31/12/07

ΚΑΛΗ ΚΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ ΧΡΟΝΙΑ !

ΝΑ ΤΑ ΠΟΥΜΕ ;

Λίγο πρίν τήν βραδυνή ἐξόρμηση στήν ἐνορία γιά τά καλάντα...

30/12/07

Ο ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΗ - ΒΑΣΙΛΗΣ


Σεβ. Μη­τρο­πο­λίτου Ναυ­πά­κτου καὶ Ἁ­γί­ου Βλα­σί­ου Ἱε­ρο­θέου

Ἐ­νῶ ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μὲ τὴν λα­τρε­ί­α της, τὴν θε­ο­λο­γί­α της, τὴν εἰ­κο­νο­γρα­φί­α της καὶ τὸ συ­να­ξά­ριο της, τι­μᾶ τὴν με­γά­λη προ­σω­πι­κό­τη­τα τοῦ ἐν Ἁ­γί­οις πα­τρός καί Οἰ­κου­με­νι­κοῦ δι­δα­σκά­λου Βα­σι­λε­ί­ου, ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που Και­σα­ρεί­ας Καπ­πα­δο­κί­ας τοῦ Με­γά­λου, ἐν το­ύ­τοις ἡ λα­ϊ­κὴ πα­ρά­δο­ση καὶ κυ­ρί­ως ἡ δυ­τι­κὴ νο­ο­τρο­πί­α, τὸν πα­ρου­σι­ά­ζει κα­τὰ ἰ­δι­α­ί­τε­ρο τρό­πο, δη­λα­δὴ ἀ­πὸ Μέ­γα Βα­σί­λει­ο τὸν ἔ­κα­νε “ἁ­ϊ - Βα­σί­λη”, μὲ πολ­λὲς πα­ραλ­λα­γές.

Ὁ κα­θη­γη­τὴς τῆς λα­ο­γρα­φί­ας Δ. Λου­κά­τος, στὸ βι­βλί­ο του Χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα καὶ τῶν γι­ορ­τῶν γρά­φει, ὅ­τι ὁ δι­κός μας Ἅ­γιος Βα­σί­λης, «ἦ­ταν ἕ­νας κα­θα­ρὰ πρω­το­χρο­νι­ά­τι­κος Ἅ­γιος, κά­τι ἀ­νά­με­σα στὸν πραγ­μα­τι­κὸ Ἱ­ε­ράρ­χη τῆς Και­σά­ρειας καὶ σ' ἕ­να πρό­σω­πο συμ­βο­λι­κὸ τοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ, ποὺ ξε­κι­νοῦ­σε ἀ­πὸ τὰ βά­θη τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἀ­σί­ας, κι ἔ­φτα­νε τὴν ἴ­δια μέ­ρα σ’ ὅ­λα τὰ πλά­τη, ἀ­πὸ τὸν Πό­ντο ὡς τὴν Ἑ­πτά­νη­σο κι ἀ­πὸ τὴν Ή­πει­ρο ὡς τὴν Κύ­προ.

»Δὲν κρα­τοῦ­σε κο­φί­νι στὴν πλά­τη του, οὔ­τε σακ­κὶ φορ­τω­μέ­νο μὲ δῶ­ρα. Ἐ­κεῖ­νο ποὺ ἔ­φερ­νε στοὺς ἀν­θρώ­πους ἦ­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο συμ­βο­λι­κό: ἡ κα­λὴ τύ­χη κι ἡ ἱ­ε­ρα­τι­κὴ εὐ­λο­γί­α του. Τὸ μό­νο κά­πως συγ­κε­κρι­μέ­νο ἦ­ταν τὸ μα­γι­κὸ ρα­βδί του, ἀ­π’ ὅ­που μὲ θαυ­μα­στὸν τρό­πο βλά­σται­ναν ἢ ζων­τά­νευ­αν κλα­διά καὶ πέρ­δι­κες, σύμ­βο­λα τῶν ἀν­τί­στοι­χων δώ­ρων, ποὺ θὰ μπο­ρο­ύ­σε νὰ μοι­ρά­σει στοὺς εὐ­νο­ου­μέ­νο­ύς του.­.. Δὲν ἔ­φερ­νε τί­πο­τα ὁ Ἅ­γιος Βα­σί­λης. Ἀν­τί­θε­τα λὲς καὶ ζη­τοῦ­σαν τὴν εὐ­λο­γί­α του, μὲ τὸ νὰ μοι­ρά­ζουν ἀ­πὸ δι­κὴ τους πρό­θε­ση οἱ ἄν­θρω­ποι δῶ­ρα καὶ λε­φτά» δη­λα­δὴ, «γο­νεῖς καὶ συγ­γε­νεῖς ἔ­δι­ναν στὰ παι­διὰ τους μπου­να­μά­δες ἢ καὶ με­τα­ξύ τους τὰ δῶ­ρα». Στὴν δι­κή μας πα­ρά­δο­ση, ὁ Ἅ­γιος - Βα­σί­λης ἦ­ταν «μι­κρα­σι­ά­της, με­λα­χρι­νός, ἀ­δύ­να­τος, γε­λα­στός, μὲ μα­ύ­ρα γέ­νια καὶ κα­μα­ρω­τὰ φρύ­δια.

Ντυ­μέ­νος σὰν βυ­ζαν­τι­νὸς πε­ζο­πό­ρος, μὲ σκου­φὶ καὶ πέ­δι­λα, στὸ χέ­ρι του κρα­το­ύ­σε ἕ­να ρα­βδί». Ἡ πα­τρί­δα τοῦ ἀ­να­το­λι­κοῦ Ἅ­γιου Βα­σί­λη εἶ­ναι ἡ Μι­κρὰ Α­σί­α, καὶ εἶ­ναι γραμ­μα­τι­σμέ­νος, κα­τά­γε­ται ἀ­πὸ τὴν Και­σά­ρεια καὶ «βα­στά­ει κόλ­λα καὶ χαρ­τί, χαρ­τὶ καὶ κα­λα­μά­ρι» καὶ προ­σφέ­ρει ὡς δῶ­ρο «τὴν χα­ρὰ τῆς γνώ­σης».

Στὴν Δύ­ση ὑ­πῆρ­χε ἄλ­λος τύ­πος τοῦ δι­κοῦ μας “ἁ­ϊ -Βα­σί­λη”. Στὴν Εὐ­ρώ­πη καὶ ἰ­δί­ως στὴν Ὀλ­λαν­δί­α ἦ­ταν ὁ S­i­n­t­er K­l­a­as, ὁ ὁ­πο­ῖ­ος ἦ­ταν «ὁ προ­στά­της τῶν ναυ­τι­κῶν, τῶν ἐμ­πό­ρων καὶ τῶν παι­δι­ῶν, ἔ­τσι ὅ­πως αὐ­τὸς λα­τρε­ύ­τη­κε στὶς κά­τω Χῶ­ρες, κυ­ρί­ως ἀ­πὸ τὸν 12ο αἰ­ώ­να καὶ με­τά». Τὸν 17ο αἰ­ώ­να, Ὀλ­λαν­δοὶ Καλ­βι­νι­στὲς «με­τα­να­στε­ύ­ον­τας στὴν Ἀ­με­ρι­κή ἔ­παιρ­ναν μα­ζί τους καὶ τὴν εἰ­κό­να τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου», καὶ ἔτσι ἔ­γι­νε ὁ Sa­i­nt N­i­ck καὶ ὁ S­a­n­ta C­l­a­us. Με­τα­κι­νή­θη­κε ὅ­μως με­ρι­κὲς ἑ­βδο­μά­δες ἀρ­γό­τε­ρα, γιὰ νὰ ἐ­πι­σκε­φθῆ τὰ παι­διὰ τὴν πα­ρα­μο­νὴ τῶν Χρι­στου­γέν­νων. Ὁ τύ­πος αὐ­τὸς τα­ξί­δευ­σε καὶ σὲ ἄλ­λες Χῶ­ρες. «Γύ­ρω στὰ 1870 στὴν Βρε­ταν­νί­α, συγ­χω­νε­ύ­τη­κε μὲ τὸν σκαν­δι­ναυ­ϊ­κῆς προ­έ­λευ­σης, πα­τέ­ρα τῶν Χρι­στου­γέν­νων καὶ γέν­νη­σε μύ­θους, θρύ­λους, καὶ τρα­γου­δά­κια".

Ταυ­τι­ζό­με­νος ὁ S­a­i­nt N­i­ck, μὲ τὸν S­a­n­ta C­l­a­us καὶ τὸν F­a­t­h­er C­h­r­i­s­t­m­as με­τα­φέρ­θη­κε στὴν Ἀ­με­ρι­κή ἀ­πὸ τοὺς Εὐ­ρω­πα­ί­ους με­τα­νά­στες καὶ ὅ­πως ἦ­ταν ἑ­πό­με­νο, ἐ­κεῖ ἀλ­λά­ζει μορ­φή, ἀ­πο­κτᾶ τὴν μορ­φὴ «τοῦ κα­λο­θρεμ­μέ­νου καὶ ὁ­λο­πόρ­φυ­ρου ἁ­γί­ου, ποὺ μέ­νει κά­που στὸν Βό­ρει­ο Πό­λο». Βε­βα­ί­ως, ἐ­δῶ πρέ­πει νὰ ση­μει­ω­θῆ ὄ­τι αὐ­τὸς ὁ “τύ­πος”, ποὺ στὴν Εὐ­ρώ­πη καὶ τὴν Α­με­ρι­κή ὀ­νο­μά­σθη­κε S­a­i­nt N­i­ck, S­a­n­ta C­l­a­us καὶ F­a­t­h­er C­r­i­s­t­m­as, ἀ­πό μᾶς λαν­θα­σμέ­να ὀ­νο­μά­ζε­ται “ἁ­ϊ -Βα­σί­λης”. Οἱ δυ­τι­κοὶ δὲν τὸν ὀ­νο­μά­ζουν “ἁ­ϊ -Βα­σί­λη”, ἀλ­λὰ S­a­i­nt N­i­ck, S­a­n­ta C­l­a­us καὶ F­a­t­h­er C­r­i­s­t­m­as. Ἐ­μείς ταυ­τί­σα­με τὸν δυ­τι­κὸ αὐ­τὸν “τύ­πο” μὲ τὸν “ἁ­ϊ -Βα­σί­λη”, ἀ­φοῦ ἐ­ξο­βε­λί­σα­με τὸν δι­κό μας Ἅ­γιο Βα­σί­λει­ο! Αὐ­τὸς ὁ δυ­τι­κὸς τύ­πος ἦρ­θε σέ μᾶς «μὲ πρω­το­βου­λί­α τῶν ἀ­στι­κῶν τά­ξε­ων» καὶ ὀ­νο­μά­σθη­κε “ἁ­ϊ -Βα­σί­λης”.

Ὁ ση­με­ρι­νὸς “αἱ-Βα­σί­λης” εἶ­ναι δη­μι­ο­ύρ­γη­μα τοῦ ἀγ­γλο­σα­ξω­νι­κοῦ κό­σμου καὶ ἀ­πη­χεῖ τὴν νο­ο­τρο­πί­α του. Ὁ “ἁ­ϊ- Βα­σί­λης” αὐ­τὸς γεν­νή­θη­κε στίς ἀρ­χὲς τοῦ 19ου αἰ­ώ­να ἀ­πὸ τὸν Κλὰρκ Μοὺρ ποὺ ἔ­γρα­ψε γιὰ τὰ παι­διὰ του μιὰ ἱ­στο­ρί­α μέ τίτ­λο T­he N­i­g­ht B­e­f­o­re C­h­r­i­s­t­m­as, μὲ ἥ­ρω­α ἕ­ναν “ἁ­ϊ -Βα­σί­λη”, πού δη­μο­σι­ε­ύ­θη­κε τό 1823. Ὁ “ἁ­ϊ- Βα­σί­λης” εἰ­κο­νο­γρα­φή­θη­κε ἀ­πὸ τὸν γερ­μα­νι­κῆς κα­τα­γω­γῆς σκιτσογράφο Τό­μας Νά­στ, μέ κόκ­κι­νο κου­στο­ύ­μι, λευ­κὰ γου νά­κια, ἄ­σπρη γε­νι­ά­δα καὶ τὰ παι­χνί­δια του, ὁ ὁ­ποῖ­ος δα­νε­ί­στη­κε στοι­χε­ί­α ἀ­πὸ τὴν γερ­μα­νι­κὴ λα­ϊ­κὴ πα­ρά­δο­ση τῶν Χρι­στου­γέν­νων, ἀλ­λά καὶ τὴν πα­ρα­δο­μέ­νη μορ­φὴ τοῦ πλα­νό­διου γερ­μα­νοῦ ἐμ­πό­ρου.

Ἡ πιὸ δι­ά­ση­μη ἀ­πει­κό­νι­ση τοῦ “ἁ­ϊ Βα­σί­λη”, κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ 1866 καὶ ἐ­δρα­ί­ω­σε τὴν εἰ­κο­νο­γρα­φί­α τοῦ χα­ρα­κτῆ­ρα. Τὸν βλέ­που­με νὰ δι­α­κο­σμεῖ ἕ­να ἔ­λα­το, νὰ φτι­ά­χνει παι­χνί­δια, νὰ δι­α­βά­ζει τὸ βι­βλί­ο του μὲ τὰ πα­ρα­μύ­θια, νὰ ρά­βει τὰ ροῦ­χα του καὶ τέ­λος νὰ ἐ­ξε­ρευ­νᾶ τὸν κό­σμο μὲ τὸ τη­λε­σκό­πιό του, «πρὸς ἀ­να­ζή­τη­ση σο­φῶν παι­δι­ῶν». Ἴ­σως αὐ­τὸ ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ το πιὸ συμ­πα­θη­τι­κὸ στοι­χε­ῖ­ο στὸν “ἁ­ϊ Βα­σί­λη” τοῦ Νά­στ, νά εἶ­ναι ἡ τρυ­φε­ρό­τη­τα ποὺ δε­ί­χνει ἀ­πέ­ναν­τι στὰ παι­διά. Εἶ­ναι φα­νε­ρὸ ὅ­τι ὁ “ἁ­ϊ -Βα­σί­λης” δε­ί­χνει τὸ ὄ­νει­ρο τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς κοι­νω­νί­ας, ποὺ στη­ρί­ζε­ται στὴν εὐ­η­με­ρί­α, τὴν εὐ­δαι­μο­νί­α, τὴν κα­λο­πέ­ρα­ση, τὴν ἀ­γα­θοσύ­νη καὶ τὴν μα­κρο­η­μέ­ρευ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που.

Στὶς ἀρ­χὲς τοῦ αἰ­ώ­να, ὁ ἁ­ϊ -Βα­σί­λης ἄλ­λα­ξε κά­πως μορ­φή, καὶ ἔ­γι­νε ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς τὸν γνω­ρί­ζου­με σή­με­ρα. Στὰ 1931, ποὺ ἡ Κό­κα Κό­λα ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τὸν Σά­ντα Κλά­ους στὴ χει­μω­νι­ά­τι­κη δι­α­φη­μι­στι­κὴ της ἐκ­στρα­τε­ί­α, σχε­δι­ά­στη­κε ἡ μορ­φή πού ὅ­λοι γνω­ρί­ζου­με σή­με­ρα καί ἐ­πι­κρά­τη­σε σέ ὅ­λο τόν κό­σμο.

Ἡ πο­ρε­ί­α τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­πὸ τὸν Μ. Βα­σί­λει­ο τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Πα­ρα­δό­σε­ως στὸν “ἁ­ϊ - Βα­σί­λη” ἀγ­γλο­σα­ξω­νι­κοῦ τύ­που, δε­ί­χνει τὴν ὑ­πο­βάθ­μι­ση τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ, τὴν πο­ρε­ί­α ἀ­πὸ τὴν πνευ­μα­τι­κό­τη­τα στὸν εὐ­δαι­μο­νι­σμό, τὸν ὠ­φε­λι­μι­σμὸ καὶ τὴν χρη­σι­μο­θη­ρί­α. Οἱ Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἀ­σχο­λή­θη­καν μὲ τὸ νό­η­μα τοῦ κό­σμου, ἀλ­λά κυ­ρί­ως ἀ­παν­το­ῦ­σαν στὸ ἐ­ρώ­τη­μα ποι­ὸς ἔ­κα­νε τὸν κό­σμο καὶ ποι­ὸς εἶ­ναι ὁ σκο­πός του. Οἱ δυ­τι­κοὶ ὄ­μως, ἀν­τί­θε­τα ἀ­πὸ τὶς προ­η­γού­με­νες πα­ρα­δό­σεις, ἐ­ρω­τοῦν τί μᾶς χρη­σι­με­ύ­ει ὁ κό­σμος, δη­λα­δὴ ἀ­να­πτύ­χθη­κε ἡ χρη­σι­μο­θη­ρί­α καὶ ὁ ὠ­φε­λι­μισμός. Ἐ­άν ἡ πο­ρε­ί­α ἀ­πὸ τὸν Μ. Βα­σί­λει­ο στὸν “ἁ­ϊ -Βα­σί­λη” δε­ί­χνει τὴν ἐ­πι­πε­δο­πο­ί­η­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀλ­λά καὶ τὴν ὑ­πο­βάθ­μι­σή του, ἡ ἀν­τί­στρο­φη πο­ρε­ί­α ἀ­πὸ τὸν “ἁ­ϊ -Βα­σί­λη” τοῦ κα­τα­να­λω­τι­σμοῦ καὶ τοῦ εὐ­δαι­μο­νι­σμοῦ στὸν Μ. Βα­σί­λει­ο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, δε­ί­χνει τὴν ἀ­να­βάθ­μι­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, τὴν ἀ­νύ­ψω­σή του, τὴν πο­ρε­ί­α του δη­λα­δή ἀ­πὸ τὸ ἄ­το­μο στὸ πρό­σω­πο. Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ νό­η­μα τῶν ἑορ­τῶν. Αὐ­τὸ ἂς εὐ­χη­θο­ύ­με γιὰ ἑ­αυ­τοὺς καὶ ἀλ­λή­λους τὸν νέ­ο χρό­νο.

(Ἀπόσπασμα)

23/12/07

ΚΑΛΟ ΚΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟ ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟ !


Ξενιτειά

Tου κ.κ. Aναστασιου - Aρχιεπισκόπου Τιράνων,

Δυρραχίου και Πάσης Αλβανίας


Ο Λόγος του Θεού προσέλαβε την ανθρώπινη φύση και ενσωματώθηκε στην ανθρώπινη ιστορία. Αυτό το συγκλονιστικό Γεγονός γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα: Ο αιώνιος Θεός, «ο Ων, γέγονεν ο ουκ ην δι’ ημάς και μη εκστάς της φύσεως μετέσχε του ημετέρου φυράματος».

Παράλληλα όμως με το κεντρικό θεολογικό και ανθρωπολογικό του νόημα, το Γεγονός αυτό συνδέεται με επιμέρους χαρακτηριστικές λεπτομέρειες που φωτίζουν διάφορες πλευρές της ανθρώπινης ζωής, όπως η εμπειρία της ξενιτειάς. Στα πρώτα Του ήδη χρόνια ο Ιησούς Χριστός, η Παναγία Μητέρα Του και ο δίκαιος Ιωσήφ πήραν τον μακρύ δρόμο προς την Αίγυπτο (Ματθ. 2:14), θωρακισμένοι με απόλυτη εμπιστοσύνη στην πρόνοια και την προστασία του Θεού. Νήπιο λοιπόν ακόμη, ο Ιησούς έζησε ως ξένος σε ξένη χώρα. Συμμερίστηκε και αγίασε και αυτή τη μορφή ζωής, που αναρίθμητοι άνθρωποι βιώνουν μέχρι τις μέρες μας.

Αργότερα, κατά τη δημόσια δράση Του, ο Χριστός τόνισε το χρέος σεβασμού και ενδιαφέροντος για τους ξένους. Μιλώντας μάλιστα για τα έσχατα της ιστορίας, ταυτίστηκε μαζί τους. Στην τελική Κρίση κατά τη Δευτέρα Παρουσία Του, ως βασικό κριτήριο που θα επηρεάσει οριστικά την αξιολόγηση των ανθρώπων, προσδιόρισε τη στάση τους έναντι των ξένων: «Ξένος ήμην και συνηγάγετέ με» – ή, για όσους αδιαφόρησαν γι’ αυτή την υποχρέωση, «ξένος ήμην και ου συνηγάγετέ με» (Ματθ. 25:35,43). Ο Ιησούς βρέθηκε στη θέση του «ξένου» τόσο στην αρχή όσο και στο τέλος της επίγειας ζωής Του. Ενας ύμνος παρουσιάζει τον ευσχήμονα βουλευτή Ιωσήφ, να ζητεί από τον Πιλάτο το Σώμα του σταυρωθέντος Χριστού με αυτά τα λόγια: «Δος μοι τούτον τον ξένον, τον εκ βρέφους ως ξένον ξενωθέντα», «ον Εβραίοι» –και οι κατά καιρούς ποικίλοι εχθροί Του– «τω φθόνω απεξένωσαν κόσμω».

Η ξενιτειά πληγώνει τη σύγχρονη ζωή. Κορυφώνεται με τη μετανάστευση και την προσφυγιά και επεκτείνεται με την αποξένωση που νιώθουν πολλοί στον απρόσωπο κοινωνικό περίγυρο.

Οσοι τις γιορτές αυτές ζουν στην ξενιτειά ή σε ποικίλες μορφές ξενιτείας, ας αναλογίζονται εν πίστει τον μεγάλο Ξενιτεμένο, που συμμερίσθηκε και αυτήν την ανθρώπινη εμπειρία και είναι έτοιμος να συμπαρασταθεί στις ταλαιπωρίες, στις στερήσεις, στη μοναξιά τους, όπου και αν βρίσκονται.

Οσες οικογένειες έχουν μέλη τους που ζουν στα ξένα, καθώς στρέφουν τη σκέψη τους προς τους ξενιτεμένους, ας κάνουν την αγάπη τους θερμή προσευχή σ’ Αυτόν, «όστις οίδε ξενίζειν τους πτωχούς και τους ξένους». Κάθε άνθρωπος, ενισχύεται, όταν νιώθει ότι κάποιοι στον κόσμο τον αγαπούν αληθινά και τον συλλογίζονται, έστω και αν βρίσκονται τοπικά μακριά του.

Πολλοί συναντούν στον τόπο τους ανθρώπους που άφησαν την πατρίδα τους πιεζόμενοι από διάφορες ανάγκες επιβιώσεως. Ποικίλοι φόβοι, καχυποψίες, ανησυχίες για το διαφορετικό και το ξένο, καιροφυλακτούν για να κλείσουν τις καρδιές. Οσοι αληθινά πιστεύουμε στον Χριστό ας μη λησμονούμε ότι ο σεβασμός μας προς τον ξένο, αντανακλάται στον ίδιο τον Χριστό, ο οποίος τόσο παραστατικά ταυτίστηκε μαζί του.

Εκτός, όμως, από τους κατά τεκμήριο «ξένους», στην εποχή μας συχνά τοποθετούμε στην κατηγορία του ξένου ακόμη και ανθρώπους γνωστούς και κοντινούς. Τους αποξενώνουμε, τους απομονώνουμε· και καταλήγουμε να βλέπουμε σαν «ξένο» ακόμη και τον διπλανό μας. Η τάση αποξενώσεως ερημώνει τη ζωή μας. Οπως οι κλιματολογικές αλλαγές στον πλανήτη επεκτείνουν ολοένα τις ερήμους, με ανάλογο τρόπο και οι σύγχρονες κοινωνικές αλλαγές ερημώνουν τις ανθρώπινες σχέσεις, ιδιαιτέρως στις πόλεις. Και οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τους άλλους παθητικά, αδιάφορα, σαν ξένους, και αφήνουν τον εαυτό τους να βυθίζεται στη μοναξιά.

Η απομόνωση αυτή του ατόμου, του εγώ μας, φτάνει συχνά στο τραγικό σημείο της αποξενώσεως ακόμη και από το πιο πολύτιμο στοιχείο της προσωπικότητός μας: τον βαθύτερο εαυτό μας, τις υπαρξιακές ανάγκες και αναζητήσεις του. Πολλοί αποφεύγουμε να ασχοληθούμε με το αληθινό «είναι» μας, το αληθινό πρόσωπό μας. Τελικά το προσπερνούμε σαν να ήταν κι αυτό «ξένος».

Και η αιτία; Οσο απομακρυνόμαστε από τον «όντως Οντα», το Είναι του σύμπαντος, τον Τριαδικό Θεό, τόσο αποξενούμεθα από τον εαυτό μας και από τους άλλους· όχι μόνο τους τυπικά ξένους, αλλά ακόμη και από τους πιο κοντινούς μας.

Η σάρκωση του Θείου Λόγου και ο τρόπος της ελεύσεώς Του στη Γη έχει τεράστια και μοναδική σπουδαιότητα για τον καθένα μας. Ενας υμνογράφος της Εκκλησίας μας απευθυνόμενος στον Θεάνθρωπο λέει παραστατικά: «Ξένος εις τα ίδια παραγέγονας, τον δεινώς ξενητεύσαντα εκ του Παραδείσου εις τον ουρανόν ανακαλούμενος» (Ωδή α΄ 24ης Δεκεμβρίου). Με τη σάρκωσή Του, με τη ζωή, το έργο και τη θυσία Του, ο Χριστός μας ελευθέρωσε από την τραγικότερη «ξενιτεία», από την αποξένωσή μας από τον Θεό. Ενωμένοι μαζί Του, δεν είμαστε πλέον «ξένοι και πάροικοι» αλλά «οικείοι» του Θεού (Εφ. 2:19).

Γιορτάζοντας τα Χριστούγεννα, καλούμεθα να συνειδητοποιήσουμε ότι ο σεβασμός μας και το ενδιαφέρον για τον άλλον, τον «ξένο», είναι έκφραση πίστεως και αγάπης προς τον ίδιο τον Χριστό, ο οποίος με τη Γέννησή Του προσέλαβε ολόκληρη την ανθρώπινη φύση.

Ας ευχηθούμε και ας προσπαθήσουμε, στον χρόνο που έρχεται, να αυξήσουμε το ενδιαφέρον και την αγάπη μας προς τον ενανθρωπήσαντα Λόγο του Θεού, τον Χριστό, και προς τους αδελφούς μας –τόσο τους κατά τεκμήριο «δικούς» μας όσο και τους αποκαλούμενους «ξένους».

Χαρούμενα Χριστούγεννα και ευλογημένο το νέον έτος!

(Καθημερινή 23 /12 /07)

15/12/07

Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥΜΑΘΕΙΑ

Μεγάλο ὑπῆρξε τὸ πνευματικὸ ἀνάστημα τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ, στοὺς πόδες τοῦ ὁποίου μὲ ὁδήγησε ἡ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Μιλοῦσε καὶ ἔγραφε μὲ ἁπλὰ λόγια γιὰ τὶς καταστάσεις ποὺ τοῦ ἐδόθησαν. Τὰ λόγια του, ὡστόσο, εἶναι κατανοητὰ μόνο ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔζησαν στὴν ἴδια πνευματικὴ ἀτμόσφαιρα ὅπως καὶ ὁ Σιλουανός. Συνέβη νὰ συνομιλήσω μὲ κάποιους ἀπὸ τοὺς πλέον διαπρεπεῖς ἐκπροσώπους τῆς ἀκαδημικῆς θεολογίας. Ἦταν ὀφθαλμοφανὲς ὅτι καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι γνώριζαν τὰ ἔργα τῶν ἁγίων ἀσκητῶν τῆς ἀρχαίας Αἰγύπτου καὶ Παλαιστίνης, δὲν εἶχαν ζωντανὴ πεῖρα ἐκείνου γιὰ τὸ ὁποῖο ἔδιναν μαρτυρία οἱ Πατέρες…

Γιὰ νὰ γεμίσουμε ἀληθινὰ ἀπὸ τὴν θεοποιὸ δύναμη τοῦ Εὐαγγελικοῦ λόγου, εἶναι ἀνάγκη νὰ μοχθήσουμε πιὸ πολὺ [καὶ πιὸ διαφορετικὰ] ἀπ' ὅσο γιὰ τὴν ἐπίτευξη πρακτικῶν ἢ ἐπιστημονικῶν γνώσεων.

Οὔτε ἡ ἀνάγνωση πλήθους βιβλίων, οὔτε ἡ ἐξοικείωση μὲ τὴν ἱστορία τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ τῶν ἄλλων θρησκειῶν, οὔτε ἡ μελέτη τῶν διαφόρων θεολογικῶν συστημάτων καὶ τὰ ὅμοια, θὰ μᾶς ὁδηγήσουν στὸν ἐπιδιωκόμενο σκοπό: τὴν σωτηρία μέσα ἀπὸ τὴν ἐπίγνωση ‘τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ’ καὶ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τὸν ὁποῖο ὁ Θεὸς μᾶς ἀπέστειλε (πρβλ. Ἰω. 17.3). Ἡ μακραίων πεῖρα τῆς ἀκαδημικῆς θεολογίας ἀπέδειξε μὲ πειστικότητα ὅτι εἶναι δυνατὸ νὰ ἔχει κάποιος εὐρεῖα πολυμάθεια στὸ πεδίο τῆς ἐπιστημονικῆς θεολογίας καὶ νὰ μὴν ἔχει ζωντανὴ πίστη, δηλαδὴ ἀγνοῶντας πλήρως τὸν Θεό. Σὲ τέτοιες περιπτώσεις ἡ θεολογία ἀποβαίνει διανοητικὴ ἐνασχόληση, ὅπως καὶ ἡ νομικὴ ἐπιστήμη. Ὅπως αὐτὴ διαφέρει σὲ κάθε χώρα, ἔτσι καὶ ἡ θεολογία διαφοροποιεῖται στὸ πλῆθος τῶν διαιρεμένων ὁμολογιῶν.

Μπορεῑ νά εἶναι πολύ ἐπικίνδυνη ἡ σπουδή θεολογίας χωρίς τήν ὑπαρκτική ἐμπειρία τῆς ζωῆς στό Πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ. Κινδυνεύουμε, πράγματι, νά σπουδάζουμε τήν θεολογία στίς ἀποφατικές μορφές της σάν φιλοσοφία καί ποίηση. Κινδυνεύουμε νά υἱοθετήσουμε κάποια λανθασμένη στάση, νά θεωρήσουμε τόν ἑαυτό μας ἀνώτερο καί αὐτό ἀρκεῖ γιά νά χαθοῦμε. Μιά ἄλλου εἴδους ἔμπνευση ὀφείλουμε νά ἀναζητήσουμε στήν ἐν Χριστῷ ζωή.

Ἡ θεολογική ἐπιστήμη πού διδάσκεται στά σχολεῖα καί ἔγινε ἐπιστημονική εἰδικότητα ἀνοικτή σέ ὅλους, δέν παρέχει τήν γνώση τοῦ Θεοῦ. Ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ πηγάζει ἀπό τήν ἐν Θεῷ ζωή, πού γεννιέται στά μύχια τῆς καρδιᾶς.

Εἶναι δυνατό νά γίνουμε θύματα πνευματικῆς πλάνης, ἀν ἐκτιμήσουμε αὐτό πού προσφέρει ἡ θεολογική ἐπιστήμη μᾶλλον, παρά ἡ ἁγιότητα τῆς ζωῆς.

Χωρίς τό πνεῦμα τῆς μετανοίας, χωρίς τήν ἐμπειρία τῆς ἀληθινῆς ὑπακοῆς, δέν μπορεῖ κανείς νά γίνει ἀληθινός θεολόγος ἤ ἱερέας, δηλαδή πρόσωπο ἰκανό νά διδάξει στούς ἄλλους τήν ἀληθινή χριστιανική ὁδό.

Γιά νά μάθουμε τήν επιστήμη τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς δέν εἶναι ἀναγκαῖο νά διαβάσουμε δεκάδες ἤ ἑκατοντάδες βιβλία. Ὁ πνευματικός μου πατέρας μοῦ συνέστησε νά διαβάζω μερικές μόνον σελίδες τήν ἡμέρα. Ἕνα τέταρτο τῆς ὥρας, μισή ὥρα, ἀλλά νά φροντίζω νά ἐφαρμόζω στήν ζωή μου αὐτό πού διάβασα.

π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ.

13/12/07

ΣΗΜΕΡΑ ΒΡΙΣΚΟΥΜΕ ΑΚΑΤΑΝΟΗΤΟ ΚΑΘΕ ΤΙ ΠΟΥ ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΓΝΩΡΙΖΑΝ ΚΑΛΑ

Στὴν ἐποχὴ ποὺ ζοῦμε, φθάσαμε γενικὰ σὲ τέτοιο βαθμὸ χλιαρότητας στὸ ζήτημα τῆς ἅγιας πίστης μας στὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, σὲ τέτοια ἀναισθησία στὴν ἐπικοινωνία μὲ τὸν Θεό, ὥστε πραγματικὰ μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἀπομακρυνθήκαμε σχεδὸν τελείως ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ χριστιανικὴ ζωή.

Χωρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς μᾶς φαίνονται ξένα. Μερικοὶ λένε: τὰ χωρία αὐτὰ εἶναι ἀκατανόητα, πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ παραδεχθοῦμε ὅτι οἱ ἄνθρωποι μποροῦν νὰ δοῦν τὸν Θεὸ μὲ ἕνα τόσο συγκεκριμένο τρόπο;…

Μὲ τὸ πρόσχημα τῆς μόρφωσης, τῶν «φώτων», ἤρθαμε σὲ τέτοιο σκοτάδι ἀμάθειας, ὥστε σήμερα βρίσκουμε ἀκατανόητο κάθε τι ποὺ οἱ παλιοὶ γνώριζαν καλά, ὥστε καὶ μποροῦσαν νὰ συζητοῦν μεταξύ τους γιὰ τὶς φανερώσεις τοῦ Θεοῦ στοὺς ἀνθρώπους, ὅπως γιὰ πράγματα γνωστὰ σὲ ὅλους καὶ καθόλου παράδοξα.

Ἁγ. Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ (1759 -1833)


Ἄν ἔβλεπε ἔτσι τήν ἐποχή του ὁ Ἁγιος Σεραφείμ τό 1800, σκέψου σέ τί κατάσταση βρισκόμαστε σήμερα...

8/12/07

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΕΥΤΥΧΙΑ ;


Τι είναι ευτυχία; Είναι το να ζει κανείς όπως ζούμε τώρα εμείς, με την Λ., οι δυο μας, απολαμβάνοντας την κάθε ώρα – τον πρωινό καφέ, δυο-τρεις ώρες ησυχίας το βράδυ. Καμιά «ειδική» συζήτηση. Τα πάντα είναι σαφή, και γι' αυτό τόσο ωραία! Αν αρχίζαμε να ορίζαμε την ουσία αυτής της προφανούς ευτυχίας, ο καθένας θα το έκανε με διαφορετικό τρόπο. Ίσως να είχαμε και κάποια διαφωνία! Τα λόγια μου δεν θα της φαίνονταν σωστά, και το αντίστροφο. Παρεξήγηση! Και η ευτυχία θα συννέφιαζε. Καθώς πλησιάζουμε την ουσία ενός πράγματος, όλο και λιγότερα λόγια χρειάζονται. Στην αιωνιότητα, στη Βασιλεία θα χρειάζεται μόνο το «Άγιος, Άγιος, Άγιος», μόνο λέξεις δοξολογίας και ευχαριστίας, μόνο προσευχή και η λάμψη του πληρώματος και της χαράς. Να γιατί οι μόνες βαθιές και χρειαζούμενες λέξεις δεν είναι αυτές που περιγράφουν την πραγματικότητα (συζητήσεις), αλλά αυτές που είναι καθαυτό πραγματικές, και τέτοιες είναι το ίδιο το σύμβολο, η παρουσία και το μυστήριο της πραγματικότητας.


Αγαπώ το σπίτι μου, και μου φαίνεται πάντα σαν να πεθαίνω όταν το αφήνω για να περάσω τη νύχτα μου αλλού - η επιστροφή μου φαίνεται τόσο μακρινή! Είμαι πάντα γεμάτος χαρά όταν σκέφτομαι το σπίτι μου.

Όλα τα σπίτια με τα φωτισμένα παράθυρα, πίσω από τα οποία ζουν άνθρωποι, μου δίνουν άπειρη χαρά. Θα μου άρεσε να μπαίνω στο καθένα απ' αυτά, να αισθάνομαι τη μοναδικότητα του, την ποιότητα της ζεστασιάς του. Κάθε φορά που βλέπω έναν άνδρα ή μια γυναίκα να περπατούν με μια τσάντα για ψώνια, δηλαδή που πηγαίνουν στο σπίτι τους, σκέφτομαι γι' αυτούς: γυρνάνε στο σπίτι, στην πραγματική ζωή, και νιώθω καλά, και κατά κάποιο τρόπο μου γίνονται αγαπητοί και οικείοι.

Πάντοτε προβληματίζομαι: Τι να κάνουν άραγε οι άνθρωποι όταν δεν «κάνουν» τίποτε, όταν μόνο ζουν; Τότε ακριβώς είναι που η ζωή τους γίνεται σημαντική, όταν η μοίρα τους είναι καθορισμένη. Η απλή μεσοαστική ευτυχία περιφρονείται συχνά από όλων των ειδών τους ακτιβιστές, οι οποίοι αρκετά συχνά δεν συνειδητοποιούν το βάθος της ίδιας της ζωής και νομίζουν πως η ζωή είναι μια συσσώρευση δραστηριοτήτων.

Ο Θεός μας προσφέρει τη Ζωή Του, κι όχι ιδέες, δόγματα, ή κανόνες. Στο σπίτι, όταν γίνουν τα πάντα, αρχίζει η ίδια η ζωή. Ο Χριστός ήταν άστεγος όχι επειδή περιφρονούσε την απλή ευτυχία - ο ίδιος είχε παιδική ηλικία, οικογένεια, σπιτικό -, αλλά επειδή παντού στον κόσμο «αισθανόταν σαν στο σπίτι του», στον κόσμο τον οποίο ο Πατέρας Του είχε δημιουργήσει ως τον «οίκο» του ανθρώπου.

«Ειρήνη εν τω οίκω τούτω». Έχουμε το σπίτι μας και το σπίτι του Θεού, την Εκκλησία, και η βαθύτερη εμπειρία που έχουμε για την Εκκλησία είναι αυτή του «οίκου». Πάντοτε η ίδια και, πάνω απ' όλα, η ίδια η ζωή - η Λειτουργία, το εσπέρας, το πρωί, η εορτή - και όχι μια δραστηριότητα.

Βροχερή Κυριακή. Η σιωπή, η ερημιά αυτών των μικρών χωριών. Η χαρά της «ζωντανής» ζωής που εκτυλίσσεται πέρα από κάθε επιπόλαιο ακτιβισμό, χαρά που είναι η αληθινή ουσία της ζωής... Και αργά τη νύχτα, βροχή, φώτα και ζωή πίσω από καλοφωτισμένα παράθυρα. Αν δεν μας είχε δοθεί να τα αισθανόμαστε όλα αυτά, τι θα σήμαιναν άραγε οι λέξεις, «Σε υμνούμεν, Σε ευλογούμεν, Σοι ευχαριστούμεν...»; Αυτή είναι η ουσία της πίστης, και η απουσία της γίνεται ξεκίνημα μιας τρομακτικής απιστίας.

Ποιος εφεύρε την ιδέα πως η πίστη αποτελεί λύση προβλημάτων; Η πίστη είναι πάντοτε η μεταφορά σε μια άλλη διάσταση, σ' ένα άλλο επίπεδο, και γι' αυτό είναι ο εκμηδενισμός των προβλημάτων, όχι η λύση τους. Τα προβλήματα προέρχονται επίσης από τον Διάβολο, που γέμισε την πίστη με βαβούρα και χυδαιότητα -έτσι η πίστη έγινε ένα πρόβλημα στον σύγχρονο κόσμο. Όλα αυτά τα λόγια δεν έχουν τίποτε το κοινό με την ουσία της ζωής, με τις γυμνές σειρές από μηλιές κάτω από ένα βροχερό, σαν ανοιξιάτικο, ουρανό, με την πραγματικότητα της καρδιάς και της ψυχής.

Ο λόγος του Θεού, η προσευχή - υπήρξε εποχή που η θεολογία ήταν αυτός ο «λόγος του Θεού» - είναι όχι απλώς λόγια για τον Θεό, αλλά θείοι λόγοι, αποκάλυψη.

Τι είναι προσευχή; Είναι η ανάμνηση του Θεού, η αίσθηση της παρουσίας Του. Είναι η χαρά που πηγάζει από αυτή την παρουσία. Πάντοτε, παντού, σ' όλα τα πράγματα.

π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν, (1921 - 1983), Ἡμερολόγιο.

6/12/07

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ !


Διά τῶν πρεσβειῶν του, χρόνια πολλά σέ ὅσες καί ὅσους γιορτάζουν.
Νά ζησετε καί καλό παράδεισο νά'χετε !

5/12/07

Μ' ΑΚΟΥΣ;



Κι ε
ναι χρόνος μιά μεγάλη κκλησία, μ' κος

που κάποτε ο φιγορες Τν γίων

Βγάζουν δάκρυ ληθινό, μ' κος
Ο
καμπάνες νοίγουν ψηλά, μ' κος
να πέρασμα βαθύ νά περάσω
Περιμένουν ο
ἱ ἄγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δέν πάω, μ'
κος
κανείς κι οἱ δύο μαζί, μ' κος;



(Ἀπό τό Μονόγραμμα τοῦ Ὀδ. Ἐλύτη)