28/3/09

ΕΣΥ ΕΦΕΡΕΣ ΤΗΝ ΧΑΡΑ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ...


Είμαι μέσα στο τρένο μετά από τρελή καθυστέρηση και φοβερό πήξιμο, ο κόσμος δυσανασχετεί με τις καθυστερήσεις και την πολυκοσμία, δεν χωράμε όλοι να μπούμε και ένας άντρας αγανακτισμένος βρίζει θεούς και δαίμονες. Βάζω τα ακουστικά τού mp3 για να μην ακούω τις βρισιές και ξαφνικά μέσα στην καρδιά μου νοιώθω μεγάλη χαρά, νοιώθω ευτυχία, νοιώθω να πετάω, κι έτσι μου ήρθε στο νου αυτό:




" Εκεί που νομίζω πως δεν υπάρχεις, εκεί ξαφνικά κάνεις την εμφάνιση Σου. Φυτρώνεις μέσα στην καρδιά μου σαν ένα μπουκέτο λουλούδια, σαν ένας νέος ήλιος που φωτίζει την καρδιά μου κι όλο μου το πρόσωπο γίνεται φως. Φωτίζομαι τόσο που οι γύρω μου με κοιτούν περίεργα. Πως γελά αυτή μέσα σε τόσο στενάχωρο περιβάλλον; Τι βλέπει; Μήπως κάτι ακούει που είναι πολύ ευχάριστο; Ή μήπως είναι τρελή; Με κοιτούν και απορούν, κι εγώ Σε βλέπω, ξέρω πως Εσύ έφερες την χαρά στην καρδιά μου και θέλω να το φωνάξω, θέλω να το μοιραστώ... όμως φοβούμαι μη σε πληγώσουν και πάλι, μη σε αρνηθούν και πονέσεις…"


Α.

25/3/09

ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ ΤΗΣ 25ΗΣ...

Βροχερή Τετάρτη πρωί, ανήμερα του Ευαγγελισμού… Έξω χαμηλή και βαριά συννεφιά, το χιόνι καλύπτει τις άκρες των βουνών που περιτειχίζουν το μικρό χωριό στα ορεινά της Κορινθίας. Πετρόχτιστα σπίτια, καμινάδες που αχνίζουν και οι λιγοστοί κάτοικοι συρρέουν νωχελικά στην εκκλησία δίπλα στην πλατεία με τον μεγάλο πλάτανο. Ανοίγοντας την αλουμινένια πόρτα της το ένστικτο σε ωθεί να ξαναβγείς καθώς το λιβάνι κι ο καπνός ενοχλούν μάτια και πνεύμονες. Το ίδιο επιδιώκεις κι όταν τα αυτιά προσλαμβάνουν τις άναρθρες κραυγές του «παπαδιαμαντικού» ψάλτη. Καμιά δεκαπενταριά γυναίκες και λίγο λιγότεροι άνδρες παραστέκουν στα στασίδια της χαμηλοτάβανης εκκλησιάς με τις φρέσκιες αγιογραφίες και το παλιό βαρυφορτωμένο τέμπλο. Τα μαλλιά γκρίζα κι ανάκατα, τα πρόσωπα οργωμένα απ’ τις ρυτίδες και τα σώματα σκεβρωμένα από τον χρόνο. Όμοιοι τα χωράφια τους με τις γυμνές καρυδιές…


Λίγο αφότου βγει ο αποστεωμένος παπάς με το Ευαγγέλιο μπαίνουν και τα παιδιά με τη Σημαία. Είναι δεν είναι δεκαπέντε πιτσιρίκια του τοπικού Δημοτικού, τα μισά Αλβανάκια μα όλα ντυμένα με παραδοσιακές φορεσιές, με τσαρούχια τ’ αγόρια και σαν Αμαλίες τα κορίτσια. Κάποια παλλικαράκια με φουστανέλλα διαγκωνίζονται να κρατήσουν τις λαμπάδες και το θυμιατό του παππά, ενώ όλα πασίχαρα και μηχανικά αργότερα θα απαγγείλουν το Πιστεύω και το Πάτερ ημών. Μετά την Απόλυση και το Μνημόσυνο ο δάσκαλος θα εκφωνήσει τον πανηγυρικό.



Κι εκεί το τοπίο απαλλάσσεται απ΄τον καπνό, το ταξίδι στο χρόνο ολοκληρώνεται… Απ’ το παράθυρο αντικρίζω τα βουνά που τότε θα έσφυζαν σίγουρα από κλέφτες κι απ’ το στόμα του ακούω τα λόγια με τον παλμό της καρδιάς, για τις δυο λευτεριές που ανέτειλαν απ’ τα σκοτάδια τέτοια μέρα, τη Λευτεριά που έφερε ο Χριστός στον κόσμο και την άλλη που οι Επαναστάτες με αίμα και δάκρυα πλήρωσαν για το Έθνος. Άξιος, δάσκαλε, που μας μίλησες για τα έθνη που όταν χάνουν τη μνήμη αλλοιώνεται και το πρόσωπό τους, για τους τότε που πάλευαν «για του Χριστού την Πίστη την Αγία και της Πατρίδος την Ελευθερία», για τα θυσιαστήρια που ξεφύτρωσαν απανταχού της ελληνικής γης, για εμάς που χρωστάμε σ’ όσους πέρασαν, θα ’ρθούνε θα περάσουν, κριτές θα μας δικάσουν οι αγέννητοι κι οι νεκροί»….


Ήταν άραγε όντως άλλης πάστας άνθρωποι οι αλλοτινοί;


Ειρήνη Κ.


Χαίρε Μαρία, Χαίρε!


Με μιας ανοίγει ο ουρανός, τα σύγνεφα μεριάζουν, οι κόσμοι εμείνανε βουβοί, παράλυτοι κοιτάζουν. Μια φλόγα αστράφτει...ακούονται ψαλμοί και μελωδία... Πετάει έν' άστρο...σταματά εμπρός εις τη Μαρία... «Χαίρε της λέει αειπάρθενε, ευλογημένη χαίρε! Ο Κύριός μου είναι με σε. Χαίρε Μαρία, Χαίρε!»



Επέρασαν χρόνοι πολλοί...Μια μέρα σαν εκείνη
αστράφτει πάλι ο ουρανός...Στην έρμη της την κλίνη
λησμονημένη, ολόρφανη, χλωμή κι απελπισμένη,
μια κόρη πάντα τήκεται, στενάζει αλυσωμένη.
Τα σιδερά είναι ατάραγα, σκοτάδι ολόγυρά της.
Η καταφρόνια, η δυστυχιά σέπουν τα κόκαλά της.
Τρέμει με μιας η φυλακή και διάπλατη η θυρίδα
φέγγει κι αφήνει και περνά έν' άστρο, μιαν αχτίδα.
Ο ’Αγγελος εστάθηκε, διπλώνει τα φτερά του...



«Ξύπνα, ταράζου, μη φοβού, χαίρε, Παρθένε, χαίρε.
Ο Κύριός μου είναι με σε, Ελλάς ανάστα, χαίρε».



Οι τοίχοι ευθύς σωριάζονται. Η μαύρ' η πεθαμένη
νοιώθει τα πόδια φτερωτά. Στη μέση της δεμένη
χτυπάει η σπάθα φοβερή. Το κάθε πάτημά της
ανοίγει μνήμ' αχόρταγο. Ρωτά για τα παιδιά της...
Κανείς δεν αποκρένεται...Βγαίνει πετά στα όρη...
Λιώνουν τα χιόνια όθε διαβεί, όθε περάσει η Κόρη.



«Ξυπνάτε εσείς που κοίτεστε, ξυπνάτε όσοι κοιμάστε,
το θάνατο όσοι εγεύτητε, τώρα ζωή χορτάστε».

Οι χρόνοι φεύγουνε, πετούν και πάντα εκείνη η μέρα
είναι γραμμένο εκεί ψηλά να λάμπει στον αιθέρα
μ' όλα τα κάλλη τ' ουρανού. Στολίζεται όλη η φύση
με χίλια μύρια λούλουδα για να τη χαιρετήσει.
Γιορτάστε την, γιορτάστε την. Καθείς ας μεταλάβει
από τη χάρη του Θεού. Και σεις και σεις οι σκλάβοι,
όσοι τη δάφνη στη καρδιά να φέρετε φοβάστε,
αφορεσμένοι να 'στε.


Αριστοτέλης Βαλαωρίτης


24/3/09

Για την πατρίδα πήγανε στον 'Αδη, τα καϊμένα...


«...Αυτό το κάστρο το φυλάμεν εμείς, οπού το κυργέψαμεν από τους Τούρκους. Και τώρα δεν τους το δίνομεν, αν δεν μας πεθάνουν. Τότε έκατζε ο Γκούρας και οι άλλοι και φάγαμεν ψωμί, τραγουδήσαμεν κ' εγλεντήσαμεν. Με περικάλεσε ο Γκούρας κι' ο Παπακώστας να τραγουδήσω, ότ' είχαμεν τόσον καιρόν οπού δεν είχαμεν τραγουδήση - τόσον καιρόν, οπού μας έβαλαν οι 'διοτελείς και 'γγιχτήκαμεν δια να κάνουν τους κακούς τους σκοπούς. Τραγουδούσα καλά. Τότε λέγω ένα τραγούδι :


Ο 'Ηλιος εβασίλεψε, 'Ελληνά μου, βασίλεψε, και το Φεγγάρι εχάθη, κι' ο καθαρός Αυγερινός που πάει κοντά την Πούλια, τα τέσσερα κουβέντιαζαν και κρυφοκουβεντιάζουν.

Γυρίζει ο 'Ηλιος και τους λέει, γυρίζει και τους κρένει, Εψές οπού βασίλεψα πίσου από μια ραχούλα, άκ' σα γυναίκεια κλάματα κι' αντρών τα μυργιολόγια, γι' αυτά τα 'ρωϊκά κορμιά 'σ τον κάμπο ξαπλωμένα, και μέσ' το αίμα το πολύ είν' όλα βουτημένα.

Για την πατρίδα πήγανε στον 'Αδη, τα καϊμένα".


Απομνημονεύματα, Μακρυγιάννης Ιωάννης, βιβλίο Α, κεφ. 9.




21/3/09

Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΜΑΣ...


'Οταν αποφασίσαμε να κάμομε την επανάσταση, δεν συλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα, ούτε πως δεν έχομε άρματα, ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις, ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε «που πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά ως μια βροχή, έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας.

Θοδωράκης Κολοκοτρώνης


18/3/09

ΑΙΩΝΙΑ Η ΜΝΗΜΗ ΑΥΤΟΥ...

Ὀδυσσέας Ἐλύτης

2 Νοεμβρίου 1911 - 18 Μαρτίου 1996





Τ γλσσα μο δωσαν λληνική.
τ
σπίτι φτωχικ στς μμουδις το μήρου...
Μονάχη
γνοια γλσσα μου στς μμουδις το μήρου...
κε σπάροι κα πέρκες
νεμόδαρτα ρήματα
ρεύματα πράσινα μ
ς στ γαλάζια
σα εδα στ σπλάχνα μου ν' νάβουνε
σφουγγάρια, μέδουσες
μ
τ πρτα λόγια τν Σειρήνων
στρακα ρόδινα μ τ πρτα μαρα ρίγη...
Μονάχη
γνοια γλσσα μου, μ τ πρτα μαρα ρίγη...
κε ρόδια, κυδώνια
θεο
μελαχροινοί, θεοι κ' ξάδελφοι
τ
λάδι δειάζοντας μς στ πελώρια κιούπια.
Κα
πνος π τ ρεμματι εωδιάζοντας
λυγαρι
κα σχνο
σπάρτο κα
πιπερόριζα
μ
τ πρτα πιπίσματα τν σπίνων
ψαλμ
δίες γλυκς μ τ πρτα-πρτα Δόξα Σοί...
Μονάχη
γνοια γλσσα μου, μ τ πρτα - πρτα Δόξα Σοι!..


κε δάφνες κα βάγια
θυμιατ
κα λιβάνισμα
τ
ς πάλες ελογώντας κα τ καριοφίλια
στ
χμα τ στρωμένο μ τ' μπελομάντιλα,
κν
σες, τσουγκρίσματα
κα
Χριστς νέστη
μ
τ πρτα σμπάρα τν λλήνων!
γάπες μυστικς μ τ πρτα λόγια του μνου...
Μονάχη
γνοια γλσσα μου, μ τ πρτα λόγια του Ὕμνου.



12/3/09

ΣΚΕΨΕΙΣ ΕΝΟΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗ

Με­γά­λη Σαρακοστή στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος. Γα­λή­νη καί ἡ­συ­χί­α, οἱ μυ­ρω­δι­ές τς ἄ­νοι­ξης καί τό ἀ­πέ­ραν­το γα­λά­ζιο νά μα­γεύ­ουν τίς αἰ­σθή­σεις, αὔ­ρα το Αἰ­γαί­ου, πρά­σι­νο παν­τοῦ. Κτί­ρια πού ση­μα­το­δο­τοῦν ἕ­ναν σπου­δαῖ­ο πο­λι­τι­σμό, μνῆ­μες ἔν­δο­ξων χρό­νων, ζω­ή χω­ρίς μέ­ρι­μνα καί ἄγ­χος. Καί στίς ἀ­κο­λου­θίες, κα­τά­νυ­ξη καί τά­ξη, προ­σευ­χή καί στο­χα­σμός.


Εἶ­ναι ἑ­πό­με­νο προ­σκυ­νη­τής νά κά­νει συγ­κρί­σεις μέ τήν κα­τά­στα­ση πού ἐ­πι­κρα­τεῖ σέ κάποιες ἐ­νο­ρί­ες τς χώ­ρας. Ἀ­τα­ξί­α καί φα­σα­ρί­α, κου­βεν­τού­λα καί με­γά­φω­να πού τρί­ζουν ἀ­πό τήν ἔν­τα­ση, σπρω­ξί­μα­τα, ἔν­τα­ση στήν "οὐ­ρά" καί ἕ­να σω­ρό ἄλ­λα προ­βλή­μα­τα πού δη­μι­ουρ­γοῦν πει­ρα­σμούς καί ἐμ­πο­δί­ζουν τήν συμ­με­το­χή στό μυ­στή­ριο. Ἀ­να­ρω­τι­έ­ται κα­νείς τί νά σκέ­φτε­ται ἕ­νας νέ­ος ἄν­θρω­πος πού ἔ­νοι­ω­σε τήν ἀ­νάγ­κη νά ἐκ­κλη­σια­στεῖ κά­ποι­α δύ­σκο­λη στιγ­μή τς ζω­ής του καί βρέ­θη­κε σέ μιά τέ­τοι­α κα­τά­στα­ση. Σέ τί πει­ρα­σμούς νά μπῆ­κε καί τί ἐ­πι­πτώ­σεις εἶ­χε στήν σχέ­ση του μέ τήν ἐκ­κλη­σί­α. Ἀλ­λά καί ἐ­μεῖς ο κἀ­πως πιό "ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοί", πό­σες φο­ρές δέν μπαί­νου­με σέ πει­ρα­σμούς ἀ­πό ὅ­σα συμ­βαί­νουν γύ­ρω μας. Καί ἀν­τί νά προ­γευ­τοῦ­με τά ἔ­σχα­τα, γευ­ό­μα­στε ἐ­δῶ καί τώ­ρα τήν... κό­λα­ση τν λο­γι­σμῶν μας.



γ. Ἰ­ω­άν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος τά λέ­ει καθαρά: «ν, ἀ­λή­θεια, Θε­ός σο ζη­τή­σει λό­γο γιά τήν ἀ­δι­α­φο­ρί­α ἤ καί τήν ἀ­σέ­βεια πού δεί­χνεις στίς λα­τρευ­τι­κές συ­νά­ξεις, τί θά κά­νεις; Νά, τήν ὥ­ρα πού Αὐ­τός σο μι­λά­ει, ἐ­σύ, ἀν­τί νά προ­σεύ­χε­σαι, ἔ­χεις πιά­σει κου­βέν­τα μέ τόν δι­πλα­νό σου γιά πράγ­μα­τα ἀ­νώ­φε­λα. Καί ὅ­λα τ’ ἀλ­λα ἁ­μαρ­τή­μα­τά μας ν πα­ρα­βλέ­ψει Θε­ός, τοῦ­το φτά­νει γιά νά στε­ρη­θοῦ­με τήν σω­τη­ρί­α».


Καί ὁ ἅγιος γέ­ρον­τας Πορ­φύ­ριος μι­λοῦ­σε μέ λύ­πη γιά τήν κα­τά­στα­ση αὐ­τή: «Ἡ Ἁ­γί­α Τρά­πε­ζα εἶ­ναι ἡ φλε­γό­με­νη βά­τος. Ἐ­δῶ κα­τε­βα­ί­νει ὁ Χρι­στός, τὸ ἅ­γιο Πνεῦ­μα πα­ρόν, οἱ ἄγ­γε­λοι τρι­γύ­ρω. Φο­βε­ρὸ θέ­α­μα. Καὶ σ' αὐ­τὸ τὸ θαῦ­μα μπρο­στά, νὰ ἀ­κοῦς τοὺς πι­στοὺς νὰ ψι­θυ­ρί­ζουν γιὰ πε­ζὰ θέ­μα­τα, νὰ μὴ βι­ώ­νουν τὸ μο­να­δι­κὸ γε­γο­νός. Ποι­ὸς λει­τουρ­γεῖ, μω­ρέ; Ὁ πα­πᾶς μό­νος του ἢ ὅ­λοι - κλῆ­ρος καὶ λα­ός - μα­ζί; Για­τί τὴ λέ­με «λει­τουρ­γί­α»; Εἶ­ναι ἢ δὲν εἶ­ναι «ἔρ­γο τοῦ λα­οῦ»; Ἔ! Ὅ­πως στέ­κε­ται ὁ ἱ­ε­ρέ­ας πρέ­πει νὰ στέ­κε­ται καὶ ὁ πι­στός. Συγ­κεν­τρω­μέ­νος. Ἀ­πό­λυ­τα πα­ρα­δο­μέ­νος στὸ Θεό. Αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα δὲν εἴ­μα­στε στὴ γῆ. «Οἱ τὰ χε­ρου­βεὶμ εἰ­κο­νί­ζον­τες» εἴ­μα­στε στὸν οὐ­ρα­νό, μπρο­στὰ στὴν Ἁ­γί­α Τρι­ά­δα. Χω­ρὶς «βι­ο­τι­κὴ μέ­ρι­μνα». Εἴ­μα­στε ὅ­λοι ἰ­ε­ρουρ­γοί... Πώ, πώ, πώ ! Τί μας ἀ­ξι­ώ­νει ὁ Θε­ὸς νὰ ζοῦ­με!


Ἐ­ὰν δὲν τὰ πι­στε­ύ­ου­με, για­τί ἐρ­χό­μα­στε στὴν Ἐκ­κλη­σί­α; Ποι­ὸν κο­ρο­ϊ­δε­ύ­ου­με; Πιὸ συ­νε­πεῖς εἶ­ναι αὐ­τοὶ ποὺ δὲν μπα­ί­νουν στὸ ναό. Πη­γαί­νεις σὲ συ­ναυ­λί­ες μου­σι­κης; Ἄ­κου­σες κα­νέ­να νὰ κου­βεν­τι­ά­ζει ἐ­κεῖ; Ὅ­λοι εἶ­ναι σι­ω­πη­λοί. Νὰ μὴ δι­α­κό­ψουν τὸ ἔρ­γο. Ἔ! Ποι­ό ἔ­χει με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­ξί­α; Οἱ ἤ­χοι τῆς μου­σι­κῆς, ποὺ πράγ­μα­τι ξε­κου­ρά­ζουν, ἢ ἡ «βοή» τοῦ Ἁ­γί­ου Πνε­ύ­μα­τος ποὺ σώ­ζει»;




ἕνας προσκυνητής...

8/3/09

O π. ΑΝΑΝΙΑΣ ΣΤΟ ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ





Μέ σεβασμό καί ἀγάπη...

(Εὐχαριστούμε τόν Γ. Ζ. Χ. γιά τό ἀνέβασμα...)