30/11/09

ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ...

ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ - ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ!

Τελειώνει το πρώτο τρίμηνο και τα παιδιά του Γυμνασίου κατάκοπα από τα πολλαπλά διαγωνίσματα και περικυκλωμένα από ιώσεις και γρίπες ετοιμάζονται για τις πρώτες εκπαιδευτικές εκδρομές. Πρώτη φορά εφέτος δεν συνοδεύω τα πρωτάκια στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Η εκδρομή κρίθηκε τετριμμένη. Θα τους πάνε σε μύλους γνωστής αλευροποιίας αντ’ αυτού. Κονιορτοποίηση.

Πολλή γκρίνια θα διοχετεύσω αν ασχοληθώ με την προχειρότητα και την ακαταλληλότητα της επιλογής των προορισμών, μα προτιμώ να αναφερθώ σε κάτι ωραίο. Η ομορφιά, έλεγε ο Ντοστογιέφσκι, θα σώσει τον κόσμο.

Αλήθεια, πού ιχνηλατείται η ομορφιά σήμερα γύρω μας; Πού μπορεί να την αναγνωρίσει ένα δωδεκάχρονο παιδί ή ένας τριαντάρης δάσκαλος; Οι γκρίζες πολυκατοικίες που κρύβουν τον ουρανό, οι σοβαντισμένες προσόψεις ανθρώπων, τα αφρόντιστα πάρκα, οι ανούσιες και κενές μεσημεριανές εκπομπές και τα τραγούδια του συρμού δεν διακρίνονται γι’ αυτήν. Το σχολείο διασώζει το γόητρό μας; Πόσο ευεργετεί με τις απρόσωπες αίθουσες, τα στενά όρια των ωρών που τέμνουν χειρουργικά τη γνώση και την σερβίρουν αδιάφορη σε ανόρεχτους μαθητές; Πόσο τα έξω πρότυπα αναπαράγονται και έσω; Οι εκπαιδευτικές εκδρομές ίσως ήταν μια κάποια λύση…

Θα μου λείψει η ετήσια εξερεύνηση με τα παιδιά, ένδον ανασκαφή και ανακάλυψη των θησαυρών του Αρχαιολογικού Μουσείου. Ό,τι δεν μπορώ να τους μεταδώσω στο πεντάωρο εβδομαδιαίο μάθημα των αρχαίων για το κλέος των προγόνων, εκεί νιώθω πως συμπυκνώνεται. Μια ψηφίδα από τη μαγεία του ψηφιδωτού της ανθρωπότητας. Και το ομολογώ άνευ στείρας προγονολατρίας, μα με συνείδηση της ανεκτίμητης – με τη διπλή σημασία της λέξης- πολιτισμικής κληρονομιάς μας.

Αλήθεια, τι μου αρέσει στο Εθνικό μας Μουσείο; Δεν διαθέτει αρχαιολόγους πρόθυμους να λύνουν όποια απορία σαν το νέο Μουσείο στην Ακρόπολη, δεν είναι νωτισμένο με την αύρα του Σλήμαν και των χορών του όπως το Νομισματικό, δεν υπήρξε καν κατοικία του Τρελαντώνη όπως το Μπενάκη. Δεν έχει τον ηνίοχο να σε κοιτά με τις καθηλωτικές επίχρυσες ένθετες βλεφαρίδες όπως των Δελφών, δεν διαθέτει καν υποβλητικό φωτισμό και σύγχρονη αντίληψη σαν του Ναυπλίου. Κι όμως είναι κιβωτός του παρελθόντος, κατεξοχήν χώρος των Μουσών.

Τι να πρωτοθαυμάσει κανείς; Τα ολόχρυσα κτερίσματα των θαμμένων στις Μυκήνες και την μαρμάρινη διαφάνεια των κυκλαδικών ειδωλίων, τα χρώματα στις τοιχογραφίες της Τίρυνθας και της Θήρας, τα βλέμματα και τα χτενίσματα στους κούρους, τις φλέβες και τον επιχρωματισμό στα χάλκινα αγάλματα, τη λεπτότητα της πινελιάς στα αγγεία και την πληθωρικότητα των θεμάτων; Αν όλα αυτά, τα προορισμένα για βασιλιάδες αλλά και χρησιμοποιούμενα από απλούς ανθρώπους δεν ξυπνούν την καλαισθησία, τότε τι;

Έπειτα, είναι και οι ιδιαίτερες ιστορίες που ζωντανεύουν την παλιά και πιο πρόσφατη Ιστορία. Στους τοίχους βλέπεις σκόρπιες φωτογραφίες από την ανασκαφή του Σλήμαν στις Μυκήνες, ή την επιχείρηση απομάκρυνσης των εκθεμάτων κατά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο. Μαθαίνεις και για τις περιπέτειες συγκεκριμένων έργων. Προσωπικά ξεχωρίζω τρία. Η γυναίκα ήδη «επέστρεψε» στην ιδιαίτερη πατρίδα μας, ο νέος είναι γηγενής και το παιδί μένει σύμβολο της προσφυγιάς. Εννοώ εκείνη τη μεγάλη χάλκινη για αιώνες βυθισμένη στη θάλασσα «κυρά της Καλύμνου» που τόσο με εξέπληξε με την δουλειά που προϋπέθεσε για να εκτεθεί, τον «κούρο του Αριστόδικου» με το πρόσωπο του σκαμμένο από το αλέτρι του γεωργού στο κτήμα του οποίου βρέθηκε και το μικρό πήλινο βοσκόπουλο, το «άγαλμα που κρύωνε» όταν οι Μικρασιάτες έφεραν μαζί τους το ‘22. Τρία μόνο απ’ τα έργα που μπορούν να μιλήσουν στην ψυχή μας…

Το θέμα, προφανώς, δεν είναι εθνοκεντρικό. Στις αίθουσες των δύο ορόφων βλέπεις στριμωγμένη όλη την ιστορία της ανθρωπότητας. Την ματαιότητα του πλούτου στα ολόχρυσα κτερίσματα, το μεράκι του καλλιτέχνη στα έργα μικροτεχνίας, στα κάτοπτρα και τις πυξίδες, την πολεμοχαρή μανία στα οδοντόφρακτα κράνη και τις επιβλητικές ασπίδες. Παιχνίδια μικρών παιδιών και πινακίδες παραγγελιών στη Γραμμική Β επέζησαν χιλιετίες λόγω μιας πυρκαγιάς. Ποιος το περίμενε; Παραδίπλα στέκει ο μηχανισμός των Αντικυθήρων και τα ρωμαϊκά αντίγραφα χαμένων πρωτοτύπων. Κοινός παρονομαστής: η ασταμάτητη προσπάθεια του ανθρώπου να τιθασεύσει την ατίθαση πρώτη ύλη, να μετουσιώσει τη σκέψη και το αίσθημα σε εργαλείο, σε απτή εικόνα.

Έτσι αρχίζεις να υποψιάζεσαι τα στοιχεία που σε δένουν με τους τόσο προγενέστερούς σου. Ψηλαφείς τον πόνο του αποχωρισμού στις εξαίσιες επιτύμβιες στήλες από τον Κεραμεικό, αφουγκράζεσαι τον παλμό της πίστης στα αναθήματα από τους ναούς ανά την επικράτεια. Σε ποιους άραγε να ανήκαν; Λέτε να ζωντανεύει το παρελθόν και να συναντά το παρόν; Εκείνοι πάντως νοιάζονταν για το τέλειο ακόμα κι εκεί που το ανθρώπινο μάτι δεν έφτανε. Στα αετώματα των ναών επιχρωμάτιζαν και στόλιζαν με ένθετα κοσμήματα τα ολόγλυφα αγάλματα σαν να τα έβλεπαν οι θεοί. Σήμερα ζητούμε έτσι την τελειότητα ή την ομορφιά;

Πού ‘να ξεραν όλοι οι ιδιοκτήτες, οι δημιουργοί, οι εικονιζόμενοι πως θα περνούσαμε μετά τόσους αιώνες να θαυμάζουμε τα αριστουργηματικά πονήματα ή κτήματά τους. Πως όλα θα έστεκαν όντως αγάλματα κατ’ ουσίαν, αιτία δηλαδή αγαλλίασης (αλλά και προβληματισμού). Η εναλλαγή της μόδας και σκυταλοδρομία των νικητών από το 7000 π.Χ. ως το 400 μ.Χ. σε πέντε μόνιμες συλλογές, σε δύο ορόφους. Κάποια προσφάτως επαναπατρίστηκαν σαν εκείνο το ολόχρυσο μακεδονικό στεφάνι. Αντικρίζοντάς το θυμάμαι τον αγνό πολεμιστή, το μεγάλο πατριώτη Μακρυγιάννη: για τούτα, έλεγε στους στρατιώτες που για ένα ξεροκόμματο σκέφτονταν την αρχαιοκαπηλία, πολεμήσαμε. Πόσες λαθρανασκαφές και πόσες καπηλείες (όχι μόνο υλικές) δεν θα ‘χαμε γλιτώσει αν του μοιάζαμε τοσοδά στο φρόνημα.

«Ανέβηκα στους ώμους των πατέρων μου, να δω μακρύτερα το μέλλον», ελεγε ο Καζαντζάκης. Κρίμα που εφέτος αυτήν την πανοραμική θέα δεν θα την ατενίσω με τα πρωτάκια μου…

Ειρήνη Σωτηρίου

20/11/09

Σκέψεις από το αεροπλάνο…

Στάλες στο τζάμι, σαν δάκρυα σφραγισμένα στα βλέφαρα που τρέχουν νωχελικά απ’ τη ζέση του ήλιου. Μακρόσυρτη βόλτα στον πελώριο διάδρομο του αεροδρομίου, όλο αναμονή για την απογείωση. Κάτω από το φτερό μια μεγάλη σκιά και ο έλικας που γυρνάει ιλιγγιωδώς ετοιμάζεται κι αυτός για το ταξίδι. Σαν ένα μεγάλο πουλί σηκώνεται λίγο-λίγο από το έδαφος. Κι όσο πιο ψηλά ανεβαίνει τόσο ο ίσκιος του μακραίνει. Τόσο μικραίνει όσο να γίνει μια στάλα ακαθόριστη στο μακρύ δρόμο με τις γέφυρες και τα λιγοστά αυτοκίνητα. «Όταν κοιτάζω από ψηλά μοιάζει η γη με ζωγραφιά…» Τόσα πολλά δέντρα έχει η Αττική; Δίπλα στο απέραντο μπετονένιο δάσος προβάλλει μια έκταση καταπράσινη, ευχάριστη έκπληξη! Κι ύστερα κόλποι μικροί και μεγάλοι κι ύστερα η θάλασσα, καταγάλανη στο μεταξένιο φως του ήλιου. Στο ίδιο πλάνο το φεγγάρι λίγο πιο πάνω από τα σύννεφα και μια κουκκίδα καραβίσια που αρμενίζει στο πέλαγος. Η απεραντοσύνη του κόσμου μαζί με την ελάχιστη αναπνοή της ανθρωπότητας. Ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας, ο θαυμαστός του Κυρίου.

Μπαμπά μου θυμάσαι πως φοβόσουν τα αεροπλάνα; Μειδιώ τώρα που το σκέφτομαι. Ήτανε κι αυτό τόσο μάταιο όσο οι άπειρες χαμένες στιγμές μέσα στην τροχιά του χρόνου. Άραγε πού να ‘σαι τώρα…

Χαίρομαι το φως της ημέρας. Χαίρομαι την ώρα της προσγείωσης. Μετά από ένα διήμερο τόσο εορταστικό με ανθρώπους αγαπημένους η ζωή προχωράει. Αισθάνομαι τόσο τυχερή… Ποιος άλλος από τους συνταξιδιώτες μου να ‘χει άραγε περάσει τόσο όμορφα; Μου χαρίστηκε μια ζωή γεμάτη. Ανθρώπους, τρυφερότητα, αγάπη, νοιάξιμο, συναισθήματα. Κι αν η προαίρεση μου πολλές φορές ασθενεί κι αν η ύπαρξή μου είναι λειψή κι αν τα συναισθήματά μου είναι φτωχά, ένα ξέρω με βεβαιότητα. Η ζωή που μου χαρίστηκε είναι όμορφη και μοναδική και δεν μου επιτρέπεται παρά μόνο να σ’ ευχαριστώ Χριστέ μου

Α.Χ.

18/11/09

Dead Man Walking

Άλλη μια φιλμοκριτική από τον αδελφό Μ.Ψ. Γράφει για την ταινία Dead Man Walking [1995], φτιαγμένη από μια παρέα εναλλακτικών του Αμερικάνικου σινεμά. Ο Τιμ Ρόμπινς σκηνοθετεί, η γυναίκα του Σούζαν Σάραντον πρωταγωνιστεί και παίρνει το Oscar γυναικείου ρόλου, ο Σων Πεν συμπρωταγωνιστεί και παίρνει Αργυρή Άρκτο στο Βερολίνο. και όλοι μαζί κερδίζουν άλλα 19 βραβεία σε διάφορα φεστιβάλ.

* * *

Το Dead Man Walking είναι μια ια ταινία σκληρή, ιδιαίτερη, εξαιρετική, βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα που περιγράφει στο ομότιτλο αυτοβιογραφικό βιβλίο της η μοναχή Helen Prejean. Τα βιβλία που έχουμε ανάγκη, είχε πει κάποτε ο Kafka, είναι εκείνα που πέφτουν σαν το τσεκούρι στην παγωμένη θάλασσα της ψυχής μας. Μια τέτοια αίσθηση διαχέει η ταινία στους θεατές, μέσα από τις ποικίλες αντιθέσεις της που εναλλάσσονται και τους καθηλώνουν.

Η πραγματική μοναχή Helen Prejean.

Η ίδια η γοητεία του Αμερικανικού Νότου οφείλεται στις αντιθέσεις του. Η ζωή όμως δεν είναι μόνο μια σκηνή ξένοιαστων παιδιών που παίζουν σχοινάκι σε μια νέγρικη φτωχογειτονιά του Σαιντ Τόμας ή μια ανάμνηση jazz από τη μπάντα κηδείας, που σαν μικρή ρυθμική εορτάσιμη τελετή των μαύρων για τον νεκρό και ελεύθερο πια αδελφό τους, χαρακτηρίζει τη γραφική μεγαλούπολη της Λουϊζιάνα. Πάντοτε και σε όλα τα επίπεδα υπάρχει και η αντίθετη πλευρά.

Νέα Ορλεάνη, 1982. Ο Μάθιου, ένας νεαρός λευκός, έχει καταδικαστεί σε θάνατο για τη στυγνή δολοφονία δυο εφήβων και για τον αποτρόπαιο βιασμό της κοπέλας και με ένα γράμμα του που ζητά λίγη ανθρώπινη επαφή και συμπαράσταση στις δύσκολες ώρες που περνά, μπαίνει στη ζωή της αδελφής Έλεν.

Εκείνη, μεγαλωμένη σε ένα ήρεμο και άνετο περιβάλλον, σε μια ατμόσφαιρα αλληλοσεβασμού και κατανόησης, διατηρεί τον νεανικό της ενθουσιασμό που την οδήγησε στον Θεό και στη μοναχική ζωή. Ζει εκούσια τη φτώχεια των «έγχρωμων», προσφέροντας εργασία και αγάπη. Αποφεύγει να ξεχωρίζει από τους γύρω της, γίνεται ένα με τους ανθρώπους που υπηρετεί και η γαλήνη που αντλεί από την προσφορά της στους άλλους, φωτίζει το πρόσωπο της και το τίμιο βλέμμα της.

Εκείνος, κλειστός και στυλιζαρισμένος, από τους άτυχους της ζωής, κρατιέται απεγνωσμένα από την επίπλαστη εικόνα που δημιούργησε για τον εαυτό του. Σκληρός, αδίστακτος, ατομιστής, αλαζόνας, έτοιμος να αντιμετωπίσει το καλύτερο ή το χειρότερο με ψυχραιμία αρπακτικού. Η ανάγκη του να ανήκει κάπου, σε μια κοινωνική ομάδα που τον αποδέχεται, τον οδηγεί στο να συντονίσει τη συμπεριφορά του με το πρότυπο του, έναν γνωστό κακοποιό. Παρέα αλληλωθούνται στο περιθώριο, στην ασυδοσία, σε πράξεις βίας και φτάνουν στο έγκλημα.

Εκείνος θα χειριστεί την αδελφή Έλεν, σύμφωνα με τις εμπειρίες του και τις σημερινές του ανάγκες. Εκείνη θα ανταποκριθεί στο κάλεσμα του νεαρού Μάθιου ελπίζοντας με τη βοήθεια του Θεού, να προσπελάσει το νοσηρό και αμαρτωλό κέλυφος, να αγγίξει την ψυχή του. Όταν ο Θεός σου δίνει μια ευκαιρία να μετέχεις στα σχέδια Του, δεν μπορείς να αδιαφορήσεις.

Οι επισκέψεις της στη φυλακή, οι αποτυχημένες προσπάθειες τους να μετατραπεί η ποινή του σε ισόβια, ο χρόνος γνωριμίας τους που αυξάνεται, ο χρόνος ζωής του που εξαντλείται, προάγουν τη σχέση τους σε ουσιαστικότερη επικοινωνία.

Τα ψυχολογικά δυναμικά ανάμεσα στην Έλεν και τον Μάθιου, τη μοναχή και τον μελλοθάνατο, εξελίσσονται σε τρία στάδια. Οι πρώτες συναντήσεις ενός άντρα με μια γυναίκα είναι αναγνωριστικές. Η αθώα, συντηρητική, μετρημένη, ελεγχόμενη και ειλικρινής Έλεν, φαντάζει απόλυτα επιθυμητή στον ανερμάτιστο, επιπόλαιο και στερημένο από αγάπη Μάθιου. Η ακεραιότητα όμως και η ευθύτητα με την οποία εκείνη τον αντιμετωπίζει, δεν του αφήνουν κανένα περιθώριο για παραπέρα μεθοδεύσεις και φαντασιώσεις. Δεν του ζητά να τη σεβαστεί σαν μοναχή. Οφείλουμε να φερόμαστε με σεβασμό στον κάθε άνθρωπο. Ο Μάθιου ακούει κάποια πράγματα ίσως για πρώτη φορά.

Μέσα από το διακριτικό και χωρίς πιέσεις πλησίασμα της Έλεν στη συνέχεια, αναπτύσσεται προοδευτικά και ασυνείδητα η επόμενη σχέση, μητέρας και γιου, η πανίσχυρη και καταλυτική αυτή σχέση εμπιστοσύνης και οικειότητας, που αποτελούν και τη βάση για το τελικό στάδιο επικοινωνίας, αυτό της συνομιλίας προσώπων, της ταύτισης και της αγάπης.

Βήμα-βήμα η ειλικρίνεια και η γεμάτη στοργή προσέγγιση της Έλεν, οι προτροπές της και οι αναφορές της στη Βίβλο, η συγκινητική συμπαράσταση της, γκρεμίζουν τα τείχη του Μάθιου και την παραμορφωμένη εικόνα του στον καθρέφτη της ψυχής του, ζεσταίνουν την καρδιά του, δυναμώνουν την προσωπικότητα του. Δεν νοιώθει να απειλείται από παντού. Η συμπεριφορά του γλυκαίνει, αρχίζει να βλέπει και πέρα από τον εαυτό του. Η υπεραναπλήρωση της ευαισθησίας, της αδυναμίας και της ανασφάλειας του με την υιοθέτηση και την προκλητική προβολή ρατσιστικής και ναζιστικής ιδεολογίας, παύει να του είναι απαραίτητη. Αντιμετωπίζει τη μητέρα και τ’ αδέλφια του σαν ένας άλλος άνθρωπος. Το πλαστό είδωλο του εαυτού του καταρρέει. Η Έλεν άγγιξε πραγματικά τη ψυχή του. Τώρα μπορεί να δει τον εαυτό του όπως πραγματικά είναι, ευάλωτος, τρομοκρατημένος. Μπορεί να λυπηθεί για τη ζωή του, μπορεί να μεταμεληθεί και όταν πια δεν του απομένουν παρά λίγα λεπτά ακόμα ζωής, να ξεσπάσει στο λυτρωτικό κλάμα της μετάνοιας, να ανοίξει την πόρτα της ψυχής του χωρίς φόβο, στον Θεό.

Παράλληλα οι στιγμιαίες αναδρομές στο ειρηνικό παρελθόν της Έλεν, εναλλάσσονται με τις σκληρές λεπτομέρειες της εγκληματικής νύχτας στο δάσος, του Μάθιου και με τις εναλλαγές των εικόνων συγκριτικά, αντί να αμβλύνονται οι δεύτερες, αντίθετα επιτείνονται οδυνηρά, σαν αλλεπάλληλες γροθιές στο στομάχι του θεατή. Τελικά η μετάνοια δεν ακολουθεί ιστορικά το έγκλημα. Οι σκηνές της φρίκης είναι πάντα εκεί, παρούσες ξανά και ξανά, στο κλάμα της μετάνοιας του, στην ώρα της συγγνώμης του, στη διαδικασία του θανάτου του. Και απρόσωπα, ψυχρά, τα πρόσωπα των δύστυχων συγγενών των θυμάτων, παρακολουθούν από το τζάμι την απονομή δικαιοσύνης με ανάμικτα συναισθήματα μίσους και ικανοποίησης.

Είναι τάχα πιο εύκολη η μετάνοια από την συγχώρεση; Η ανθρώπινη δικαιοσύνη που ακολουθεί το δημόσιο αίσθημα, δεν διαιωνίζει το μίσος και αναπαράγει το έγκλημα; Το κράτος δεν εγκληματεί με την εφαρμογή της θανατικής ποινής;

Το έργο τελείωσε, γεννήθηκαν ερωτήματα αμείλικτα για επεξεργασία και ο θεατής αποκομίζει πλούσια ερεθίσματα για να δουλέψει μέσα του και διδάγματα σημαντικά για να αφομοιώσει στο χαρακτήρα του. Ένα έργο στιβαρό, δυνατό, με πλούσιο πνευματικό περιεχόμενο, «ένα τσεκούρι στην παγωμένη επιφάνεια της ψυχής μας».

Η Susan Sarandon υπήρξε υπέροχη στο ρόλο της, διάφανη και γνήσια, δίνοντας μια ερμηνεία της sister Helen άξια για Oscar, που δίκαια της απονεμήθηκε.

Ο Sean Penn, ανταποκρίθηκε άριστα στον δύσκολο ρόλο του. Έχοντας κατανοήσει την ψυχολογία του Matthew, εκτιμούμε το πόσο σωστή υπήρξε η ερμηνεία του Penn.

Η μουσική επένδυση τέλος, συνόδευσε με τις κατάλληλες αποστάσεις το σενάριο και ολοκλήρωσε την αίσθηση πληρότητας που προσφέρει η ταινία.

Ο Τιμ Ρόμπινς και η Σ. Σάραντον

O Tim Robbins δημιούργησε με τη σκηνοθεσία του ένα συγκλονιστικό έργο. Όλα πήγαν καλά μέχρι λίγο πριν το τέλος του. Εκεί προς το τέλος υπήρξαν κάποια λάθη, που μειώνουν και υποβαθμίζουν την πνευματικότητα, τη σοβαρότητα και την αξιοπιστία της ταινίας, αν τα λάβει κανείς υπ’ όψη του. Όμως ο θεατής είναι τόσο επηρεασμένος από το ανελέητο σφυροκόπημα των συγκινησιακών ερεθισμάτων που δέχθηκε, ώστε θεωρεί τη ταινία τελειωμένη ήδη από το κλάμα της συντριβής του Matthew, αδιαφορώντας για τα πρόσθετα σημεία υπερβολής, εντυπωσιασμού και πολιτικών ή εμπορικών σκοπιμοτήτων, που ίσως στέρησαν από τον Robbins το Oscar σκηνοθεσίας. Θα αναφέρουμε την άκαιρη και αψυχολόγητη αναφορά του Μάθιου, που μόλις πριν λίγα λεπτά αξιώθηκε να νοιώσει τη γαλήνη της μετάνοιας στην ψυχή του, στον φόνο που διαπράττει «το κράτος σας» σκοτώνοντας τον, στα «σ’ αγαπώ» που ανταλλάσσουν μεταξύ τους ο Μάθιου με την Έλεν, στο μελοδραματικό άπλωμα του χεριού της Έλεν προς το μέρος του την ώρα που γίνεται η ένεση, στις τεχνικές αυθαιρεσίες της διαδικασίας της εκτέλεσης και στην τελείως περιττή σκηνή της ταφής και της συζήτησης που ακολουθεί.

Το έργο ωστόσο είναι πραγματικά σημαντικό, από αυτά που θυμάται κανείς σε όλη του τη ζωή.

Ας φέρνουμε συχνά στο νου μας τη φωνή του δεσμοφύλακα να αναγγέλλει επίσημα: “Dead man walking, dead man walking here!” και ας πιστέψουμε πως η αναγγελία αυτή αφορά σε μας, άλλωστε αυτή είναι η αλήθεια. Ίσως έτσι να ξεχνιόμαστε λιγότερο.

Προτού κλείσουμε τον φάκελο της ταινίας, γυρίζουμε ξανά στην αρχή, στην ήρεμη σκηνή των παιδιών που παίζουν σχοινάκι. Νοιώθουμε την παρουσία του Θεού την ώρα της μετάνοιας, νοιώθουμε την παρουσία Του την ώρα της προσευχής, το ίδιο νοιώθουμε τη θεϊκή παρουσία στις αθώες καρδιές των παιδιών την ώρα που παίζουν στη νέγρικη φτωχογειτονιά του Σαιντ Τόμας κι’ αγαπούν τη λευκή δασκάλα τους, την αδελφή Έλεν.


Μ. Ψ.

ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΞΕΧΝΙΟΜΑΣΤΕ !


16/11/09

Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος


Η εκκλησιαστική περιουσία είναι πάντοτε προσφιλές θέμα, κινεί το ενδιαφέρον των σχολιαστών και των αναγνωστών. Αλλωστε,

ζούμε σε μια κοινωνία στην οποία κυριαρχούν τα βιολογικά και βιοτικά θέματα και όχι τα οντολογικά και υπαρξιακά, πρωτεύοντα ρόλο έχει η κοινωνιολογία και όχι η φιλοσοφία και θεολογία. Ετσι, η πληροφόρηση για την κινητή και ακίνητη περιουσία της Εκκλησίας προξενεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Μόνον που πρέπει να διερευνηθή από ποια πλευρά και ποια οπτική γωνία εξετάζει κανείς το θέμα. Στις απλές σκέψεις που ακολουθούν, ίσως ενσυνείδητα υπερβατικά, παρουσιάζω την άποψή μου για το ποια είναι η αληθινή εκκλησιαστική περιουσία.


1. Η θεολογική εκκλησιαστική περιουσία.

Η πραγματική περιουσία της Εκκλησίας που είναι αναλλοίωτη από τη φθορά του χρόνου είναι η θεολογία και η εκκλησιολογία της. Η Εκκλησία βιώνει συμπυκνωμένα έναν θεολογικό και πολιτισμικό πλούτο τουλάχιστον δύο χιλιάδων ετών. Αν δε υπολογίση κανείς ότι έχει αξιοποιήσει και πολιτισμικά αγαθά προγενέστερων εποχών, τότε καταλαβαίνει την αξία του.

Μεγάλος θησαυρός είναι η θεολογία του προσώπου, που αποδίδεται στον Τριαδικό Θεό και τον άνθρωπο. Το πρόσωπο, που στην αρχαία Ελλάδα ήταν ένα προσωπείο (μάσκα), από τους Πατέρες της Εκκλησίας συνδέθηκε με την υπόσταση και απέκτησε οντολογία. Έτσι, ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι ρατσιστικά δούλος, ούτε ένα πράγμα, αλλά ούτε κλείνεται στην ασφυκτική μέγγενη του θανάτου. Αυτή η εκκλησιαστική περιουσία γίνεται αντικείμενο έρευνας από φιλοσόφους, κοινωνιολόγους και στοχαστές.

Η φιλοκαλική παράδοση της Εκκλησίας που ασχολείται με τον «έσω άνθρωπο», όχι τον «καθημερινό», αλλά τον «οντολογικό τρόπο ύπαρξης», όπως θα έλεγε και ο Χάιντεγκερ, είναι ένας ανεκτίμητος θησαυρός που έρχεται από το παρελθόν και κινεί το ενδιαφέρον ξένων ψυχαναλυτών, υπαρξιστών και γενικά ανθρώπων που δεν μπορούν να συμβιβαστούν με την επιφάνεια των πραγμάτων και τον συμβατικό τρόπο ζωής.

Οι εκκλησιαστικές τέχνες, όπως η αγιογραφία, η μουσική, η ποίηση, η ναοδομία κ.λπ. που συνδυάζουν ό,τι εκλεκτό στοιχείο εμφανίστηκε στην ανθρωπότητα με τον «μυστικό» κόσμο της εκκλησιαστικής ζωής, είναι αμύθητος πλούτος της Εκκλησίας. Δεν πρόκειται για μερικά μνημεία τέχνης που διαφυλάσσονται στα Μουσεία, αλλά για τρόπους έκφρασης ζωής, που μιλάνε και μοσχοβολούνε.

Το διοικητικό σύστημα των κατά τόπους Εκκλησιών και το συνοδικό σύστημα διοικήσεως σε διάφορα επίπεδα που θυμίζει το αρχαίο ελληνικό σύστημα των Πόλεων και των Αμφικτιονιών είναι ένας αστείρευτος πλούτος που διατηρείται ακόμη ζωντανός και μπορεί να κρίνη θετικά τα διάφορα ηγεμονικά, ανατολικά, φεουδαλιστικά συστήματα τα οποία συναντούμε στη σύγχρονη κοινωνική και πολιτική ζωή. Οι Ενορίες με όλο το εθελοντικό προσωπικό που διαθέτουν είναι ζωντανοί πυρήνες ζωής που έρχονται από το βάθος του χρόνου και συγκροτούν τις πραγματικές κοινωνίες ανθρώπων.

Όλη η θεολογία της Εκκλησίας είναι ένας διαχρονικός πλούτος.

2. Η αγάπη προς τους ανθρώπους.

Μεγάλη εκκλησιαστική περιουσία είναι η αγάπη των ανθρώπων που περιβάλλουν και εμπιστεύονται την Εκκλησία. Στην Εκκλησία ανοίγει κανείς τα «εσώψυχά» του, τις εσωτερικές αποτυχίες και πληγές του, τις ανασφάλειες και αβεβαιότητές του, τον υπαρξιακό πόνο και την εσωτερική αγωνία του.

Έτσι, η Εκκλησία θεωρεί ως μεγάλο θησαυρό όχι την εύνοια των ισχυρών της γης, αλλά τον πόνο των ανθρώπων, την ανημπόρια τους. Οι πονεμένοι άνθρωποι είναι τα πιο ακριβά ιερά σκεύη της Εκκλησίας, και όπου υπάρχουν Κληρικοί ευαίσθητοι μπορούν να εργασθούν αποδοτικά στον τομέα αυτό και θυσιάζουν τα πάντα.

Το βιβλίο με τίτλο «Η μαρτυρία της αγάπης» και υπότιτλο «Το φιλανθρωπικό και κοινωνικό έργο της Εκκλησίας της Ελλάδος», που εκδόθηκε από τον Κλάδο Εκδόσεων Επικοινωνιακής και Μορφωτικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, δείχνει το φιλανθρωπικό έργο της Εκκλησίας σε εκατοντάδες μονάδες προνοιακού χαρακτήρος, ανοικτού η κλειστού τύπου, όπου, κατά την εύστοχη παρατήρηση του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, « νόσος φιλοσοφείται και συμφορά μακαρίζεται και το συμπαθές δοκιμάζεται ».

Όταν διαβάσει κανείς μερικά «τυπικά» με τα οποία λειτουργούσαν από την Εκκλησία τα πρώτα στην ιστορία Νοσοκομεία, όπως για παράδειγμα το Τυπικό της Μονής Παντοκράτορος στην Κωνσταντινούπολη, όπου φαίνονται η οργάνωση και η λειτουργία του Νοσοκομείου, τότε θα διαπιστώση ότι η Εκκλησία θεωρεί πραγματικό της πλούτο τους πτωχούς, τους αρρώστους, τους πονεμένους που χρειάζονται στοργή και φιλανθρωπία και ενδιαφέρεται γι΄ αυτούς.

Μάλιστα ο ιερός Χρυσόστομος προτρέπει τους ακροατές του: « Μη βλέπεις τον πτωχό που σε πλησιάζει λερωμένος και απεριποίητος,αλλά σκέψου ότι ο Χριστός δια μέσου εκείνου εισέρχεται στην οικία σου και παύσε να είσαι απάνθρωπος και να λέγεις σκληρά λόγια με τα οποία συνήθως περιλούζεις αυτούς που ζητούν την βοήθειά σου, αποκαλώντας αυτούς απατεώνας, οκνηρούς ».

Όσοι εμπνέονται από το ήθος της Εκκλησίας θεωρούν τους πτωχούς ως αυτόν τον Ίδιο τον Χριστό. Αυτός είναι ο τετιμημένος εκκλησιαστικός πλούτος.



3. Περιουσία και φιλανθρωπία.


Η Εκκλησία πάντοτε διατηρούσε υλική περιουσία για να την καταναλώνη σε έργα φιλανθρωπίας, όταν αδυνατή να το κάνη το Κράτος. Οι Μητροπόλεις και οι Ενορίες είναι οργανωμένες Κοινότητες, οι οποίες ενδιαφέρονται για όλα τα προβλήματα που απασχολούν τον άνθρωπο, πνευματικά, ψυχολογικά, οικογενειακά, οικονομικά.

Βεβαίως, ζούμε σε μια οργανωμένη κοινωνία και η Εκκλησία συμμορφώνεται στη φορολογία που θεσπίζει κάθε Πολιτεία, αρκεί να είναι λελογισμένη και δίκαιη. Αλλά και η Πολιτεία πρέπει να υπολογίζη την τεράστια προσφορά της Εκκλησίας στο παρελθόν και το παρόν και να σκεφθεί με τι οικονομικό κόστος θα επιβαρυνθεί η ίδια, αν η Εκκλησία από δυσβάστακτα φορτία δεν μπορεί να ανταποκριθεί στο φιλανθρωπικό έργο της με τα Ιδρύματα που λειτουργεί.

Πάντως, πρέπει να επισημανθεί ότι η Εκκλησία είναι ένας ζωντανός οργανισμός, που διαθέτει αστείρευτο πνευματικό πλούτο, μεγάλους θησαυρούς - θεολογικούς και πολιτιστικούς - και δεν φοβάται ούτε απειλείται από κάποια φορολογία, μπορεί όμως να υπονομευθεί το φιλανθρωπικό έργο της.

Και σήμερα εξακολουθεί να δέχεται την αγάπη και τον σεβασμό εκατομμυρίων ανθρώπων που προσφέρουν όχι απλώς χρήματα, αλλά την καρδιά τους και τη ζωή τους. Αυτός είναι ο ατίμητος πλούτος της που δεν μπορεί να φορολογηθεί. Η Εκκλησία έχει αυτό που είναι και δεν είναι αυτό που έχει.


Το Βήμα, 15 – 11 - 2009


10/11/09

Των οικιών ημών εμπιμπραμένων, ημείς άδομεν...

H ΕΙΔΗΣΗ: «Βαρύ» κλίμα κατά Ελλάδας στις Βρυξέλλες. Περισσότερα μέτρα μόνιμου χαρακτήρα για τη μείωση του ελλείμματος, δείγμα γραφής για τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και ριζική αναδιάρθρωση του τομέα των στατιστικών στοιχείων, αναμένουν η Κομισιόν και οι εταίροι από την κυβέρνηση και μετά θα συζητήσουν για την προθεσμία που θα δοθεί στη χώρα μας προκειμένου να επαναφέρει το έλλειμμα κάτω του 3% του ΑΕΠ.

Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει από τη χθεσινή εξαιρετικά δύσκολη συζήτηση για την ελληνική οικονομία, στη συνεδρίαση των υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης. Συζήτηση που έγινε σε βαρύ κλίμα για τη χώρα μας, αλλά και έντονη κριτική από κορυφαίους αξιωματούχους της Κομισιόν, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και εταίρους.ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ: Είμαστε στην αρχή της στενωπού, που λέγαν κι οι παλιοί, κι ακόμα δεν έχουμε πάρει είδηση. Των οικιών ημών εμπιμπραμένων, ημείς άδομεν. Κι οι κυβερνώντες - νυν και τέως - απέκρυπταν την αλήθεια τόσο καιρό, κι οι μονίμως αντιπολιτευόμενοι ζουν στον κόσμο τους, με φαντασιακά αιτήματα υπεραυξήσεων στους μισθούς, λες και είμαστε καμιά χώρα πλούσια ή λες και πρόκειται να γίνει επανάσταση και να δρέψουμε τους θησαυρούς του τσάρου.

Κατά τον λαό κι οι άρχοντες όμως. Τόσα χρόνια ως λαός καταναλώνουμε περισσότερο απ' ότι παράγουμε, ζούμε με επιδοτήσεις, δάνεια και Ευρωπαϊκά πακέτα, ζούμε σαν νεόπλουτοι, ψηφίζουμε το κόμμα που νομίζουμε πως θα μας δώσει τις καλύτερες παροχές κι όχι εκείνο που θα σώσει τον τόπο. (υπήρξε άραγε;) Και τα κόμματα φοβούμενα το πολιτικό κόστος, έδιναν παροχές, αδιαφορώντας για το αύριο. Κι έτσι φτάσαμε στο χείλος του γκρεμού κι ακόμα δεν έχουμε πάρει είδηση.Είναι το ίδιο ακριβώς που συμβαίνει στα σπίτια μας. Πιστωτικές κάρτες, τεράστια δάνεια, κι άλλα δάνεια για πολυτελή εξοχικά - σύμφωνα με το δόγμα "μια φορά το φτιάχνω το ρημάδι, να΄ ναι καλο" - κι άλλα δάνεια για πολυτελή αυτοκίνητα (γέμισε η Ελλάδα τεράστια τζίπ και ακριβές μάρκες), καταναλωτικά δάνεια για ρούχα και λούσα, και μετά διαμαρτυρόμαστε γιατί οι κακές τράπεζες μας παίρνουν τα σπίτια. Εύκολη δικαιολογία για την αστοχία μας. Χιλιάδες αναλύσεις για όλα αυτά θα μπορούσαμε να βρούμε. Κοινωνιολογικές, ψυχολογικές, πολιτικές, οικονομικές, μαρξιστικές...

Όμως εμείς θέλουμε να πούμε άλλο λόγο: "Ουκ επ' άρτω μόνο ζήσεται άνθρωπος" και "Μην θησαυρίζετε για τον εαυτό σας θησαυρούς πάνω στην γη, όπου το σκουλήκι και η σκουριά τους αφανίζει, και όπου κλέφτες κάνουν διάρρηξη και κλέβουν· αλλά, θησαυρίζετε στον εαυτό σας θησαυρούς στον ουρανό, όπου ούτε σκουλήκι ούτε σκουριά τους αφανίζουν, και όπου κλέφτες δεν κάνουν διάρρηξη ούτε κλέβουν", και "Κανένας δεν μπορεί να υπηρετεί δυο κυρίους· επειδή, ή τον ένα θα μισήσει, και τον άλλο θα αγαπήσει· η στον ένα θα προσκολληθεί, και τον άλλο θα καταφρονήσει. Δεν μπορείτε να υπηρετείτε τον Θεό και τον Μαμμωνά", και "Γι’ αυτό, σας λέω: Μην μεριμνάτε για την ζωή σας, τι να φάτε και τι να πιείτε· ούτε για τον σώμα σας τι να ντυθείτε. Δεν είναι η ζωή πολυτιμότερη από την τροφή, και το σώμα από το ένδυμα;"

Χάσαμε το μέτρο. Και ατομικά και ως λαός. Ξεφύγαμε από τον λόγο του Θεού, δηλαδή από αυτά που αναγράφονται πιο πάνω, κι από τόσα όλα που λέει ο Χριστός. Ακόμα κι από μας που θέλουμε να λεγόμαστε Χριστιανοί, κάποιοι είμαστε παραδόπιστοι και δικαιολογούμε τα περιττά τάχα δοξολογώντας. Και επειδή το Ευαγγέλιο δεν είναι ηθικολογίες, αλλά τρόπος να ζούμε, το πληρώνουμε. Και το πληρώνουμε επειδή απομακρυνθήκαμε από τα καίρια της ζωής και στραφήκαμε στα επουσιώδη. Κάναμε πρώτη προτεραιότητα τα υλικά κι αφού εκεί
που είναι ο θησαυρός μας εκεί θα είναι και η καρδιά μας", θερίζουμε ότι σπείραμε, δηλαδή άγχος, μέριμνα, θλίψη και προβλήματα.

Θα επανέλθουμε. Αναγκαστικά, γιατί το θέμα αυτό θα απασχολεί την χώρα για πολλά χρόνια ακόμα. Ελπίζουμε πως η ακούσια ταπείνωση θα αφυπνίσει πολλούς. Όμως αρκετοί θα εξαχρειωθούν και θα αστοχήσουν ακόμα περισσότερο. Όσοι παριστάνουμε τους Χριστιανούς, ας αφυπνιστούμε. Πρώτα απ' όλα με το να βρούμε το μέτρο στην δική μας ζωή, να πάψουμε να μεριμνούμε και να τυρβάζουμε περί πολλά και να θυμηθούμε πως ενός εστί χρεία...

Ας ζήσουμε μέσα σ αυτές τις δύσκολες συνθήκες που έρχονται, ως μηδέν έχοντες και τα πάντα κατέχοντες, κι έτσι γεμάτοι ελπίδα και πνεύμα Θεού ας σταθούμε στους πονεμένους συνανθρώπους μας , χαίροντες μετά χαιρόντων και κλαίοντες μετά κλαιόντων,ως απόστολοι Χριστού...

6/11/09

ΘΑ ΤΡΕΛΑΘΟΥΜΕ ΕΝΤΕΛΩΣ;

Η ΕΙΔΗΣΗ : Η πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που αναφέρει ότι θα πρέπει να απομακρυνθούν οι σταυροί από τα ιταλικά σχολεία ώστε να μην προσβάλλεται η ελευθερία της θρησκευτικής επιλογής, έχει προκαλέσει σάλο στην Ιταλία. Πολιτικοί παρατηρητές τονίζουν ότι είναι πρώτη φορά που παρουσιάζεται εθνική ενότητα από όλες τις πολιτικές δυνάμεις, οι οποίες διαφωνούν με την απόφαση.


Ωστόσο, στην Ελλάδα η εικόνα είναι διαφορετική. Η εκπαιδευτική κοινότητα εμφανίζεται διχασμένη αν πρέπει να υπάρχουν θρησκευτικά σύμβολα στα σχολεία.
«Συμφωνώ απόλυτα με την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Δεν θα πρέπει να υπάρχουν στα σχολεία σύμβολα όπως οι σταυροί ή οι θρησκευτικές εικόνες που διαχωρίζουν τους μαθητές», λέει στα «ΝΕΑ» ο πρόεδρος της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας Ελλάδος (ΔΟΕ) κ. Δημήτρης Μπράτης. Όπως προσθέτει, «το σχολείο θα πρέπει να εξασφαλίζει ίσες ευκαιρίες σε όλους χωρίς κανένας μαθητής να αισθάνεται μειονεκτικά λόγω της καταγωγής, της φυλής ή του θρησκεύματός του».Τονίζει ακόμα ότι τόσο το θέμα της ύπαρξης θρησκευτικών συμβόλων στα σχολεία- στα ελληνικά, υπάρχουν οι εικόνες λέει- όσο και ο τρόπος διδασκαλίας των Θρησκευτικών στη σημερινή πολυπολιτισμική κοινωνία, «πρέπει να συζητηθούν σε βάθος από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, προκειμένου να βρεθεί η καλύτερη λύση στο πλαίσιο της ισότητας των πολιτών όπως ορίζει το Σύνταγμά μας».

Αντίθετη με την ύπαρξη θρησκευτικών συμβόλων όπως είναι οι θρησκευτικές εικόνες στα ελληνικά σχολεία δηλώνει και η φυσικός κ. Αγγελική Φατούρου, μέλος της Ομοσπονδίας Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης (ΟΛΜΕ). «Σεβόμενοι την ανεξιθρησκία και το γεγονός ότι στα σχολεία φοιτούν μαθητές διαφορετικών θρησκειών ή άθρησκοι, δεν θα πρέπει να υπάρχουν εικόνες ή άλλα θρησκευτικά σύμβολα ούτε στα δημόσια ούτε στα ξένα σχολεία» αναφέρει.

ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ: Θα τρελαθούμε εντελώς; Αμάν πια με αυτή την πολιτική ορθότητα! Ο σταυρός ενοχλεί τους πολίτες ως θρησκευτικό σύμβολο και τους βάζει σε πειρασμό; Στην Αγγλία ενοχλεί να τον φοράς, στην Γαλλία ενοχλεί η μαντίλα. Ποιούς ενοχλεί; Όχι τους θρησκευομένους, γιατί αυτοί θέλουν να φορούν τα σύμβολά τους. Άρα ενοχλεί τους πολιτικά ορθούς αθέους. Με τους οποίους συντάσσεται και το πολιτικά ορθό Δικαστήριο Ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ωραία, τότε θα καταργηθεί και το σφυροδρέπανο γιατί ενοχλεί τον ένα, κι ο ήλιος του Πασόκ γιατί ενοχλεί τον άλλον και τελικά θα μείνουμε μόνο με τα διαφημιστικά σύμβολα, που σημαίνουν την καταναλωτική μας παραζάλη.

Αν κάποτε διαχωριστεί η εκκλησία από το κράτος, προφανώς δεν θα υπάρχει σταυρός ή εικόνες στα σχολεία και στα δημόσια κτίρια. Αλλά να σταματήσουν κι αυτά τα ιδεολογήματα, ότι δήθεν προσβάλλονται κάποιοι. Οι μόνοι που ενοχλούνται είναι όσοι εχθρεύονται την θρησκευτική πίστη των άλλων. Από την μια λέμε ότι η κοινωνία μας είναι ανεκτική κι από την άλλη γίνεται σχεδόν ρατσιστική για όσους θρησκεύουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο χλευασμός του κλήρου και του μοναχισμού από τα ΜΜΕ.

Η εκκλησία του Χριστού δεν κινδυνεύει από το ¨κατέβασμα¨ των συμβόλων. Εμείς τα σύμβολά μας τα φοράμε, τα προσκυνάμε στις εκκλησιές και τα σπίτια μας. Και ούτε έχουμε την αυταπάτη πως οι εικόνες στα δημόσια κτίρια, ενισχύουν την πίστη κανενός. Όμως λυπόμαστε για την σταδιακή αποϊεροποίηση της χώρας μας, από την εκ των άνω αποκαθήλωση μιας παράδοσης 2.000 χρόνων. Αυτό ανοίγει τον δρόμο για περισσότερη σύγχυση στον λαό που έτσι κι αλλοιώς πάσχει από έλλειψη νοήματος, και επιτρέπει στις διάφορες αιρέσεις και σέχτες να μπερδεύουν τον κόσμο.


Ήρθε πλέον ο καιρός να αποκτήσουμε αποστολικό φρόνημα. Αντί να φωνασκούμε, να φανατιζόμαστε και να απογοητευόμαστε, να συνειδητοποιήσουμε ότι κληθήκαμε να γίνουμε απόστολοι του Χριστού, να γίνουμε παράδειγμα για τους γύρω μας, να γίνουμε χαμόγελο, δάκρυ κι αγκαλιά για τους γύρω μας, μιμητές Χριστού, ιεραπόστολοι της αγάπης Του...


3/11/09

OCTPOΒ

Προφανώς οι περισσότεροι από τους αναγνώστες μας θα έχουν δει το "Νησί", την υπέροχη αυτή ρωσική ταινία με την εξαιρετική σκηνοθεσία και το σενάριο που λες κι είναι βγαλμένο από τις σελίδες κάποιου σύγχρονου γεροντικού. Η ταινία κυκλοφόρησε πειρατικά χέρι -χέρι και διαδόθηκε σε χιλιάδες αντίτυπα, μια και δεν είχε εκδοθεί στην Ελλάδα. Ένας αδελφός, ο Μ. Ψ., έγραψε ένα ωραίο κείμενο για την ταινία που νομίζουμε πως αξίζει να διαβάσετε - ακόμα κι αν δεν έχετε δει την ταινία. Καλή ανάγνωση...

ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ: Ο ΝΑΟΣ ΜΑΣ ΠΑΝΗΓΥΡΙΖΕΙ ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ. (
Σάββατο: Εσπερινός 6.30΄, Κυριακή: Όρθρος - Θ. Λειτ. 7.00΄, Εσπερινός, Λιτανεία: 17΄00).

Tο "Νησί" (Ostrov - Ρωσία – 2006), για κάποιον που καλοπροαίρετα πρωτοβλέπει την ταινία, αποτελεί μια ανέλπιστη έκπληξη. Ανακαλύπτει μια καταπληκτική δημιουργία, ένα υπέροχο ποίημα ή καλύτερα έναν σύγχρονο ψαλμό, που με αδρές γραμμές διαγράφεται και προβάλλει ανάγλυφα μέσα από την ομίχλη της Λευκής Θάλασσας, στη βόρεια Ρωσία. Εκεί, στη θάλασσα του Αρχαγγέλου, σε ένα παγωμένο και αφιλόξενο νησάκι, διαδραματίζεται η ιστορία του Ανατόλιου. Μακριά από τον κόσμο, μα σκληρά προσδιορισμένη και ζυμωμένη μέχρι το τέλος με τον κόσμο και τη ζωή.

Η ταινία χαρακτηρίστηκε σαν θρησκευτική. Όμως είναι κάτι πολύ περισσότερο, είναι Ορθόδοξη, δηλαδή βαθιά ανθρώπινη, μια προσωπική συνομιλία με τον Θεό.


Στο πρόσωπο του Ανατόλιου, η σύγχρονη Ρωσία, μετά από μια πολύχρονη επιβαλλόμενη αθεΐα, αρχίζει να ξαναβρίσκει το πρόσωπο της. Η γενναιότητα, ο αυθορμητισμός, το βαθύ συναίσθημα του ρωσικού λαού που γονιδιακά συμμετέχουν και εκφράζονται στη δημιουργία του Octroβ και από τους τρεις κύριους συντελεστές, τον σεναριογράφο Dmitry Sobolev, τον σκηνοθέτη Pavel Lungin και τον πρωταγωνιστή Pyotr Mamonov, καταγράφουν τη πνευματική συνέχεια της Ρωσίας των αγίων, των στάρετς και των ορθόδοξων πατέρων της διασποράς, της Ρωσίας του Ντοστογιέφσκι, αλλά και του Αϊζενστάϊν. Έτσι η Ρωσία ήταν η πιο κατάλληλη χώρα να επιχειρηθεί ένα τέτοιο δημιούργημα γι’ αυτό και πέτυχε απόλυτα.

Από την εισαγωγή της η ταινία τοποθετεί τον θεατή αντιμέτωπο με τον εαυτό του. Οι Γερμανοί στρατιώτες εξαναγκάζουν τον φοβισμένο ναύτη να σκοτώσει τον καπετάνιο του και η διάχυτη ένταση σηματοδοτεί την ψυχολογική βία που αριστοτεχνικά μεταφέρεται στον θεατή και τον ωθεί σε διαδικασίες ταύτισης και παραλληλισμού. Και δεν αμβλύνεται η ένταση με τον πυροβολισμό, αφού το έγκλημα επιτελέστηκε πια. Αντίθετα επιτείνεται. Η κορύφωση επέρχεται βαθμιαία με την αιφνίδια, αργή αποχώρηση των στρατιωτών, καθώς ο χρόνος παγώνει στα επόμενα δευτερόλεπτα και βιώνεται η απόλυτη μοναξιά της αμαρτίας. Οι στρατιώτες αποσύρονται δραματικά αθόρυβα σαν τους λογισμούς που αποστρέφουν μόλις πετύχουν τον στόχο τους. Η στιγμιαία συνειδητοποίηση της αφόρητης μοναξιάς που επιφέρει το αμαρτωλό γεγονός που με τίποτα πια δεν αλλάζει, δεν αντέχεται. Τη θέση των προτρεπτικών λογισμών παίρνουν οι τύψεις που νοθεύουν την ανακούφιση για την απομάκρυνση του κινδύνου και άμεσα ακολουθούν η άρνηση, η προβολή και η εκλογίκευση σαν ψυχολογικοί μηχανισμοί κατευνασμού, «Δεν το έκανα εγώ. Εσείς το κάνατε!». Ο Ανατόλιος όμως είναι ένας απλός άνθρωπος, ακαλλιέργητος και αγνός. Αποδέχεται τελικά την πράξη του συντετριμμένος. «Κι’ όμως, εγώ το έκανα!».

Η αμαρτία η δική του, η δική μου, όλων μας! Οι ίδιες οδυνηρές εμπειρίες που διαφέρουν ίσως μόνο στις συνθήκες, στην εστίαση και στη σκηνοθεσία.

Τριάντα χρόνια μετά ο Ανατόλιος, με την ειλικρινή του και συνεχή μετάνοια για την αμαρτία του που είναι πάντοτε ενώπιον του, με την αδιάλειπτη προσευχή που συνοδεύει την ανάσα του και με την υπέροχη ταπείνωση του, έχει αξιωθεί να βιώνει τη γαλήνη της αγιοσύνης του, να διαθέτει παρρησία στις προσευχές του και το χάρισμα της προορατικότητας.

Την περίοδο της μετάνοιας του, που άλλωστε ποτέ δεν σταμάτησε, μπορούμε να την προσεγγίσουμε μόνο συμπερασματικά. Η κάμερα δεν μπορεί να καταγράψει την αλλοίωση του προσώπου, την ενσωμάτωση με τον Χριστό, την κάθοδο της χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Πολύ εύστοχα η περίοδος αυτή μένει ευλαβικά μυστηριακή, διακριτικά «προσωπική», από τα κοσμικά μέτρα και μέσα. Γιατί εκτός του κόσμου τούτου, το πρόσωπο δεν έχει στεγανές, κρυφές περιοχές. Η ατομικότητα δεν έχει θέση στην κοινωνία προσώπων. Η ταπείνωση είναι η ιδιότητα που δίνει αυτή τη δυνατότητα, να μπορεί κανείς να συμμετέχει, να κοινωνεί, να ενεργεί, να λειτουργεί ανοιχτός προς όλους και με όλους. Ο Ανατόλιος διέθετε από φυσικού του σαν γνήσιος Ρώσος και αυθορμητισμό και πλούσιο συναίσθημα. Παρά την αρχική δειλία του όμως, το ευάλωτο σημείο που εκμεταλλεύτηκαν οι Γερμανοί για να τον εξωθήσουν στο έγκλημα, (όπως τα πονηρά πνεύματα εκμεταλλεύονται τα ευαίσθητα σημεία όλων μας για να μας παρασύρουν στην αμαρτία) διέθετε και τη γενναιότητα όχι μόνο να υπερβεί τους φόβους για το άτομο του, αλλά και να ισοπεδώσει το φρόνημα του θέτοντας τον ταπεινωμένο εαυτό του στη διάθεση του Θεού, στην υπηρεσία του θελήματος του.

Η ταπείνωση τον οδηγεί να υιοθετήσει συμπεριφορά «σαλού», να μη θεωρεί τον εαυτό του άξιο να συγκατοικεί με τους άλλους μοναχούς, να επιδιώκει την μειωτική κριτική της απομόνωσης του, να εργάζεται συνεχώς σκληρά, να αποφεύγει τις επιδοκιμασίες και τις εύλογες ευχαριστίες.

Ζούμε την ταπείνωση του στα παιχνίδια του στους μοναχούς και σ’ εκείνους που προστρέχουν κοντά του αναζητώντας βοήθεια. Ακόμα και στην αποβολή του δαιμονίου από την κόρη του πρώην συντρόφου του, ούτε μια φορά δεν κάνει το σημείο του Σταυρού προς την κοπέλα, ενεργώντας ο ίδιος για να απομακρύνει το δαιμόνιο, φυσικά εξ ονόματος του Θεού. Αρκείται στο να κάνει ξανά και ξανά τον σταυρό του και να προσεύχεται θερμά, επίμονα, ικετεύοντας για την έξοδο του δαιμονίου.

Ο Ανατόλιος δεν είναι ένας ηθοποιός που παίζει εξαίσια τον ρόλο του. Είναι ο Ανατόλιος που προσεύχεται με ειλικρίνεια, ταπεινώνεται αυθεντικά, συμπεριφέρεται με απλότητα, συστολή και όλα αυτά με την αρμόζουσα αξιοπρέπεια του προσώπου που αξιώθηκε να γνωρίσει τον Θεό και επομένως τον εαυτό του.

Ο Χριστός ζει μέσα στην καρδιά του και τον καθοδηγεί. Συμβουλεύει τη δύστυχη κοπέλα που έμεινε έγκυος και αγωνιά για το μέλλον της. Μετατρέπει το πρόβλημα της σε παρηγοριά με την προορατικότητα του, τη θλίψη της σε ευτυχία. Την μαλώνει, αλλά δεν στέκεται στην ανόητη παράκληση της να έχει ευλογία για να αμαρτήσει ή στην απόπειρα της να εξαγοράσει την μεσολάβηση του. Γνωρίζει καλά τη δυστυχία του κόσμου και τα προβλήματα του και τα αντιμετωπίζει με πολλή επιείκεια και με πολλή στοργή.

Στόμα με στόμα εκείνοι που ευεργετήθηκαν πληροφορούν τους άλλους για τον γέροντα Ανατόλιο, όπως χέρι με χέρι κυκλοφορεί στην Ελλάδα το DVD της ταινίας. Όσοι έρχονται να τον συναντήσουν αναζητούν τη λύση στο πρόβλημα τους, την διαφυγή στο αδιέξοδο τους, τη συμβουλή, τη βοήθεια. Βλέπουμε να ζωντανεύουν σε σύγχρονες παραλλαγές, παραβολές του Χριστού μας και ιστορίες του Ευαγγελίου, που άλλωστε πάντοτε είναι ζωντανές και πάντοτε επαναλαμβανόμενες.

Η μητέρα που έφερε το ανάπηρο παιδί της να της το γιατρέψει ο Ανατόλιος, αρνείται «την πρόσκληση στο Δείπνο», για να μεταλάβουν την επομένη, γιατί θα χάσει τη δουλειά της. Μα δεν την αφήνει να απομακρυνθεί. Είναι η ανάγκη που την πιέζει και οι δυσκολίες της επιβίωσης. Έτσι επεμβαίνει δυναμικά και της παίρνει το παιδί, αναγκάζοντας την να τον ακολουθήσει. Και η θεία πρόνοια οικονομεί τα πράγματα, ώστε να μη χάσει η πονεμένη μητέρα τη δουλειά της.

Η χήρα πάλι που έρχεται να ζητήσει μνημόσυνο για τον άντρα της, περίλυπη ακούει πως θα πρέπει να πουλήσει το γουρούνι της και να τρέξει στη Γαλλία όπου εκείνος ζει ακόμα, να τον προλάβει ζωντανό. Θυμίζει η ιστορία αυτή τον πλούσιο νέο που περίλυπος άκουσε από τον Χριστό, πως θα έπρεπε για να σωθεί να πουλήσει τα υπάρχοντα του και να τον ακολουθήσει. Όταν κάποιος αισθάνεται βολεμένος, πολύ δύσκολα πείθεται να αλλάξει ζωή. Όμως όποιος είναι βολεμένος στον κόσμο μας και δεν νοιώθει ενοχλημένος απ’ αυτό, πως μπορεί να απελευθερωθεί;

Όλοι έχουν την ευκαιρία να διδαχθούν και να κατανοήσουν την αδυναμία τους. Ακόμα και ο ηγούμενος που δέχεται κι’ ερμηνεύει σωστά το παράδοξο φέρσιμο του Ανατόλιου.

Τα περιστατικά διαδέχονται το ένα το άλλο με τόση φυσικότητα και διαύγεια, που μας εντάσσουν αβίαστα στην ατμόσφαιρα που εκτυλίσσονται. Η κάθε σκηνή παίρνει τη θέση της στη διαμόρφωση της τελετουργίας της ζωής ενός αγίου, με εκπληκτική απλότητα. Η εικόνα εισδύει λυτρωτικά και αποκαθαίρει τις ψυχές μας.

Τα δαιμόνια της κοπέλας απομακρύνθηκαν. Ο πατέρας συγκλονισμένος από την σωτηρία της κόρης του, παρακολουθεί την εξομολόγηση του Ανατόλιου που ήδη τον έχει αναγνωρίσει, αλλά ζητά την επιβεβαίωση και την συγχώρεση.

Ο αγέρωχος, γεμάτος υπερηφάνεια και εγωισμό άνδρας, που άλλοτε έφτυσε αηδιασμένος τον πανικόβλητο ναύτη για τη δειλία του, τώρα βουρκωμένος, ταπεινός και ο ίδιος, αναγνωρίζει τον θύτη του, συγχωρεί, ευχαριστεί. . .

Στα βλέμματα τους, στις καρδιές τους, φτερουγίζουν αγγελάκια. . .

Στέκουν απέναντι οι δυο άνδρες, σε μια σκηνή γεμάτη δύναμη και υψηλά νοήματα. Γιατί και ο καπετάνιος δεν ήταν τυχαίος. Την κρίσιμη στιγμή της σύλληψης τους από τους Γερμανούς, στάθηκε υπέροχα γενναίος. Ψύχραιμος ανάβει τσιγάρο, κάθεται ήρεμος, ζυγίζει με μια ματιά τους εχθρούς και τον σύντροφο του και περιμένει τον θάνατο, αδιαφορώντας πιο χέρι θα πατήσει την σκανδάλη. Ο νους μου πάει κατ’ ευθείαν σε μια άλλη αντίστοιχη σκηνή. Ο Σολωμός Σολωμού με το τσιγάρο στα χείλη να σκαρφαλώνει στον ιστό, να κατεβάσει την Τουρκική σημαία. Η τελευταία του κίνηση!

Σε τέτοιες στιγμές ανδρείας δεν υπάρχει εγωισμός, αλαζονεία, πάθος, μικροψυχία, γιατί δεν υπάρχει πια μέλλον, ζωή στον κόσμο. Είναι στιγμές θεϊκές, υπέρβασης.

Ο Ανατόλιος, ο φονιάς που δεν σκότωσε, ο εργάτης που δεν κουράστηκε, ο τρελός που δίδασκε, ο ανεκπαίδευτος που θεράπευε, πέρασε μια ζωή συνομιλώντας με τον Θεό. Άνοιξε τον εαυτό του στον Θεό και προσευχόταν πρόσωπο προς πρόσωπο, με όλη τη συναίσθηση της αδυναμίας και της αναξιότητας του, αλλά και με όλη τη θέρμη και την αμεσότητα που πηγάζουν από την απόλυτη εμπιστοσύνη και την εκπεφρασμένη αγάπη. Αυτή η αμεσότητα της προσευχής στο εικόνισμα, το ευλαβικά τοποθετημένο στο ύψος του προσώπου στο άδειο κελί, δίνει ένα μέτρο οικειότητας και πίστης, σηματοδοτεί ένα δίαυλο ανενδοίαστης επικοινωνίας, εξασφαλίζει μια απρόσκοπτη προσέγγιση με τη θεότητα.

Ο Ανατόλιος βρήκε τον δρόμο του προς τον Θεό ή ορθότερα, ακολούθησε τον δρόμο που χάραξε ο Θεός γι’ αυτόν, για να τον συναντήσει. Για τον καθένα μας υπάρχει χαραγμένος ο δικός του δρόμος, στρωμένος με κοσμικές δυσκολίες, θλίψη και πόνο, αλλά και με ουράνια γαλήνη και θεϊκή αγάπη.

Ο μοναχός Ιώβ ξεπέρασε την αντίθεση του με τον Ανατόλιο και βρήκε τελικά τον δρόμο του. Ο Ανατόλιος του το είχε πει: «Θα κλάψεις για μένα». Τώρα που ξάπλωσε στο φέρετρο που εκείνος του επιμελήθηκε, τώρα που έκλεισε τα μάτια και κοιμήθηκε, ο Ιώβ αναγνώρισε τον δρόμο. Έστω και τώρα, άνοιξε την καρδιά του στην αγάπη. Σήκωσε τον Σταυρό του και ακολούθησε τον δρόμο του οφειλόμενου σεβασμού, της αποδοχής και της αγάπης. Ο Ανατόλιος έγινε ένα μέρος του εαυτού του. Όπως έγινε ένα μέρος του εαυτού όλων μας. Η αγάπη είναι ένωση, είναι ταύτιση.

Ο σκηνοθέτης Pavel Lugmin, ευτύχησε να διαθέτει ένα καλοδουλεμένο σενάριο και ένα ταλαντούχο πρωταγωνιστή. Μετέτρεψε το σενάριο σε ζωή και τον ηθοποιό σε άγιο. Με διεισδυτική ματιά εξισορρόπησε θαυμαστά την πνευματικότητα με την αισθητική, αποδίδοντας ύψιστου βαθμού απόλαυση τόσο πνευματική όσο και αισθητική. Ανακάτεψε κάρβουνο, λάσπη, παγωνιά, υγρασία, φτώχεια, λιτότητα και δυστυχία κι’ έφτιαξε ένα αριστούργημα. Μετέτρεψε τα πιο περιφρονημένα υλικά του κόσμου μας, σε ένα πνευματικό θησαυρό.

Μ. Ψ.