27/1/10

ΙΔΕ Ο ΑΜΝΟΣ...

π. Lev Gillet (1893-1980)

Ο ΙΩΑΝΝΗΣ και μερικοί από τους μαθητές του συ­νομιλούν. Δεν είναι μακριά απ' τον Ιορδάνη. Ο Ιωάννης προκάλεσε την συγκίνηση και την περιέργεια των δικών του αγγέλλοντας ένα άλλο βάπτισμα και μια άλλη παρουσία: «μέσος δε ημών έστηκεν, ον υμείς ουκ οίδατε...» (Ιω. α' 26).

Στον άσπρο λόφο, απέναντι, μια μορφή ξεκόβεται, ξεκαθαρίζει. Είναι ένας νέος άνδρας. Προχωρεί με βήμα βέβαιο και ταχύ. Φαίνεται να κατευθύνεται προς την ο­μάδα του Ιωάννου. Οι μαθητές του Βαπτιστή τώρα σώπασαν. Τα μάτια τους στρέφονται προς τον άγνωστο πού προχωρεί.

Ο Ιωάννης κοιτάζει. Κάτι σαν ρίγος, σαν τρεμού­λιασμα, φαίνεται να δονεί το κορμί του. Έχει μισανοί­ξει το στόμα του, σα να ήθελε να μιλήσει.

Και τώρα κλείνει τα μάτια, απορροφημένος από μια εσώτερη ανακάλυψη. Και μιλάει. Με μισή φωνή, με μια θέρμη συγκρατημένη, μέσα στην ανατριχίλα μιας θεϊκής επαφής, λέει: «Ίδε ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου».

Μεγάλη σιωπή δέχεται τα λόγια του. Κανείς από τους μαθητές τού Ιωάννη δεν ρωτάει τίποτε. Στέκουν ασθμαί­νοντας, νοιώθοντας πώς μια ώρα αποφασιστική έρχεται για τους ανθρώπους. Δεν κατάλαβαν αυτό πού είπε ο Ιωάννης. Ξεχώρισαν όμως συγκεχυμένα ότι με το πλη­σίασμα αυτού του αγνώστου, τους πλησιάζει ό,τι υπάρχει ιερώτερο. Λίγα βήματα ακόμη και θα 'ναι εκεί ανάμεσά τους «ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου». Δεν τολμούν να τον ατενίσουν. Είναι λοιπόν Αυτός πού περίμεναν; Εί­ναι λοιπόν Αυτός, πού έρχεται έτσι ανθρώπινα, έτσι απλά, χωρίς καμιά λάμψη, χωρίς καμιά επίδειξη ι­σχύος; Είναι λοιπόν Αυτός, πού μπορεί ν' αλλάξει όλα τα πράγματα και όλες τις καρδιές; Είναι λοιπόν δυνατό;

Κύριε, έρχεσαι και σε μας, έρχεσαι και σε μένα, α­πλός και μόνος, όπως πήγες στον Ιωάννη και στους μαθητές του. Μόνον η αδυναμία της πίστης μου, η τυφλότη­τα μου μ’ εμποδίζουν να αισθανθώ το πλησίασμά Σου και να σκιρτήσω εμπρός Σου. Έρχεσαι να σηκώσεις την αμαρτία του κόσμου, τις αμαρτίες των ανθρώπων, τις α­μαρτίες μου. Είν' αλήθεια; Όλο το κακό θα το πάρεις στους ώμους Σου; Όλες τις αδικίες μου θα τις φορτωθείς Εσύ; Βέβαια, τα πίστευα αυτά κι ακόμα, τα ομολογούσα. Όμως η έλευση του Αμνού δεν ήταν για μένα μια πραγματικότητα ζωντανή, παρούσα. Και τώρα Σε βλέπω πού έρχεσαι και πλησιάζεις. Πάρε, πάρε από πά­νω μου αυτές τις αμαρτίες. Πάρε ό,τι ήμουν και χάλασέ το. Αν ήσουν εμπρός μου σαν αμνός ένσαρκος με κά­τασπρο μαλλί, θα Σ' έσφιγγα στην αγκάλη μου, θα Σέ σκέπαζα με φιλήματα και θα έλεγα: «Δεν ζήτω τίποτε άλλο, παρά να Σ' έχω μαζί μου, πάντα». Ωστόσο, με μορφή ανθρώπου Σε θωρούν τα μάτια της ελπίδας μου. Σε βλέπω καθισμένο κι' είμαι γονατισμένος εμπρός Σου. Κρύβω την κεφαλή μου στα γόνατα Σου και στην κεφαλή αυτή ακουμπά το χέρι Σου και κλαίω. Είμαι δικός Σου...


25/1/10

Για το ζήτημα της ιθαγένειας...

Άρθρο του Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεου,
(από την Απογευματινή).

«Το θέμα της ιθαγένειας των μεταναστών είναι πολύπλοκο και πολυδιάστατο. Δεν αντιμετωπίζεται με μερικές αποσπασματικές και συνθηματολογικές δηλώσεις, όπως δυστυχώς συχνά γίνεται στήν πατρίδα μας. Θα ήθελα να καταθέσω ευσύνοπτα τίς προσωπικές μου απόψεις, γιατί δέν υπάρχει συγκεκριμένη Συνοδική απόφαση για το θέμα αυτό. Τονίζω δύο σημεία. Το πρώτο ότι άλλος είναι ο ρόλος τής Εκκλησίας και άλλος ο ρόλος τής Πολιτείας. Κατ' επέκταση άλλη γλώσσα χρησιμοποιεί η Εκκλησία και άλλη γλώσσα η Πολιτεία.

Η Πολιτεία με τούς μηχανισμούς πού έχει διερευνά ποιός έχει τις προϋποθέσεις να αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια χωρίς να αλλοιωθεί εθνολογικά. Το δίλημμα στο οποίο πρέπει να απαντήσει είναι το εξής: Θά αδιαφορήσει για το θέμα και θα δημιουργηθούν πολιτιστικά γκέτο ή θα εντάξει δημιουργικά στον δικό της πολιτιστικό και κοινωνικό χώρο τούς μετανάστες;

Η Εκκλησία όμως έχει άλλο ρόλο και άλλη γλώσσα, δηλαδή αποδέχεται τον κάθε άνθρωπο ως εικόνα Θεού, τού δείχνει αγάπη και όταν θέλει να γίνει μέλος της τον αποδέχεται με πνευματικές προϋποθέσεις και όχι με κοινωνικά, πολιτικά και εθνικιστικά κριτήρια. Η Εκκλησία είναι εναντίον τού ρατσισμού και τού εθνοφυλετισμού, τον οποίον θεωρεί αίρεση.

Άλλωστε η Εκκλησία είναι πνευματικό Νοσοκομείο πού θεραπεύει τον κάθε άνθρωπο πού θέλει να θεραπευθεί. Συμβαίνει ότι και με τα Νοσοκομεία τού σώματος. Είναι υποχρεωμένα να προσφέρουν βοήθεια σε όποιον πονάει, υποφέρει και θέλει να θεραπευθεί.

Τό δεύτερο σημείο είναι ότι η πρόθεση τής Πολιτείας να δώσει ελληνική ιθαγένεια σε μερικούς πού έχουν τις απαραίτητες προϋποθέσεις, έχει θετικά και αρνητικά σημεία. Κανένα γεγονός δεν είναι από μόνο του άσπρο ή μαύρο. Οι απόλυτες διαχωριστικές γραμμές δείχνουν μία πουριτανική νοοτροπία. Για παράδειγμα, δεν μπορώ να αποδεχθώ την άποψη ότι όλοι οι μετανάστες είναι επικίνδυνοι για την Πολιτεία μας και όλοι οι πολιτογραφημένοι Έλληνες είναι τίμιοι και νομοταγείς πολίτες.

Θά πρέπει να μελετηθει σοβαρά το θέμα αυτό από νομικούς, κοινωνιολόγους, εθνολόγους, ψυχολόγους, πολιτικούς κλπ., δηλαδή επιστήμονες πού γνωρίζουν τα θέματα, έχουν αντικειμενική γνώση και δεν άγονται και φέρονται από προσωπικές τραυματικές εμπειρίες. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να εξετασθεί τι ακριβώς είναι η «πολιτισμική πρόσκτηση» ή αφομοίωση, και τι ακριβώς είναι η δημιουργία «πολιτισμικών υβριδίων» ή συγκρητισμός.

Άλλωστε, και η ισχύουσα νομοθεσία καθορίζει τα σχετικά με την κτήση τής ιθαγένειας και τις προϋποθέσεις πολιτογράφησης. Δεν ξεκινάει τώρα το θέμα από μηδενική βάση, όπως φαίνεται ότι μερικοί υπονοούν.

Καί μία γενική παρατήρηση. Η ανωτερότητα κάθε πολιτισμού αποδεικνύεται από το κατά πόσον έχει την δυνατότητα να αφομοιώνει δημιουργικά άλλους πολιτισμούς και παραδόσεις, χωρίς να αλλοιώνεται και να απο-εκπολιτίζεται ο ίδιος.

Συχνά υποστηρίζουμε με επιχειρήματα ότι ο ελληνικός πολιτισμός έχει μεγάλη δύναμη, γονιμοποίησε άλλες παραδόσεις, όπως την ρωμαϊκή, άντεξε σέ Τουρκοκρατία, Φραγκοκρατία κλπ. Οι ενδεχόμενες φοβίες δείχνουν ότι αμφιβάλλουμε για την δύναμη και την γονιμότητα τού πολιτισμού μας.»

23/1/10

Η βάπτιση του Ιησού Χριστού...

Μητροπολίτου Σουρόζ Αντωνίου Μπλούμ (1914 -2003)

(Ετεροχρονισμένο κατά 18 ημέρες, αλλά ωραίο το κείμενο
του μακαριστού επισκόπου Αντωνίου και θέλουμε να το μοιραστούμε μαζί σας.)

Πιστεύουμε, διαβεβαιώνουμε και γνωρίζουμε βιωματικά, ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ως άνθρωπος ήταν αναμάρτητος, και ως Θεός τέλειος σε όλα. Ποιοί λόγοι λοιπόν τον οδήγησαν στη βάπτιση; Ποιό θα μπορούσε να είναι το νόημα μιας τέτοιας πράξης; Το Ευαγγέλιο δεν δίνει σχετική εξήγηση, όμως εμείς έχουμε το δικαίωμα να θέσουμε το ερώτημα, το δικαίωμα να μείνουμε σαστισμένοι, το δικαίωμα να στοχαζόμαστε βαθιά για τη σημασία της βάπτισης.

Κάποτε, όταν ήμουν νέος, έθεσα το συγκεκριμένο ερώτημα σε έναν ηλικιωμένο ιερέα, ο οποίος μου αποκρίθηκε: «Ξέρεις, νομίζω ότι όταν οι άνθρωποι έρχονταν στον Ιωάννη, και εξομολογούνταν τις αμαρτίες τους, τα ψεύδη τους, τις πνευματικές και σαρκικές ακαθαρσίες τους, καθαρίζονταν κατά κάποιο τρόπο συμβολικά στα ύδατα του Ιορδάνη. Και τα νερά του ποταμού, όντας καθαρά, όπως ολα τα τρεχούμενα νερά, βαθμιαία ρυπαίνονταν, όπως συμβαίνει με τα νεκρά (στάσιμα) ύδατα, που έχουν χάσει κάθε ζωντάνια και δεν μπορούν να μεταδώσουν παρά μόνο το θάνατο. Τούτα τα νερά γεμάτα με τις ακαθαρσίες, τα ψεύδη, τις αμαρτίες, τον ανθρώπινο αθεϊσμο, σιγά-σιγά πέθαιναν, έχοντας την ικανότητα μόνο να σκοτώνουν. Και να που ο Χριστός καταδύεται στα ύδατα, γιατί ήθελε όχι μόνο να γίνει τέλειος σε όλα, αλλά ως άνθρωπος τέλειος ν’ αναλάβει όλη τη φρίκη, όλο το φορτίο της ανθρώπινης αμαρτίας. Βυθίστηκε σε αυτά τα νεκρά ύδατα, που Του μετέδωσαν τον θάνατο, την θνητότητα, που ήταν ιδιότητα όσων είχαν αμαρτήσει και ήταν φορείς της θνητότητας και του θανάτου, δηλαδή των οψωνίων της αμαρτίας (Ρωμ. 6,23), της τιμωρίας για την αμαρτία.

Είναι η στιγμή που ο Χριστός ενώνεται με τις συνέπειες της αμαρτίας, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του θανάτου - ούτε κατ’ ελάχιστο με την αμαρτία καθεαυτή. Ο θάνατος όμως, συγκεκριμένα, δεν έχει τίποτα κοινό με Αυτόν, καθώς όπως γράφει ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, δεν είναι δυνατόν μία ανθρώπινη ύπαρξη καθ’ ολοκληρίαν περιχωρημένη από τη θεότητα να είναι θνητή. Ένας λειτουργικός ύμνος που ακούμε κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας εκφράζει τούτη την αλήθεια ως εξής: «Υπό γην εκρύβης, ώσπερ ήλιος νυν…η ζωή πως θνήσκεις;…». Είναι η αιώνια ζωή, το φως, που τα δικά μας σκοτάδια το σβήνουν, και τελικά υφίσταται τον δικό μας θάνατο. Γι’ αυτό τον λόγο και λέγει στον Ιωάννη τον Βαπτιστή: μην επιμένεις, μην μ’ αποτρέπεις να μπω σε τούτα τα νερά, πρέπει και οι δυο μας να εκπληρώσουμε κάθε δικαιοσύνη, δηλαδή ο,τι είναι δίκαιο και ορθό, ο,τι πρέπει να γίνει για τη σωτηρία του κόσμου, και οφείλουμε να το πραγματώσουμε εδώ και τώρα.

Τότε όμως γιατί έφτασε στα νερά του βαπτίσματος στην ηλικία των τριάντα ετών, και όχι νωρίτερα η αργότερα; Καλούμαστε να σκεφτούμε βαθύτερα τη σημασία αυτού του γεγονότος.

Με την ενανθρώπηση του Λόγου στους κόλπους της Παρθένου, ο Θεός πραγματώνει εντελώς μονομερώς ένα έργο στα πλαίσια της θείας σοφίας και αγάπης. Η σωματικότητα, η έμψυχη ζωή, η ανθρωπότητα του γεννημένου Χριστού ήταν δανεισμένα, κατά κάποιο τρόπο, από τον Θεό δίχως να συμμετέχει ο άνθρωπος. Από την πλευρά της η Θεομήτωρ, είχε δώσει τη συγκατάθεσή της: «Ιδού η δούλη Κυρίου˙ ας γίνει ο,τι αναφέρουν τα λόγια σου» (Λουκ. 1,38). Το παιδί γεννήθηκε, έγινε άνθωπος με την πλήρη έννοια του όρου, δηλαδή είχε τον έλεγχο του εαυτού Του, με το δικαίωμα να επιλέγει ανάμεσα στο καλό και το κακό, τον Θεό και την άρνηση του Θεού. Και σε όλη τη διάρκεια της ζωής Του - νηπιότητα, εφηβεία, ενήλικος βίος - ανοίγεται προς τον Θεό προσφέροντας καθ’ ολοκληρίαν τον εαυτό Του. Με την ανθρώπινη φύση Του και χάρη στην πίστη και τη θυσία της Θεομήτορος, ανέλαβε ως άνθρωπος όλα όσα του είχε αναθέσει ο Θεός. Σαρκώθηκε για ν’ αναλάβει ως άνθρωπος όλα όσα είχε αναλάβει ο Θεός, όταν κατά την προαιώνιο Βουλή Του είχε αποφασίσει να δημιουργήσει τον άνθρωπο και να επωμιστεί, μετά την προπατορική πτώση, τις συνέπειες της δημιουργίας, καθώς και της φοβερής δωρεάς της ελευθερίας που προσφέρθηκε στον άνθρωπο. Στη σλαβονική μετάφραση της προφητείας του Ησαΐα (7,16), τίθεται το ζήτημα του Χριστού, τούτου του αγέννητου παιδιού, το οποίο, πριν να διακρίνει το αγαθό από το κακό, θα επέλεγε το αγαθό, ακριβώς επειδή είναι τέλειο κατά την ανθρώπινη φύση.

Να γιατί τούτος ο άνθρωπος Ιησούς Χριστός, προκόπτοντας μέχρις ότου η ανθρώπινη φύση Του φτάσει στην τελείωσή της, αναλαμβάνει πλήρως όσα ο Θεός και η πίστη της παναχράντου Θεοτόκου και Θεομήτορος Του εμπιστεύθηκε. Με την κατάδυσή Του στα νεκρά νερά του Ιορδάνη, έμοιαζε με το καθαρό λινάρι που το βυθίζουν μέσα στη χρωστική ουσία. Εκείνος που ήταν πιο λευκός κι από το χιόνι, αναδύεται τελικά από το νερό, όπως αναφέρει και ο προφήτης Ησαΐας, με ιμάτιο κατακόκκινο από το αίμα, με ένδυμα θανάτου, το ένδυμα που κλήθηκε να φορέσει.

Να λοιπόν ποια μηνύματα στέλνει η Βάπτιση του Κυρίου. Οφείλουμε να κατανοήσουμε ποια μεγαλόπρεπη ενέργεια περικλείει, ποια πράξη αγάπης θέτει ενώπιόν μας. Και μπροστά μας τίθεται διαρκώς ένα επίμονο ερώτημα: ποια θα είναι η απάντησή μας;

Από το βιβλίο, Συνάντηση με τον Θεό, εκδ. Εν πλώ


19/1/10

Για την Αγάπη Του

Πολύ ταλαιπωρήθηκε μέσα σε λογισμούς και δοκιμασίες μέχρι να βεβαιωθεί για την Αγάπη Του.

Πάντοτε άριστος μαθητής και φοιτητής, με έντονη κοινωνικότητα και κοινωνική προσφορά. Μια δυναμική προσωπικότητα, τον χαρακτήριζαν, και οι γονείς του κόμπαζαν.

Αναζητούσε να βρει το ιδανικό, τη δική του ανάπαυση, το αληθινό του πρόσωπο.

Και οδηγήθηκε εκεί όπου όλα και όλοι φωτίζονται μέσα σε πνευματικές διαστάσεις.

Κι όταν πια το βρήκε, τίποτα δεν μπορούσε να τον σταματήσει.

Όταν πια το ένιωσε, χάρηκε συγκρατημένα εναποθέτοντας την ελπίδα του στον Κύριο μας.

Όταν πια το ανακοίνωσε, άνεμοι και θύελλες ξεσηκώθηκαν για να τον εμποδίσουν, βρισιές και απειλές για να τον μεταπείσουν.

Δεν μπορούν να το κατανοήσουν, μπορούν όμως να το σεβαστούν.

Άλλα ήθελαν γι΄ αυτόν (είναι περιττό να σκεφτούν τι θέλει ο ίδιος). Το κριτήριο είναι ότι «Εμείς ξέρουμε το καλύτερο για σένα». Αλήθεια;

Είναι κανείς σε αυτόν τον κόσμο που θα θυσίαζε την Αγάπη του για να ικανοποιηθούν κάποιοι άλλοι;

Όλοι εσείς που αγαπήσατε, θα κάνατε οποιαδήποτε υποχώρηση στην αγάπη σας;

Ο δρόμος είναι ανηφορικός, αλλά αξίζει για την Αγάπη.

Δια των προσευχών σας να φτάσει μέχρι τέλους, αμήν γένοιτο.

Στο τέλος του δρόμου αυτού έχει βουνά και οροσειρές, για νέους αγώνες, για άλλα βιώματα.


Ένας αναχωρητής

17/1/10

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΕΞ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ

Μια μορφή που όλο και περισσότερο καθιερώνεται στον αγιογραφικό κύκλο των ναών που κτίζονται και αγιογραφούνται στις μέρες μας είναι αυτή του Αγίου Γεωργίου που μαρτύρησε στα Γιάννενα. Η νεανική του ηλικία, η επιβλητική του φορεσιά, το ότι μαρτύρησε αφήνοντας πίσω γυναίκα και παιδί, η ομολογία και η πίστη του, προκαλούν έναν αμήχανο θαυμασμό.


Ο Γεώργιος γεννήθηκε στα 1808 σε ένα φτωχό χωριό των Γρεβενών. Από τα μικράτα του ορφανός, προσκολλήθηκε στη δούλεψη Τούρκων αγάδων φροντίζοντας τα άλογά τους. Με την καλοσύνη του κέρδισε την εμπιστοσύνη των Τούρκων, που από οικειότητα άρχισαν να τον αποκαλούν Χασάν.


Στα 1836 βρίσκεται κοντά στον Αγά Αβδουλλά στα Γιάννενα και αρραβωνιάζεται με την Ελένη. Με αφορμή λοιπόν την τέλεση των αρραβώνων του Γεωργίου και της Ελένης, ένας φανατικός χότζας τρέχει στον μεχκεμέ (=δικαστήριο) και καταγγέλλει τον Γεώργιο στον Κατή (= Τούρκος ιεροδικαστής) ως εμπαίκτη της μουσουλμανικής θρησκείας, αφού το Οθωμανικό δίκαιο απαγόρευε τους γάμους μεταξύ Χριστιανών και Μουσουλμάνων, ενώ ο Γεώργιος ήταν γνωστός ως Χασάν. Χριστιανός ήμουν και είμαι και ονομάζομαι Γεώργιος, αποκρινόταν και έκανε το σημείο του Σταυρού. Φίλοι και συγγενείς πήγαν να τον υπερασπιστούνε, αλλά τελικά τον έσωσε η βοήθεια του αφέντη του Αβδουλά˙ όπως και η διαπίστωση ότι ήταν απερίτμητος.


Οι γάμοι του Γεωργίου και της Ελένης τελέσθηκαν η τον Αύγουστο μήνα του 1836, η ανήμερα της εορτής του Αγίου Δημητρίου, δηλαδή την 26 Οκτωβρίου του 1836, η κατ’ άλλους, τον Ιανουάριο του 1837. Ένα μήνα η σύμφωνα με άλλες μαρτυρίες λίγες μέρες μετά τον γάμο του ο Γεώργιος, συνοδεύοντας τον αφέντη του, ανεχώρησε για τα Βελέγραδα, η την Προύσα, η το Μπεράτι της Βορείου Ηπείρου.

Ίσως όλη αυτή η συσκότιση τόσο στην ημερομηνία του γάμου, όσο και στον τόπο και χρόνο της απουσίας του, μαρτυρούν ότι ο Γεώργιος αναγκάστηκε να απομακρυνθεί από τη γυναίκα του αμέσως μετά τους γάμους του. Και αυτό εξαιτίας του άσχημου κλίματος που είχε δημιουργηθεί στους Τουρκογιαννιώτες. Έτσι με την απομάκρυνση ήθελε να ξεχαστεί το περιστατικό και το όνομά του.


Εικάζουμε επίσης, ότι όλες αυτές οι περιπέτειες οδήγησαν τον Άγιο σε μία πορεία αφύπνισης και επαναπροσδιορισμού της πίστης του. Όλα τα γεγονότα ήταν ένα θεϊκό κάλεσμα, στο οποίο ο Άγιος ανταποκρίθηκε. Αναφέρεται ότι τον καιρό της απομάκρυνσής του απ’ τα Γιάννενα μαθήτευε στο διδάσκαλο Σάπφειρο Γραμμενιάτη, ο οποίος ήταν θείος της Ελένης. Κοντά του έμεινε 7 μήνες. Προφανώς έμαθε όλα όσα λόγω δυσκολιών ποτέ δεν είχε ακούσει και κυρίως για τον Χριστό για τον οποίο λίγο έλειψε να μαρτυρήσει.

Χαρακτηριστικό γεγονός που δεικνύει τον ζήλο του αυτή την περίοδο είναι το εξής: Μια μέρα ήταν Τετάρτη, κάθισαν να φάνε οι δυό τους μαζί με κάποιον παπά. Το φαγητό ήταν κουκιά βραστά με λάδι. Ο θείος του και ο παπάς παρατήρησαν ότι ο Άγιος έτρωγε μόνο ψωμί, διότι Τετάρτη και Παρασκευή νήστευε και το λάδι.


Κατά τα τέλη Δεκεμβρίου ημέρα Τετάρτη η Ελένη γέννησε αγόρι. ο Γεώργιος επέστρεψε οριστικά στα Γιάννενα, ώστε να είναι κοντά στην οικογένειά του. Στις 7 Ιανουαρίου του Αγίου Ιωάννου του 1838 έγινε η βάπτιση του νεογέννητου. Ο νεοφώτιστος έλαβε γι’ αυτό το όνομα Ιωάννης.

Τις επόμενες μέρες ο Άγιος έπεσε σε βαθύ ύπνο προαισθανόμενος το μαρτύριό του, από το βαρύ κλίμα που υπήρχε εναντίον του στην πόλη. Την Τετάρτη 12 Ιανουαρίου σηκώθηκε, φόρεσε τα καλά του και αφού χαιρέτησε τους δικούς του σαν να τους έβλεπε για τελευταία φορά, ξεκίνησε για την αγορά. Σύντομα συνάντησε πάλι τον φανατικό χότζα, που άρχισε να τον κατηγορεί. Δεν βρέθηκε κανείς να τον υπερασπιστεί και κατέληξε στη φυλακή. Αν και του πρότειναν να τον φυγαδεύσουν στο ελεύθερο ελληνικό κράτος αυτός αρνήθηκε, αλλά ούτε και τα ταξίματα των Τούρκων δέχθηκε.

Οι αυτόπτες μάρτυρες παρουσιάζουν τον Άγιο απλό, μετρημένο, λακωνικό και σταθερό στους λόγους του. Η προθυμία του και ο ζήλος του για το μαρτύριο προκαλούν συγκίνηση κάθε φορά στον αναγνώστη που προσεγγίζει το συναξάρι του.


Μετά από βασανιστήρια ο Άγιος νεομάρτυς Γεώργιος μαρτύρησε το 1838 14 Ιανουαρίου. Τρεις ημέρες έμεινε στην αγχόνη (17 Ιανουαρίου). Την νύκτα οι φύλακες έβλεπαν φως περίλαμπρο το σώμα του μάρτυρος, που από τότε φωτίζει όλη την οικουμένη.

Όλος ο κλήρος και ο λαός ενταφίασαν με λαμπρότητα τον μάρτυρα. Ήταν μια πάνδημη έκφραση των βασανισμένων υπόδουλων. Πολλά θαύματα έγιναν και σε Χριστιανούς και σε μουσουλμάνους που ζητούσαν και ζητούν τη βοήθεια του Αγίου.


Σε δεκατρείς ημέρες φιλοτεχνήθηκε η πρώτη εικόνα του. Το σώμα του θάφτηκε στο Άγιο Βήμα της Μητρόπολης, που ο περίβολός της γέμισε παράγκες για να διαμένει το πλήθος των προσκυνητών που συνέρρεαν από παντού. Το σπίτι του έγινε Εκκλησία και τόπος τιμής του, ιδιαίτερα σε περιόδους αναταραχών και συγκρούσεων. Το επόμενο έτος 1839 ο λαός ανάγκασε τον Μητροπολίτη να συντάξει ασματική ακολουθία του μάρτυρος, για να πανηγυρίσουν με λαμπρότητα την εορτή του. Η μνήμη του τιμάται από την Εκκλησία μας στις 17 Ιανουαρίου.



Έπρεπε να θυσιαστεί ένας για να σωθούν πολλοί.


Αν δούμε μέσα από πηγές της εποχής τις ιστορικές συνθήκες που επικρατούσαν στην σκλαβωμένη ακόμη Ήπειρο του 1830, καταλαβαίνουμε τη σημασία της θυσίας και αυταπάρνησης ενός ανθρώπου μέσα σε μια δυσκολεμένη και πολυτάραχη κοινωνία.

Στα χρόνια του Αλή-πασά Τεπελενλή δημιουργείται με κέντρο τα Γιάννενα και σταδιακά εξαπλώνεται από την Αλβανία μέχρι την Πελοπόννησο μια Τουρκαλβανική διοίκηση, η οποία φέρνει αρχικά ευημερία και οικονομική ανάπτυξη στον τόπο.

Ο Αλή-πασάς Μπεκτασής ο ίδιος, προπαγανδίζει και προωθεί τον Μπεκτασισμό στη διοικητική του περιφέρεια. Οι Μπεκτασήδες η Δερβίσηδες φανατικοί μουσουλμάνοι τις περισσότερες φορές προπαγάνδιζαν τον μουσουλμανισμό χτίζοντας τους τεκέδες (τεμένη) τους πάνω σε χριστιανικές εκκλησίες και μοναστήρια, τιμώντας τους αγίους των Χριστιανών.

Ο Αλή-πασάς ξανάδωσε προνόμια (που είχαν χαθεί μετά την αποτυχία του κινήματος του επισκόπου Τρίκκης Διονυσίου του Φιλοσόφου) στους Ρωμιούς, οι οποίοι άρχισαν να ευημερούν και να διακρίνονται στα γράμματα, τις τέχνες και το εμπόριο. Παράλληλα επέβαλλε την τάξη στους συμπατριώτες του, Τουρκαλβανούς οι οποίοι ήταν ένα ανυπότακτο ληστρικό στοιχείο και αυτό φάνηκε και αργότερα όταν έφεραν σε μεγάλη δοκιμασία το ελληνικό στοιχείο μετά τον Χαλασμό.


Με τη λέξη Χαλασμό οι Γιαννιώτες είχαν χαρακτηρίσει τη διετή πολιορκία του κάστρου των Ιωαννίνων από τα σουλανικά στρατεύματα, που έφερε το τέλος του Αλή (1822). Στο τέλος της πολιορκίας πυρκαγιά κατέστρεψε μεγάλο μέρος της πόλης των Ιωαννίνων. Σκότος πηχτό κάλυψε την πόλη, λίγο αργότερα η πόλη έγινε παζάρι πλήθους αιχμαλώτων, οι οποίοι είχαν συλληφθεί μετά την πτώση του Μεσολογγίου (1826).

Οι αφύλαχτοι Τουρκαλβανοί άρχισαν να λεηλατούν πάλι μεγάλα τμήματα της Ηπείρου και να επιβαρύνουν τους κατοίκους με υπέρογκα δοσίματα. Παραδοσιακά τραγούδια της περιόδου εξυψώνουν σε ήρωες Έλληνες Κλέφτες που με τη δράση τους περιόρισαν τις λεηλασίες των ληστρικών αυτών συμμοριών.

Εκείνους τους καιρούς, είχαν δοθεί διαταγές σε όλους τους αξιωματούχους της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, που είχαν στη δούλεψή τους Χριστιανούς, να φροντίσουν να τους εξισλαμίσουν. Με τον τρόπο αυτό θα προσπαθούσαν να μειώσουν τον κίνδυνο των απαιτήσεων που θα μπορούσε αργότερα να έχει το ελεύθερο πια Ελληνικό κράτος στις υπόδουλες ακόμα περιοχές της Θεσσαλίας, Ηπείρου και Μακεδονίας.

Συχνά ήταν τα περιστατικά είτε βίαιων εξισλαμισμών νεαρών κοριτσιών, είτε της αυτοεξορίας στην αναζήτηση μιας καλύτερης τύχης η της αποφυγής της θανατικής καταδίκης και του εξισλαμισμού.


Αλλά και η χριστιανική κοινότητα ήταν εσωτερικά διχασμένη, εξαιτίας της κακής διαχείρισης και της σπατάλης των οικονομικών βοηθημάτων που έστελναν οι Ζωσιμάδες από την μακρινή Ρωσία. Τα χρήματα διαχειριζόταν ένα συμβούλιο αποτελούμενο από τον Μητροπολίτη και επιτρόπους των ενοριών των Ιωαννίνων. Εξαιτίας της διασπάθισης αυτών των βοηθημάτων τρεις Μητροπολίτες εκδιώχθηκαν από τα Γιάννενα και πολλά άλλα σκάνδαλα ξέσπασαν.

Μέσα σε όλον αυτό τον σκοτεινό περίγυρο ήρθε να φωτίσει και να παρηγορήσει τους πονεμένους το μαρτύριο του Γεωργίου. Πολλοί παραλληλίζουν τη σημασία του μαρτυρίου του Γεωργίου με την αφύπνιση που προκάλεσε έναν αιώνα νωρίτερα το κήρυγμα του πατρο-Κοσμά του Αιτωλού.


Όλα τα παραπάνω φανερώνονται πιο γλαφυρά στο παρακάτω τραγούδι

(έμμετρο συναξάρι) αγνώστου ποιητού, με το οποίο και τελειώνουμε:

………………………………………………..

Ότι μ’ αυτά ετίμησες τα πάθη του Χριστού μου

και μας εξύπνησες και ημάς από την ληθαργίαν

και από τα πάθη τα πολλά και κάθε αισχρολογίαν,

όπου πολλά επάσχαμεν˙ δαιμόνου φαντασία,

είχαν ξεκλίνει αληθώς μικροί τε και μεγάλοι,

αρχιερείς και ιερείς, διάκοι, αναγνωστάδες,

αφήνομεν τους λαϊκούς κι αυταίς ταις δαλιδάδαις.

………………………………………………………

όλων δε και σας δέομαι μένα να συγχωρήτε˙

παρακαλείτε τον Θεόν δάκρυα να μοι δώση.


Γιώργος Ντόκος


14/1/10

Μα γιατί κυρία μας το κάνετε αυτό;

«Μα γιατί κυρία μας το κάνετε αυτό;», αντηχεί στ΄ αυτιά μου η διαμαρτυρία της μαθήτριάς μου του λυκείου.

Τι τους έκανα; Τους έλεγα για όλα τούτα τα ανόητα ξεσπάσματα επίπλαστης ευτυχίας που συμβαίνουν γύρω μας τις γιορτές, που μόνο την φτώχεια δείχνουν της καθημερινής μας αγχωμένης διαβίωσης. Για τα ξοδεμένα χρήματα που δεν περίσσευαν, για την παγκόσμια κρίση που λησμονήθηκε, για το σκεπτικισμό τους απέναντι στο Χριστό και την άκρατη πίστη τους στα ξωτικά και τους μάγους, για την άγνοια των νεοελλήνων και την ημιμάθεια, που εμποδίζει την ψυχή μας να φωνάξει ζητώντας λύτρωση.

Όμως, το μόνο που έκανα ήταν να τους καταστρέφω την ψεύτικη χαρά τους, έστω τούτη την μικρή αναγκαία τους αυταπάτη. Μάλλον δεν έκανα καλά. Αυτό που ήθελαν να μου πουν τα παιδιά κι αντέδρασαν παραπονεμένα για τη «βίαιη» προσγείωση τους στην αλήθεια, ήταν πως τα στολίδια κι οι ψεύτικες ευχές ήταν η μόνη ελπίδα τους μέσα σ΄ ένα κόσμο όπου οι αξίες μία-μία καταρρέουν.

Τα παιδιά, οι ανταριασμένοι έφηβοι που είχα απέναντι μου, τσαλαβουτούν σε μια θάλασσα από πληροφορίες που αποκτούν βίαια και ασταμάτητα, γνώσεις άκαιρες και γι΄ αυτό παραβιαστικές της αδιαμόρφωτης προσωπικότητας τους, απάνθρωπες σχετικοποιήσεις και απογυμνώσεις του κόσμου γύρω τους, από κάθε ιδανικό. Αποκλεισμένοι από κάθε δυνατότητα για υπέρβαση και από κάθε πρότυπο που θα ξεδιψούσε την ορμή τους για ζωή, εκλιπαρούν για λίγη ψευδαίσθηση ηδονής, για λίγη λήθη. Εκείνα μεγαλώνουν σ΄ ένα κόσμο όπου η απάτη δεν διαχωρίζεται ποτέ απ’ την αλήθεια, κι όλα όσα θυμίζουν ζωή είναι θαμμένα στην εικονική τους πραγματικότητα. Η αληθινή σκληρότητα της ζωής, ο θάνατος, εξοστρακίζεται μακριά απ΄ τα βλέμματα τους, παίρνοντας μαζί του την ελπίδα που δίνει η μνήμη του στον άνθρωπο να παλέψει λυσσαλέα για ένα νόημα ζωής.

Ήταν αλήθεια βίαιο να τους μιλώ για τη φτώχεια των στερεότυπων γιορτινών ευχών, αφού τα λόγια που μοιράζονται είναι ψεύτικα. Αφού οι τραγικές ειδήσεις είναι ξεκομμένες από τον ατόφιο πόνο, ο θάνατος είναι ηλεκτρονικό παιχνίδι, κι η ζωή ψευδαίσθηση πίσω από παγερές εικόνες.
Τότε άραγε τι πειράζει η αγάπη να είναι σλόγκαν και τα «χρόνια» να είναι «πολλά» άσχετα με το πόσο αξία θα έχουν; Όταν η Μικρά Ασία είναι παρένθεση στο κατεβατό ενός κενού νοημάτων βιβλίου, ο Μέγας Βασίλειος αργία, ο Άγιος Νικόλαος στάση του τρένου και τα Χριστούγεννα τραγική νησίδα οικογενειακής θαλπωρής μέσα στο χάος της κατάρρευσης του θεσμού, τότε τι πειράζουν τα τυπικά ονόματα και οι χειρονομίες; Όταν ο έρωτας εξαργυρώνεται, η ιστορία βαφτίζεται προπαγάνδα, οι τραμπούκοι γίνονται ήρωες κι «ο πηγεμός για την Ιθάκη» λογίζεται σαν χάσιμο χρόνου και χρήματος, με τι λόγια να πω ότι αργοπέθαινε ο κόσμος μέχρι να τον αρπάξει η αγάπη του Χριστού απ΄ τον γκρεμό;

Μα στ΄ αλήθεια τι νόμιζα ότι θα πετύχω λέγοντας για τη γέννηση του Χριστού σε τούτα τα δροσερά, μα τόσο κουρασμένα παιδιά; Τα παιδιά μού τραγουδούν διαφημιστικά σποτάκια, κι εγώ «δεν έχω τι να παίξω στα παιδιά»...
Και η Αλήθεια; Ποιος θα τους πει για την Αλήθεια; Η δοξολογία, η ευχαριστία που ξεκινά απ΄ την πρώτη αναγέννηση του πιστού στη νέα μέρα και κορυφώνεται με το μυστήριο της Κοινωνίας Του για να συνεχιστεί μέχρι όσο αντέχει η πείνα και η δίψα της ψυχής, πως χωράει σε τόσα ψέματα που ντύνουν τα λόγια και τις στιγμές τους; Λέξεις άγνωστες, βιώματα τόσο ξένα για εκείνα.

Άραγε πόσο παράξενη τους μοιάζω μες την τάξη την ώρα των θρησκευτικών; Πόσο μακριά όλα τούτα τα ακριβά κι απ’ τη ζωή μου την ίδια και πόσο ποθητά; «Διψάστε παιδιά» ευχήθηκα, «ας διψάσουμε με όλη τη δύναμη της ψυχής μας. Κι ο βίος μας, που είναι κάθε μέρα ανεόρταστος ας γίνει γλέντι σε τραπέζι βασιλικό!». Τα παιδιά με κοιτούσαν πιο ήσυχα πια, αφού δε με πείραζαν άλλο τα σχέδια τους για ατέλειωτα ψώνια και χιονοδρομικά κέντρα. Όσο γι’ αυτά που τους είπα, τα άφησαν κάπου στο βάθος της ψυχής τους να κοιμούνται.

Τα άφησα κι εγώ να κατασταλάξουν μέσα μου σαν ευχή κι ύστερα κλείσαμε τα βιβλία και ανταλλάξαμε ευχές.

Χριστός γεννάται! έγραψα εγώ στον πίνακα και χαιρόμουν.

Κι εκείνα χαίρονταν μαζί μου, τραγουδώντας γελαστά:Merry Christmas ho, ho, ho...

Ελευθερία

12/1/10

ΤΟ... ΠΝΕΥΜΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά, μέρες γιορτής, μέρες χαράς. Γέμισαν με φώτα και στολίδια οι δρόμοι της πόλης και τα σπίτια μας, ξεχυθήκαμε στα μαγαζιά να αγοράσουμε δώρα για μας και τούς δικούς μας, κλείσαμε θέσεις σε εστιατόρια και θέατρα, παίξαμε χαρτιά "για το καλό", φάγαμε γαλοπούλες και άλλα καλούδια, ήπιαμε μέχρι να έρθουμε στο κέφι, και καθώς ο λαμπερός δημοσιογράφος από την τηλεόραση μίλαγε για το "Πνεύμα των Χριστουγέννων!" ευχηθήκαμε χαμογελώντας : "ευτυχία, χαρά, υγεία, ειρήνη για όλο τον κόσμο, χρόνια πολλά", χωρίς δυστυχώς να ξέρουμε ποιος θα πραγματοποιήσει όλες αυτές τις ευχές...

Γιατί όμως τώρα που τελείωσαν οι γιορτές νοιώθουμε αυτό το κενό στην ψυχή μας; Γιατί δεν πιστεύουμε στις ευχές που εθιμοτυπικά ανταλλάσσουμε κάθε χρόνο; Γιατί όταν επιστρέφουμε στις δουλειές μας τον Ιανουάριο είμαστε συνήθως θλιμμένοι; Γιατί αυξάνονται οι αυτοκτονίες και οι καταθλίψεις την περίοδο αυτή; Πόσοι από μας δεν βρεθήκαμε κάποια στιγμή της ζωής μας να κλαίμε τέτοιες μέρες; Που χάθηκε εκείνη η χαρά που νοιώθαμε όταν είμαστε παιδιά, τι έγινε αυτή η ατμόσφαιρα που μας περιγράφουν οι παλιοί, που είναι εκείνη η μυσταγωγία που διαβάζουμε σε διηγήματα σαν του Παπαδιαμάντη;


Χάσαμε το νόημα της γιορτής και έμειναν τα στολίδια. Ξεχάσαμε την Τεσσαρακοστή και την νηστεία της που μας προετοιμάζουν για τα Χριστούγεννα και περιμένουμε απλώς μερικές μέρες ξεκούρασης, κοιτώντας ανυπόμονα τα ημερολόγιά μας, κι ύστερα παραπονιόμαστε πως δεν καταλάβαμε πότε έφτασαν και πότε πέρασαν τα Χριστούγεννα. Στην Εκκλησία λίγοι πάμε, αφού συνήθως ξενυχτάμε για να "ξεφαντώσουμε". Βγάλαμε τον Θεό στην άκρη και ζούμε την γιορτή των εμπόρων, όπως συνέβη και στους δυτικούς αδελφούς μας εδώ και δεκαετίες. Το ενδιαφέρον μας περιορίστηκε στο που θα πάμε, τι θα φάμε και τι θα καταναλώσουμε, ξεχνώντας την δυστυχία και την φτώχεια που υπάρχει δίπλα μας. Ξεχάσαμε την γέννηση του Χριστού και το μήνυμα που φέρνει στην χλωμή ζωή μας και χάσαμε την ελπίδα. Έλληνες εμείς, με νωπές τις Μικρασιατικές μνήμες μας, ξεχάσαμε τον υπέροχο Άγιο Βασίλειο από την Καισάρεια που ο βίος του προτρέπει στην σοφία, στην Αγιότητα και στην ελεημοσύνη, και περιφέρουμε σε κούκλες και κάρτες τον αμφιβόλου προελεύσεως παχουλό Σαντα Κλάους, προστάτη των δώρων!



Ο τρόπος ζωής μας άλλαξε και μαζί του μοιραία χάθηκε και η πανέμορφη γραφικότητα των Χριστουγεννιάτικων εθίμων μας. Όμως το πιο ανησυχητικό είναι πως αποϊεροποιήσαμε την γιορτή των Χριστουγέννων και μείναμε χωρίς νόημα. Ακόμα και εμείς οι Χριστιανοί κάποιες φορές πιάνουμε τούς εαυτούς μας να ενδιαφερόμαστε πιο πολύ για την γυαλιστερή επιφάνεια της γιορτής και να μένουμε στα εξωτερικά της λατρείας, χωρίς να συγκλονιζόμαστε από το μήνυμα που φέρνει η γέννηση του Χριστού στην ζωη μας.


Το γεγονός ότι εξ αιτίας της άπειρης αγάπης Του ο Θεός προσέλαβε την ανθρώπινη φύση για να σωθεί το ανθρώπινο γένος, μας φαίνεται πλέον αδιάφορο σα να πρόκειται για ένα παλιό παραμύθι που ξεχάστηκε. Δεν μπορούμε να συλλάβουμε το ότι μιλάμε για ένα γεγονός πραγματικό, το οποίο έγινε σε συγκεκριμένη ιστορική στιγμή και το οποίο καλούμεθα να βιώσουμε μέσα από την λατρεία της Εκκλησίας μας, να κάνουμε πίστη καρδιακή το ότι "Αυτός ενηνθρώπησεν ίνα εμείς θεοποιηθώμεν" (Μ. Αθανάσιος), να εγκεντρίσουμε το Νοημα της Σαρκώσεως στην δική μας ζωη. Αν ο Άχρονος και Αχώρητος και Άσαρκος Χριστός ο Θεός δεν σαρκώθηκε ασπόρως από την Παρθένο Μαρία, τότε δεν υπάρχει καμμία ελπίδα ούτε για μας τούς ίδιους, ούτε για όλη την ανθρωπότητα. Αν δεν γεννήθηκε ο Χριστός, τότε ίσως δεν υπάρχει νόημα να μιλάμε καθόλου για Θεο. Τι να τον κάνουμε ένα Θεό απόμακρο, χωρίς πρόσωπο, χωρίς Λόγο, χωρίς παράδειγμα;



Ας παρακαλέσουμε λοιπόν τον Θεό Λόγο να μας επισκεφθεί μυστικά και να πληρώσει με χαρά, ελπίδα, πίστη και αγάπη την ύπαρξή μας, για να κατανοήσουμε με τρόπο υπέρλογο το μυστήριο της Σαρκώσεως, να μας αναγεννήσει πνευματικά και στη συνέχεια να πορευτούμε μαζί Του προς το Παθος και την Ανάστασή Του. Ας καταλάβουμε επιτέλους ότι " ζωή χωρίς Χριστό δεν είναι ζωή ", και ας σπεύσουμε να δοξολογήσουμε μαζί με τούς Αγγέλους και τούς Ποιμένες: εξανέτειλε γαρ φως τοις εσκοτισμένοις και ταπεινούς ύψωσε, τούς αγγελικώς μελωδούντας· Δόξα εν υψίστοις Θεώ.


π. Χ. Μ.

5/1/10

ΛΟΥΘΗΡΟΣ

Μια ακόμη ενδιαφέρουσα παρουσίαση ταινίας μάς κάνει ο αγαπητός Μ.Ψ. Η βιογραφία του Λούθηρου, αυτού του ξεχωριστού ανθρώπου που διέσπασε την Δυτική Εκκλησία, ασφυκτιώντας από την υποκρισία, την αδικία και τον σκοταδισμό του Βατικανού, παρουσιάζεται σε αυτή την καλή ταινία που το σενάριο της τεκμηριώθηκε από θεολόγους της Λουθηρανικής εκκλησίας.


Λούθηρος [Luther – 2003]


Η ιστορία του Μαρτίνου Λούθηρου (1483–1546), με την εξαιρετική σκηνοθεσία του Eric Till, τις υπέροχες ερμηνείες όλων των βασικών ηθοποιών και με 100 περίπου άλλους συντελεστές να επιμελούνται και την παραμικρή λεπτομέρεια του έργου, γυρίστηκε στη Γερμανία, στην Ιταλία και στην Τσεχία και παρουσιάζει με ρεαλισμό τα σημαντικότερα γεγονότα που επηρέασαν τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και έθεσαν τις βάσεις του Προτεσταντισμού, δίνοντας συγχρόνως μια πολύ ζωντανή εικόνα της εποχής.



Η ταινία ξεκινά το 1505. Ο Λούθηρος (Joseph Fiennes) έχει ήδη σπουδάσει δύο χρόνια Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της πόλης Erfurt και συνέχισε να σπουδάζει Νομικά, που ήταν η επιθυμία του πατέρα του. Είχε επισκεφθεί την οικογένεια του στο Mansfeld και στις 2 Ιουλίου επέστρεφε στο Πανεπιστήμιο, όταν ξεσπά μια φοβερή καταιγίδα. Η πρώτη σκηνή του έργου, μας δείχνει μια καταρρακτώδη βροχή με αστραπές και κεραυνούς να φωτίζουν το τοπίο. Ο Λούθηρος τρέχει πανικόβλητος από τις βροντές, πέφτει στις λάσπες, σηκώνεται, τρέχει απεγνωσμένος σαν αγρίμι κυνηγημένο, ξαναπέφτει και προσεύχεται στην Αγία Άννα, της φωνάζει, ορκίζεται αν ζήσει, να γίνει μοναχός. Μέσα του, ένα παιδί χωρίς πατέρα και Θεό να το προστατεύσουν, χωρίς μάνα και Παναγιά να το λυπηθούν. Επικαλείται την Αγία Άννα, τη μόνη που νοιώθει στοργικά κοντά του, μόνη και έσχατη ελπίδα του.

Μέσα σε 30 δραματικά δευτερόλεπτα ταινίας, βρίσκεται συμπυκνωμένη η περίληψη όλου του έργου, όλης της ζωής του Λούθηρου, με φόντο τη θολή ακόμα ατμόσφαιρα του Μεσαίωνα. Σκοτεινιά, ταραχή, φόβος, ένας αυστηρός και απορριπτικός πατέρας κι’ ένας τιμωρός και εκδικητικός Θεός, το ίδιο πρόσωπο που τον απειλεί και τον απομακρύνει συνεχώς από κοντά του και εκείνος ικετεύει ξανά και ξανά και εκλιπαρεί την αγάπη του.

Τον βλέπουμε στη συνέχεια μοναχό στο Μαύρο Μοναστήρι των Αυγουστινιανών Ερημιτών. Για δυο χρόνια σπουδάζει Θεολογία, μελετά, προσεύχεται, εξομολογείται καθημερινά τις αμαρτίες του, παλεύει με τον εαυτό του και με τον διάβολο. Φθάνει η στιγμή που σαν ιερέας θα τελέσει την πρώτη του Λειτουργία. Ανάμεσα στους πιστούς παρευρίσκεται ο πατέρας του. Την ώρα που υψώνει το δισκοπότηρο και απευθύνεται στον ζώντα και παντοδύναμο Θεό, αυτός ο ανάξιος και ασήμαντος αμαρτωλός, καταλαμβάνεται από τρόμο. Στο πρόσωπο του Θεού, προβάλλει τη στάση του πατέρα του που είναι εκεί και τον παρακολουθεί, έτοιμος να τον κατακεραυνώσει, να τον απορρίψει και πάλι, να τον διώξει από κοντά του. Τρέμουν τα χέρια του, η σημαντικότερη στιγμή της ζωής του είναι μια αποτυχία.


Ο πατέρας του φεύγει χωρίς να του μιλήσει. Τρέχει πίσω του, τον παρακαλεί κλαίγοντας σχεδόν, να μείνει για λίγο. Μα εκείνος φεύγει θυμωμένος με το άλογο του, αφήνοντας τον πληγωμένο και έρημο, έρμαιο στους δαίμονες που τον τριγυρίζουν και στην κατάθλιψη που φωλιάζει στην άδεια του καρδιά.

Ο Λούθηρος ψάχνει στο σκοτάδι, ψηλαφά στα τυφλά μέσα στην καταιγίδα της ανελέητης αυτοκριτικής του και στους κεραυνούς της θείας τιμωρίας που τον περιμένει, να βρει ένα τρόπο κατευνασμού, ένα μέσο εξιλασμού, ένα δρόμο σωτηρίας.

Ο πνευματικός του πατέρας, ο Johann von Staupitz (Bruno Ganz), έχει καταλάβει τι του συμβαίνει: «Δεν είναι ο Θεός» του λέει, «οργισμένος μαζί σου, μα εσύ με Εκείνον!» Του δίνει τον σιδερένιο του Σταυρό: «Απευθύνσου στον Χριστό και πες του –Είμαι δικός Σου, σώσε με!»

Σφίγγει τον Σταυρό πάνω του, βάλσαμο στα συντρίμμια της αυτοεκτίμησης του. Ίσως να βρει την αλήθεια που ζητά απεγνωσμένα, στη θυσία και στα λόγια του Ιησού.

Απεσταλμένος από το μοναστήρι του ο Λούθηρος, φθάνει το 1510 στη Ρώμη, την έδρα του Πάπα. Η επίσκεψη του αυτή τον συνταράζει. Μπροστά στα μάτια του εκτυλίσσονται σκηνές εξαθλίωσης, διαφθοράς, άθλιας εξαπάτησης. Αναδιπλώνεται στον εσωτερικό του κόσμο, να ισορροπήσει. Αγοράζει συγχωροχάρτι για να σώσει τον παππού του. Προσκυνά την ιερή κάρα του Προδρόμου και προσπαθεί να προσευχηθεί. Τα πάντα όμως έχουν στόχο το χρήμα, όλα αγοράζονται. Η Εκκλησία με την εξουσία της, εφαρμόζει ψυχολογικούς εξαναγκασμούς και ωμή βία κι’ εκμεταλλεύεται τη φτώχεια, την αμάθεια, την ευπιστία και την πίστη του απλού κόσμου για να του αποσπάσει χρήματα. Παίρνει ένα πικρό και σκληρό μάθημα και επιστρέφει οργισμένος στο μοναστήρι του.


Από τότε ξεκινά τη συστηματική μελέτη της Αγίας Γραφής και του Αγίου Αυγουστίνου. Είναι καιρός να κοιτάξει και πέρα από τα δικά του προβλήματα και την προσωπική του αναζήτηση του Θεού. Ένα νέο κεφάλαιο αρχίζει στη ζωή του.

Ο Λούθηρος συνεχίζει στο Αυγουστινιανό μοναστήρι της Βιττεμβέργης, όπου θα έχει τη δυνατότητα να κηρύττει και να ασχοληθεί στο Πανεπιστήμιο της πόλης με τη διδακτορική του διατριβή. Εφαρμόζει το «κηρύττουμε καλύτερα o,τι θέλουμε να μάθουμε» και προσπαθώντας να μεταδώσει στους άλλους τις σκέψεις του, αντιλαμβάνεται καλύτερα και ο ίδιος έννοιες όπως πίστη και έλεος.

"Ο Θεός πρέπει να είναι ελεήμων" λέει στο κήρυγμα του, μιλά για τον Χριστό.

Αρχίζει να γίνεται αποδεκτός και ολοένα περισσότερο αγαπητός από τον κόσμο. Η στάση του αυτή επιβραβεύεται ιδιαίτερα με ένα δώρο από το ανάπηρο κοριτσάκι της Χάννα, της κοπέλας που πουλάει ξύλα για να ζήσει με το παιδί της, λίγα βατόμουρα μαζεμένα από το δάσος, δοσμένα με απλότητα κι’ αγάπη.

Μόλις ολοκληρώνει τις διδακτορικές του διατριβές στη Φιλοσοφία και στη Θεολογία, του αναθέτουν την έδρα της Βιβλικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο. Διδάσκει, κηρύττει και αντιτίθεται ανοιχτά στις παπικές πρακτικές. Ο πρώην συμφοιτητής του στη Νομική σχολή Georg Spalatin (Benjamin Sadler) που είναι τώρα γραμματέας του ηγεμόνα της Σαξονίας, του πρίγκιπα Φρειδερίκου του Σοφού (Friedrich - Peter Ustinov), του μεταφέρει τη δυσφορία του Πρίγκιπα και του συνιστά να είναι προσεκτικός.

Ο Πάπας Λέων ο 10ος, χρειάζεται συνεχώς χρήματα για τη σπάταλη ζωή του και οι απεσταλμένοι του πιέζουν τον κόσμο να αγοράσει συγχωροχάρτια. Ικανότερος πωλητής ο Johann Tetzel (Alfred Molina), τις μεθόδους του οποίου καταγγέλλει ο Λούθηρος δημόσια. «Τα συγχωροχάρτια δεν είναι διαβατήρια για τις ουράνιες χαρές του Παραδείσου και αν ο Πάπας μπορεί να αδειάσει το καθαρτήριο, γιατί δεν το κάνει από αγάπη, αλλά για το χρήμα;»

Ο απλός λαός που υποφέρει από τη φτώχεια και δυσανασχετεί από τις εισπρακτικές απαιτήσεις της Εκκλησίας, βρίσκει επιτέλους κάποιον που τον υπερασπίζεται. Οι υποστηρικτές του Λούθηρου πολλαπλασιάζονται.



Στις 31 Οκτωβρίου 1517 καρφώνει στις πόρτες του Καθεδρικού Ναού της Βιττεμβέργης τις «95 θέσεις» του, με τις οποίες καταγγέλλει σαν αντιχριστιανικά τα συγχωροχάρτια και καλεί τους εντεταλμένους του Πάπα σε δημόσια συζήτηση. Οι θέσεις του τυπώνονται και κυκλοφορούν ταχύτατα σε όλη τη Γερμανία.

Ο Πάπας πληροφορείται τα γεγονότα και τον καλεί να παρουσιαστεί στη Ρώμη. Δεν απαντά. Μέσα στο πλήθος βλέπει τον πατέρα του να τον παρακολουθεί έκπληκτος και ανήσυχος. Τον πλησιάζει χαρούμενος και τον αγκαλιάζει «Σ’ ευχαριστώ πατέρα!» του λέει, αλλά εκείνος απομακρύνεται και πάλι βιαστικός.

Δεν μπορεί πια να κάνει πίσω, ούτε να σταματήσει τις εξελίξεις. Έχει ενστερνισθεί απόλυτα όσα γράφει ο Άγιος Αυγουστίνος περί «εκλογής και προορισμού».

Γράφει βιβλία που εκδίδονται και κυκλοφορούν αμέσως. Κύριος εκφραστής ο Λούθηρος, της διαμαρτυρίας (Protest) προς τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, αρχίζει να υλοποιεί τις βάσεις της Μεταρρύθμισης. Μελετά, αποδέχεται ή απορρίπτει και θεσμοθετεί κατά συνείδηση. Μια συνείδηση μοιραία επηρεασμένη όμως, από τα προσωπικά του βιώματα και τις ψυχολογικές του διακυμάνσεις, καθώς και από τις τάσεις και απαιτήσεις μιας καταπιεσμένης κοινωνίας που βρίσκεται σε αναβρασμό. Ο παλαιός ταπεινός μοναχός Μαρτίνος δεν υπάρχει πια.

Ο Πάπας ασκεί πίεση στον πρίγκιπα Φρειδερίκο και ζητά να του τον παραδώσει. Εκείνος που συμπαθεί το ελεύθερο πνεύμα του Λούθηρου, υπολογίζει τις αντιδράσεις του κόσμου και ενοχλείται από τις επεμβάσεις του Πάπα, αρνείται. Ο Πάπας το πληροφορείται ενώ βρίσκεται με τη συνοδεία του σε κυνήγι. Τη στιγμή που σκοτώνει τον αγριόχοιρο, έχει πάρει τις αποφάσεις του. Αφορίζει τον Λούθηρο και δίνει εντολή να καούν τα βιβλία του.

Ο Λούθηρος με τη σειρά του, ρίχνει στη φωτιά δημόσια το επίσημο έγγραφο του αφορισμού του. Ωστόσο, θα πρέπει να συλληφθεί και να οδηγηθεί για δίκη στη Ρώμη. Με τη μεσολάβηση του Φρειδερίκου, ο ανεψιός του και Αυτοκράτορας Κάρολος ο 5ος (Torben Liebrecht) υπόσχεται εναλλακτικά, την ασφαλή του μεταφορά με συνοδεία στη Βορμς για μια τίμια διαδικασία στη Βουλή.


Στη δίκη που γίνεται το 1521, δεν αναιρεί όσα έχει γράψει στα βιβλία του και δηλώνει πως αν δεν πειστεί με επιχειρήματα μέσα από την Αγία Γραφή ή με αδιάσειστη λογική, δεν μπορεί να ενεργήσει αντίθετα από τη φωνή της συνείδησης του. Αποχωρεί μέσα στις έντονες επευφημίες του κόσμου.

Κατά την επιστροφή του στη Βιττεμβέργη και πριν προλάβουν να τον συλλάβουν για τις αιρετικές θέσεις του, σύμφωνα με την απόφαση της δίκης, ο Φρειδερίκος σκηνοθετεί μια σύλληψη-απαγωγή και τον κρύβει στον Πύργο του Βάρτμπουργκ, με το ψευδώνυμο George Junker. Εκεί απομονωμένος και απερίσπαστος, ασχολείται με τη μετάφραση της Καινής Διαθήκης στα Γερμανικά. Στη μοναξιά του και μάλιστα χωρίς τον μοναστικό αυτοκαταναγκασμό, λειτουργεί καλύτερα.

Εν τω μεταξύ οι σπίθες ελπίδας που σκόρπιζε επί χρόνια στον απλό κόσμο με τα μεταρρυθμιστικά βιβλία του, μετατράπηκαν σε μια τεράστια πυρκαγιά μετά τη δίκη του. Οι ταραχές αρχίζουν από τη Βιττεμβέργη. Η εξέγερση γενικεύεται. Οι χωρικοί λεηλατούν και καταστρέφουν εκκλησίες και μοναστήρια. Τα γεγονότα ξεπερνούν πια τον Λούθηρο που από καθοδηγητής μετατρέπεται σε θεατή. Δεν μπορεί να ελέγξει τις επιπτώσεις των ενεργειών του. Προτρέπει τους ηγεμόνες να καταστείλουν την εξέγερση με κάθε μέσο, να επανέλθει η νομιμότητα.


Οι οργανωμένοι ένοπλοι στρατιώτες επεμβαίνουν και καταπνίγουν την εξέγερση στο αίμα. Πάνω από 100.000 χωρικοί κείτονται νεκροί στους δρόμους, στα μοναστήρια, στις εκκλησίες. Ανάμεσα τους αναγνωρίζει και το κοριτσάκι της Χάννα.

Οι θεωρητικές μεταρρυθμιστικές τοποθετήσεις του αρχίζουν να εφαρμόζονται στην πράξη. Στη Βιττεμβέργη οι ιερείς και οι μοναχοί παντρεύονται. Ο μοναχισμός καταργείται. Η απόλυτη προσήλωση και πίστη στον Λόγο του Ευαγγελίου, είναι το μόνο που χρειάζεται κάποιος για να σωθεί.

Η Καταρίνα φον Μπόρα, πρώην μοναχή, τον θαυμάζει και τον πολιορκεί. Τραγουδά πολύ όμορφα και ο Λούθηρος έχει ευαισθησία στο τραγούδι και στη μουσική. Παντρεύονται. Μια αφοσιωμένη σύζυγος με τη γλυκύτητα και την τρυφερότητα της, ίσως μπορέσει να καταλαγιάσει την ένταση της ψυχής του, να μετριάσει τη μελαγχολία που περιοδικά τον καταδυναστεύει.

«Όλοι με νομίζουν σταθερό» της έχει πει, «όμως εγώ συνέχεια περιπλανιέμαι».

Ο Λούθηρος δεν είχε γνωριστεί με τον Φρειδερίκο μέχρι τώρα. Τον επισκέπτεται και του παραδίδει την Καινή Διαθήκη μεταφρασμένη στα Γερμανικά, ένα δώρο στον προστάτη του και μια σημαντική προσφορά σε όλη τη Γερμανία.

Στο Άουγκσμπουργκ το 1530, ο Κάρολος ενισχυμένος από τις πρόσφατες νίκες του στο εξωτερικό, συγκεντρώνει τους άρχοντες και απαιτεί να επιστρέψουν στον Ρωμαιοκαθολικισμό. Όμως η ιστορία έχει γυρίσει πια τη σελίδα της. Οι πρίγκιπες αρνούνται και εναντιώνονται στη θέληση του. Ο Αυτοκράτορας αναγκάζεται να υποχωρήσει. Διαβάζουν μπροστά του τη νέα ομολογία πίστεως που συνέταξαν οι Μεταρρυθμιστές, που είναι πια ελεύθεροι να προχωρήσουν στο δικό τους δρόμο, ανεξάρτητοι από τη Ρώμη.

Ο Λούθηρος θα αποκτήσει έξι παιδιά και θα ζήσει ακόμα 16 χρόνια, έχοντας επιδράσει εκτός από την Εκκλησία και στην κοινωνική, πολιτική και οικονομική δομή της εποχής του.


Μια λεπτομέρεια, εκτός ταινίας: Ο Λούθηρος απομακρύνθηκε μικρός από το σπίτι του, τον είχε αναλάβει μια πλούσια οικογένεια που φρόντισε πολύ τη μόρφωση του. Τελικά επέστρεψε και πέθανε στο Eisleben της Σαξονίας, στην πόλη που γεννήθηκε και που βρισκόταν το πρώτο πατρικό του σπίτι.


Μ. Ψ.