λο ἐν­δι­α­φέ­ρον γι' αὐ­τά ὁ Θε­ός. Λοι­πόν, γιά νά πᾶ­νε κα­λά τα θέ­μα­τά σου καί νά ἀ­παλ­λα­γεῖς ἀ­πό κά­θε ἀ­γω­νι­ώ­δη φρον­τί­δα, φρόν­τι­σε γιά τά πνευ­μα­τι­κά καί πε­ρι­φρό­νη­σε τά βι­ο­τι­κά. για­τί ἔ­τσι καί τήν γῆ θά ἐ­πι­τύ­χεις μα­ζί μέ τόν οὐ­ρα­νό καί τά μελ­λον­τι­κά ἀ­γα­θά θά κερ­δί­σεις.

Ἁγ. Ἰ. Χρυ­σό­στο­μος - Εις Ματθ. (ο­μι­λί­α ΞΗ', 5)


 
Ἅς μήν καταφεύγουμε στίς ἀνθρώπινες ἐξουσίες, οὔτε νά ἐπιδιώκουμε τήν προστασία τους. Γιατί τίποτε δέν ὑπάρχει ἐπισφαλέστερο ἀπό τήν ἀνθρώπινη βοήθεια. Κι' αὐτό εἶναι ἱκανή νά μᾶς τό διδάξει ἡ πεῖρα τῶν πραγμάτων. Γιατί πραγματικά βλέπουμε καθημερινά ἀπότομες μεταβολές καί ὅτι ὅλα στρέφονται σέ ἀντίθετες κατευθύνσεις καί ἐκεῖνος πού πρό ὀλίγου ἀπολάμβανε τήν πιό μεγάλη εὐημερία, ξαφνικά τόν βλέπουμε νά γκρεμίζεται στήν ἔσχατη δυστυχία καί πολλές φορές νά ὑποφέρει, ὅσα ὑποφέρουν οἱ κατάδικοι. . . Ἅς μεταφέρουμε λοιπόν ὁλόκληρη τήν ἐλπίδα μας καί ἅς τήν στηρίξουμε στό Θεό. Γιατί αὐτή εἶναι σταθερή καί ἀμετακίνητη καί δέν ἐπιδέχεται καμιά μεταβολή, σάν ἐκείνη πού στηρίζεται σέ ἀνθρώπους.


Ἁγ. Ἰ. Χρυ­σό­στο­μος (Εις Γέν., ομιλία ΝΣΤ, 6)