27/4/12

Ο γ. Πορφύριος για τις εκλογές...

 


Ρώ­τη­σε κά­ποι­ος τον Γέ­ρον­τα Πορφύριο, τι πρέ­πει να ψη­φί­σει στις βου­λευ­τι­κές ε­κλο­γές.

E­κεί­νος του α­πάν­τη­σε πα­ρα­βο­λι­κά:

«Η Ορ­θό­δο­ξη Εκ­κλη­σί­α εί­ναι σαν την κλώσ­σα:
Κά­τω α­πό τα φτε­ρά της σκε­πά­ζει και ά­σπρα που­λά­κια και μαύ­ρα που­λά­κια».

Η Ορ­θό­δο­ξη Εκ­κλη­σί­α δεν πο­λι­τι­κο­ποι­εί­ται και πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο δεν κομ­μα­τι­κο­ποι­εί­ται. Σκε­πά­ζει με την α­γά­πη ό­λους, χω­ρίς να ταυ­τί­ζε­ται με φα­τρί­ες.

Κά­πο­τε ο Γέ­ρον­τας με ρώ­τη­σε πώς πά­νε τα πο­λι­τι­κά πράγ­μα­τα. Του α­πάν­τη­σα ό­τι γε­νι­κά δεν πά­νε κα­λά. Κι ο Γέ­ρον­τας εί­πε: «Τι να σου κά­νουν οι πο­λι­τι­κοί; Εί­ναι μπερ­δε­μέ­νοι με τα ψυ­χι­κά πά­θη τους. Ό­ταν έ­νας άν­θρω­πος δεν μπο­ρεί να βο­η­θή­σει τον ε­αυ­τό του, πώς θα μπο­ρέ­σει να βο­η­θή­σει τους άλ­λους;

Φταί­με κι ε­μείς για την κα­τά­στα­ση αυ­τή. Αν ή­μα­σταν α­λη­θι­νοί χρι­στια­νοί, θα μπο­ρού­σα­με να στεί­λου­με στη Βου­λή, ό­χι βέ­βαι­α χρι­στι­α­νι­κό κόμ­μα, αλ­λά χρι­στια­νούς πο­λι­τι­κούς, και τα πράγ­μα­τα θα ή­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κά».


21/4/12

ΜΕ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΚΑΚΟΥΡΗ...


Χριστός Ανέστη!

Ήρθε στο Ναό μας και μίλησε και συζήτησε μαζί μας η σπουδαία συγγραφέας και ιστορικός Αθηνά Κακούρη.

(Κλείστε την μουσική  στον player για να ακούσετε)

  Παραθέτουμε σύντομο βιογραφικό:

Γεννήθηκε το 1928 στην Πάτρα. Πέρασε τον πόλεμο και την Κατοχή στην Αθηήνα. Μετά τον πόλεμο, εργάστηκε σε ναυτικά πρακτορεία στην Πάτρα και στην Αθήνα, στο περιοδικό Ταχυδρόμος, έγραψε ραδιοφωνικές σειρές και μετέφρασε ξένη λογοτεχνία και ιστορία. Αργότερα έζησε στη Βιέννη, όπου και μελέτησε νεότερη ιστορία. Σε όλη της τη ζωή, έχει ασχοληθεί με τα κοινά, υπηρέτησε ως Γραμματέας του Διοικητικού Συμβουλίου του Ερυθρού Σταυρού Πατρών, ως ιδρυτικό μέλος του Τμήματος Αιμοδοσίας Πατρών, ως στέλεχος του Σώματος Ελληνίδων Οδηγών και αργότερα ως μέλος του Διοικητικού του Συμβουλίου. Είναι ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Προστασίας Σπαστικών και εταίρος της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας.
Η συγγραφική της καριέρα άρχισε το 1950, όταν δημοσίευσε μία σειρά χρονογραφημάτων από ένα ταξίδι της στην Μέση Ανατολή στην εφημερίδα Ο Νεολόγος των Πατρών. Το 1952 η Κακούρη μετέφρασε το αμερικάνικο διήγημα Ο διάβολος και ο Ντάνιελ Ουέμπστερ τουΣτέφεν Βίνσεντ  που μετέπειτα δημοσιεύτηκε σε σχετικό τόμο (Ίκαρος, 1953). Αυτή η μετάφραση βραβεύτηκε σε Πανελλήνιο Διαγωνισμό. Στο τέλος της δεκαετίας του 1950, άρχισε να δημοσιεύει αστυνομικά διηγήματα στο περιοδικό Ταχυδρόμος. Πολλά από αυτά τα διηγήματα βρίσκονται στην συλλογή Αλάτι στα φιστίκια. Συγχρόνως συνεργαζόταν με τους εκδοτικούς οίκους Πάπυρος και Πεχλιβανίδης σε μεταφράσεις αγγλικών και γαλλικών μυθιστορημάτων και ιστορικών συγγραμμάτων.
Άρχισε να γράφει ιστορικά μυθιστορήματα στο τέλος της δεκαετίας του 1970, όταν της το πρότεινε ο συγγραφέας Άλκης Αγγέλο. Τα πιο γνωστά της ιστορικά μυθιστορήματα είναι τα Πριμαρόλια (τα οποία κερδίσανε το ΒραβείοΝικηφόρου Βρεττάκου το 1999), και η Θέκλη, η οποία τιμήθηκε με το Βραβείο Πεζογραφίας του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών 2005 και με το Βραβείο της Δημοτικής Επιχείρησης Πολιτιστικής Ανάπτυξης Πάτρας (ΔΕΠΑΠ).

Έχουν εκδοθεί τα εξής βιβλία της:
    • Τα 218 Ονόματα. Αστυνομικά διηγήματα, Αθήνα 1963
    • Ο Δραπέτης της Αυλώνας. Ιστορικό μυθιστόρημα, Αθηνά, Κιβωτός, 1970
    • Ο Κυνηγός Φαντασμάτων. Αστυνομικό μυθιστόρημα, Αθήνα, Πλειάς 1973, και Αθήνα, Εστία 2007
    • Αλάτι στα φιστίκια και άλλα αστυνομικά διηγήματα'. Αθήνα, Ερμής 1974
    • Της τύχης το Μαχαίρι. Ιστορικό μυθιστόρημα, Αθήνα, Ερμής 2000
    • Με τα φτερά του "Μαρίκα". Ιστορικό μυθιστόρημα, Αθήνα, Κέδρος 1993
    • Η Σπορά του Ανέμου. Ιστορικό μυθιστόρημα, Αθήνα, Εστία 1994
    • Αύριο. Μυθιστόρημα, Αθήνα, Εστία 1995
    • Πριμαρόλια. Ιστορικό μυθιστόρημα, Αθήνα, Εστία, 1998
    • Έγκλημα της μόδας. Αστυνομικά διηγήματα, Αθήνα, Εστία 2000
    • Η Κομμένη Κεφαλή. Αστυνομικά διηγήματα, Αθήνα, Εστία 2001
    • Οι Κήποι του Διαβόλου, Αστυνομικά διηγήματα, Αθήνα, Εστία 2001
    • Ο Χαρταετός. Μυθιστόρημα, Αθήνα, Εστία 2004
    • Θέκλη. Μυθιστόρημα, Αθήνα, Εστία 2005
    • Ξιφίρ Φαλέρ. Μυθιστόρημα, Αθήνα, Καστανιώτης 2009
    • Με τα χέρια σταυρωμένα. Εκδοσεις Πατάκη, Σειρά: Η ΚΟΥΖΙΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ, 2010 
      Έχει συνεισφέρει αστυνομικά διηγήματα στις συλλογές:
        • Ελληνικά Εγκλήματα, Δέκα αστυνομικές ιστορίες, Αθήνα, Καστανιώτης, 2007
        • Ελληνικά εγκλήματα 2, Δεκατρείς αστυνομικές ιστορίες, Αθήνα, Καστανιώτης, 2008
        • Ελληνικά εγκλήματα 3, Δεκατρείς αστυνομικές ιστορίες, Αθήνα, Καστανιώτης,2009
        • Ελληνικά εγκλήματα 4, Δεκαεννέα αστυνομικές ιστορίες, Αθήνα, Καστανιώτης, 2011
          Έχει συνεισφέρει δοκίμιο στην συλλογή: Συγγραφικές εμμονές, Αθήνα, Καστανιώτης, 2007

          Μεταφράσεις: Ντίκενς, Το μυστήριο του Έντγουιν Ντρουντ, Αθήνα, Εστία, 2008

          Από το http://el.wikipedia.org/

          15/4/12

          ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ, ΧΑΡΑ ΜΟΥ!


          13/4/12

          ΤΟ ΑΛΑΣ ΤΗΣ ΓΗΣ (Όρθρος Μ. Παρασκευής)




          Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Χριστοδούλου Μπίθα

            Τούτη η μέ­ρα και ό­λη η Μεγάλη ε­βδο­μά­δα, δεν έ­χει νό­η­μα κα­νέ­να αν μεί­νει α­πλώς έ­να φολ­κλόρ που κά­νουμε ε­πει­δή το ί­διο έ­κα­ναν και οι πρό­γο­νοί μας. Έ­χει νό­η­μα μόνο αν ό­λα αυ­τά τα ο­ποί­α ψέλ­νου­με, α­κού­με και δι­α­βά­ζου­με α­φο­ρούν την ζω­ή μας. Αλ­λι­ώς εί­ναι σαν να βι­ώ­νου­με μια βα­θύ­τα­τη υ­πο­κρι­σί­α, ό­που ε­νώ α­κού­με ό­λη την ε­βδο­μά­δα ό­λα αυ­τά τα υ­πέ­ρο­χα λό­για, α­π' ό­που ξε­χω­ρί­ζει αυ­τό το "α­γα­πά­τε αλ­λή­λους" κι αυ­τό που α­κού­σα­με στην αρ­χή, ό­τι "απ΄ αυ­τό θα κα­τα­λα­βαί­νει ο κό­σμος αν εί­στε μα­θη­τές μου, αν α­γα­πά­τε αλ­λή­λους", εμείς άλλα κάνουμε. Αν αυ­τά τα λό­για δεν μι­λούν πια στην καρ­διά μας τό­τε εί­ναι μά­ται­η η πί­στη μας. Ας φά­με, ας πι­ού­με, αύριο πεθαίνουμε! Δεν υ­πάρ­χει κα­νέ­να μέλ­λον, κα­μί­α ελ­πί­δα. 

          Αν θέ­λου­με να εί­μα­στε ει­λι­κρι­νείς με τον ε­αυ­τό μας θα πρέ­πει μάλ­λον να ταυ­τι­στού­με τού­τη τη βδο­μά­δα με τους γραμ­μα­τείς, τους Φα­ρι­σαί­ους, με τον Ι­ού­δα και με τον Πέ­τρο πά­νω στην ο­λι­γο­ψυ­χί­α του ό­πως την α­κού­σα­με λί­γο πριν. Κα­θη­με­ρι­νά Τον σταυ­ρώ­νου­με. Κα­θη­με­ρι­νά Τον προ­δί­δου­με. Κα­θη­με­ρι­νά Τον αρ­νού­με­θα. Κα­θη­με­ρι­νά ψελ­λί­ζου­με "δεν θα πά­ω ε­γώ με τον σταυ­ρό στο χέ­ρι". Κα­θη­με­ρι­νά μι­σού­με τους ε­χθρούς μας. Κα­θη­με­ρι­νά κα­τα­κρί­νου­με. Κα­θη­με­ρι­νά δεν συγ­χω­ρού­με. Κα­θη­με­ρι­νά δεν αυ­ξά­νου­με τα χα­ρί­σμα­τά μας προς ό­φε­λος των άλ­λων, αλ­λά μό­νο για να α­πο­κο­μί­σου­με κέρ­δος, δό­ξα, τι­μές, ι­σχύ, ε­ξου­σί­α. 

          Αν έ­πρε­πε να α­να­ζη­τή­σου­με που βρι­σκό­μα­στε ε­μείς, που θα ή­μα­σταν αν ζού­σα­με ε­κεί­να τα χρό­νια, εί­ναι πο­λύ εύ­κο­λο να κα­τα­λά­βου­με ό­τι θα συν­τα­ζό­μα­σταν μ' αυ­τούς που έβρι­ζα­ν και κα­τη­γο­ρού­σαν. Θα φω­νά­ζα­με να σωθεί ο Βα­ραβ­βάς κι ό­χι ο Χρι­στός. Για­τί το φω­νά­ζου­με και στην ση­με­ρι­νή ε­πο­χή μια και έ­χου­με ε­πι­λέ­ξει τον ρό­λο του πλή­θους, του ό­χλου, αυ­τού που κραυ­γά­ζει, που φω­νά­ζει, που αρ­νεί­ται τις α­ξί­ες, που δεν το εν­δι­α­φέ­ρει κα­θό­λου αν ο Χρι­στός ήρ­θε, σταυ­ρώ­θη­κε, α­να­στή­θη­κε, α­γά­πη­σε, συγ­χώ­ρη­σε, αν κή­ρυ­ξε την Α­νά­στα­ση των νε­κρών. Αλ­λά ζού­με σαν να πρό­κει­ται να πε­θά­νου­με αύ­ριο και κοι­τά­με τι θα φά­με, τι θα αρ­πά­ξου­με, πως θα εκ­δι­κη­θού­με...


           

          12/4/12

          Η ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΙ ΕΜΕΙΣ...




          Ό­ταν ο Κύ­ριος κα­λεί τους μα­θη­τές Του στον Μυ­στι­κό Δεί­πνο δεν μας πα­ρα­δί­δει πως κά­ποι­ες φο­ρές τον χρό­νο ή έ­στω κά­θε Κυ­ρια­κή οι Χρι­στια­νοί πη­γαί­νουν να κοι­νω­νή­σουν, τρώγοντας κάτι το ο­ποί­ο απλώς θα ο­νο­μά­ζουν σώ­μα και αί­μα Του. Στο Μυ­στι­κό Δεί­πνο ο Χρι­στός εγκαινιάζει έ­ναν ο­λό­κλη­ρο τρό­πο και μια αν­τί­λη­ψη ζω­ής. Μια νέ­α κο­σμο­θε­ω­ρί­α, η ο­ποί­α δεν εί­ναι κά­τι για να το πι­στεύ­ου­με και να το σκε­φτό­μα­στε, αλ­λά κά­τι για να το ζού­με. 

          Η Θεί­α Κοι­νω­νί­α εί­ναι το α­πο­κο­ρύ­φω­μα αυ­τής της ζω­ής. Εί­ναι το σύμ­βο­λο ε­κεί­νο το μυ­στη­ρια­κό, με το ο­ποί­ο ζού­με ταυ­τό­χρο­να στο πα­ρελ­θόν, στο πα­ρόν και στο μέλ­λον. Θυ­μό­μα­στε ό­λα τα γε­γο­νό­τα της Θεί­ας οι­κο­νο­μί­ας, αυ­τά που μνη­μο­νεύ­ου­με την Μ. Ε­βδο­μά­δα. Θυ­μό­μα­στε τα έ­σχα­τα, ό­τι δη­λα­δή θα γί­νει Δευ­τέ­ρα Πα­ρου­σί­α, και για ό­σους πι­στέ­ψα­νε στον Ι­η­σού Χρι­στό αλ­λά και για ό­σους αν­θρώ­πους έ­ζη­σαν ε­π' α­γα­θό παν­τα­χού της γης θα υ­πάρ­χει μα­κα­ρι­ό­τη­τα.

          Τι νόημα έχει άραγε η Θεί­α Κοι­νω­νί­α χω­ρίς εκκλησιαστική ζω­ή, χωρίς Ευαγγέλιο; Τι νόημα έχει να συμμετέχουμε στην Θεία Ευχαριστία, αν την ζωή μας την χαρακηρίζει η αχαριστία, η γκρίνια, η οργή και η κατάκριση;Έ­χου­με φτά­σει σε  τό­σο με­γά­λη έκ­πτω­ση οι Νε­ο­έλ­λη­νες, που πολ­λοί α­πό ε­μάς έ­χου­με την ψευ­δαί­σθη­ση, ό­τι αν πά­με 1-2 φο­ρές τον χρό­νο και κοι­νω­νή­σου­με κάτι γίνεται. Κι άλ­λοι α­πό ε­μάς παρ'ότι πη­γαί­νου­με κά­θε βδο­μά­δα στην εκ­κλη­σί­α, δεν ζού­με χρι­στι­α­νι­κά κι έ­χου­με οι καημένοι την εν­τύ­πω­ση ό­τι αυ­τό εί­ναι ορ­θό­δο­ξη ζω­ή κι ό­τι αυ­τό ζή­τη­σε ο Χρι­στός α­πό ε­μάς. Ε­τού­το εί­ναι πλά­νη. Και εί­ναι πλά­νη με­γά­λη, για­τί εκ­κλη­σια­σμός χω­ρίς Ζω­ή εί­ναι τύ­πος. Θεί­α κοι­νω­νί­α χω­ρίς Χριστό εί­ναι πα­ρα­μύ­θι. 

          Αύ­ριο το πρω­ί και το Μ. Σάβ­βα­το και τα Χρι­στού­γεν­να και τον Δε­κα­πεν­ταύ­γου­στο πολ­λοί α­πό ε­μάς πη­γαί­νου­με να κοι­νω­νή­σου­με, ε­νώ κα­τά τ' άλ­λα η ζω­ή μας εί­ναι ί­δια με των υ­πό­λοι­πων αν­θρώ­πων που δεν εί­ναι χρι­στια­νοί. Κι έ­χου­με την ψευ­δαί­σθη­ση ό­τι ε­πει­δή θα με­τα­λά­βου­με κά­τι θα γί­νει. Ό­μως ε­κεί­νο που πε­τυ­χαί­νου­με α­πλώς εί­ναι, εί­τε μια συ­ναι­σθη­μα­τι­κή σχέ­ση με το μυ­στή­ριο, εί­τε αν το δού­με λι­γά­κι πιο αυ­στη­ρά, α­να­ξί­ως  κοι­νω­νού­με, ό­πως λέ­ει ο α­πό­στο­λος Παύ­λος. 

          Κα­τά το Μυ­στι­κό Δεί­πνο ο Χρι­στός κη­ρύσ­σει μια ο­λό­κλη­ρη αν­τί­λη­ψη ζω­ής. Ή πιο σω­στά την α­να­κε­φα­λαι­ώ­νει για­τί την έ­χει κη­ρύ­ξει ε­πί τρί­α χρό­νια. Μην ξε­χνά­τε ό­τι στο Μυ­στι­κό Δεί­πνο λέ­ει στους μα­θη­τές Του ε­πι­γραμ­μα­τι­κά ό,τι τους εί­χε πει και πριν, τους προ­α­ναγ­γέλ­λει ό­λα τα γε­γο­νό­τα της Θεί­ας οι­κο­νο­μί­ας και τους ζη­τά­ει να τους πλύ­νει τα πό­δια. Για να τους θυ­μί­σει ό­τι α­πό ε­δώ και πέ­ρα θα πρέ­πει ε­κεί­νοι και να πο­ρευ­τούν στο ί­διο πά­θος που κι Ε­κεί­νος θα πο­ρευ­τεί και να κά­νουν ό,τι έ­κα­νε ο Ί­διος, να κη­ρύ­ξουν την Όντως Ζωή. Αλ­λά τους θυ­μί­ζει ό­τι η α­πο­στο­λή των χρι­στια­νών στον κό­σμο εί­ναι η δι­α­κο­νί­α των άλ­λων κι ό­χι η αυ­το­δι­καί­ω­ση και ο φα­να­τι­σμός. Συ­νε­πώς, Θεί­α Κοι­νω­νί­α χω­ρίς ζω­ή χρι­στι­α­νι­κή, εί­ναι ό­τι κο­ρο­ϊ­δεύ­ου­με τον ε­αυ­τό μας α­πλώς.
           
          Ας το θυ­μό­μα­στε αυ­τό και σή­με­ρα και αύ­ριο και ό­λη την χρο­νιά. Και ας σκύ­ψου­με με προ­σο­χή πά­νω στον λό­γο του Θε­ού, στο ευ­αγ­γέ­λιο. Για να δού­με τι θέ­λει α­πό ε­μάς ο Χρι­στός. Πολ­λοί α­πό ε­μάς ίσως βρι­σκό­μα­στε σε πε­ρί­ο­δο δυ­σκο­λί­ας. Άλ­λοι, οι νε­ό­τε­ροι α­να­ζη­τούν τα ί­χνη τους στην ζω­ή. Άλ­λοι, με­γα­λύ­τε­ροι μπο­ρεί να βρί­σκον­ται βυ­θι­σμέ­νοι στην ρου­τί­να ή σε προ­βλή­μα­τα. Σε ό­ποι­α κα­τά­στα­ση και να εί­μα­στε, σε ό­ποι­α η­λι­κί­α και να εί­μα­στε, σε ό­ποι­α δυ­σκο­λί­α και να εί­μα­στε, Ε­κεί­νος μας πε­ρι­μέ­νει. 

          Για­τί ο Χρι­στός εί­ναι ο Θε­ός της α­γά­πης. Δεν τι­μω­ρεί, δεν κο­λά­ζει κα­νέ­να. Μό­νο πε­ρι­μέ­νει. Μό­νο α­γα­πά­ει. Μό­νο ζη­τά­ει. Το ζή­τη­μα εί­ναι πό­τε ε­μείς θα α­φυ­πνι­στού­με για να ξε­φύ­γου­με α­πό την θλί­ψη μας, την μι­ζέ­ρια μας, την στε­νο­χώ­ρια μας, τον ψυ­χα­ναγ­κα­σμό μας, την κα­κί­α μας, την μι­σαλ­λο­δο­ξί­α μας και να Τον α­να­ζη­τή­σου­με στη ζω­ή μας. Ο Χρι­στός δεν εί­ναι μια α­πρό­σω­πη δύ­να­μη. Εί­ναι ο Θε­ός που ε­ναν­θρώ­πι­σε, μας μί­λη­σε κι ως πρό­σω­πο πρέ­πει να Τον α­να­ζη­τού­με στην ζω­ή μας. 

          Τι νό­η­μα έ­χει να κοι­νω­νού­με αν δεν ε­πι­κοι­νω­νού­με μα­ζί Του; Τι νό­η­μα έ­χει να κοι­νω­νού­με αν δεν Τον α­να­ζη­τού­με κά­θε μέ­ρα; Ό­χι ως α­πο­κούμ­πι, αλ­λά ως πα­τέ­ρα, ως α­δερ­φό, ως φί­λο, ως στή­ριγ­μα και δύ­να­μη. Τι νό­η­μα έ­χει τε­λι­κά να εκ­κλη­σι­α­ζό­μα­στε αν δεν κά­νου­με την ζω­ή Του ζω­ή μας; Ε­πα­να­λαμ­βά­νω ό­μως: ό­σο κι αν σφάλ­λα­με μας πε­ρι­μέ­νει. Ε­βδο­μη­κον­τά­κις ε­πτά να πέ­φτου­με, μας ζη­τά­ει να ση­κω­θού­με. Ό­πως έ­λε­γε και σ' ό­λα αυ­τά τα πρό­σω­πα μέ­σα στο Ευ­αγ­γέ­λιο. Μπο­ρεί να α­μαρ­τά­να­νε συ­νε­χώς αλ­λά τους έ­λε­γε "σή­κω και προ­χώ­ρα". Να προ­σέ­χου­με έ­να πράγ­μα μό­νο. Να μην γί­νου­με Φα­ρι­σαί­οι και Ι­ού­δες και να Τον προ­δί­δου­με. Ή να πα­ρι­στά­νου­με τους σω­σμέ­νους κι έ­τσι να εί­μα­στε μα­κριά α­πό το νυμ­φώ­να Του. 

          Έ­τσι λοι­πόν, κα­θώς ξη­με­ρώ­νει το α­πο­κο­ρύ­φω­μα της Μ. Ε­βδο­μά­δος, το Πά­θος που ο­δη­γεί στην Α­νά­στα­ση, ας στο­χα­στού­με, ας προ­σευ­χη­θού­με, ας χα­μο­γε­λά­σου­με, ας συγ­χω­ρή­σου­με τον ε­αυ­τό μας πρώ­τ' α­π' ό­λα και με­τά τους άλ­λους κι ας α­πο­ζη­τή­σου­με τον Χρι­στό στην ζω­ή μας πε­ρισ­σό­τε­ρο. Α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο. Για­τί ε­πει­δή ζού­με σε δύ­σκο­λες ε­πο­χές έ­χου­με το προ­νό­μιο να βλέ­που­με πε­ρισ­σό­τε­ρο την μα­ται­ό­τη­τα του βί­ου μας και να Τον α­να­ζη­τά­με πιο πο­λύ στην ζω­ή μας. Α­μήν.

          Απομαγνητοφώνηση: Αναστασία Χ.


          11/4/12

          Ο ΚΥΚΛΟΣ ( Η Κασσιανή και η πόρνη)






          Ομιλία του π. Χριστόδουλου Μπίθα


          Την Με­γά­λη Τε­τάρ­τη η Εκ­κλη­σί­α προ­βάλ­λει ως πρό­τυ­πο με­τα­νοί­ας  την α­μαρ­τω­λή γυ­ναί­κα που με­τα­νι­ω­μέ­νη ά­λει­ψε τα πό­δια του Κυ­ρί­ου με μύ­ρο, για­τί έ­δει­ξε με­γά­λη α­γά­πη και πί­στη στον Χριστό. Την η­μέ­ρα αυ­τή ψάλ­λε­ται το πε­ρί­φη­μο τρο­πά­ριο της υ­μνο­γρά­φου Ο­σί­ας Μο­να­χής Κασ­σια­νής.

          Ο Αβ­βας Δω­ρό­θε­ος για να πε­ρι­γρά­ψει τις σχέ­σεις των αν­θρώ­πων με τον Θε­ό και τον πλη­σί­ον μάς λέ­ει: Φαν­τα­στεί­τε έ­να κύ­κλο  πά­νω στη γη, σαν έ­να σχή­μα στρογ­γυ­λό που χά­ρα­ξε κά­ποι­ος με δι­α­βή­τη α­π’ το κέν­τρο του κύ­κλου. Προ­σέξ­τε τώ­ρα. Υ­πο­θέ­στε ό­τι ο κύ­κλος αυ­τός εί­ναι ο κό­σμος και ό­τι το κέν­τρο του κύ­κλου εί­ναι ο Χρι­στός. Οι α­κτί­νες του κύ­κλου α­πό την πε­ρι­φέ­ρεια προς το κέν­τρο εί­ναι οι δρό­μοι για το Θε­ό, δη­λα­δή οι τρό­ποι ζω­ής των αν­θρώ­πων. Προ­χω­ρούν λοι­πόν οι πι­στοί προς το ε­σω­τε­ρι­κό του κύ­κλου ε­πι­θυ­μών­τας να πλη­σιά­σουν τον Θε­ό. Και ό­σο προ­χω­ρούν προς το κέν­τρο τό­σο πλη­σιά­ζουν και τον Θε­ό και με­τα­ξύ τους. 

          Αυ­τή εί­ναι η φύ­ση της α­γά­πης. Ό­ταν εί­μα­στε έ­ξω α­πό τον κύ­κλο και δεν α­γα­πά­με τον Θε­ό, τό­τε εί­μα­στε και α­πο­μα­κρυ­σμέ­νοι ο κα­θέ­νας α­π’ τον πλη­σί­ον. Αυ­τό δη­λα­δή που συμ­βαί­νει στην κοι­νω­νί­α μας και σή­με­ρα και πάν­το­τε. Αν ό­μως α­γα­πή­σου­με πραγ­μα­τι­κά τον Θε­ό, τό­τε ό­σο πλη­σι­ά­ζου­με το Θε­ό με την α­γά­πη για Κεί­νον, τό­σο ε­νω­νό­μα­στε με την α­γά­πη για τον πλη­σί­ον, και ό­σο ε­νω­νό­μα­στε με τον πλη­σί­ον τό­σο ε­νω­νό­μα­στε και με το Θε­ό.

          Ό­σο πλη­σι­ά­ζου­με προς το κέν­τρο, άν­θρω­ποι εν­τε­λώς δι­α­φο­ρε­τι­κοί με­τα­ξύ μας, εί­τε έ­χου­με ε­θνι­κές δι­α­φο­ρές, εί­τε τα­ξι­κές, εί­τε μορ­φω­τι­κές, εί­τε κοι­νω­νι­κές, γι­νό­μα­στε κοι­νω­νοί της α­γἀ­πης του Χρι­στού, μέ­το­χοι του σώ­μα­τος και αί­μα­τός του, α­κό­ρε­στοι κοι­νω­νοί του κοι­νού πο­τη­ρί­ου της α­γά­πης του...









          10/4/12

          Α­δερ­φοί, να χαί­ρε­στε πάν­το­τε!

           

          Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Χριστόδουλου Μπίθα


          Την Κυ­ρια­κή πριν το Πά­σχα και α­φού έ­χει γί­νει το θαύ­μα της α­να­στά­σε­ως τού Λα­ζά­ρου κι έ­χει α­κου­στεί πο­λύ στην Ι­ε­ρου­σα­λήμ, ο Ι­η­σούς Χρι­στός πα­ραγ­γέλ­νει στους μα­θη­τές Του να βρουν έ­να γα­ϊ­δου­ρά­κι και μ’ αυ­τό να μπει στα Ι­ε­ρο­σό­λυ­μα.

          Με την πράξη αυτή πα­ρα­πέμ­πει κα­τευ­θεί­αν στον προ­φή­τη Η­σα­ΐ­α, ό­ταν ε­κεί­νος α­ναγ­γέλ­λει ό­τι κά­πο­τε με αυ­τό τον τρό­πο, "επί πώλου όνου", ό­πως το α­κού­σα­με στο Ευ­αγ­γέ­λιο θα έρ­θει ο Μεσ­σί­ας-αυ­τός που θα σώ­σει τον Ισ­ρα­ήλ. Βε­βαί­ως, το ποιός θα ή­ταν ο Μεσ­σί­ας ή­ταν έ­να ζή­τη­μα αμ­φι­σβη­τού­με­νο που ο­δή­γη­σε τε­λι­κά και στην κα­τα­δί­κη του Χρι­στού α­πό τους Ε­βραί­ους, α­φού πε­ρί­με­ναν έ­ναν Μεσ­σί­α που θα εί­χε πο­λι­τι­κή ε­ξου­σί­α και ισχύ,  κι ό­χι αυ­τό το ο­ποί­ο ή­ταν ο Χρι­στός.

           Ο Χρι­στός δεν μπή­κε στην πό­λη πά­νω σ’ έ­να υ­πέ­ρο­χο ά­λο­γο, ό­πως συ­νή­θως μπαί­νουν οι βα­σι­λιά­δες, οι πρίγ­κι­πες, οι πο­λε­μι­στές, αυ­τοί οι ο­ποί­οι προ­τάσ­σουν την ε­ξου­σί­α και την δύ­να­μή τους. Ο Χρι­στός μ’ αυ­τή την κί­νη­ση δη­λώ­νει ό­τι εκ­πλη­ρώ­νει την προ­φη­τεί­α και ταυ­τό­χρο­να χλευά­ζει τους ι­σχυ­ρούς της γης σε ό­λες τις ε­πο­χές. Κι ο λα­ός, ε­πει­δή γνω­ρί­ζει την προ­φη­τεί­α, ε­πει­δή έ­χει α­κού­σει για την α­νά­στα­ση του Λα­ζά­ρου, το θαύ­μα των πεν­τα­κι­σχι­λί­ων κι ό­λα τα άλ­λα θαύ­μα­τα, ο λα­ός αυ­τός που τό­σο εύ­κο­λα πα­ρα­σύ­ρε­ται, ό­πως πάν­τα, ό­πως και τώ­ρα, παίρ­νει τα βά­ι­α των φοι­νί­κων και αρ­χί­ζει και τα κου­νά­ει κα­θώς Ε­κεί­νος μπαί­νει στην πύ­λη πά­νω στο γα­ϊ­δου­ρά­κι. Για­τί το κά­νουν αυ­τό;...



          5/4/12

          ΜΙΑ ΟΜΙΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ "ΙΕΡΕΑΣ"



           
          Ἐκφωνήθηκε ἀπό τόν π. Χριστόδουλο Μπίθα
          στήν προβολή πού ἔκανε ἡ παρέα 
          τοῦ Ἁγίου Δημητρίου Λουμπαρδιάρη
           στο Cine Κεραμεικός στις 3/4/2012
              
          * * *

          Ὁ Γάλ­λος κρι­τι­κός Ζόρζ Σαν­τούλ, εἶ­χε πεῖ πώς ὁ κι­νη­μα­το­γρά­φος εἶ­ναι ἡ «δυ­να­μι­κό­τε­ρη μορ­φή τέ­χνης, πού ἀ­πευ­θύ­νε­ται στά πλα­τιά κοι­νω­νι­κά στρώ­μα­τα». Γι αὐ­τό, ἡ 7η τέ­χνη ἔ­γι­νε βι­ο­μη­χα­νί­α ἀ­νό­η­της δι­α­σκέ­δα­σης, μέ­σο ὑ­ψη­λῆς αἰσθητικῆς καί ψυ­χα­γω­γί­ας, ἀλ­λά καί μέ­σο προ­πα­γάν­δας γιά τίς δι­ά­φο­ρες ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κές ἐ­ξου­σί­ες ὥστε νά πε­ρά­σουν τό μή­νυ­μά τους, νά πα­ρου­σιά­σουν τήν δι­κή τους ἐκ­δο­χή τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας.

          Ὁ κι­νη­μα­το­γρά­φος ὡς τέ­χνη συν­θέ­τει ὅ­λες τίς ὑ­πό­λοι­πες τέ­χνες ἀλ­λά καί ἐκ­πλη­ρώ­νει μιά βα­θύ­τα­τη ἀ­νάγ­κη τοῦ ἀν­θρώ­που: νά δεῖ καί ν' ἀ­κού­σει χω­ρίς ἐν­δι­ά­με­σους (κυ­βερ­νή­σεις, πο­λι­τι­κούς, ΜΜΕ). Νά δοῦ­με καί ν’ ἀ­κού­σου­με: ἕ­ναν ἄν­θρω­πο σέ στιγ­μές ἀ­πελ­πι­σί­ας, μιά γυ­ναῖ­κα νά ἀ­να­λύ­ε­ται σέ λυγ­μούς ἤ ἕ­να παι­δί νά θρη­νεῖ... Ἁ­πλά πράγ­μα­τα πού τό μά­τι μας ἔ­χει μά­θει νά τά ἀ­πο­φεύ­γει. Με­ρι­κές ται­νί­ες τά ἐ­πα­να­φέ­ρουν στήν μνή­μη μας καί ἔ­τσι μᾶς ἑ­νώ­νουν μέ τήν ζω­ή μ' ἕ­να δε­σμό σχε­δόν ἀ­ό­ρα­το. Μᾶς πα­ρου­σιά­ζουν τήν ἀ­λή­θεια μέ ἕ­να τρό­πο λυ­ρι­κό καί κρυ­στάλ­λι­νο, ἀ­να­τρέ­πουν κυ­ρί­αρ­χες ἰ­δε­ο­λο­γί­ες, ἀ­να­δει­κνύ­ουν τό καί­ριο καί ση­μαν­τι­κό, προ­βάλ­λουν πρό­τυ­πα ζω­ῆς, κι ὄ­χι χάρ­τι­νους ἥ­ρω­ες πού ἀ­πο­κοι­μί­ζουν καί δι­α­φθεί­ρουν τήν συ­νεί­δη­ση.

          Ἡ ται­νί­α «Ὁ Ἱ­ε­ρέ­ας» εἶ­ναι μιά τέ­τοι­α ται­νί­α. Πε­ρι­γρά­φει τήν ἀ­λή­θεια χω­ρίς νά σοῦ δί­νει τήν ἐν­τύ­πω­ση τῆς στρα­τευ­μέ­νης τέ­χνης. Μέ τρό­πο ποι­η­τι­κό μά συ­νά­μα ρε­α­λι­στι­κό, λέ­ει ἀ­λή­θει­ες πού πολ­λοί προ­σπά­θη­σαν χρό­νια τώ­ρα νά πα­ρα­χα­ρά­ξουν. Εἶ­ναι ἕ­να σύγ­χρο­νο συ­να­ξά­ρι ὀ­σια­κοῦ καί μαρ­τυ­ρι­κοῦ βί­ου, τόν ὁ­ποῖ­ο ἔ­ζη­σαν χι­λιά­δες δί­και­οι των και­ρῶν μας. Μᾶς πε­ρι­γρά­φει μέ ἁ­δρά χρώ­μα­τα πιά εἶ­ναι ἡ ὁ­μο­λο­γί­α ἑ­νός ἱ­ε­ρέ­α – ἀλ­λά κα­τ’ ­ἐ­πέ­κτα­ση καί ὁ­ποι­ου­δή­πο­τε Χρι­στια­νοῦ σέ και­ρούς δύ­σκο­λους και δίσεκτους.

          Νά συμ­πλη­ρώ­σω ὅ­τι στήν ται­νί­α  παρατηροῦμε μιά με­γά­λη ἰ­σορ­ρο­πί­α μεταξύ φόρ­μας καί πε­ρι­ε­χό­με­νου. Δέν εἶ­ναι ἁ­πλῶς μιά κη­ρυγ­μα­τι­κή ται­νί­α. Εἶ­ναι μιά ται­νί­α μέ πο­λύ στέ­ρε­α ἀ­φή­γη­ση. μέ ἀρ­χή, μέ­ση καί τέ­λος καί ταυ­τό­χρο­να μέ μιά ποι­η­τι­κή κι­νη­μα­το­γρά­φη­ση, πολ­λές σκη­νές, πολ­λά πλά­να, γρή­γο­ρο μον­τάζ. Ὅ­μως ἔ­χου­με κι ἕ­να θαυ­μά­σιο σε­νά­ριο, ἕ­να θαυ­μά­σιο πε­ρι­ε­χό­με­νο. Δέν ἀ­φή­νει τόν θε­α­τή κα­θό­λου νά κου­ρα­στεῖ, ἀλ­λά ἐ­πι­βάλ­λει μέ γλα­φυ­ρό τρό­πο ἕ­να ὑ­ψη­λό πνευ­μα­τι­κό προ­βλη­μα­τι­σμό...



          1/4/12

          ΠΩΣ ΝΑ ΧΩΡΕΣΕΙ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ;


          Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Χριστόδουλου Μπίθα


           Κά­θε φο­ρά που έ­χου­με ως κέν­τρο της σύ­να­ξής μας τα τα θαυ­μα­στά γε­γο­νό­τα της θεί­ας οι­κο­νο­μί­ας, νοι­ώ­θου­με μια ι­δι­αί­τε­ρη δο­ξο­λο­γί­α για­τί μας δί­νε­ται η ευ­και­ρί­α να ευ­χα­ρι­στή­σου­με και να χα­ρού­με για την πα­ρου­σί­α του Θε­ού στον κό­σμο και την ζωή μας, πα­ρ’ ό­τι γιά ό­σους δεν πι­στεύ­ουν, αυ­τές οι γι­ορ­τές α­πο­τε­λούν σκάν­δα­λο και πη­γή αμ­φι­βο­λι­ών. 

          Πώς να χω­ρέ­σει το μυα­λό του αν­θρώ­που ό­τι η Πα­να­γί­α χω­ρίς να βρε­θεί με άν­τρα, γεν­νή­σε παι­δί και μά­λι­στα ότι αυ­τό το παι­δί ήταν ο σαρ­κω­μέ­νος Θε­ός; 

          Τον αι­ώ­να που δι­α­νύ­ου­με μα και τον προ­η­γού­με­νο, ο άν­θρω­πος τό­σο πο­λύ προ­ό­δευ­σε με την δω­ρε­ά που του έ­δω­σε ο Θε­ός να ε­ξε­λίσ­σει το μυα­λό του, την κρι­τι­κή του σκέ­ψη, τις γνώ­σεις του, την ε­πι­στή­μη του, την τε­χνο­λο­γί­α του κι ό­λες τις ε­πι­στή­μες. Ό­μως συ­νά­μα πε­ρά­σα­με σε μια ε­πο­χή με­γά­λης αμ­φι­σβή­τη­σης.

           Ό­σο και να μπο­ρού­με με το μυα­λό μας να συλ­λά­βου­με τό­σα πολ­λά και υ­πέ­ρο­χα, άλ­λο τό­σο α­δυ­να­τού­με να α­πο­δε­χτού­με αυ­τό το υπέρλογο γε­γο­νός. Πώς εί­ναι δυ­να­τόν, Αυ­τός ο Θε­ός που δεν Τον βλέ­που­με, που οι πα­λιοί άν­θρω­ποι νό­μι­ζαν ό­τι κα­τοι­κεί στους ου­ρα­νούς, που αρ­γό­τε­ρα πί­στευ­αν ό­τι ή­ταν έ­νας Θε­ός που τι­μω­ρού­σε, πώς να πι­στέ­ψουν ό­τι έ­γι­νε άν­θρω­πος, μας μίλησε γι αγάπη και συγχώρεση κι ύστερα ατιμωτικά μα­στι­γώ­θη­κε, σταυ­ρώ­θη­κε και με­τά πώς να πι­στέ­ψουν ό­τι μπο­ρεί να α­να­στή­θη­κε;...