26/11/07

ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΛΗΞΕΙ ΤΟ ΤΡΙΜΗΝΟ, ΝΟΙΩΘΩ ΜΕΤΕΞΕΤΑΣΤΕΑ...

Στα εικοσιέξι μου μετράω κιόλας ένσημα τριών χρόνων ως φιλόλογος σε σχολείο. Αρχαία, Νέα, Ιστορία, επτά διαφορετικά βιβλία και 150 παιδιά 12 – 15 χρονών - ζωή να ‘χουν - απασχολούν εφέτος τη σκέψη μου και απορροφούν πολύ από τον χρόνο μου. Βασανίζομαι από την τελειομανία και τις συγκρίσεις (κοινώς από τον εγωισμό μου) και κάνω αγώνα για να μην ζαλίζω τους φίλους μου σχετικά. Υπόσχομαι τώρα να μην γκρινιάξω για τον οίκαδε φόρτο προετοιμασίας και διόρθωσης, μήτε να αναφερθώ στο πόσο βουνό μού φαίνεται να μεγαλώνεις παιδιά την σήμερον ημέρα (με αναπαύει προσωρινά η σκέψη πως, αν έχεις ένα παράδειγμα και μια αντιπρόταση, με τη βοήθεια του Θεού, μπορούν πολλά να γίνουν). Δεν θα σταθώ ούτε στο χωλαίνον εκπαιδευτικό σύστημα εν γένει, αν και όντως οι καθηγητές είμαστε ως επί το πλείστον ακατάρτιστοι, η οριζόμενη ύλη δεν κερδίζει ούτε κεντρίζει ιδιαιτέρως τα παιδιά, οι σχολικοί εκκλησιασμοί ευτελίζονται, ενώ το νέο βιβλίο Ιστορίας Γ’ Γυμνασίου απορώ πώς περνά ασχολίαστο. Θα εμμείνω σε θέματα της σχολικής καθημερινότητας, στις τρικλοποδιές της απειρίας και της απιστίας μου…


1. Φασαρία: Παλιά υπήρχαν καθηγητές που τους έτρεμαν τα παιδιά. Ακόμα και σήμερα περνώντας έξω από τάξη έμπειρης συναδέλφου ζηλεύω με την άκρα σιωπή που επικρατεί και την επιμέλεια των μαθητών που φοβούνται μην μείνουν. Εγώ όμως δεν μπορώ «να το παίξω μπαμπούλας». Ξεκίνησα απειλώντας απλώς μα σύντομα πιάστηκα ανακόλουθη. Συνέχισα παραπονούμενη ώσπου ένιωσα τη μιζέρια του θέ(ά)ματος. Σημείωνα ποινολόγια και έβγαζα εκτός τάξης ώσπου ένας 15χρονος μαθητής - από τους σεσημασμένους άτακτους- στην αρχή της χρονιάς, σε μια άσκηση αυτοσύστασης όρισε κυνικά πως για τους καθηγητές είναι απλώς «ένα όνομα στο ποινολόγιο». Έκτοτε, δεν μπορώ να πετάξω μαθητή έξω. Κάποιες φορές όμως είναι απογοητευτικό να μιλάς εσύ και μαζί σου άλλοι δέκα. Άσε που από όσα λες, ελάχιστα συγκρατούν τα παιδιά. «Ο σεβασμός πρέπει να κερδίζεται και όχι να επιβάλλεται». Κι αν οι απέναντί σου δεν έχουν μάθει να σέβονται;


2. Πίεση: Αποφάσισα να μη λειτουργώ υπό την απειλή αλλά να εμπνεύσω τα παιδιά με την όρεξη που έχω εγώ για το αντικείμενό μου. Ξέρω πως η ποίηση με συγκινεί, πως η Ιστορία με μαγεύει, πως χάρη στα αρχαία συμμετέχω πληρέστερα στις Ιερές Ακολουθίες και συνειδητοποιώ τον διάφανο ιστό που συνέχει τη γλώσσα μας, πως δια της Έκθεσης κεντρίστηκα να προβληματιστώ και να καλλιεργηθώ. Καταθέτω, λοιπόν, το μεράκι, τον ενθουσιασμό, το χαμόγελό μου. Επιστράτευσα ηλεκτρονικά μέσα και αναζητώ ευφάνταστες ιδέες. Αρκεί όμως αυτό; Ο «συντονισμός της ύλης» πιέζει και τα παιδιά δεν έχουν μάθει έτσι. Μήπως πιέζοντάς τα κάτι καλύτερο πετύχω;


3. Προσωπική σχέση. Έχει υπολογιστεί πως με τις 775 ώρες που κατά μέσο όρο διδάσκεται το ελληνόπουλο αρχαία, αν πήγαινε σε φροντιστήριο Αγγλικών, θα είχε πάρει το Lower. Εμάς όμως το μάθημα φαντάζει ατελέσφορο. Πού είναι η ευρύτερη καλλιέργεια και γιατί να υπάρχει μόνο βαθμοθηρία ή βαρεμάρα; Χρονικές αντικαταστάσεις που παραπέμπουν σε γλωσσοδέτες, παπαγαλία λογοτεχνικών αναλύσεων… Δέχτηκα πως κάποια παιδιά δεν ενδιαφέρονται ό,τι και να κάνω ενώ τα υπόλοιπα θα βρουν το δρόμο τους. Έπειτα, όταν ξέρεις τη φουρτούνα της εφηβείας και τα δυσθεώρητα οικογενειακά προβληματα της πλειονότητας, θα επιμείνεις για τα συνηρημένα σε –όω ή τις ευρωπαϊκές επαναστάσεις του 1848; Με έμπλεξε αυτή η «ψυχαναλυτική» οπτική μου. Συνήθιζα να προσεγγίζω τα παιδιά. Επένδυσα, λοιπόν, στη σχέση. Από γνήσιο ενδιαφέρον. Τα έπαιρνα από άλλα μαθήματα αν ψιλιαζόμουν πως κάτι τα απασχολεί. Επικοινωνώ μαζί τους και ηλεκτρονικά, τους έχω στην προσευχή μου. Η στάση αρκετών άλλαξε. Σκεφτόμουν μήπως στον ελεύθερο χρόνο μου κανονίσω να πάμε σε μουσεία που τόσο με ενθουσιάζουν. Όμως αυτός είναι ο ρόλος μου, υποκατάστατο ξεναγού – κακέκτυπο ψυχαναλυτή;


Πού τελειώνει ο δημιουργικός οίστρος και πού αρχίζει η τελειομανία και η αυτοϊκανοποίηση, το κυνήγι της υστεροφημίας; Μήπως η επαγγελματική παραγκωνίζει την προσωπική μου ζωή; Εκ του αποτελέσματος κρινόμαστε μα, αν έχετε κάτι να προτείνετε, πείτε μου.

Μ’ αυτούς μέσαις άκραις τους προβληματισμούς πέρασε άλλο ένα τρίμηνο και καλούμαι να βαθμολογήσω. Να είμαι επιεικής ή αυστηρή; Πώς ορίζεται η δικαιοσύνη; Μάλλον είμαι η μόνη μετεξεσταστέα και την πληρώνουν άλλοι. Όμως όποτε βυθίζομαι σ’ αυτόν τον λαβύρινθο των αγχογόνων σκέψεων ξεχνώ τον βασικότερο καταλύτη… Ο Θεός ας μας φωτίζει και οι τρείς Ιεράρχες ας πρεσβεύουν για όλου του κόσμου τα παιδιά.

Ε.Χ.Κ.


Και συ κράτα την προαίρεσή σου ζωντανή καλή μας δασκάλα. Το ζήτημα είναι να μην κουραστείς απ' όλα αυτά που αναφέρεις και εγκαταλείψεις. Κράτα γερά και σιγά -σιγά θά' ρθει η φώτιση κι η ωριμότητα για να τα βγάζεις πέρα,και θα πάρεις τις απαντήσεις που χρειάζεσαι...


25/11/07

ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ (Νο 4)...

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΙΛΟΥΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΟ

Λάβαμε άλλο ένα κείμενο από φίλη καθηγήτρια και το δημοσιεύουμε:

« Δε λέω πως δεν υπάρχεις. Υπάρχεις. Αλλά, να, πιστεύω πως σ’ έφτιαξαν οι άνθρωποι. Σ’ έφτιαξαν μ’ όλη τη δύναμη της καρδιάς τους γιατί χρειάζονταν κάποιον να πιστεύουν, ένα στήριγμα. Είτε λέγεσαι Ιησούς, είτε Μωυσής είτε Βούδας, είσαι ο ίδιος. Και σαν κάθε δημιούργημα του ανθρώπου, που οφείλεται στην αγάπη, ανακουφίζεις. Έρχεται το παιδί το ετοιμοθάνατο, προσεύχεται, ανακουφίζεται. Οι γονείς του κλαίνε, ο παπάς: «τέκνον μου», το παιδί όμως γαλήνιο. Ανακουφίζεις. Η σκέψη σου και μόνο ανακουφίζει. Γιατί στην πραγματικότητα, ο ίδιος ο άνθρωπος δίνει κουράγιο και δύναμη στον εαυτό του όταν προσεύχεται. Κι απλά δημιούργησε κάτι ανώτερο στη σκέψη του, για να πιστεύει σ’ αυτό.

Ναι, μπορεί να υπήρξες. Δεν το αμφισβητώ. Αμφισβητώ μόνο τη θεότητα σου. Σε αμφισβητώ. (Χριστέ, ) είμαι ασεβής. »


Όταν ζήτησα από τους μαθητές μου να γράψουν ένα ανώνυμο γράμμα στο Θεό, δεν είχα κάτι τέτοιο υπ ' όψιν μου. Ούτε και κάτι σαν το παρακάτω..

« Δεν πιστεύω στο Χριστό (εσένα) για δύο λόγους :
Κατ’ αρχάς δεν είμαι ευχαριστημένη από τις αποδείξεις που δίνουν οι παπάδες, οι «θρησκευτικοί» κ.τ.λ. για το αν πραγματικά ήρθες κάποτε στη γη. Κι αν ήρθες γιατί δεν ξανάρχεσαι να σε δούμε κι εμείς, να μας λυθεί η απορία βρε παιδί μου! Ο άλλος λόγος είναι πιο συγκεκριμένος. Αν πίστευα πως υπάρχεις σίγουρα δε θα ήμουν καθόλου ευχαριστημένη από σένα για προσωπικούς μου λόγους που γνωρίζεις, γιατί εγώ δεν είμαι σαν τη γιαγιά μου να πω : « κάποιον λόγο θα είχε ο Χριστούλης κι ο Θεούλης που τον πήραν κοντά τους..» και να το πιστεύω κιόλας.

… Αν υπάρχεις, υπάρχεις ίσως για να μας αγαπάς από μακριά και αν όχι, για να πιστεύουμε ότι κάποιος μας αγαπάει

. . .

Έλαβα γύρω στα εκατόν είκοσι τέτοια γράμματα από παιδιά της δευτέρας γυμνασίου. Πάνω απ’ τα μισά είχαν παρόμοιο περιεχόμενο.

Η πρώτη συνειδητοποίηση έγινε αμέσως: δεν μπορείς, δεν έχεις το δικαίωμα να μιλάς σ’ αυτά τα παιδιά παίρνοντας σαν δεδομένη τη χριστιανική τους ταυτότητα. Κι αν ακόμα τα γράμματα αυτών των δωδεκάχρονων είναι ποτισμένα - παρόλο που δεν το καταλαβαίνουν - από μια θρησκευτικότητα, από την οποία η ελληνική κοινωνία δεν έχει ακόμα (ευτυχώς) ξεφύγει, το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: τα παιδιά μας δεν θεωρούν καθόλου αυτονόητη την πίστη στο Χριστό. Δεν μπορούν καν να ανεχθούν την ιδέα ότι μπορεί ο Χριστιανισμός να είναι η μόνη Αληθινή πίστη, δυσκολεύονται με το δόγμα γιατί δεν μπορούν να το εξηγήσουν λογικά, και αρνούνται οποιαδήποτε αξιοπιστία στους εκπροσώπους του κλήρου, της ακαδημαϊκής θεολογίας και ημών των καθηγητών θρησκευτικών (οι καταγγελίες τους για την εικόνα τέτοιων φορέων είναι αποκαρδιωτικές).

Όταν αρνούνται την ίδια την ύπαρξη του Χριστού και μαζί Του την ίδια την υπόσταση όλης της εκκλησίας, πως τους μιλάς για την ιστορία της, τη ζωή της, τα μυστήριά της και την παράδοση της;


Δε χρειάζεται εδώ να ασχοληθούμε με τον τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να γράφονται τα βιβλία. Η λεπτότητα και η διάκριση με την οποία θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται το περιεχόμενο τους - μιας και μιλάμε για Θρησκευτικά - , είναι αντιστρόφως ανάλογα με την έκταση της ύλης.

Αξίζει όμως να ασχοληθούμε με τη δική μας στάση. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος σε κάποιο κήρυγμα του είπε : « Γιατί λοιπόν μέχρι τώρα δεν έχουν πιστέψει όλοι;…Τα πράγματα χειροτέρευσαν και φταίμε εμείς γι’ αυτό… Αν γινόταν και τώρα αυτό [δηλαδή η πρακτική της κοινοκτημοσύνης και της ενότητας των πρώτων χριστιανών], ολόκληρη η οικουμένη θα είχε πιστέψει και χωρίς να γίνουν θαύματα». (Ι. Χρυσοστόμου, Ομιλία ΣΤ’ στην Α’ προς Κορινθίους επιστολή).

Και να που οι ευθύνες μας βρίσκονται ενώπιον μας. Τα παιδιά μας ρωτούν: «... Υπάρχεις; Κι αν υπάρχεις γιατί δεν κάνεις κάτι για την αδικία του κόσμου;» Κι εμείς απαντάμε με ξύλινα κηρύγματα γιατί δεν ξέρουμε την απάντηση. Ψάχνουν την αγάπη του Χριστού και δεν τη βρίσκουν πουθενά στις ατελείωτες έριδες, τις διαπομπεύσεις της εκκλησίας που προβάλλονται από τα Μ.Μ.Ε., στα καχύποπτα βλέμματα αυτοδικαιωμένων πιστών, στους αθεολόγητους αφορισμούς και στις δεισιδαιμονίες.

Αγωνιούν: «...Γιατί να υπάρχει ο θάνατος;» κι εμείς απαντάμε εξορίζοντας την έννοια του θανάτου πέρα από τις αποστειρωμένες ζωές μας, κρύβουμε τα παιδιά απ’ το θάνατο αλλά τα κρύβουμε κι απ’ την αληθινή ζωή, προτείνοντας τους τη ζωή της οθόνης.

Πάμε να τους μάθουμε να έχουν σχέση με το Θεό έχοντας αρνηθεί να κάνουμε μια αληθινή σχέση μαζί τους. Η εκκλησία μιλάει για την αξία του προσώπου κι εκείνα βλέπουν εμάς στην καθημερινότητα μας, σκιές του εαυτού μας που δε βρίσκουμε νόημα πουθενά. Τα παιδιά ζητούν ουσία και νόημα ζωής κι εμείς, που δεν το βρήκαμε ποτέ στο Χριστό, τους προσφέρουμε τη ρεβεγιόν για Χριστούγεννα και τα βεγγαλικά για Πάσχα. Τα παιδιά απορούν « … Μερικές φορές αναρωτιέμαι γιατί ζω; Τι είναι η ζωή;» κι εμείς που χάσαμε μέσα απ’ τα χέρια μας την όντως Ζωή τα κοιτούμε αμήχανα και τα μαλώνουμε.. που δεν είναι τι; Αυτό που δεν είδαν πουθενά; Αυθεντικοί άνθρωποι, ικανοί να ζητήσουν και να τους δοθεί, με πείνα και δίψα για την Αλήθεια; Χριστιανοί σ’ ένα κόσμο γεμάτο καρικατούρες χριστιανών;

Ελπίδα φέρνουν τα παιδιά. Γιατί είναι ακόμα καθαρή η καρδιά τους . Είναι όμως και δικός μας καθρέπτης κι αν θέλουμε να είμαστε όσα λεγόμαστε θα πρέπει να το αντέχουμε να κοιταχτούμε στα μάτια τους και να δούμε όλα όσα δεν είμαστε ενώπιον του εαυτού μας κι ενώπιον του Χριστού.

« …Σε παρακαλώ το μόνο που σου ζητώ είναι να έρθεις και να τα βάλεις και πάλι όλα στον ίσιο δρόμο. Νομίζω πως είναι ακόμα και τώρα η ώρα για τη Δευτέρα Παρουσία. Ο φίλος σου »


Πόσες φορές το μόνο που του ζητάμε είναι κάτι τέτοιο; Αν λέγαμε ποιο συχνά ‘Έρχου Κύριε’’ εμείς οι πιστοί και το εννοούσαμε, ίσως τα γράμματα των παιδιών αυτών να είχαν άλλο περιεχόμενο..


Σ' ευχαριστούμε καλή μας καθηγήτρια. Συνέχισε με λογισμό και μ' όνειρο
κι οι Ἀγιοι Ταξιάρχες ας πρεσβεύουν για σένα...

18/11/07

ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ (Νο 3)...

MΙΑ ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΕΙΤΑΙ...

Λάβαμε αυτό το κείμενο από μια καθηγήτρια θρησκευτικών (την οποία και ευχαριστούμε), και το δημοσιεύουμε.


Όταν πρωτομπαίνεις στην τάξη θες τουλάχιστον ως αναφαίρετο δικαίωμα σου τη «χαρά του αγνώστου» γύρω απ‘ το πρόσωπο σου. Είναι κάτι που κάθε καθηγητής έχει ως πλεονέκτημα μπαίνοντας για πρώτη φορά στην τάξη. Πάνω στις πρώτες εντυπώσεις καλείσαι να κτίσεις ελεύθερα τις βάσεις για την από ‘κει και πέρα συναναστροφή σου με τους μαθητές σου.. εκτός κι αν είσαι «θρησκευτικός» ή «θρησκευτικού». Εκεί τα πράγματα είναι διαφορετικά. Δεν είσαι καθόλου άγνωστος και κάνείς δεν αγωνιά να σε γνωρίσει. Υπάρχει ήδη μια ευρύτατη γκάμα προκαταλήψεων που περιμένει να πάρει σάρκα και οστά με την πρώτη σου εμφάνιση ..τα ρούχα σου αναμένονται να είναι συντηρητικά το ίδιο και όλο το στυλ σου, ανήκεις στον αναχρονιστικό τρόπο σκέψης και έκφρασης, διαφωνείς με οτιδήποτε προοδευτικό κι «διαφορετικό», είσαι φανατικός κι εθνικιστής - σχεδόν σκοταδιστής που προσπαθεί να το καλύψει κάτω από μια αθώα εμφάνιση .Οι περισσότερες απόψεις που πρόκειται να ξεστομίσεις βασίζονται σε ανυπόστατα ιστορικά γεγονότα – γενικά δε γνωρίζεις ιστορία – και ακόμα και οι πολιτικοκοινωνικές σου απόψεις είναι σαφώς προδιαγεγραμμένες : μισείς οτιδήποτε φιλελεύθερο, κάθε ιδεολογία επανάστασης και οτιδήποτε έχει σχέση με πολιτισμό, εξεγέρσεις και αναγέννηση.. και φυσικά, δεν έχεις κανένα απολύτως δικαίωμα να μιλάς για επιστήμη και φιλοσοφία.. απλώς γιατί ενσαρκώνεις το «αντίπαλον δέος» της επιστημονικής σκέψης και της ελεύθερης υπαρξιακής αναζήτησης. Είσαι σχετικά «αμόρφωτος» αφού δεν είσαι σκεπτικιστής και ανήκεις σε έναν τόσο συντηρητικό οργανισμό όσο η Εκκλησία.


Και σύντομα συνειδητοποιείς πως δεν έχεις χρόνο για συστάσεις: οφείλεις να απολογηθείς για το λόγο της ύπαρξης σου στην τάξη!! Η επόμενη συνειδητοποίηση έρχεται γρήγορα : αντί για πεδίο ανταλλαγής γνώσεων και ανάπτυξης σχέσεων ο επόμενος χρόνος θα’ναι για σένα μια άνιση προσπάθεια να αποδείξεις στα παιδιά ( αν αντέχεις ή θες ) πόσο είσαι ή δεν είσαι κάτι απ ‘τα παραπάνω..

Κανείς δεν περιμένει να μάθει κάτι από σένα . Σε αντίθεση με όλους τους άλλους καθηγητές, εσύ ξαφνικά οφείλεις να αποδείξεις στα παιδιά την ίδια την αξία της προσωπικότητας σου. Ωστόσο τελικά δεν είναι και τόσο ανώμαλη η προσγείωση. Το ήξερες και από πριν πως το μάθημα σου δεν είναι σαν άλλα. Η πίστη κανενός δε διδάσκεται σε κανένα. Και τότε εσύ τι κάνεις στο σχολείο; Αυτό είναι ένα ερώτημα που καλείσαι να απαντάς στον εαυτό σου κάθε μέρα..αν θες να τον σέβεσαι και αυτόν και τους μαθητές σου. Και οι απαντήσεις ποικίλουν ανάλογα με το ποιος είσαι. Προσωπικά έχω δώσει πολλές μέσα στη τάξη.. καταλαβαίνεις όμως κάθε φορά πως τα παιδιά δε ρωτούν γιατί αμφισβητούν το ίδιο το πρόσωπο σου, αλλά όλα όσα περιμένουν πως θα ’σαι. Και το περιμένουν γιατί ήδη απ’ το Δημοτικό η εμπειρία τους τα δίδαξε πως το θρησκευτικά δε «χρησιμεύουν σε τίποτα» κι είναι ένα μάθημα «καταπιεστικής επιβολής ενός θρησκεύματος» πάνω τους.

Καταλάβαινες ήδη πριν τους αντικρίσεις ότι κάτι διαφέρει με το δικό σου μάθημα. Πρόκειται να διδάξεις κάτι το οποίο μόνο βιωματικά έχεις προσεγγίσει ο ίδιος. Κάτι στο οποίο σε οδήγησε η ίδια σου η ζωή, κάτι που ακόμα πολεμάς μέρα με τη μέρα , κάτι που χτίζεται μέσα σου μυστηριακά το θαύμα της ίδιας σου της ζωής και δεν μπορείς, και να‘ θελες, να το διδάξεις..

..Κι όμως θα ήταν το μόνο που θα άξιζε να διδάξεις, ανάμεσα από ατελείωτα κατεβατά ακαταλαβίστικων φράσεων που είσαι υποχρεωμένος να τους επιβάλλεις. Φράσεις που τις κοιτάς κι εσύ και θυμάσαι πως τίποτα δε σου ενέπνεαν παρά μόνο αντίδραση, όταν ήσουν στη ηλικία τους. Αυτή είναι όμως η ύλη σου .Κι επειδή πρόκειται για το Χριστό, το Χριστό σου της αγάπης και της ελευθερίας η ίδια η λέξη ύλη σε ενοχλεί.

Και τι κάνεις; Δεν προλαβαίνεις να το σκεφτείς. Η ύλη παύει να ‘χει σημασία έτσι κι αλλιώς. Το θέμα είναι να απαντάς και το πως απαντάς. Κι ας έρχονται οι ερωτήσεις βροχή. Ερωτήσεις που δεν είναι μόνο ότι απαιτούν τεράστιο φάσμα ιστορικών, επιστημονικών, φιλολογικών, φιλοσοφικών, κοινωνιολογικών, ψυχολογικών, βιολογικών κι εγκυκλοπαιδικών γνώσεων – έστω ότι το οφείλεις στον εαυτό σου το να μαθαίνεις – αλλά και που σε φέρνουν σε αντίθεση με ζωτικά μεγέθη στη ίδια τη ζωή των παιδιών : τις οικογενειακές αντιλήψεις, τα «πιστεύω» των γονιών τους, τις αρχές με τις οποίες γαλουχήθηκαν, τη γνώμη του μπαμπά ή της μαμάς ή των αγαπημένων προσώπων τους. Την ώρα εκείνη αναρωτιέσαι: κι αν αυτή τη στιγμή έρχομαι σε αντιπαράθεση με όλα αυτά; και αν τον/την φέρνω σε δύσκολη θέση; κι αν της / του λένε άλλα στο σπίτι;

Ανάμεσα στον «απολογητή» που καλείται να διορθώσει τη μεγάλη ανοησία της νεοελληνικής οικογένειας, η οποία βάπτισε τα παιδιά της κι ύστερα τα άφησε μετέωρα σε μια πίστη που δεν είναι τίποτα άλλο γι’ αυτά παρά μόνο φολκλόρ και υποχρεώσεις και στον «αποδιοπομπαίο τράγο» που πρέπει να συμμαζέψει την υπόληψη κάποιων εκπροσώπων της ταλαιπωρημένης εξ’ αιτίας μας Εκκλησίας, καλείται ο θεολόγος σήμερα (που αν έχει φιλότιμο θα πρέπει να τον βαραίνει πολύ ο όρος αυτός) να κάνει πράξη το πιο σπουδαίο κομμάτι της διδασκαλίας του Ευαγγελίου: να αγαπήσει τα παιδιά γι’ αυτό που είναι το καθένα, να να τα σεβαστεί και να τα ακούσει υπομονετικά και να δημιουργήσει μαζί τους σχέση, ακόμα κι αν αμφισβητούν όλα όσα είναι εκείνος, ακριβώς επειδή οι συνθήκες που μοιάζουν δύσκολες μπορούν ίσως να είναι και ιδανικές για αληθινή σχέση με τους μαθητές του . Και τέλος να σέβεται τον εαυτό του κι αυτό που πρεσβεύει γιατί μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει μέσα στην τάξη αλλά και στη ζωή...

15/11/07

ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ ... (Νο 2)

Ὅσοι ἀγαπᾶμε τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία Του καί μαθητεύσαμε κοντά σέ κάποιους ἀγωνιζόμενους ἱερεῖς ἤ μοναχούς, μέ τήν εὐωδία τοῦ λιβανιοῦ καί τήν γαλήνη τοῦ Ναοῦ νά συντροφεύει τήν κατήχησή μας, νοιώθαμε πάντα ἄβολα ὅταν στό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν στό σχολεῖο, ζούσαμε μιά... σουρεαλιστική κατάσταση.

Ὁ Χριστός τοῦ Εὐαγγελίου, Αὐτός πού προσπαθούσαμε νά προσεγγίσουμε μέ τά μυστήρια, τήν προσευχή, τήν μελέτη, τό ψαλτήρι καί τίς συζητήσεις μετά τήν Θεία Λειτουργία, γινόταν μάθημα σχολαστικό, βαρετό καί ἐγκεφαλικό, πού μάταια προσπαθοῦσε νά διδάξει ἕνας συνήθως ἀδιάφορος (πάντα ὑπῆρχαν καί ὑπάρχουν φωτεινές ἐξαιρέσεις) καθηγητής, πότε ἀδιάφορος στήν πίστη καί πότε τόσο χλιαρός πού ὅλοι τόν ἀμφισβητοῦσαν.

Ἡ ζωντανή πίστη μας τεμαχισμένη σέ μιά ὕλη πού ἀπευθύνεται περισσότερο σέ φοιτητές τῆς Θεολογικῆς, παρά σέ ἐξεγερμένους ἐφήβους πού ἔχουν ἀνάγκη ἀπό ἀπαντήσεις σέ βασανιστικά ἐρωτήματα πού τούς διακατέχουν. Ἀναγκασμένοι νά ἀποστηθίζουν κατεβατά δογματικῶν καί θεολογικῶν μαθημάτων γιά τά ὁποῖα ἀδιαφοροῦν παντελῶς καί πού μόνο ἕνας θερμός Χριστιανός θά μποροῦσε νά ἔχει ἐνδιαφέρον, τά παιδιά ἀντιδροῦν καί χλευάζουν.

Πολλή συζήτηση γίνεται τά τελευταῖα χρόνια γιά τήν κατάργηση τῶν θρησκευτικῶν ἤ τήν μετατροπή σέ θρησκειολογικό μάθημα. Λυπόμαστε βαθύτατα γιά τήν προσπάθεια ἀπόχριστιανισμοῦ τῆς χώρας, ὅμως ἀναρωτιόμαστε: ἔτσι ὅπως ἔχουν τά πράγματα, τό μάθημα προσφέρει κάτι ἤ φέρνει ἀντίθετα ἀποτελέσματα;

Στίς μέρες μας πού οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ἔχουν ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τήν Ἐκκλησία (παρ' ὅτι δηλώνουν Ὀρθόδοξοι σέ μεγάλο ποσοστό), τά περισσότερα παιδιά φτάνουν στό Γυμνάσιο ἐπηρεασμένα ἀπό διάφορες ἀντιχριστιανικές καί ἀντιεκκλησιαστικές θεωρίες καί μαζί μέ τήν δικαιολογημένη ἀμφισβήτηση τής ἐφηβείας τους, ἀντιδροῦν ἔντονα στό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν. Ὅσοι καθηγητές ἔχουν τίς προϋποθέσεις, προσπαθούν ἀπεγνωσμένα νά κάνουν ἀπολογητική καί στήν κυριολεξία ἰδρώνουν ἀπό τήν ἔνταση τοῦ διαλόγου στήν τάξη.

Συνεχίζεται...

12/11/07

ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ...


Σκηνή πρώτη: Ὁ καθηγητής τῶν θρησκευτικῶν ρωτᾶ τούς μαθητές μέ πονηρό ὕφος: Γιατί δέν ὑπάρχουν μικτά μοναστήρια; Καί ἀπαντᾶ προκαλώντας χαχανητά στά παιδιά: Γιατί ἄν ἦταν μικτά θά χρειαζόταν κι ἕνα βρεφοκομεῖο δίπλα!

Σκηνή δεύτερη:
Ὁ καθηγητής τῶν θρησκευτικῶν κεραυνοβολεῖ μέ αὐστηρό ὕφος τούς ἄτακτους μαθητές του πού δέν προσέχουν στό μάθημα: Γι αὐτό ὁ κόσμος καταστρέφεται, γι αὐτό θά σᾶς τιμωρήσει ὁ Θεός καί θά πᾶτε ὅλοι στήν κόλαση !

Σκηνή τρίτη:
Ὁ καθηγητής τῶν θρησκευτικῶν ἀραδιάζει ἀσταμάτητα δογματικές διδασκαλίες στά κουρασμένα κεφαλάκια τῶν ταλαιπωρημένων ἐφήβων πού στήν πλειοψηφία τους δέν ἐνδιαφέρονται γιά τήν Ἐκκλησία. Ὁ "μανικός ἔρως" τῶν πιστῶν μετατρέπεται σέ σχολαστικό μάθημα...

Σκηνή τέταρτη: Ὁ καθηγητής τῶν θρησκευτικῶν
μπροστά σέ σαράντα φοιτητές τῆς Θεολογικῆς σχολῆς πού ἔχουν πάει νά παρακολουθήσουν μάθημα θρησκευτικῶν στά πλαίσια τῶν παιδαγωγικῶν, κοροϊδεύει τούς μαθητές του ἐπειδή εἶναι ἀδιάβαστοι, ξεσηκώνοντας τήν ὀργή τῶν φοιτητῶν πού θυμοῦνται τά λυκειακά τους χρόνια.

Σκηνές διάφορες πού ὅλοι θυμόμαστε ἀπό τό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν, καί πού μᾶς προβληματίζουν ὅταν πιάνουμε συζήτηση γύρω ἀπό τό θέμα αὐτό. Φταῖνε οἱ καθηγητές, ἤ ὁ τρόπος πού γίνεται τό μάθημα, ἤ ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξη τοῦ μαθήματος;

Ἕνα ἐρώτημα πού ποτέ δέν ἀπαντήθηκε γιατί παρ’ ὅτι πολλοί συμφωνοῦσαν γιά τό πρόβλημα, κανείς δέν ἐπιχείρησε νά τό λύσει. Γενιές καί γενιές μαθητῶν ἀπήυδισαν ἀπό τά σχολαστικά μαθήματα τῶν θρησκευτικῶν, ἀλλά καί ἀπό πολλούς ἀκατάλληλους καθηγητές τῶν θρησκευτικῶν (κατ’ εὐφημισμόν θεολόγους), ἀθεολόγητους στό μεγαλύτερο ποσοστό.

Τώρα τί δουλειά εἶχε νά ἀνατεθεῖ ἡ κατήχηση, ἕνα ἀπό τά πιό σημαντικά διακονήματα τῆς Ἐκκλησίας, στό Ὑπουργεῖο Παιδείας, μόνο ὁ Φαρμακίδης καί τοῦ διαφωτισμοῦ οἱ μετακενωτές θά μποροῦσαν νά μᾶς ἀπαντήσουν. Ἔγινε συνήθεια, κανείς δέν ἔβαλε ποτέ τό ζήτημα σοβαρά, κι ὕστερα ἀπό ἕνα αἰῶνα, μετά ἀπό διάφορες φάσεις ἀφόρητου σχολαστικισμοῦ καί ἀκαδημαϊσμοῦ, φτάσαμε στό σημεῖο τά τελευταῖα χρόνια νά γίνουν οἱ Θεολογικές σχολές ἀποκούμπι τῶν μαθητῶν πού δέν μποροῦσαν νά μποῦν πουθενά ἀλλοῦ. Βραβεῖο Γκίνες, περίπτωση μοναδική στόν κόσμο, μιά ὁμολογιακή σχολή νά εἶναι γεμᾶτη ἀπό φοιτητές πού εἴτε δέν ἔχουν κανένα ἐνδιαφέρον γιά τήν Ἐκκλησία, εἴτε δέν πιστεύουν στόν Θεό. Δέν θά ἦταν ὑπερβολή, ἄν λέγαμε ὅτι τό 60 - 70% τῶν φοιτητῶν κάθε ἔτους, ἀνήκουν σε΄αὐτή τήν κατηγορία.

Ὅσοι φοιτήσαμε στήν Θεολογική μποροῦμε νά τό βεβαιώσουμε αὐτό: τό ποσοστό προσέλευσης στά μαθήματα εἶναι χαμηλό, καί στίς ἐξετάσεις δίπλα σέ ὑποψήφιους ἱερεῖς καί νέους πού ἀναζητοῦν μέ ἀγωνία τήν ἀλήθεια, βλέπουμε σπουδαστές πού ἀγνοοῦν τά βασικά τῆς πίστεως - ἀκόμα καί στό τέταρτο ἔτος. Ἔτσι γέμισαν τά γυμνάσια καί τά λύκεια τῆς χώρας ἀπό ἀκατάλληλους καθηγητές πού δυσφημοῦν τήν Ἐκκλησία. Σέ πολλά σχολεῖα οἱ καθηγητές ὑποτιμοῦν τόν «θρησκευτικό» ἤ τήν «θρησκευτικοῦ», ἀφοῦ βλέπουν ἀνθρώπους πού ντρέπονται γι αὐτό πού διδάσκουν ἤ δέν τό πιστεύουν καθόλου.

Βεβαίως γνωρίζουμε πώς ὑπάρχουν ἀρκετοί ἀγωνιστές καθηγητές πού μέ ζῆλο ἱεραποστολικό καί μέ διάθεση ἀπολογητική διαλέγονται μέ τά παιδιά, ἀρνοῦνται τόν σχολαστικισμό, συζητοῦν μαζί τους καί ἀκόμα καί ἄν δέν τούς πείθουν, γίνονται παραδείγματα φωτεινά γιά τό πώς πρέπει νά εἶναι ἕνας Χριστιανός. Σέ αὐτούς ἀφιερώνουμε τό post...

Συνεχίζεται...

10/11/07

Ο ΙΣΤΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΙΣΘΗΣΗΣ...


Σκοπός τῆς διαφήμισης εἶναι ἡ καταστροφή τοῦ νοήματος... Μέσῳ τῆς διαφήμισης ὑφαίνεται ἕνας κόσμος χωρίς κανένα ἀπολύτως νόημα, πού ἐπαίρεται γιά τήν ἴδια του τήν ἀνοησία. Ὁ κόσμος αὐτός ἀποκλείει τόν πόνο, τό πένθος, τό δέος, τήν ἀγάπη, τή ντροπή... Ὁ κόσμος γίνεται ἀκατανόητος, ἕνα σπαστικό σύνολο ἀπό ἀπολαύσεις πού συσσωρεύονται ἄσκοπα, δημιουργώντας ἕνα κενό πού μεγαλώνει.

Ἱερέας αὐτοῦ τοῦ κενοῦ εἶναι ἡ διαφήμιση... Κηρύττει τήν δικτατορία τῆς μορφῆς κι ἔτσι, γιά πρώτη φορά στήν ἱστορία, ὁ κόσμος μοιάζει νά ἔχει πιαστεῖ στό δίχτυ τοῦ ἱστοῦ τῆς παραίσθησης».

Χρῆστος Βακαλόπουλος (1956-1993), Ὁ ἱστός τῆς παραίσθησης, Σύναξη, τ. 41

9/11/07

Ο ΦΟΒΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ !

5/11/07

ENA BINTEO...

2/11/07

ΜΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ π. ΣΤΑΥΡΟ...

Τό κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από μια συζήτηση που έκανε η παρέα τῶν Παμ. Ταξιαρχών Μοσχάτου με τον π. Σταύρο Κοφινά, με θέμα τις σχέσεις και τη μο­να­ξιά μέ­σα στο γά­μο.

Όλο το κείμενο στό "ΑΡΧΑΓΓΕΛΩΝ ΚΕΙΜΕΝΑ".


ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΛΕΕΙ «ο μο­να­χός ο άν­θρω­πος, ό­ταν εί­ναι με άλ­λους που γε­λά­νε, νοι­ώ­θει δύ­ο φο­ρές μό­νος». Υ­πάρ­χει μια δι­α­φο­ρά στο να νοι­ώ­θεις μο­να­ξιά και να εί­σαι όν­τως μό­νος. Αν υ­πάρ­χουν οι σχέ­σεις που υ­πάρ­χουν, τό­τε αν­τέ­χεις αυ­τό και μά­λι­στα σε βά­ζει να ε­κτι­μή­σεις και τις σχέ­σεις πε­ρισ­σό­τε­ρο, τις βά­ζεις σε κα­λύ­τε­ρη προ­ο­πτι­κή. Αν δεν υ­πάρ­χουν, όν­τως το να εί­σαι μό­νος προ­κα­λεί μο­να­ξιά.

Αλ­λά ε­πι­μέ­νω ό­τι χρει­ά­ζε­ται να βι­ώ­σεις το να εί­σαι με τον ε­αυ­τό σου, να εί­σαι μπρο­στά στο θά­να­το. Τό­τε θα βά­λεις αυ­τή τη ζω­ή σε σω­στή προ­ο­πτι­κή. Τό­τε θα α­να­γνω­ρί­σεις ό­τι υ­πάρ­χει κά­τι άλ­λο, πέ­ρα α­πό αυ­τό που ζού­με. Συ­νή­θως δεν το κά­νου­με αυ­τό και τό­τε νοι­ώ­θου­με πε­ρισ­σό­τε­ρη μο­να­ξιά. Συ­νή­θως πε­ρι­ο­ρί­ζου­με τη ζω­ή σε αυ­τό που ζού­με και ό­χι σε κά­τι άλ­λο.


Στο Ευ­αγ­γέ­λιο που δι­α­βά­σα­με την Κυ­ρια­κή, λέ­ει ο νε­α­ρός «τι μπο­ρώ να κά­νω για να α­πο­κτή­σω την αι­ώ­νια ζω­ή;» κι α­παν­τά ο Χρι­στός «ά­μα θέ­λεις να α­πο­κτή­σεις τη ΖΩΗ, τό­τε να τη­ρή­σεις τις εν­το­λές». Δεν λέ­ει την αι­ώ­νια ζω­ή. Λέ­ει τη ζω­ή, την πραγ­μα­τι­κή ζω­ή, η ο­ποί­α δεν εί­ναι μό­νο η ζω­ή που ζού­με. Αυ­τό που ζού­με δεν εί­ναι ζω­ή, εί­ναι ζω­ή μπρο­στά στο θά­να­το. Αλ­λά για να φτά­σεις σ’ αυ­τό, πρέ­πει να εν­νο­ή­σεις τι θα πει να εί­σαι μό­νος, πρέ­πει να α­πο­κτή­σεις το φό­βο ό­τι θα πε­θά­νεις, ό­τι μπο­ρεί να πε­θά­νεις μό­νος σου, που εί­ναι ο χει­ρό­τε­ρος φό­βος. Προ­σπα­θού­με να λύ­σου­με ό­λα τα άλ­λα χω­ρίς να δού­με αυ­τό. Ε, δεν λύ­νον­ται.

Ό­ταν σκε­φτό­μα­στε το δι­κό μας το θά­να­το, αλ­λά και ό­ταν σκε­φτό­μα­στε τι εί­μα­στε ε­μείς μπρο­στά στο θά­να­το. Κοί­τα­ξε, έ­χου­με μί­α αί­σθη­ση παν­το­δυ­να­μί­ας και πρέ­πει να σπά­σει αυ­τό. Ο μό­νος τρό­πος να σπά­σει, εί­ναι να δού­με το θά­να­το. Ό­λος ο κό­σμος προ­σπα­θεί να τον α­πο­φύ­γει. Ό­λοι ό­μως κά­πο­τε θα πε­θά­νου­με. Ό­λοι προ­σπα­θούν να ε­λέγ­χουν α­κό­μα και τις και­ρι­κές συν­θή­κες κι έρ­χε­ται έ­νας καύ­σω­νας και τα καί­ει ό­λα. Προ­σπα­θού­με να φτι­ά­ξου­με μια ζω­ή πο­λύ πα­ρα­δει­σέ­νια ώ­στε να α­πο­φύ­γου­με τον ου­σι­α­στι­κό φό­βο και τη θλί­ψη. Δεν μπο­ρού­με ό­μως να ξε­φύ­γου­με α­πό τον πό­νο και τη θλί­ψη.


Όν­τως ο πό­νος και η θλί­ψη δη­μι­ουρ­γούν μο­να­ξιά. Δεν μπο­ρείς ε­σύ α­πό­λυ­τα να πά­ρεις τον πό­νο τον δι­κό μου. Εί­ναι δι­κός μου πό­νος. Ό­ταν πο­νά­ει το χέ­ρι μου, πο­νά­ει το χέ­ρι μου. Δεν πο­νά­ει το δι­κό σου. Μπο­ρώ να σου πω πώς εί­ναι, μπο­ρεί να μου πεις ό­τι πό­νε­σε κά­πο­τε και το δι­κό σου. Ό­μως του κα­θε­νός ο πό­νος εί­ναι κά­τι δι­κό του, α­πο­κλει­στι­κό του.

Ο Χρι­στός σταυ­ρώ­νε­ται και λέ­με ό­τι παίρ­νει τον πό­νο, βι­ώ­νει το θά­να­το. Ε­μείς χρει­ά­ζε­ται να ταυ­τι­στού­με με τον πό­νο και το θά­να­το του Χρι­στού, που δεν ή­ταν έ­νας δι­κός Του πό­νος. Αυ­τός πό­νε­σε για­τί αυ­τός ο κό­σμος ή­ταν και εί­ναι στην α­μαρ­τί­α. Ή­ταν έ­ξω α­πό τον ί­διο τον ε­αυ­τό Του ο πό­νος. Ο μό­νος τρό­πος για να υ­περ­βού­με τον πό­νο, εί­ναι να βγού­με έ­ξω α­πό αυ­τόν και να πού­με ό­τι ό­λος ο πό­νος συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται σ’ έ­να γε­νι­κό­τε­ρο πό­νο. Μό­νο έ­τσι μπο­ρού­με να α­πο­φύ­γου­με το πρό­βλη­μα της μο­να­ξιάς, να ξε­φύ­γου­με α­πό τη μο­να­ξιά που προ­κα­λεί ο πό­νος.


Όλο το κείμενο στό "ΑΡΧΑΓΓΕΛΩΝ ΚΕΙΜΕΝΑ".